Για το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν, Καπιταλισμός εναντίον κλίματος

5eΜια ριζοσπαστική  πρόταση από τη συγγραφέα του Δόγματος του Σοκ για την αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής αλλαγής που εκτιμά ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταλυτική δύναμη για θετικές κοινωνικές αλλαγές

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

«Ξεχάστε όσα ξέρατε, σταματήστε να κάνετε ό,τι κάνατε, πάψτε να σκέφτεστε όπως σκεφτόσασταν»! Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η Ναόμι Κλάιν, μέσα από το πρόσφατο, ογκώδες βιβλίο της (694 αριθμημένων σελίδων) με τίτλο Αυτό αλλάζει τα πάντα, καπιταλισμός εναντίον κλίματος (εκδ. Λιβάνη, 2015). Μάρτυρας της, η αύξηση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 57%, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή το 1992!

Το νέο βιβλίο της Καναδής ακτιβίστριας και βραβευμένης δημοσιογράφου συνεχίζει να πατά στα χνάρια των προηγούμενων έργων της, με κορυφαίο το  Δόγμα του Σοκ, εμβαθύνοντας στον ριζοσπαστισμό με μια υποδειγματικά εμπεριστατωμένη, σχεδόν αφοπλιστική κριτική, ενώ φωτίζει άγνωστες πλευρές μιας εξαιρετικά σύνθετης πραγματικότητας γύρω από την ενέργεια. Ωστόσο, δεν καταφέρνει να αποφύγει υπερβολές και απλουστεύσεις, που καταλήγουν σε ένα μανιχαΐστικό σχήμα κακής ενέργειας από λιγνίτη εναντίον καλής από ανανεώσιμες πηγές.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Κλάιν κάποιος στην Ελλάδα ή την Ευρώπη πρέπει να έχει συνεχώς υπ’ όψη του το ιδεολογικό κλίμα στις ΗΠΑ και την αμερικανική ήπειρο, όπου η άρνηση της κλιματικής αλλαγής μαζί με το δικαίωμα στην οπλοφορία και την αποστροφή των φόρων αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της δεξιάς ιδεολογίας. Μάλιστα, τα στοιχεία που παραθέτει για την εξαγορά των επιστημόνων (υπερβαίνει για παράδειγμα τα 900 εκ. δολάρια ετησίως η χρηματοδότηση των διάφορων δεξαμενών σκέψης που αρνούνται την κλιματική αλλαγή) είναι πολύ διδακτικά για την ευρύτερη παρέμβαση του κεφαλαίου στη διανόηση κι όχι μόνο στο θέμα των ρύπων Η Κλάιν επομένως οφείλει να αποδείξει ότι «αν συνεχίσουμε να επιτρέπουμε την ετήσια αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η κλιματική αλλαγή θα μεταβάλλει τα πάντα στον κόσμο μας. Οι μεγάλες πόλεις πιθανότατα θα πλημμυρίσουν, οι ωκεανοί θα καταπιούν πανάρχαιους πολιτισμούς και υπάρχουν πολλές πιθανότητες τα παιδιά μας να περάσουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους προσπαθώντας να γλιτώσουν ή να ανακάμψουν από ισχυρές καταιγίδες και ακραία φαινόμενα». Και το καταφέρνει θαυμάσια, επικαλούμενη στοιχεία όχι μόνο από διεθνούς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, αλλά και από ιδιωτικούς φορείς όπως  η PricewaterhouseCoopers που προειδοποιεί ότι οδεύουμε προς μια αύξηση της θερμοκρασίας «κατά 4 ή ακόμη και 6 βαθμούς Κελσίου» (ανέφικτοι επομένως οι στόχοι να μην αυξηθεί η θερμοκρασία πάνω από 2 βαθμούς) για να καταλήξει ότι έχουμε μόνο μια δεκαετία στη διάθεσή μας προκειμένου να σταματήσουμε την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Δεν πλήττονται όλοι το ίδιο

Η Ναόμι Κλάιν απορρίπτει εξαρχής τη θεωρία του «μεγάλου εξισωτή», που καταλήγει ότι από την άνοδο της θερμοκρασίας πλήττονται και απειλούνται όλοι το ίδιο. Με μεγάλη δόση ρεαλισμού, υποστηρίζει πως η κλιματική αλλαγή «εντείνει τις αντιθέσεις σε μια κοινωνία εχόντων και μη εχόντων, μια κοινωνία διαιρεμένη σε εκείνους στους οποίους ο πλούτος προσφέρει –τουλάχιστον προς το παρόν- ένα σημαντικό βαθμό προστασίας από τα ακραία καιρικά φαινόμενα και σε εκείνους που εξαρτώνται απόλυτα από ολοένα και πιο δυσλειτουργικά κράτη». Στο βιβλίο μάλιστα παρατίθενται και απόψεις που επισημαίνουν  τα οφέλη που θα δρέψουν οι ΗΠΑ από την υποβάθμιση που θα φέρει η κλιματική αλλαγή στους ανταγωνιστές τους. Ας μην απορούμε επομένως για την αδράνεια της Ουάσινγκτον…

Στην καρδιά της θεώρησης της Κλάιν βρίσκεται η θέση πως ο φονταμενταλισμός της αγοράς συνέβαλε στην υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ η επέκταση των εμπορικών συμφωνιών είναι ασύμβατη με τις βιώσιμες οικονομίες. Η ρήση του Μπιλ Κλίντον κατά την υπογραφή της NAFTA το 1993 («έχουμε την ευκαιρία να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο»), περιγράφει εύγλωττα τις επιθετικές βλέψεις που ενσωματώθηκαν στις οικονομικές ολοκληρώσεις. Για την Κλάιν, «η παγκόσμια εξάπλωση της βιομηχανικής γεωργίας είχε ήδη επιφέρει συντριπτικό πλήγμα στην όποια πρόοδο είχε σημειωθεί στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου… Η παρατήρηση αυτή δεν είχε τόσο να κάνει με τα “τροφοχιλιόμετρα” και τη συζήτηση σχετικά με τα εισαγόμενα έναντι των εγχώρια παραγόμενων τροφίμων όσο με τη διαμόρφωση ενός εμπορικού συστήματος το οποίο ικανοποιώντας τις επιθυμίες εταιρειών όπως η Monsanto και η Cargill να διαμορφώνουν οι ίδιες το ρυθμιστικό πλαίσιο –από την απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές και την αυστηρή προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μέχρι τη συνέχιση της λήψης πλουσιοπάροχων επιδοτήσεων- συνέβαλε στην εδραίωση και την εξάπλωση σε όλο τον κόσμο ενός μοντέλου βιομηχανικής γεωργίας που είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και αυξάνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό εξηγεί για ποιο λόγο το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα ευθύνεται για το 19%-29% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ολόκληρο τον πλανήτη».

