«Όλη νύχτα εδώ» του Ι. Χανδρινού: Ο Νοέμβρης, με τα λόγια των πρωταγωνιστών

Μια ευχάριστη έκπληξη για τη συζήτηση σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτέλεσε το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού, με τίτλο Όλη νύχτα εδώ – μια προφορική ιστορία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου (εκδ. Καστανιώτη, 2019), που εκδόθηκε λίγες ημέρες πριν την 17η Νοεμβρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο Ιάσωνας Χανδρινός ανήκει σε μια νέα γενιά επιστημόνων που χρησιμοποιώντας σύγχρονα εργαλεία και μεθόδους ανανέωσαν την ιστορική έρευνα, συγκρούστηκαν με τον ιστορικό αναθεωρητισμό που ως έργο είχε την καθαγίαση και νομιμοποίηση Ταγματασφαλιτών και μαυραγοριτών και φώτισαν άγνωστες πλευρές της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Το πρώτο του βιβλίο «Το τιμωρό χέρι του λαού: η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944», ήταν μια ξεχωριστή στιγμή για όλη την Αριστερά (εκδ. Θεμέλιο, 2012) καθώς άγγιξε και κάλυψε μια πλευρά της αντίστασης που στο παρελθόν έχει δεχθεί πολλά βέλη.

Το νέο πόνημα του Ι. Χανδρινού χρειάστηκε περισσότερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί. Το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ» είναι μια αξιοθαύμαστη δουλειά, που θα έπρεπε να είχε γίνει πολλά χρόνια πριν, έτσι ώστε να περιλάμβανε τις μαρτυρίες αγωνιστών και άλλων πρωταγωνιστών που πλέον δεν είναι στη ζωή. Το βιβλίο αποτελείται από 84 συνεντεύξεις ανθρώπων που ήταν ενεργά παρόντες στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και αξιοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας. Πρόκειται για μία σχετικά νέα τεχνική που έχει αποδειχθεί πρόσφορη για την καταγραφή της ιστορίας κοινωνικών αγώνων, εξεγέρσεων, πολιτικών συγκρούσεων, κ.α. Παρά την κριτική που έχει δεχθεί, η αξία χρήσης της έγκειται στο ότι σώζει μαρτυρίες, που συχνά συνοδεύονται από άπειρες λεπτομέρειες οι οποίες μάλλον δικαιολογημένα δε χωρούν στην ιστορία είτε την επίσημη, είτε αυτή που γράφουν οι «από κάτω». Η αξία χρήσης της επίσης έγκειται στο ότι ξεδιπλώνει προσωπικές καταγραφές επιτρέποντας στον αναγνώστη να προσεγγίσει και να αξιολογήσει τη στάση και την οπτική του κάθε αφηγητή. Η τεχνική αυτή προφανώς δε στερείται αδυναμιών. Σημαντικότερη όλων ότι δίνει χώρο σε μαρτυρίες και ερμηνείες που η ιστορία (είτε η αστική, είτε αυτή που προσεγγίζει την ανθρώπινη εξέλιξη ως ιστορία των ταξικών συγκρούσεων) θα απέρριπτε ως μη αληθείς ή μεροληπτικές. Είναι κάτι που υποθέτουμε έκανε πολλές φορές ο Ι. Χανδρινός γράφοντας για την ΟΠΛΑ. Στον ιστορικό φυσικά εναπόκειται η ευθύνη της διαμόρφωσης ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων…

Ο Ι. Χανδρινός πήγε τα ρίσκα του ακόμη ένα βήμα πιο μπροστά επιλέγοντας να συμπεριλάβει στους αφηγητές τους και τρεις από την πλευρά του στρατού: του Κώστα Βουλιέρη, αντισυνταγματάρχη καταδρομέων, επικεφαλής ειδικών δυνάμεων της νύχτας της 16ης προς 17η Νοεμβρίου ο οποίος αργότερα αποτάχθηκε ως Ιωαννιδικός και η μαρτυρία του οποίου είναι η μαρτυρία ενός αμετανόητου συκοφάντη, του Μιχάλη Γουνελά, υπίλαρχου τεθωρακισμένων, επικεφαλής των τανκς που κατέβηκαν στο Πολυτεχνείο, κι ο οποίος με τον τρόπο του διαψεύδει τους ισχυρισμούς Βουλιέρη και του Παναγιώτη Μ. φαντάρος στην ομάδα καταδρομών που συμμετείχε στην καταστολή και με όσα λέει δείχνει την κατάσταση που επικρατούσε στους φαντάρους. Και κάπως έτσι άνοιξε ο …ασκός του Αιόλου. Δύο κριτικές που είδαν το φως της δημοσιότητας (εδώ κι εδώ) επέκριναν με αδικαιολόγητη σφοδρότητα τον ιστορικό γι’ αυτή την επιλογή του, κατηγορώντας τον ούτε λίγο ούτε πολύ για συμβολή στη διαστρέβλωση, παραποίηση και αντιστροφή των γεγονότων, για προβοκάτσια, για χρησιμοποίηση των συνεντεύξεων των αγωνιστών ως αμπαλάζ ώστε να δουν το φως της δημοσιότητας οι απόψεις των χουνταίων. Ο Ι. Χανδρινός κατηγορήθηκε ακόμη κι ότι συμβάλει στην ιδεολογική επίθεση της Δεξιάς απέναντι στο Πολυτεχνείο, με αιχμή του δόρατος την αμφισβήτηση των νεκρών, κ.α.

Προσπερνώντας την ένταση που σε ένα βαθμό μπορεί να γίνει κατανοητή επειδή ακόμη οι αναμνήσεις είναι νωπές και οι ευαισθησίες σεβαστές, κατά τη γνώμη μου ανοίγουν δύο ζητήματα προς συζήτηση.