Η Κλάιν αποδομεί πλήρως και το σύστημα των «πιστωτικών μονάδων άνθρακα», που το χαρακτηρίζει «κερδοφόρα απάτη». Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι «το σύστημα υπολογισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο οποίο κατέληξαν οι διαπραγματευτές ήταν ένα κατάλοιπο της εποχής πριν από το ελεύθερο εμπόριο, το οποίο δεν συνυπολόγιζε τις επαναστατικές αλλαγές που πραγματοποιούνταν μπροστά στα μάτια τους». Το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2015, με το λογισμικό που εγκαθιστούσε στα οχήματά της η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, ώστε να εμφανίζονται λιγότεροι ρύποι απ’ όσους πραγματικά εξέπεμπαν, ήρθε να επιβεβαιώσει όσα γράφει η Κλάιν. «Αυτό το βαθιά ελαττωματικό σύστημα έχει δημιουργήσει μια εντελώς στρεβλή εικόνα για τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου», είναι το συμπέρασμά της. Χαρακτηρίζει μάλιστα ως «μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές ειρωνείες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού κέρδισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτή τη σκληρή μάχη (σ.σ. εννοεί τη δημιουργία ενός συστήματος διεθνούς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα), δεν επικύρωσαν το Πρωτόκολλο του Κιότο και ότι οι περισσότερες αγοραπωλησίες δικαιωμάτων εκπομπής γίνονται στην Ευρώπη, η οποία ήταν αρχικά αντίθετη σε αυτές».

Κίνημα για λίγους

Η συγγραφέας γίνεται αποκαλυπτική όταν περιγράφει την ελιτίστικη ιστορία του οικολογικού κινήματος στις ΗΠΑ από τις απαρχές του στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού «αποτελούνταν κυρίως από μέλη των προνομιούχων τάξεων που τους άρεσε το ψάρεμα, το κυνήγι, η κατασκήνωση και η πεζοπορία στο ύπαιθρο και είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι πολλές από τις αγαπημένες τους τοποθεσίες στην άγρια φύση απειλούνταν από τη γρήγορη επέκταση της βιομηχανοποίησης» μέχρι σήμερα, που τουλάχιστον οι ισχυρότερες οργανώσεις του «προσπαθούν να αποδείξουν ότι η διάσωση του πλανήτη μπορεί να είναι μια εξαιρετική νέα επιχειρηματική ευκαιρία». Η αποκάλυψη της διαδικασίας εξαγοράς των οικολογικών οργανώσεων από τους μεγάλους ρυπαντές είναι από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του βιβλίου.

Λάβρα είναι η Ναόμι Κλάιν και όσον αφορά τον ιδρυτή της βρετανικής Virgin, Μπράνσον, ο οποίος εμφανίζεται ως σωτήρας του κλίματος. Στο πρόσωπό του «η ιδέα ότι μόνο καπιταλισμός μπορεί να σώσει τον κόσμο από μια κρίση που προκάλεσε ο ίδιος ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον μια αφηρημένη θεωρία»…

Ενώ η κριτική της Ναόμι Κλάιν εναντίον των κυβερνήσεων, των «ευαίσθητων» επιχειρηματιών (Γκέιτς, Μπάφετ, Μπλούμπεργκ, κ.ά.) και των διεθνών οργανισμών, που όλο και περισσότερο τα φόρουμ που συγκαλούν μοιάζουν με «εξαιρετικά δαπανηρή συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας», είναι καταιγιστική και πολύτιμη, η πρότασή της για το τι πρέπει να γίνει είναι σχηματική και απλουστευτική. Το ίδιο και η ιστορική ερμηνεία που παραθέτει:  «Ο άνθρακας ήταν το μαύρο μελάνι με το οποίο γράφτηκε η ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού» συμπεραίνει χαρακτηριστικά, αφού έχει γράψει ότι «η ατμομηχανή επιτάχυνε τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ τα ατμόπλοια κατέστησαν δυνατή την αποικιοκρατική λεηλασία της υποσαχάριας Αφρικής και της Ινδίας». Παραλείπει ωστόσο ότι στον άνθρακα και τον ηλεκτρισμό στηρίχθηκε επίσης η μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδος και η πιο θεαματική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έχει συμβεί στην ανθρώπινη ιστορία. Θα ήταν δυνατή η έξοδος από τη φτώχεια και την πείνα ή ο αλφαβητισμός τόσων δισεκατομμυρίων ανθρώπων, εάν αγαθά όπως ο λιγνίτης και η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας δεν έκαναν προσπελάσιμα στον καθένα (ή σχεδόν στον καθένα) επιτεύγματα της ανθρώπινης εργασίας και διάνοιας, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα;

Το πρόβλημα είναι οι όροι, όχι το πετρέλαιο

Στον ιδανικό κόσμο που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν δεν χωρούν εξορύξεις ούτε ορυκτά καύσιμα! Επικαλείται για παράδειγμα ερευνητή ο οποίος αναφέρει: «Χρειαζόμαστε αυστηρούς νόμους που θα απαγορεύουν  την εξόρυξη και την καύση άνθρακα. Τελεία και παύλα». Κατ’ επανάληψη υποστηρίζει την ανάγκη για απαλλαγή από τα ορυκτά καύσιμα και πλήρη μετάβαση σε ΑΠΕ, ενώ αποδοκιμάζει και την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις πανέμορφες θάλασσες της Ελλάδας, εξαιτίας των υψηλών κινδύνων που εγκυμονεί. Αντί να επικρίνει τους αποικιοκρατικούς και ληστρικούς όρους των συμβάσεων που υπογράφουν οι κυβερνήσεις με τις πετρελαϊκές πολυεθνικές,  οι οποίοι είναι βέβαιο πως θα αναπαράγουν την ενεργειακή εξάρτηση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την οικειοθελή παραίτηση από κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα, αποκηρύσσει την ίδια την εξόρυξη του μαύρου χρυσού…

Ακόμη και στον κόσμο τον οποίο επικαλείται η Κλάιν, όπου δεν θα υπάρχει για παράδειγμα η σημερινή υπερκατανάλωση ούτε η αλόγιστη χρήση του ΙΧ αυτοκινήτου, θα εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για υγρά καύσιμα. Για να κινούνται για παράδειγμα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επιπλέον, η πρόοδος που έχει συντελεστεί στις μπαταρίες είναι τόσο μικρή που δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στη μετάβαση σε ένα ενεργειακό τοπίο κυριαρχούμενο πλήρως από τις ΑΠΕ, οι οποίες είναι εκ φύσεως ασταθείς κι η παραγωγή τους συναρτώμενη από την ηλιοφάνεια και τον αέρα. Δηλαδή απρόβλεπτη ακόμη και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δεν στερείται φυσικών χαρισμάτων.