Το πρώτο αφορά την ουσία των όσων λένε οι φασίστες. Προσωπικά απόλαυσα αφάνταστα τον χουνταίο να μιλάει για τα χρησιμοποιημένα και αχρησιμοποίητα προφυλακτικά που βρήκαν στο Πολυτεχνείο για έναν και μοναδικό λόγο: Επειδή είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω τη ρηχότητα και τη φαιδρότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί διαχρονικά η εξουσία: από τον χουνταίο του 1973 μέχρι τη Δόμνα Μιχαηλίδου που είδε συριακό οπλοστάσιο στην ΑΣΟΕΕ και τον Μπογδάνο που καταγγέλλει βίγκαν αναρχοσατανίστριες λεσβίες εν έτει 2019. Προφανώς, ως αναγνώστης δεν είχα καμία απαίτηση από τον Ι. Χανδρινό να ξεκινήσει ένα νέο γύρο ερωτήσεων στους αγωνιστές για να μάθει και να με πληροφορήσει αν το …έκαναν ή δεν το έκαναν στο Πολυτεχνείο τις μέρες της κατάληψης. Ούτε να προστρέξει στα πρακτικά της δίκης, μιας και η μέθοδος του δε περιελάβανε τέτοια διαδικασία, κι ούτε ζητούμενό του ήταν να βγάλει πόρισμα για όσα συνέβησαν στην εξέγερση. Απαίτηση διασταύρωσης, επαλήθευσης, υπομνηματισμού  δεν είχα ούτε και για όσα άλλα φαιδρά δηλώνουν οι χουνταίοι. Μεταξύ αυτών το υπονοούμενο για συνεργασία με τον στρατό που αφήνει για τον Κώστα Λαλιώτη. Η ηρωική στάση του Κώστα Λαλιώτη, όπως και εκατοντάδων άλλων αγωνιστών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, είναι γνωστή και δεδομένη. Κι όχι μόνο μεταξύ της γενιάς του. Η προσπάθεια δε του χουνταίου, σχεδόν μισό αιώνα μετά να τον εκθέσει μόνο τιμή πρέπει να περιποιεί στον Κ. Λαλιώτη…

Αυτό που, κατά την άποψή μου πάντα, διχάζει και βρίσκεται στο βάθος όσων συζητούμε είναι η μέθοδος. Κι αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα προς συζήτηση, ξέροντας φυσικά ότι δεν πρόκειται για θέμα τεχνικής, απαλλαγμένο περιεχομένου. Συγκεκριμένα, όφειλε ο ιστορικός να πάρει την άποψη των φασιστών; Ακόμη πιο προκλητικά: Φιλοξενώντας σε αυτό τον εξαίρετο τόμο την άποψή τους, τους νομιμοποιεί; Τους εισάγει από το παράθυρο μάλιστα στο δημόσιο διάλογο, σε μια θέση δίπλα σε όσους βασανίστηκαν, όπως άδικα και υπερβολικά κατηγορήθηκε;

Ο Ι. Χανδρινός απευθυνόμενος στα εκτελεστικά όργανα της χούντας ωθεί τον επαγγελματισμό και τη μεθοδολογική του συνέπεια στα άκρα, θεωρώντας αυτονόητο έναν όρο: Να θεωρούμε δεδομένο κι όχι θέμα προς συζήτηση αν απευθύνεται σε νοήμονες ανθρώπους με ικανότητα κριτικής και σύνθεσης. Ο Ι. Χανδρινός δεν έγραψε βιβλίο του Δημοτικού. Δεν απευθύνεται σε ανήλικους. Αποφεύγει σταθερά να αναπαράγει κοινοτοπίες, βαρύγδουπες μεγαλοστομίες και στρογγυλέματα, που κουράζουν όχι μόνο τους αναγνώστες αλλά κι όλους όσους υπερασπίζονται την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το κοινό του είναι μια γενιά που δεν έζησε τη χούντα και τα επιχειρήματα των χουνταίων δεν εγείρουν τραύματα. Ο ίδιος έχει εκείνη την αυτοπεποίθηση που του επιτρέπει να τους εντάξει στον τόμο του και να τους δώσει πολύ λίγες σελίδες. Κι αυτό μάλιστα, χωρίς να αναπαράγει την «ξεπλένικη» τακτική των ίσων αποστάσεων. Ο Ι. Χανδρινός, με την επιλογή του, εκθέτει και δε νομιμοποιεί τους χουνταίους, ούτε τα τανκς.

Δοθέντων των παραπάνω, το βιβλίο του Ι. Χανδρινού με τις δεκάδες μαρτυρίες φωτίζει νέες, άγνωστες πλευρές της εξέγερσης και συμβάλλει στην αναγκαία έρευνα και συζήτηση ώστε το Πολυτεχνείο να παραμείνει ζωντανό στο δημόσιο διάλογο και την πολιτική αντιπαράθεση, ένα σημείο τομής για την Αριστερά στην Ελλάδα.

Η πρόωρη έναρξη της µετα-µνηµονιακής περιόδου

exodosΤο κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγή στο βιβλίο Έξοδος αδιέξοδος (εκδ. Τόπος, Αύγουστος 2018). Η έκδοση φιλοξενεί κείμενα επιστημόνων και δημοσιογράφων που επιχειρούν να  περιγράψουν την επόμενη μέρα του τέλους των Μνημονίων στην οικονομία, τις εργασιακές σχέσεις, το πολιτικό σύστημα, την οικολογία, τον πολιτισμό, αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία. Συμμετέχουν οι ακόλουθοι συγγραφείς, με αλφαβητική σειρά: Λεωνίδας Βατικιώτης, Διονύσης Ν. Γράβαρης, Διονύσης Ελευθεράτος, Μάκης Ζέρβας, Δημήτρης Καλτσώνης, Κυριάκος Κατζουράκης, Γιάννης Κουζής, Θεόδωρος Μαριόλης, Σπύρος Μαρκέτος και Άρης Χατζητεφάνου.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πολυνοµοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή στις 8 Ιουνίου, µε στόχο να κλείσει η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση της τρίτης δανειακής σύµβασης, δεν ήταν το τελευταίο της µνηµονιακής περιόδου, αλλά το πρώτο της… µετα-µνηµονιακής περιόδου, κι ας έχει επισήµως οριστεί η έναρξή της την 21η Αυγούστου 2018. Οι δραµατικές επιπτώσεις των περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο ύψους 18,5 δις ευρώ για την περίοδο 2019-2022 που περιλαµβάνονταν στο πολυνοµοσχέδιο δεν περιορίζονται µόνο στο επίπεδο ζωής των πιο φτωχών µισθωτών και συνταξιούχων, καθώς αυτοί είναι που θα πληγούν από τη µείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων. Επεκτείνονται στο σύνολο της οικονοµίας, καθώς τούτες οι περικοπές µαζί µε τόσες και τόσες άλλες που έχουν ψηφισθεί κι εφαρµοσθεί από τον Μάιο του 2010 έως το τέλος του 2018 στο πλαίσιο της δηµοσιονοµικής προσαρµογής (που µε βάση µια εκτίµηση ανήλθε σε 67 δις ευρώ ή 36,5% του ΑΕΠ ), αποκλείουν εξ ορισµού το ενδεχόµενο η εσωτερική (δηµόσια και ιδιωτική) ζήτηση να τροφοδοτήσει τον νέο κύκλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας.

Η εξίσωση της επόµενης µέρας επιλύεται ακόµη πιο δύσκολα αν λάβουµε υπόψη µας την άθλια κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήµατος, παρότι οι 3 ανακεφαλαιοποιήσεις στοίχισαν στους φορολογούµενους 29,65 δις ευρώ (5,35 δις η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του 2012, 19,45 δις η δεύτερη του 2013 και 4,85 δις η τρίτη του 2015). Αποδεικνύεται από επίσηµα στοιχεία, βάσει των οποίων τα αποτελέσµατα του τραπεζικού τοµέα µετά από φόρους το 2017 ήταν ζηµιές της τάξης των 476 εκ. ευρώ . Μειωµένες σε σχέση µε το 2016, όταν ανέρχονταν σε 2,6 δις – εξακολουθούν ωστόσο να απέχουν έτη φωτός από εκείνο το επίπεδο που θα επέτρεπε την οµαλή χρηµατοδότηση κατανάλωσης και επενδύσεων. Κι ας συνεχίζουν οι τράπεζες να διατηρούν ένα καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διπλάσιο του µέσου ευρωπαϊκού: 2,6% έναντι 1,3%! Η δεινή θέση των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών επιβεβαιώθηκε επίσης κι από τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αν και µε βάση τις επίσηµες ανακοινώσεις τα πέρασαν επιτυχηµένα. Αν όµως τα τεστ είχαν υλοποιηθεί µε βάση τους κανόνες του 2015, τότε 3 από τις 4 ελληνικές τράπεζες (Πειραιώς, Εθνική και Eurobank) θα είχαν αποτύχει παταγωδώς! Με άλλα λόγια, αν τα… δοκάρια είχαν µείνει στη θέση τους, τα τεστ αντοχής θα ισοδυναµούσαν µε το εναρκτήριο λάκτισµα για έναν ακόµη, τον τέταρτο, κύκλο ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Τώρα όµως «τα αποτελέσµατα των στρες τεστ µπορεί να σηµαίνουν ότι τα 20 δις ευρώ από τα κονδύλια διάσωσης που είχαν αφεθεί στην άκρη για να ενισχύσουν τις τράπεζες απελευθερώνονται για άλλη χρήση, όπως η επαναγορά χρέους από το ∆ΝΤ και την ΕΚΤ» έγραφαν οι FinancialTimes.

Η απόφαση ωστόσο του Eurogroup της 22ας Ιουνίου, που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «ιστορική», δεν περιλάµβανε ούτε καν αυτό το µέτρο, της εξαγοράς των «ακριβών» δανείων του ∆ΝΤ (µε επιτόκιο 3,5%) από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (µε επιτόκιο 0,8%). ∆εν περιείχε ούτε το πολυσυζητηµένο γαλλικό κλειδί που θα συναρτούσε τις αποπληρωµές από τους ρυθµούς µεγέθυνσης της οικονοµίας. Η επιµήκυνση που αποφασίστηκε για τις αποπληρωµές του δεύτερου δανείου ήταν µόνο για 10 χρόνια, όταν το ∆ΝΤ στο πλαίσιο των διαπραγµατεύσεων µε τη Γερµανία ζητούσε τουλάχιστον 15 χρόνια, και η επιστροφή των κερδών των εθνικών κεντρικών τραπεζών (που αποφασίστηκε πρώτη φορά το 2012) θα γίνει κατόπιν αξιολογήσεων. Εάν δηλαδή κι εφόσον συνεχίζεται η υιοθέτηση της πολιτικής ακραίας λιτότητας. Το χειρότερο ωστόσο ήταν πως η απόφαση του Eurogroup θεσµοθέτησε συγκεκριµένους µηχανισµούς και αυστηρές διαδικασίες που θα ελέγχουν σε τριµηνιαία βάση την εφαρµογή µιας άγριας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, µε βάση όσα λεπτοµερώς περιγράφονται στην απόφασή του και το συνοδευτικό παράρτηµα, µε τον χαρακτηριστικό τίτλο, «Συγκεκριµένες δεσµεύσεις που διασφαλίζουν τη συνέχιση και ολοκλήρωση των µεταρρυθµίσεων που υιοθετήθηκαν υπό το πρόγραµµα του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας» . Αναφέρονται δε τα εξής µέτρα, πέραν των δηµοσιονοµικών πλεονασµάτων ύψους 3,5% µέχρι το 2022 και 2,2% από το 2023 ως το 2060 που δεν έχουν προηγούµενο όχι µόνο εφαρµογής, αλλά και εξαγγελίας σε καµία άλλη χώρα του κόσµου: Νέες ιδιωτικοποιήσεις (ΕΥ∆ΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ∆ΕΣΦΑ, ∆ΕΠΑ, Εγνατία οδός, λιµάνια Καβάλας και Αλεξανδρούπολης κ.ά.) πέραν των παλιών (λιγνιτικές µονάδες ∆ΕΗ, Ελληνικό κ.λπ.), επιτάχυνση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών, πιέσεις για αθώωση των στελεχών του ΤΑΙΠΕ∆ που κατηγορούνται για χρηµατισµό και του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Α. Γεωργίου, επιτάχυνση της αξιολόγησης στον δηµόσιο τοµέα και της κινητικότητας µεταξύ των δηµόσιων υπαλλήλων κ.ο.κ.