Η εξάρτηση επομένως από τον άνθρακα και λιγνίτη και το πετρέλαιο θα κρατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο εύχεται η Κλάιν, χωρίς μάλιστα αυτό να είναι κατ’ ανάγκην κακό. Γιατί, η συνέχιση των εξορύξεων για εξαγωγή λιγνίτη (μιλώντας για την Ελλάδα) επιτρέπει την ταυτόχρονη αποκατάσταση των ορυχείων και τη μετατροπή τους σε δάση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις εκτάσεις της ΔΕΗ έξω από την Πτολεμαΐδα, χωρίς ωστόσο να υποτιμάται η βλάβη που προκαλείται στο περιβάλλον και το μικρο-κλίμα της περιοχής. Μια απότομη διακοπή, αντίθετα, των εξορυκτικών δραστηριοτήτων θα άφηνε τα ορυχεία σαν ανοικτές πληγές ή θα απαιτούσε νέες δαπάνες για το κλείσιμο τους. Επιπλέον, ο λιγνίτης μειώνει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι τόσο τα φωτοβολταϊκά όσο και οι ανεμογεννήτριες παράγουν πολύ πιο ακριβό ρεύμα. Επίσης, η Κλάιν δεν λαβαίνει υπ’ όψη της ότι μέχρι στιγμής το χαράτσι που πληρώνουμε στους λογαριασμούς του ρεύματος για τις ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ) έχει τη δική του συμβολή στην ενεργειακή φτώχεια και τους απλήρωτους λογαριασμούς, που ανέρχονται στα 2,4 δισεκ. ευρώ. Δεν είναι άραγε σκάνδαλο σε μια χώρα, όπου η ανεργία υπερβαίνει το 20%, να επιδοτούμε τις ανεμογεννήτριες (που έχουν εξελιχθεί σε υπόδειγμα κρατικοδίαιτου κλάδου, χωρίς να αντιδρά ωστόσο κανείς) τόσο στο στάδιο της εγκατάστασής τους όσο και σε αυτό της παραγωγής και να μην επιδοτούμε την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος σε χιλιάδες ανέργους που δεν μπορούν να ανάψουν θερμοσίφωνα και ηλεκτρική κουζίνα; Τέλος, πόσο φιλικές προς το περιβάλλον μπορούν να θεωρούνται οι ανεμογεννήτριες, που η εγκατάστασή τους συνοδεύεται από κόψιμο δένδρων, άνοιγμα νέων δρόμων μέσα στα βουνά, θάνατο πουλιών, δημιουργία επικίνδυνων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και πρωτοφανή αισθητική αλλοίωση του περιβάλλοντος;

Σε βάρος της κριτικής της Κλάιν, τέλος, στρέφεται κι η υιοθέτηση εκ μέρους της τής αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», που τη χαρακτηρίζει ως τη μόνη ορθολογική αρχή κι ας καθιστά, σε τελική ανάλυση, τη ρύπανση μια ακόμη υπόθεση βαθιά ταξική. Γιατί η αρχή «όποιος ρυπαίνει πληρώνει», σε έναν κόσμο όπου όλα είναι θέμα τιμής, σημαίνει ότι όποιος μπορεί να πληρώνει έχει δικαίωμα και να ρυπαίνει…

Πηγή: περιοδικό  Δημοσιογραφία, τεύχος 15, φθινόπωρο 2017

Σήμερον, του Αγίου Κωνσταντίνου, του αιμοχαρή, του φαύλου, του διαφθορέα της εκκλησίας και νοθευτή της ευαγγελικής διδασκαλίας!

Δε φείδεται εγκωμίων απέναντι στον Κωνσταντίνο η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ στο νέο της βιβλίο με τίτλο Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί είναι οι Έλληνες; (Gutenberg, 2016) που εδώ και εβδομάδες βρίσκεται στη λίστα με τα ευπώλητα.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

«Δικαίως θεωρείται ο Κωνσταντίνος ως ο ιδρυτής της χριστιανικής Ευρώπης και επίσης δικαίως η Εκκλησία τον ανακήρυξε “Άγιο” και “Ισαπόστολο”», καταλήγει χαρακτηριστικά στη σελ. 18 του ενδιαφέροντος βιβλίου της, που αναπαράγει ωστόσο άκριτα τη θεωρία της αδιάρρηκτης συνέχειας, διανθισμένης με ένα μίγμα ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού.

Η πραγματικότητα ωστόσο, όπως την περιγράφει ο ανατρεπτικός ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος είναι τελείως διαφορετική. Στο βιβλίο του με τίτλο Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας (εκδ. Πιρόγα) ο Κυριάκος Σιμόπουλος αφιερώνει περισσότερες από 100 σελίδες στην περιγραφή των τερατουργημάτων του Κωνσταντίνου μέσα από την λεπτομερή παράθεση πολλών δεκάδων αποσπασμάτων από ποικίλες πρωτότυπες πηγές.

«Η βασιλεία του υπήρξε η δεύτερη, μετά την αλεξανδρινή, ζοφερή περίοδος της αρχαιότητας. Όχι μόνο εξ αιτίας των πολύνεκρων εμφύλιων πολέμων που προκάλεσε ο ίδιος για την κατάκτηση της μονοκρατορίας, των βαρβαροτήτων, των ειδεχθών εγκλημάτων και της αντιλαϊκής, καταπιεστικής  και ληστρικής πολιτικής του, αλλά κυρίως εξαιτίας της διπροσωπίας και της απάτης απέναντι στο χριστιανισμό», αναφέρει εισαγωγικά ο Κυριάκος Σιμόπουλος.

Δεσποτικός και πολεμοχαρής

Αφού περιγράφει τις μηχανορραφίες που τον ανέδειξαν σε αυτοκράτορα ο Κυριάκος Σιμόπουλος αναφέρει: «Κυρίαρχος πια μοναδικός σε Ανατολή και Δύση αποκαλύπτει τον βάρβαρο και διεφθαρμένο χαρακτήρα του και αποχαλινώνεται… Μεγαλομανής, δεσποτικός και πολεμοχαρής δεν διστάζει μπροστά σε καμιά φρικαλεότητα για την πραγμάτωση των άνομων και ανόσιων σκοπών του. Το 310 λεηλατεί την Ισπανία και διακόπτει τον εφοδιασμό με αφρικανικά σιτηρά της ιταλικής χερσονήσου προκαλώντας λιμό. Τον ίδιο χρόνο εξολοθρεύει τους Βρουκτέρους, γερμανική φυλή στην περιοχή του Ρήνου. Μετά τη διαρπαγή πυρπολεί πόλεις και χωριά και εξανδραποδίζει τους πληθυσμούς… Όσοι από τους Βρουκτέρους κρίνονταν ακατάλληλοι ως στρατιώτες ή δούλοι εξαιτίας της ανυπακοής τους ρίχνονταν στα θηρία. Και ήταν τόσο πολλοί που τα λιοντάρια δεν προλάβαιναν να τους κατασπαράξουν».

Αποκαλυπτικός είναι ο Κυριάκος Σιμόπουλος και σε ό,τι αφορά τη σχέση του Κωνσταντίνου με το χριστιανισμό. Ενώ η Αρβελέρ γράφει ότι οι δύο αποφάσεις του, το διάταγμα του Μεδιολάνου (που εισήγαγε το χριστιανισμό ως ισότιμη των άλλων θρησκειών) και η Σύνοδος της Νίκαιας (όπου οι 318 πατέρες επεξεργάσθηκαν το Πιστεύω της νέας θρησκείας) «θεωρούνται δικαίως ως ιδρυτικές πράξεις της εγκαθίδρυσης του Χριστιανισμού» ο Σιμόπουλος αναζητά στις επιλογές του Κωνσταντίνου πιο …υλικά κίνητρα.