Το όριο δε που τέθηκε µε την απόφαση του Eurogroup (κι είχε αποφασιστεί πρώτη φορά µε προηγούµενη απόφασή του στις 25 Μαΐου 2016) να µην υπερβαίνουν οι αποπληρωµές το 15% του ΑΕΠ για την πρώτη µεσοπρόθεσµη (αλλά ακαθόριστη χρονικά) περίοδο µετά το πρόγραµµα και το 20% στη συνέχεια, δεν αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού, καθώς όποια υποχρέωση ξεπερνάει το 15% ή το 20% δεν θα διαγράφεται. Θα µετατίθεται για να πληρωθεί στο µέλλον, µεταφέροντας δανειακά βάρη στις επόµενες γενιές! Το αποτέλεσµα δηλαδή θα είναι η επιµήκυνση του χρέους και όχι η διαγραφή έστω ενός µέρους του. Όρος που αποκλείστηκε πρώτη φορά µε την ιστορικής σηµασίας απόφαση του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όπου η τότε κυβέρνηση είχε δεσµευτεί να αποπληρώσει «πλήρως και εγκαίρως τις οικονοµικές υποχρεώσεις της» και πιο πρόσφατα µε τις αποφάσεις των Eurogroup (25/5/2016 και 15/6/2017) όπου αναφέρεται καθαρά ότι τα µέτρα ελάφρυνσης δεν θα επιφέρουν επιπλέον κόστη στους δανειστές.

Η διατήρηση του δηµόσιου χρέους στα δυσθεώρητα επίπεδα του 183% για το 2018 επέβαλε στο Eurogroup της 22ας Ιου­νίου την έγκριση µιας επαυξηµένης δόσης κατά 9,5 δις ευρώ που θα συµβάλει στη δηµιουργία ενός µαξιλαριού ρευστού ύψους 24,1 δις, που θα επιτρέπει τη φθηνή αναχρηµατοδότηση του ελληνικού δηµόσιου χρέους για 22 µήνες µετά τον Ιούνιο του 2016. Επί της ουσίας είναι µια προληπτική γραµµή στήριξης, καθώς πρόκειται για κεφάλαια εν αναµονή. Κι έτσι το ερώτηµα που προκύπτει είναι απλό: Αν το δηµόσιο χρέος της Ελλάδας έγινε βιώσιµο µε την 10ετή επιµήκυνση, όπως έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν ο υπουργός Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτος και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, κι η Ελλάδα µπορεί να προσφύγει στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της πετυχαίνοντας έτσι την πολυπόθητη «καθαρή έξοδο», προς τι τότε το «µαξιλάρι ρευστότητας»;

Σε αυτό το πλαίσιο, που περιγράφει µια οικονοµία ασθενική κι επιρρεπή στα γυρίσµατα της οικονοµικής συγκυρίας, είναι κενοί περιεχοµένου οι πανηγυρικοί του υπουργού Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτου και άλλων επειδή απέφυγαν την προληπτική γραµµή στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας που ζητούσαν µετ’ επιτάσεως τόσο ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μ. Ντράγκι, όσο και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Στουρνάρας, παραµένοντας πάντως άγνωστο αν µε το αίτηµά τους εξέφραζαν τα συµφέροντα των εγχώριων τραπεζιτών, που επιθυµούν να υπάρχουν εν αναµονή πιστώσεις µην τυχόν και απαιτηθεί µια νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εξαιτίας για παράδειγµα µιας απότοµης επιδείνωσης του διεθνούς οικονοµικού περιβάλλοντος. Η πιστοληπτική γραµµή όµως ήταν απευκταία για τον απλό λόγο ότι η ενεργοποίησή της από την 21η Αυγούστου και για έναν χρόνο θα συνοδευόταν από νέα αντιλαϊκά µέτρα. Τα αντιλαϊκά µέτρα ωστόσο για την εποµένη της λήξης του τρίτου δανειακού προγράµµατος υιοθετούνται µε ρυθµούς καταιγιστικούς εδώ και χρόνια, χωρίς η κυβέρνηση να προβάλλει την παραµικρή αντίσταση. Περιλαµβάνουν δε ακόµη και τον περιορισµό του δικαιώµατος στην απεργία, πέραν άλλων µέτρων όπως η υποθήκευση όλης της δηµόσιας περιουσίας στους δανειστές µέσω της Ελληνικής Εταιρείας Συµµετοχών και Περιουσίας (υπερ-ταµείου ιδιωτικοποιήσεων, κατά κόσµον) κ.ο.κ. Η κυβέρνηση έτσι στην πράξη κατέφυγε σε µια πιστοληπτική γραµµή ειδικά σχεδιασµένη για την Ελλάδα, υποθηκεύοντας ακόµη και αυτή την ονοµαστική ανάπτυξη για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες…