«Για τον Κωνσταντίνο χριστιανισμός και δωδεκάθεο δεν αποτελούσαν θρησκευτική ιδεολογία και πίστη αλλά μέσα για δόλιους ελιγμούς και εξαπάτηση των λαών. Με την ίδια άνεση φρόντιζε να αναγραφεί το “χριστιανικό” μονόγραμμα στα όπλα και τις σημαίες, το όνομα του Διός στην αψίδα της Ρώμης και να φιλοτεχνούνται οι μορφές των αρχαίων θεών στα νομίσματα. Υπερασπιζόταν ή ζημίωνε τις δύο θρησκείες ανάλογα με τα προσωπικά συμφέροντα της στιγμής. Ορκιζόταν χωρίς αιδώ για την προστασία ή επέτρεπε το διασυρμό της μιας ή της άλλης. Με το πρόσχημα της ουδετερότητας αλίευε συμπάθειες από τους οπαδούς και των δύο θρησκειών. Επέτρεπε στο χριστιανικό ιερατείο να κατεδαφίζει αρχαίους ναούς και μνημεία για να λεηλατεί τους θησαυρούς… Αποτελεί ψεύδος και παραχάραξη της ιστορίας αλλά και καταισχύνη να αποδίδεται στον Κωνσταντίνο η επικράτηση του χριστιανισμού», καταλήγει ο Κυριάκος Σιμόπουλος.

Αποδεικνύοντας μάλιστα με γεγονότα τον θρησκευτικό οπορτουνισμό του αναφέρει σε άλλο σημείο:  «Το 319 μχ με διάταγμα του Κωνσταντίνου, απαγορεύθηκαν οι οικιακές θυσίες και ιεροτελεστίες. Δεν ήταν φιλοχριστιανικό μέτρο, κατασταλτικό της αρχαίας θρησκείας αλλά αστυνομικής σκοπιμότητας επεμβάσεις για την ανατροπή μυστικών συγκεντρώσεων και ανατρεπτικών κινημάτων κατά της εξουσίας».

Φορομπήχτης ο Κωνσταντίνος!

«Ο “Μέγας” και “Άγιος” αυτοκράτορας» συνεχίζει ο Κυριάκος Σιμόπουλος «διακρίθηκε και για την τυραννική πολιτική του και κυρίως για την οικονομική καταπίεση και εξουθενωτική εκμετάλλευση των λαών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι κολοσσιαίες δαπάνες για τα αμέτρητα παλάτια, η αυτοκρατορική χλιδή, η επίδειξη μεγαλείου, η εξαγορά συνειδήσεων και οι αχαλίνωτες σπατάλες ύστερα από τη μετακίνηση της πρωτεύουσας στην Ανατολή καλύπτονταν από εξοντωτική φορολογία των λαϊκών τάξεων με βάρβαρες μεθόδους που προκάλεσαν κοινωνικές συμφορές και γενική εξαθλίωση… Ο Κωνσταντίνος επέβαλε εξοντωτικές εισφορές σε χρυσάφι και ασήμι – τον διαβόητο “χρυσάργυρον” – και στους πάμπτωχους και πειναλέους υπηκόους ακόμη και στις πόρνες. Θρήνος και οδυρμός σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία… Οι ταλαίπωροι υπήκοοι έπρεπε να καταβάλουν ειδικό φόρο, σε χρυσό πάντοτε και σε ασήμι, για τα αφοδεύματά και τα ούρα τους, όπως ιστορούν οι βυζαντινοί χρονογράφοι Γεώργιος Κεδρηνός και Μιχαήλ Γλυκάς. Οι αγρότες πλήρωναν φόρους όχι μόνο για τα βόδια και τα αλογομούλαρα αλλά και για τους σκύλους τους».

Ο Κωνσταντίνος  διακρίθηκε επίσης και τις καταστροφές που προκάλεσε στα μνημεία του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού, στο πλαίσιο της μεταφοράς τους στην Κωνσταντινούπολη ώστε η «νέα Ρώμη» να μη στερείται της παλιάς. «Η μεταφορά, ωστόσο, γλυπτών και άλλων έργων τέχνης από αρχαίους ναούς και ιερά στην Κωνσταντινούπολη για διακόσμηση εγκαινιάζει τη μεγαλύτερη συμφορά για τα μνημεία του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού».

Ο Κωνσταντίνος όμως δεν εκμεταλλεύτηκε μόνον το χριστιανισμό. Τον άλλαξε κιόλας! «Στους προκωνσταντινικούς αιώνες η Εκκλησία υπήρξε αντιμιλιταριστική και αντίθετη στη στράτευση και τη συμμετοχή χριστιανών σε εμφυλίους και κατακτητικούς πολέμους… Με τη μονοκρατορία του Κωνσταντίνου – ύστερα από πολυαίμακτους εμφύλιους πολέμους, γενοκτονίες και άλλες βαρβαρότητες – τερματίζεται οριστικά η ειρηνιστική, φιλελεύθερη και αντιεξουσιαστική εποχή του χριστιανισμού. Η αυθεντική διδασκαλία του Ιησού διαστρεβλώνεται… Το χριστιανικό ιερατείο, χάρη στα προνόμια που εξασφάλισε – συμμετοχή στην εξουσία – καθαγιάζει τον Κωνσταντίνο, δικαιώνει και νομιμοποιεί τις βαρβαρότητες και τα φρικτώδη εγκλήματά του»…

Περισσότερα, όχι μόνο για τον «Μέγα» Κωνσταντίνο (τον αιμοχαρή, φαύλο διαφθορέα της εκκλησίας και νοθευτή της ευαγγελικής διδασκαλίας, όπως τον αποκαλεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος) αλλά και για τον «Μέγα» Αλέξανδρο, τον «Μέγα» Θεοδόσιο και άλλους «μεγάλους» στο μνημειώδες έργο του  Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, που διατίθεται από τις εκδόσεις Πιρόγα (Σόλωνος 114).

Θεμελιώδες έργο για μια υλιστική ματιά και ερμηνεία της ιστορίας.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα kommon

Ο εργατικός έλεγχος βήμα για την εργατική εξουσία

Δύο είναι κατά την άποψή μου τα προτερήματα, οι συμβολές του βιβλίου του Δημήτρη Κατσορίδα Εργατικός Έλεγχος, κοινωνικοποίηση, αυτοδιαχείριση (Εκδόσεις των Συναδέλφων) στη σημερινή συγκυρία.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Αρχικά, ότι σε μια περίοδο ήττας και υποχώρησης ανοίγει τη συζήτηση για τους όρους της αντεπίθεσης της Αριστεράς. Δε σας κρύβω πώς περισσότερο χρήσιμο και επίκαιρο για τη σημερινή συγκυρία βρήκα το δεύτερο κεφάλαιο για τον εργατικό – διαχειριστικό έλεγχο.