Ερχόµαστε έτσι αντιµέτωποι µε µια θεµελιώδη αντίφαση των προγραµµάτων δηµοσιονοµικής προσαρµογής, όπως εφαρµόστηκαν σε όλο τον κόσµο και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Όσο πιο απαρέγκλιτα και επίµονα εφαρµόζονται, όσο πιο βίαια και φιλόδοξα είναι, τόσο πιο κοντά φέρνουν την επόµενη κρίση, αποµακρύνοντας την ανάπτυξη. Προς επίρρωση, το δάνειο-
µαµούθ ύψους 50 δις ευρώ που υπέγραψε η Αργεντινή µε το ∆ΝΤ τον Μάιο του 2018, πριν καν κλείσουν δύο δεκαετίες από την καταστροφή του 2001. Κι αυτά προς διάψευση προφανώς των βεβαιοτήτων ότι όσο µεγαλύτερης έκτασης και πιο επώδυνη η προσαρµογή, τόσο πιο µεγάλη η ανάπτυξη• είναι η «γνωστή θεωρία του ελατηρίου» που χρησιµοποιήθηκε για να καθαγιάσει και να νοµιµοποιήσει τις θυσίες που απαιτήθηκαν από το 2010. Αποδείχτηκε ωστόσο µύθος, όπως και τόσες άλλες υποσχέσεις που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στον θάλαµο της χηµειοθεραπείας των µνηµονίων, µε πλέον εµβληµατική, την υπόσχεση για επίλυση των διαρθρωτικών αδυναµιών της ελληνικής οικονοµίας. Πίσω φυσικά από αυτή την αντίφαση δεν υπάρχει κάποιο άλυτο µυστήριο της φύσης. Βρίσκεται µια διεθνής προσπάθεια ανατροπής των όρων της ταξικής πάλης προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας, που υλοποιείται µε τις πιο διαφορετικές αφορµές. Στη δική µας περίπτωση ήταν η κρίση χρέους.

Η απόσταση των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών, για ανάπτυξη τροφοδοτούµενη από τη µείωση των µισθών και την αύξηση της φτώχειας, από την πράξη των αναιµικών ρυθµών µεγέθυνσης δεν είναι ελληνικό φαινόµενο. Σε επίπεδο ΕΕ «το µειούµενο µερίδιο των µισθών συνδέεται µε πιο ασθενή και πιο ευάλωτη οικονοµική µεγέθυνση», ενώ «ο αγώνας προς τα κάτω στο µερίδιο των µισθών ως ένα µέσο ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας αποδείχθηκε αυτοαναιρούµενος, καθώς το εργατικό κόστος έπεσε σε πολλές χώρες ταυτόχρονα» . Ούτε επίσης απασχολεί µόνο την ετερόδοξη συζήτηση. Οµολογείται, για παράδειγµα, έστω και εκ των υστέρων, ότι «η µεγάλη µείωση των µισθών στην Ελλάδα δεν επηρέασε σε σηµαντικό βαθµό τις εξαγωγές, των οποίων η αύξηση οφείλεται κυρίως στη βελτίωση των συνθηκών της παγκόσµιας οικονοµίας», ενώ στη διερεύνηση των αιτιών που η µεγάλη µείωση των µισθών δεν αποτυπώθηκε στις τιµές και τις εξαγωγές (µικρό µέγεθος ελληνικών επιχειρήσεων, αβεβαιότητα παραµονής στην Ευρωζώνη, χαµηλός βαθµός ανταγωνισµού, αύξηση φορολογικής επιβάρυνσης) απουσιάζει σταθερά η εξέταση της πορείας των κερδών ως ανεξάρτητη µεταβλητή.

Φτάσαµε έτσι στο «παρά πέντε» της εξόδου από τα µνηµόνια, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας να παραµένει «κάτω από τη βάση»: Σε επίπεδο Β3 για τη Moody’s (µαζί µε Μπελίζ, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και Κονγκό) και Β για τη Fitch (µαζί µε Ανγκόλα, Λευκορωσία και Καµερούν) και τη S&P (µαζί µε Μπουρκίνα Φάσου, Πράσινο Ακρωτήρι και Αιθιοπία) . Λόγω αυτής της κορυφαίας αποτυχίας (για την οποία δεν µπορούν να κατηγορηθούν οι διαβόητοι υψηλοί µισθοί των δηµόσιων υπαλλήλων στην Ελλάδα και οι υποτιθέµενες µεγάλες συντάξεις), η οµαλή αναχρηµατοδότηση των δανειακών αναγκών της Ελλάδας από τις αγορές και µόνον δεν είναι εξασφαλισµένη. Κι ας έχουν περάσει οκτώ ολόκληρα χρόνια µετά την υπαγωγή στο καθεστώς των µνηµονίων, όταν µάλιστα το πρώτο πρόγραµµα προέβλεπε έξοδο στις αγορές το 2012! Αν εκείνο το πρόγραµµα χαρακτηρίστηκε κατά κοινή οµολογία αποτυχηµένο και καταστροφικό, το τρέχον γιατί µένει στο απυρόβλητο;

Ωστόσο, είµαστε ακόµη στην αρχή… Οι προοπτικές της µετα-µνηµονιακής Ελλάδας εµφανίζονται πιο ζοφερές αν λάβουµε υπόψη µας τα τετελεσµένα της µνηµονιακής 8ετίας. Στις µεγάλες επιτυχίες των προγραµµάτων οικονοµικής προσαρµογής συγκαταλέγεται η βαθύτερη και πιο οργανική ενσωµάτωση της Ελλάδας στη διεθνή οικονοµία, που συντελέστηκε ωστόσο υπό µειονεκτικούς όρους. Το άνοιγµα των αγορών µέσω της κατάργησης πλήθους γραφειοκρατικών και άλλων εµποδίων (βλ. τη διαρκώς ανανεούµενη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ) έχει ως αποτέλεσµα, µαζί µε την ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, την αύξηση των εισαγωγών και της εισαγωγικής εξάρτησης της ελληνικής οικονοµίας. Ακόµη κι αυτή η αναιµική και ασταθής άνοδος του εισοδήµατος που αναµένεται θα εντείνει στο εξής τη χρόνια και δοµική αδυναµία της ελληνικής οικονοµίας, όπως εκφράζεται µε την αύξηση του ελλείµµατος του εµπορικού ισοζυγίου. Έτσι, η ελληνική οικονοµία θα είναι στο εξής πιο επιρρεπής σε εκτροχιασµούς, όλο και συχνότερα θα πρέπει να καταφεύγει σε εξωτερική βοήθεια για να αντιµετωπίσει εγγενείς αντιφάσεις και κρίσεις, αλλά και εξωτερικούς
κλυδωνισµούς.

Η Ελλάδα, εποµένως, αποτυγχάνει (να εξασφαλίσει σοβαρούς ρυθµούς µεγέθυνσης, να έχει στη διάθεσή της ένα αξιόπιστο τραπεζικό σύστηµα, να διαχειριστεί το δηµόσιο χρέος της, να δανειστεί από τις διεθνείς αγορές όπως κάθε άλλη καπιταλιστική χώρα και πολλά άλλα), γιατί εφάρµοσε µέχρι τέλους τις οδηγίες των πιστωτών και της ντόπιας οικονοµικής ελίτ που εξαρχής αντιµετώπισε την κρίση σαν µια ευκαιρία για νέα κέρδη.

Υπό αυτές τις προοπτικές, όταν γίνεται εµφανές ότι οι κυρίαρχες πολιτικές αδυνατούν να επιλύσουν ακόµη και να διαχειριστούν αποτελεσµατικά ακανθώδη προβλήµατα, όπως του δηµόσιου χρέους, το τυπικό τέλος των µνηµονίων ανοίγει µε νέους όρους τη συζήτηση για το ουσιαστικό τέλος των πολιτικών λιτότητας και υποτέλειας…

Διαρκής απειλή η Διάσκεψη της Γενεύης για την Κύπρο

«Η Γενεύη είναι ένα πραξικόπημα, υφαρπαγή της συντακτικής εξουσίας από τον λαό της Κύπρου και απόδοσή της σε ξένες δυνάμεις, προκειμένου να καταλύσουν το κράτος και το δημοκρατικό πολίτευμα», τονίζει ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος στο βιβλίο του Η Κύπρος στο στόχαστρο (εκδ. Ινφογνώμων, 2017).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ελάχιστες είναι οι φορές που ένα βιβλίο παρεμβαίνει στην πολιτική επικαιρότητα και καταφέρνει να οξύνει την τρέχουσα αντιπαράθεση. Μια από αυτές είναι το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου, με τίτλο Η Κύπρος στο στόχαστρο – Γιατί θέλουν μια Κύπρο χωρίς Έλληνες (εκδ. Ινφογνώμων). Πρόκειται για ένα εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο, που δεν αρκείται σε στερεότυπα ή ευχολόγια. Ανασκευάζει και ακυρώνει με εξαιρετική ευστοχία και βάθος τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και του διεθνούς παράγοντα (που τα υπαγορεύει) και υπεραμύνεται χωρίς εκπτώσεις, χωρίς προσαρμογές στην… πάντα σκληρή πραγματικότητα των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού.

Αφορμή για να γραφτεί το βιβλίο ήταν οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, στις οποίες ο πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης προσήλθε χωρίς να ρωτήσει κανέναν πριν αποδεχθεί την πρόταση, χωρίς να συγκαλέσει καν το Εθνικό Συμβούλιο. Για τον συγγραφέα η πρόταση; είναι όχι μόνο εντελώς παράνομη, αλλά και παράλογη. Επιπλέον, «ακόμη κι αν δεν οδηγήσει σε τελική συμφωνία, παράγει σπουδαία πολιτικά και νομικά αποτελέσματα, συνιστά το πρώτο βήμα προς την αυτοκατάλυση, την αυτοκατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη μετατροπή των Κυπρίων σε “κοινότητα εις αναζήτηση κηδεμόνα”». Κατά συνέπεια, το τέλος της Διάσκεψης της Γενεύης δεν σημαίνει ότι αποσοβήθηκε κι ο κίνδυνος, δεδομένου ότι, με πρόταση του ίδιου του Ν. Κοτζιά, η Διάσκεψη έγινε διαρκής…