Αναφέρει ο συγγραφέας: «Μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να θεσμοθετήσει τον Εργατικό – Διαχειριστικό έλεγχο σε όλα τα επίπεδα της οικονομίας και σε όλες τις επιχειρήσεις, είτε του δημόσιου είτε του ιδιωτικού τομέα». Και παρακάτω σημειώνει: «Το αίτημα που θα πρέπει να διατυπωθεί είναι η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ούτως ώστε η ροή χρήματος να βρίσκεται κάτω από κοινωνικό έλεγχο» (σελ.25).

Κι ενώ διάβαζα όλα αυτά τα …ωραία θυμόμουν το επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή την τρίτη (και φαρμακερή όπως αποδείχθηκε για το αίτημα της εθνικοποίησης) ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.  Η κυβέρνηση του Τσίπρα όχι απλά φόρτωσε τον ήδη υπερχρεωμένο ελληνικό λαό με 5,4 δισ. ευρώ επιπλέον – τόσο στοίχισε η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση (για να είναι ακόμη και τώρα με το αντίστροφο σπλιτ οι μετοχές τους στα Τάρταρα), αλλά τις παρέδωσε στη διεθνή κερδοσκοπία, στα ξένα funds! Πληρώσαμε για να τις δώσουμε στον Πόλσον! Όταν θα μπορούσαν να έμεναν στα χέρια του δημοσίου δωρεάν… Μεγάλο κατόρθωμα για την κυβέρνηση!

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με άλλα λόγια ανέλαβε την ιστορική ευθύνη να καταργήσει τη θεωρητική μεν, υπαρκτή δε, δυνατότητα εθνικοποίησης των τραπεζών, λειτουργώντας ως το μακρύ χέρι της τραπεζοκρατίας.

Σε αυτό λοιπόν το πολιτικό περιβάλλον, όταν τα βήματα που σημειώνονται είναι προς τα πίσω, να τίθεται εκ νέου το αίτημα της αυτοδιαχείρισης είναι ώθηση προς τα μπρος για τις επαναστατικές και απελευθερωτικές ιδέες.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο κρίνω ως σημαντική συμβολή τη συγγραφή και έκδοση του βιβλίου από τον Δημήτρη σχετίζεται και πάλι με ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος που κάνει όταν αναφέρει πώς ο εργατικός έλεγχος δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μεταβατικό αίτημα και κατάκτηση. Όταν υπογραμμίζει πώς δεν είναι ένα σταθερό καθεστώς κι ότι στο τέλος της ημέρας απαιτείται μια επαναστατική εξουσία για να «κλειδώσει» αυτές τις νίκες, να τις θωρακίσει και να επιβάλει τον μη αντιστρεπτό τους χαρακτήρα. Επιπλέον, την εμπειρία που έχει κατακτηθεί από τη διοίκηση του εργοστασίου να τη μεταφέρει στα κοινά.

Αυτή η θέση δεν είναι τόσο προφανής στις μέρες μας. Μπορεί να ήταν όταν ο Μαντέλ χαρακτήριζε τη δημοκρατία των κατειλημμένων εργοστασίων πιο δημοκρατική από την αστική δημοκρατία, έκτοτε όμως έχει μεσολαβήσει μια μεγάλη ήττα. Στο πλαίσιό της αναπτύχθηκαν ρεύματα που διεκδίκησαν κι ακόμη διεκδικούν «να αλλάξουν τον κόσμο χωρίς να πάρουν την εξουσία». Αναφέρομαι φυσικά στον Τζον Χαλογουέι κι ένα ισχυρότατο ρεύμα της πάλαι ποτέ αυτονομίας που μπροστά στην αδυναμία του να αναμετρηθεί με τον αντίπαλο, δηλαδή το κεφάλαιο, αναζητά νησίδες ελευθερίας εντός του καπιταλισμού. Είναι ένα κίνημα υπαρκτό κι ακμαίο καθώς ανθίζει όσο το επαναστατικό πρόταγμα περιορίζεται στα επιμέρους, αποφεύγει να συγκρουστεί με την εξουσία.

Η συμβολή του Δημήτρη Κατσορίδα, εκ των πραγμάτων, κινείται στον αντίποδα και διαμορφώνει τους όρους για να αλλάξουμε τον κόσμο παίρνοντας την εξουσία. Κι όχι αναζητώντας έναν τρόπο αξιοπρεπούς συμβίωσης μαζί της.

Τέλος, θέλω να υπογραμμίσω ένα συμπέρασμα που παρατίθεται στο βιβλίο και προέρχεται από την εμπειρία της Χιλής του Αλιέντε, όταν στη διάρκεια 34 μηνών εθνικοποιήθηκαν 275 επιχειρήσεις. Αναφέρεται λοιπόν ότι με την κατάργηση του αρχιεργάτη μετά την εθνικοποίηση, στα 32 από τα εθνικοποιημένα 40 εργοστάσια που μελετήθηκαν, η παραγωγικότητα ή έμεινε ίδια ή αυξήθηκε. Πρόκειται για ένα σπουδαίο συμπέρασμα καθώς δείχνει πόσο παρείσακτη είναι η μη παραγωγική εργασία επιτήρησης, την οποία εμφανίζουν ως απαραίτητη για την απρόσκοπτη εκτέλεση της παραγωγικής διαδικασίας. Δείχνει επίσης ότι ο καπιταλισμός, αντίθετα με ό,τι λέγεται, δεν αποτελεί το πιο παραγωγικό σύστημα που γέννησε ο άνθρωπος. Για να αφιερώσει τόσους πόρους στον έλεγχο της εργασίας μειώνει το μισθό και τις κοινωνικές δαπάνες!

Αντίθετα, μόνο μια κοινωνία ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, που θα είναι απαλλαγμένη από την ατομική ιδιοκτησία, μπορεί να εξυψώσει την ανθρώπινη παραγωγικότητα και να κοινωνικοποιήσει τον πλούτο.

Σε αυτή την προσπάθεια το βιβλίο του Δημήτρη Κατσορίδα είναι μια σπουδαία συμβολή.

Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις και μια …μνημονιακή συνηγορία

film

Στο βιβλίο του Γ.Β. Δερτιλή με τίτλο Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις 1821 – 2016 (εκδ. Πόλις, 2016) παρατίθενται με την πιο ενδελεχή τεκμηρίωση πολύτιμες πληροφορίες και πρωτότυπες πηγές για την ερμηνεία της σημερινής κρίσης χρέους.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πριν απ’ οτιδήποτε άλλο είναι οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες που ακολουθούν το ελληνικό κράτος από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε από την εισαγωγή του βιβλίου, από το 1833 ακόμη οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούσαν τουλάχιστον το 17% των συνολικών δημοσίων δαπανών. Στα 54 δε από αυτά τα 160 χρόνια ξεπέρασαν ακόμη και το 30%! Ο συγγραφέας ανασκευάζει και την ευρέως διαδεδομένη άποψη που αποδίδει στις επενδύσεις επί των υποδομών τη χρεοκοπία του 1893, επί Χαρ. Τρικούπη, χαρακτηρίζοντας το επιχείρημα «εσφαλμένο επειδή ήταν υστερόβουλα υπερβολικό. Το κύριο αίτιο της υπερχρέωσης ήταν, όπως πάντα, οι στρατιωτικές δαπάνες», συμπεραίνει.

Φτάνει δε μέχρι και σήμερα: «Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, μετά το 2009, η Τουρκία εμείωσε τις δαπάνες της∙ ενώ η “πτωχή αλλ’ έντιμος Ελλάς” μολονότι είχε ουσιαστικώς πτωχεύσει από το 2009, τις διατηρούσε στα ύψη έως το 2016. Πράγματι, έως το 2014 τις διατήρησε στο ίδιο περίπου ποσοστό σε σχέση με το ΑΕΠ, από τα υψηλότερα στον κόσμο: γύρω στο 2,3%, με βάση αντίστοιχες πηγές (SIPRI και ΝΑΤΟ)… Εννοείται ότι οι κυριότεροι προμηθευτές των ελληνικών (και τουρκικών) όπλων, Αμερικανοί, Γάλλοι και Γερμανοί είναι ενθουσιασμένοι». (σελ. 104).

Μοχλός του χρέους

Ακολουθεί στην εξιστόρηση του συγγραφέα ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων. «Όποτε ήθελαν να ασκήσουν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, οι Δυνάμεις επέσειαν το δικαίωμα που είχαν βάσει της Συνθήκης του 1832: να ελέγχουν τις εισπράξεις του ελληνικού κράτους ακόμη και με τη βία, καταλαμβάνοντας τα τελωνεία της χώρας», αναφέρει ο Γ. Β. Δερτιλής, δημιουργώντας απρόβλεπτες συνηχήσεις με το σήμερα. Ειδικότερα, με την ανεξαρτητοποίηση της πάλαι ποτέ γενικής γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, που με βάση νόμο ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016 παύει πλέον να ελέγχεται από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Στο βιβλίο μάλιστα παρατίθεται και επιστολή του 1869 του βρετανού πρωθυπουργού Γλάδστων προς τον υφυπουργό Εξωτερικών της αυτοκρατορίας, Χάμοντ που χρησιμοποιεί τον όρο «μοχλό χρέους»! «Το πραγματικό ερώτημα, πολύ ευρύτερο από το μικρό ποσό που συζητείται, είναι αν σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε στην κατάλληλη στιγμή τον μοχλό του δανείου για να ωθήσουμε την Ελλάδα να λάβει μέτρα πραγματικού περιορισμού των δαπανών της, ώστε να ενισχύσει τη φερεγγυότητά της». Κι όλα αυτά σχεδόν ενάμισι αιώνα πριν!

Πολύ εύστοχα συμπεραίνει ο συγγραφέας ότι το απόρρητο αυτό έγγραφο «προδιαγράφει την πολιτική που θα ακολουθήσουν όλες οι βρετανικές κυβερνήσεις ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», (σελ. 45). Κι όχι μόνο, μπορούμε να συμπληρώσουμε. ΗΠΑ, ΕΕ και Γερμανία ουδέποτε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν το χρέος μέχρι και σήμερα σαν μοχλό παρέμβασης στα εσωτερικά μας και επηρεασμού της πολιτικής.

Όχι στη διαγραφή του χρέους

Παρότι ωστόσο ο συγγραφέας κρατάει στα χέρια του τον μίτο της Αριάδνης που μπορεί να τον οδηγήσει στην αποκρυπτογράφηση της τρέχουσας κρίσης, διαθέτοντας μάλιστα το χάρισμα της σύνθεσης που του δίνει η βαθιά γνώση της ελληνικής ιστορίας (χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του περίφημου Διχασμού, τον οποίο χαρακτηρίζει εμφύλιο) καταφεύγει σε κοινότοπους ύμνους στα μνημόνια και τις μεταρρυθμίσεις, και αμφισβητεί την ανάγκη διαγραφής του δημόσιου χρέους, χρησιμοποιώντας μάλιστα αστήριχτες κινδυνολογίες. «Η μονομερής αποποίηση του χρέους από μια Ελλάδα της δραχμής θα κατέστρεφε για δεκαετίες τη φερεγγυότητα της χώρας», υποστηρίζει. Ωστόσο, οι Paris & Wyplosz στο σχέδιο Padre επικαλούνται έρευνα (των Borensztein & Panizza) βάσει της οποίας «ο αποκλεισμός από τις αγορές όσων κατ’ επανάληψη προσφεύγουν σε αθέτηση χρέους διαρκεί από 4 ως 8 χρόνια και τα επιτόκια αυξάνονται από 250 ως 400 μονάδες βάσης». Αν επομένως η Ελλάδα είχε από το 2010 κιόλας προβεί σε μονομερή αθέτηση πληρωμών φέτος, το αργότερο, θα έβγαινε στις αγορές, βάσει των ιστορικών προηγούμενων…dertifinal

Ο Γ.Β. Δερτιλής σχετικοποιεί την έννοια της βιωσιμότητας του χρέους. «Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν το ελληνικό χρέος “μη βιώσιμο”. Δεν το πιστεύω όπως δεν πιστεύω ούτε το αντίθετό του. “Χρυσούς κανών” που δείχνει αν ένα χρέος είναι βιώσιμο ή όχι δεν υπάρχει», διατείνεται (σελ. 112). Η αλήθεια ωστόσο είναι πώς το ελληνικό χρέος μετά βεβαιότητας έχει καταστεί μη βιώσιμο όταν ανέλαβε η Τρόικα να το διαχειριστεί και το εκτόξευσε στο 180% του ΑΕΠ, ενώ όταν ξεκίναγε η κρίση και ήταν στο 115% του ΑΕΠ κανείς δεν το χαρακτήριζε μη βιώσιμο. Σίγουρα δε ήταν κάτω από το όριο του 120%, που αποτελεί μια ευρέως χρησιμοποιούμενη διαχωριστική γραμμή. Προς τούτο επιστρατεύτηκαν κι οι απάτες της ΕΛΣΤΑΤ για να φουσκώσουν το έλλειμμα και το χρέος, με την πολύτιμη βοήθεια της Γιούροστατ, ώστε να ξεκινήσει η «θεραπεία σοκ».

Στο νεοφιλελεύθερο οίστρο του ο συγγραφέας προτείνει «να κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα προστατεύει τις επενδύσεις», τις οποίες θεωρεί όρο για την ανάκαμψη της οικονομίας. «Μια ή δύο μεγάλες επενδύσεις θα δώσουν τον τόνο, αν συνδυαστούν με ιδιωτικοποιήσεις», αναφέρει (σελ. 120-121). Ταυτόχρονα όμως δε λέει κουβέντα για την ανάγκη συνταγματικής απαγόρευσης της ανασφάλιστης εργασίας ή των μισθών και των ημερομισθίων κάτω από το επίπεδο της πείνας ή της ανεργίας πάνω από ένα επίπεδο, πχ 5%. Προφανώς κι αυτά θα συμπεριλαμβάνονται στις «παθογένειες του ελληνικού συστήματος» που διαρκώς στηλιτεύει.