Σημείο αφετηρίας για να γνωρίσουμε τη στάση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν η συνέντευξη του Νίκου Κοτζιά στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, στις 21 Ιανουαρίου 2017, κι όχι φυσικά οι δηλώσεις του on camera ή οι περίφημες «διαρροές» στον Τύπο που ωραιοποιούσαν, σε βαθμό διαστρέβλωσης, την κατάσταση και κατέληγαν σε μια αγιοποίηση του υπουργού. Ο Νίκος Κοτζιάς, πρώην σύμβουλος και θεωρητικός της διπλωματικής πολιτικής του Γ. Παπανδρέου κατά την προηγούμενη θητεία του στο υπουργείο Εξωτερικών, απαντώντας στο γερμανικό Μέσο για τη σκοπιμότητα της Διάσκεψης της Γενεύης, ανέφερε κατά λέξη ότι «φτιάχνουμε Συνθήκη για μια ομοσπονδιακή Κύπρο. Οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν πλήρη πολιτική ισότητα. Θα έχουν δικαίωμα βέτο σε όλα τα πολιτικά ζητήματα. Και το Ανώτατο Δικαστήριο θα έχει τέσσερις δικαστές από κάθε εθνική ομάδα». Επίσης αναφέρθηκε σε μια Διεθνή Αστυνομική Δύναμη που θα ασκεί την τελική κυριαρχία στο νησί. Με αυτό τον τρόπο όμως διέψευσε δικές του δηλώσεις που επέμεναν ότι δεν ανακατεύεται σε θέματα εσωτερικής δομής του κυπριακού κράτους… Η πρότασή του ανέδυε επίσης την αποκρουστική οσμή του Σχεδίου Ανάν, το οποίο είχε αποδεχθεί ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Γ. Παπανδρέου, που είχε σύμβουλο τον Ν. Κοτζιά και προέβλεπε «την τοποθέτηση ξένων αξιωματούχων με αποφασιστική ψήφο σε όλη τη δομή τελικών αποφάσεων του νέου “κράτους”».

Κατά τον συγγραφέα, «η Διάσκεψη αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η Πενταμερής Διάσκεψη που ζητούσε πάντοτε η Τουρκία και αρνούνταν κατηγορηματικά να δεχθούν τη σύγκλησή της όλες οι κυβερνήσεις της Αθήνας και της Λευκωσίας μετά το 1974… Ο λόγος για τον οποίο αρνούνταν… είναι ότι με τις συμμετοχές και τη διαδικασία που προέβλεπε, μια τέτοια Διάσκεψη δεν ήταν παρά η εφαρμογή της τουρκικής θέσης ότι η Κύπρος δεν είναι ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, ο λαός του οποίου δικαιούται την αυτοδιάθεση και την αυτοκυβέρνησή του, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου, αλλά ένα νησί όπου κατοικούν δύο “κοινότητες” σε βρετανική αποικιακή ορολογία».

Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, που είναι από τους καλύτερους γνώστες του Κυπριακού, όπως μαρτυρούν όχι μόνο τα δύο προηγούμενα βιβλία του (Η Κύπρος σε παγίδα, 2008 και Η αρπαγή τη Κύπρου, 2004), αλλά και οι συνεχείς παρεμβάσεις του για τρέχοντα θέματα (από το σχέδιο Ανάν μέχρι τη Διάσκεψη της Γενεύης), ανασκευάζει πολύ πειστικά το επιχείρημα Αθήνας και Λευκωσίας ότι προσήλθαν στη Γενεύη με μοναδική επιδίωξη την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων. Αν είναι έτσι, σύμφωνα με τον συγγραφέα «μόνο στη Γενεύη δεν θα πήγαιναν, γιατί εκεί δεν μπορούσαν να το πετύχουν. Όφειλαν να το έχουν θέσει ως προϋπόθεση κάθε συζήτησης… Η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων συνιστά αυτοτελή υποχρέωση της Τουρκίας από το διεθνές Δίκαιο. Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ απαιτούν να φύγουν  αυτά τα στρατεύματα το συντομότερο και χωρίς όρους, είτε υπάρχει λύση είτε δεν υπάρχει κι όποια λύση κι αν βρεθεί». Όσο για τη Συνθήκη Εγγύησης «είναι έκπτωτη και παράνομη γιατί συγκρούεται με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ… Η πάγια πολιτική της Αθήνας και της Λευκωσίας ήταν ότι οι συνθήκες αυτές και ό,τι απορρέει από αυτές… απλώς δεν υφίστανται, έστω και αν καταγγέλθησαν επισήμως… Ποιος νεκρανέστησε κυριολεκτικά τη Συνθήκη αυτή; Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και η ελληνική κυβέρνηση, οι ίδιοι δηλαδή που φωνάζουν σε όλους τους τόνους ότι θέλουν να καταργήσουν τις εγγυήσεις!!! Πώς το έκαναν αυτό; Αποδεχόμενοι τη σύγκληση της Διάσκεψης Εγγυητριών Δυνάμεων, όπως τις αποκαλεί ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ στην πρόσκλησή του για τη Γενεύη και όπως τις αποκάλεσε ο ίδιος ο Ν. Κοτζιάς σε δηλώσεις του κατά την έξοδο από συνεδρίαση του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ».

Στα θετικά σημεία του βιβλίου εντάσσεται η κριτική στάση που τηρεί έναντι της όψιμης αλλά τόσο ισχυρής στροφής της ελληνικής διπλωματίας προς το Ισραήλ, που έχει παρασύρει τους πάντες: πολιτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές ΑΕΙ, κέντρα μελετών, κ.ο.κ. Ο συγγραφέας του βιβλίου ωστόσο υπενθυμίζει ότι «το Ισραήλ ήταν σύμμαχος της Τουρκίας επί πολλές δεκαετίες και πολέμησε το αίτημα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση, ενώ παρακολουθεί πολύ ενεργά, αλλά μάλλον παρασκηνιακά, οτιδήποτε συμβαίνει στο Κυπριακό από το 1955 και μετά και υποστήριξε το Σχέδιο Ανάν το 2004».