Εν κατακλείδι, το ιστορικό μέρος του βιβλίου του Γ.Β. Δερτιλή, παρά την μηχανιστική κυκλική αντίληψη που το διαπερνά («το καινοφανές στη νεότερη Ελλάδα είναι η αέναη επανάληψη των πολέμων, των πολεμικών δαπανών και των πτωχεύσεων», σελ. 23) και, μεταξύ πολλών άλλων, τη μεροληπτική του στάση υπέρ του Βενιζέλου στο πλαίσιο της οποίας δικαιολογεί ακόμη και την εκστρατεία στη Μικρά Ασία αποδίδοντάς της αμυντικό χαρακτήρα, είναι μια χρήσιμη πηγή υλικού που συμβάλει στην ερμηνεία των δημοσιονομικών κρίσεων. Το μέρος ωστόσο, όπου ο συγγραφέας γράφει ως πολίτης, με τα δικά του λόγια, αποτελεί συνηγορία υπέρ της πολιτικής φτωχοποίησης και υπερχρέωσης που εισήγαγαν τα Μνημόνια.

Κρίση; Γιώργος Μεταξάς (Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2016)

metaxasΤο βιβλίο του Γιώργου Μεταξά με τίτλο Κρίση; (Εκδόσεις των συναδέλφων) επιχειρεί να ανασυνθέσει τις οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων 10 ετών. Ξεκινάει από την κρίση των υποβαθμισμένων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ το 2007 και φτάνει μέχρι τις μέρες μας και συγκεκριμένα την παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συνέχιση της πολιτικής λιτότητας στην Ελλάδα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δύο είναι κατά την άποψή μου, τα μεγάλα του προτερήματα, που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα πολλά παρόμοια βιβλία που κυκλοφορούν. Το πρώτο είναι ότι αφιερώνει έκταση για να εξηγήσει σύνθετες έννοιες και να τις κάνει προσιτές στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη: από έννοιες που σχετίζονται με τον τύπο της χρηματικής κυκλοφορίας στον Μαρξ μέχρι τα περίφημα εργαλεία της χρηματοοικονομικής μηχανικής που λειτούργησαν σαν θρυαλλίδα της κρίσης στις ΗΠΑ (πχ τα CDS). Περιγράφοντας δε αυτές τις περίφημες «χρηματοοικονομικές καινοτομίες» διερευνά και ανοίγει τη συζήτηση για σύγχρονα θέματα όπως η χρηματιστικοποίηση. Αναφέρει για παράδειγμα: «αυτή η πληθώρα χρηματιστικού κεφαλαίου δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο παρά τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο επακόλουθος ίλιγγος των πιστώσεων  αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένα θετικό εμπόδιο στη χρήση αυτού του κεφαλαίου που πλεονάζει, αλλά ένα εμπόδιο στους νόμους της αξιοποίησής του, το όριο που τίθεται στη δυνατότητα του κεφαλαίου να αξιοποιηθεί σαν κεφάλαιο». (σελ. 90)

Το δεύτερο προτέρημα του βιβλίου του Μεταξά είναι η πολιτική του στράτευση. «Η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την υπέρβαση της κρίσης είναι η κοινωνική επανάσταση», γράφει ο συγγραφέας από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, που αναφέρεται στο νεοφιλελευθερισμό, στη σελίδα 35. Κι αυτή η τοποθέτηση διαπερνάει το βιβλίο μέχρι την τελευταία του σελίδα. Όταν για παράδειγμα στον επίλογο αναφέρει ο συγγραφέας: «Η κρίση αντιμετωπίστηκε κάθε άλλο παρά πρωτότυπα με αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, σύμφωνα με αυστηρά νεοφιλελεύθερα πρότυπα στην ΕΕ» (Σελ. 263).

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι κάθε τέτοιο βιβλίο πρέπει να αποτελεί ευκαιρία για την Αριστερά ώστε να συζητάει τις προϋποθέσεις της ρήξης και τις διακυβεύσεις της επόμενης μέρας επιλέγω να παρακάμψω θέματα που ανοίγει ο συγγραφέας και σχετίζονται με τη Μαρξιστική θεωρία των κρίσεων και να σταθώ στα πολιτικά ζητήματα που τίθενται στο βιβλίο.

Κατά την άποψή μου, στο βιβλίο υπάρχει ένα μεγάλο κενό τόσο στην πολιτική όσο και στη θεωρητική του ανάλυση. Η έλλειψη αυτή αφορά το ρόλο της ΕΕ. Η ελληνική κρίση, μένει σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που δε βοηθάει την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σε κάθε της λεπτομέρεια, όσο μηχανισμοί και αποφάσεις καθοριστικής σημασίας δεν αναλύονται καν.

Αναφέρομαι για παράδειγμα, στο «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», το «Σύμφωνο για το ευρώ συν» και το «πακέτο των 6 και 2 μεταρρυθμίσεων». Πρόκειται για ένα πλαίσιο που απαγορεύει τη δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων, επί ποινής χρηματικών προστίμων. Ο σεβασμός σε αυτές τις οδηγίες συνεπάγεται την εφαρμογή μιας πολιτικής αέναης λιτότητας, ανεξαρτήτως των προεκλογικών εξαγγελιών κάθε κόμματος. Κατά συνέπεια καμιά εξαγγελία ακύρωσης της λιτότητας δεν έχει πιθανότητα υλοποίησης εντός της ΕΕ.

Αναφέρομαι επίσης στον κανονισμό 472 με ημερομηνία 21 Μαΐου 2013, που αναφέρει κατά λέξη ότι «τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία  μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Δεδομένου τούτου του όρου δύο χρόνια πριν κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να προεξοφληθεί πως ακόμη και το τέλος των χρηματοδοτικών προγραμμάτων δε θα συνέπιπτε με το τέλος της εποπτείας.

Αναφέρομαι τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, στο πιο σημαντικό που είναι το είδος της λύσης αντιμετώπισης του χρέους που επιλέγηκε για την Ελλάδα δεδομένης της κορυφαίας σύγκρουσης συμφέροντος που γεννούσε το γεγονός ότι οι σχεδιαστές της αναδιάρθρωσης του 2012 της περίφημης επιλεκτικής χρεοκοπίας, (όπως η ΕΚΤ), ήταν ταυτόχρονα και δανειστές της Ελλάδας. Σύγκρουση που μέχρι και σήμερα καθιστά κάθε δυνατή λύση παγιδευμένη, ατελέσφορη κι εκ των προτέρων επιβλαβή για τα συμφέροντα των εργαζομένων κι όχι μόνο. Υπό αυτό το πρίσμα δε με βρίσκει σύμφωνο η εκτίμηση του συγγραφέα ότι «η ελληνική κρίση πρέπει να θεωρηθεί και οικονομική αποτυχία της ΕΕ». (σελ. 179) Η ελληνική κρίση είναι επιτυχία της ΕΕ δεδομένου ότι έσωσε τις γαλλογερμανικές τράπεζες τη στιγμή που κινδύνευαν, ενώ από την Ελλάδα ξεδίπλωσε ένα δεύτερο πιο ορμητικό κύκλο αμφισβήτησης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας μετά τον κύκλο που άνοιξε επί ηπειρωτικού ευρωπαϊκού εδάφους ο Σρέντερ το 1997, με την Ατζέντα 2010.

Η σημασία της κατάδειξης αυτών των ορίων δε θα στόχευε στην αναζήτηση μιας λύσης της κρίσης στο πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας, αλλά στο αδύνατο της αναζήτησης μιας λύσης εντός της. Θα ενδυνάμωνε την αντικαπιταλιστική κριτική γιατί θα της προσέδιδε ρεαλισμό.

Ο ρόλος της ΕΕ

Εν συντομία, όσο κατά την άποψή μου δεν αποκαλύπτεται αυτός ο καταστρεπτικός ρόλος της ΕΕ, τα συμφέροντα που περικλείει κι εκπροσωπεί, τόσο στενεύει ο ορίζοντας όσων έχουν συμφέρον από την ανατροπή της σημερινής κατάστασης, τόσο μένουν στο απυρόβλητο κόμματα και θεσμοί που πρέπει να χρεωθούν τη σημερινή εξαθλίωση. Κι έτσι ο κυρίαρχος λόγος που εμφανίζει την ΕΕ ως πηγή πλουτισμού και αναδιανομής μέσω των ΕΣΠΑ πχ θα μένει αναπάντητος κι εν τέλει ηγεμονικός.

Όσο πολύ και να ψάξουμε στην ιστορία των επαναστάσεων πιστεύω βαθιά ότι δεν πρόκειται να βρούμε επανάσταση (που να μην ήταν τυφλό και ανέλπιδο ξέσπασμα) η οποία να μην εκδηλώθηκε με τη βοήθεια αιτημάτων κρίκων, που την κατάλληλη στιγμή συγκινούσαν και κινητοποιούσαν τους καταπιεσμένους κι αναφέρομαι πάντα στις πλειοψηφίες. Αιτήματα οικονομικά, όπως το ψωμί, αλλά και πολιτικά, που αφορούσαν τη δημοκρατία μπόρεσαν κατ’ επανάληψη να λειτουργήσουν σαν πυροκροτητές, βοηθώντας εκείνους που είχαν συμφέρον να κινητοποιηθούν, να συνειδητοποιήσουν τα ασφυκτικά σε βαθμό απαγόρευσης όρια της αστικής δημοκρατίας. Κι επίσης την ανάγκη της υπέρβασής τους.

Σήμερα τέτοιο αίτημα είναι το αίτημα της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, αιτήματα που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει εθνικιστικά (σελ. 183) αναπαράγοντας μια κυρίαρχη φιλελεύθερη ιδεολογία που ταυτίζει τον κοσμοπολιτισμό της ΕΕ με τη διεθνοποίηση. Την ίδια άποψη είχε κι εξέφραζε δημόσια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόμη που ήταν στην αντιπολίτευση, κλείνοντας μάλιστα τη συζήτηση για την ΕΕ και το ευρώ κι ανοίγοντας διάπλατα έτσι το δρόμο για την μετέπειτα υποταγή της, όταν ανάμεσα στο δίλλημα «μνημόνια ή έξοδος από το ευρώ» επέλεξε μνημόνια. Ήταν μάλιστα ένα δίλλημα που ήταν ορατό ότι θα τεθεί χρόνια πριν πάρει την εξουσία. Είχε τεθεί στην Κύπρο το 2013, στην Ιρλανδία αλλά και στην Ελλάδα στις εκλογές του 2012. Παρόλα αυτά ποτέ δεν ετοιμάστηκε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Καθόλου τυχαία κατά τα γνώμη μου.

Το αίτημα της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από την ΕΕ σήμερα δεν ισοδυναμεί με μια αντιδραστική επιστροφή στο μεταπολεμικό έθνος κράτος. Επιδιώκει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την εγχώρια αστική κυριαρχία με ένα κέντρο πολιτικών αποφάσεων που είναι απροσπέλαστο από την ταξική πάλη και καταφέρνει να ανατρέπει κατακτήσεις δεκαετιών χωρίς καν να γίνει γνωστό: μέσω της ενσωμάτωσης νόμων, οδηγιών και αποφάσεων της ΕΕ. Η ταύτιση της ΕΕ με το διεθνιστικό όραμα κάθε προοδευτικού ανθρώπου δεν ισοδυναμεί μόνο με διαστρέβλωση και στιγματισμό των διεθνιστικών οραμάτων αλλά και με απόκρυψη των όσων πραγματικά διακυβεύονται και κρίνονται στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη.

Κι αυτά που κρίνονται δεν κινούνται μόνο επάνω σε έναν καθαρό κι εύκολα αναγνωρίσιμο άξονα της ταξικής πάλης, με μια καθαρή σύγκρουση αστικής κι εργατικής τάξης (που κι αυτή μάλιστα συσκοτίζεται όταν υποτιμάται η ευθύνη της ΕΕ στην υλοποίηση ενός πολύ επιλεκτικού «διεθνισμού», που χρησιμοποιεί τους ανατολικοευρωπαίους για να ρίξουν τους μισθούς των εργαζομένων στη Δυτική Ευρώπη). Κινείται επίσης και πάνω στο έδαφος των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Όσο η επαναστατική Αριστερά δεν πρωτοστατεί στην κατάδειξη του καθεστώτος περιορισμένης κυριαρχίας που έχουν εγκαθιδρύσει η Τρόικα και η ΕΕ, τόσο αυτό το έδαφος θα το οικειοποιείται η άκρα Δεξιά.

Ο λόγος δε της επαναστατικής Αριστεράς, θα είναι διακριτός στο βαθμό που δε θα αναζητά συμμαχία με την εθνική αστική τάξη όπως έκανε στο παρελθόν, ενώ θα παραμένει διεθνιστικός τονίζοντας τόσο τα κοινά συμφέροντα ελλήνων και ξένων εργατών όσο και την κοινότητα συμφερόντων με λαούς που η κοσμοπολίτικη ΕΕ βάζει στο στόχαστρο. Σε αυτό το πλαίσιο το αίτημα της ανεξαρτησίας πρέπει και μπορεί να χαρακτηρίσει την Αριστερά, κινητοποιώντας τους εργαζόμενους που θα κατανοούν ότι ο καθεστώς της χρεοκρατίας οξύνει τις διεθνείς ανισότητες δημιουργώντας κράτη χρεώστες (που αποδέχονται αυτό το ρόλο με ευθύνη της αστικής τους τάξης) και κράτη δανειστές (στο εσωτερικό των οποίων οι κοινωνικές αντιθέσεις εντείνονται). Προς επίρρωση πρόσφατα στοιχεία από τη στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας που έδειξαν ότι 16 εκ. κάτοικοι ή το 20% του πληθυσμού είναι αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Η άμεση προοπτική παραπέρα επιδείνωσης της κοινωνικής θέσης όχι μόνο των μισθωτών, αλλά επίσης των μεσαίων στρωμάτων θα ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για μια νικηφόρα αντικαπιταλιστική στρατηγική. Σε αυτή την κατεύθυνση το βιβλίο του Γιώργου Μεταξά αποτελεί σοβαρή συμβολή.

Το άρθρο στηρίζεται στην εισήγηση μου κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοκαφέ Έναστρον, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.