Μία παρατήρηση μας για το πόνημα του Δ. Κωνσταντακόπουλου αφορά τη στάση του έναντι του ΑΚΕΛ, που αγγίζει τα όρια της μεροληψίας. Μολονότι όλα όσα του καταλογίζει είναι ακριβή, μεγαλύτερο κίνδυνο για την ακεραιότητα της Κύπρου αντιπροσώπευε ιστορικά και συνεχίζει να αντιπροσωπεύει η κυπριακή Δεξιά και δη ο ΔΗΣΥ. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται  στις σελίδες του βιβλίου με τις δέουσες ιστορικές αναφορές. Μία επιπλέον παρατήρηση αφορά την αντιφατική στάση του συγγραφέα απέναντι στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Αν η Κύπρος δεν είχε παραχωρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στις Βρυξέλλες και διέθετε νομισματική ανεξαρτησία, δεν θα ήταν αναγκασμένη να δεχθεί την Τρόικα και να καταστρέψει το τραπεζικό της σύστημα, όπως έπραξε το 2013, δυναμιτίζοντας όχι μόνο την ευημερία των πολιτών της, αλλά και τις διεθνείς της συμμαχίες. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένες αδυναμίες δεν μειώνουν την αξία του έργου.

Στην εγκυρότητα του βιβλίου προσθέτουν μία έκκληση του Μίκη Θεοδωράκη για την Κύπρο, με τίτλο «Όχι στο νέο έγκλημα», με την οποία ξεκινάει το βιβλίο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου και μία γνώμη του κορυφαίου συνταγματολόγου Γιώργου Κασιμάτη «για την άγνωστης σύνθεσης και αγνώστων σκοπών πολυμερή διάσκεψη Γενεύης», όπου θέτει το αφοπλιστικό ερώτημα «πώς είναι δυνατό μια κυβέρνηση που δεν υπερασπίζεται την Ελλάδα, αλλά και τον εαυτό της, να υπερασπιστεί την Κύπρο;». Τέλος, ο πρόλογος του πρέσβη Θέμου Στοφορόπουλου, «θρύλου» της ελληνικής διπλωματικής παράδοσης όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, που διατυπώνει την ευχή το συγκεκριμένο βιβλίο «να συμβάλει σε μια συστηματική προσπάθεια μας να επανατοποθετηθεί το Κυπριακό ως συρροή διεθνών εγκλημάτων, όπως πράγματι είναι»…

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία

Για το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν, Καπιταλισμός εναντίον κλίματος

5eΜια ριζοσπαστική  πρόταση από τη συγγραφέα του Δόγματος του Σοκ για την αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής αλλαγής που εκτιμά ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταλυτική δύναμη για θετικές κοινωνικές αλλαγές

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

«Ξεχάστε όσα ξέρατε, σταματήστε να κάνετε ό,τι κάνατε, πάψτε να σκέφτεστε όπως σκεφτόσασταν»! Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η Ναόμι Κλάιν, μέσα από το πρόσφατο, ογκώδες βιβλίο της (694 αριθμημένων σελίδων) με τίτλο Αυτό αλλάζει τα πάντα, καπιταλισμός εναντίον κλίματος (εκδ. Λιβάνη, 2015). Μάρτυρας της, η αύξηση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 57%, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή το 1992!

Το νέο βιβλίο της Καναδής ακτιβίστριας και βραβευμένης δημοσιογράφου συνεχίζει να πατά στα χνάρια των προηγούμενων έργων της, με κορυφαίο το  Δόγμα του Σοκ, εμβαθύνοντας στον ριζοσπαστισμό με μια υποδειγματικά εμπεριστατωμένη, σχεδόν αφοπλιστική κριτική, ενώ φωτίζει άγνωστες πλευρές μιας εξαιρετικά σύνθετης πραγματικότητας γύρω από την ενέργεια. Ωστόσο, δεν καταφέρνει να αποφύγει υπερβολές και απλουστεύσεις, που καταλήγουν σε ένα μανιχαΐστικό σχήμα κακής ενέργειας από λιγνίτη εναντίον καλής από ανανεώσιμες πηγές.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Κλάιν κάποιος στην Ελλάδα ή την Ευρώπη πρέπει να έχει συνεχώς υπ’ όψη του το ιδεολογικό κλίμα στις ΗΠΑ και την αμερικανική ήπειρο, όπου η άρνηση της κλιματικής αλλαγής μαζί με το δικαίωμα στην οπλοφορία και την αποστροφή των φόρων αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της δεξιάς ιδεολογίας. Μάλιστα, τα στοιχεία που παραθέτει για την εξαγορά των επιστημόνων (υπερβαίνει για παράδειγμα τα 900 εκ. δολάρια ετησίως η χρηματοδότηση των διάφορων δεξαμενών σκέψης που αρνούνται την κλιματική αλλαγή) είναι πολύ διδακτικά για την ευρύτερη παρέμβαση του κεφαλαίου στη διανόηση κι όχι μόνο στο θέμα των ρύπων Η Κλάιν επομένως οφείλει να αποδείξει ότι «αν συνεχίσουμε να επιτρέπουμε την ετήσια αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η κλιματική αλλαγή θα μεταβάλλει τα πάντα στον κόσμο μας. Οι μεγάλες πόλεις πιθανότατα θα πλημμυρίσουν, οι ωκεανοί θα καταπιούν πανάρχαιους πολιτισμούς και υπάρχουν πολλές πιθανότητες τα παιδιά μας να περάσουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους προσπαθώντας να γλιτώσουν ή να ανακάμψουν από ισχυρές καταιγίδες και ακραία φαινόμενα». Και το καταφέρνει θαυμάσια, επικαλούμενη στοιχεία όχι μόνο από διεθνούς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, αλλά και από ιδιωτικούς φορείς όπως  η PricewaterhouseCoopers που προειδοποιεί ότι οδεύουμε προς μια αύξηση της θερμοκρασίας «κατά 4 ή ακόμη και 6 βαθμούς Κελσίου» (ανέφικτοι επομένως οι στόχοι να μην αυξηθεί η θερμοκρασία πάνω από 2 βαθμούς) για να καταλήξει ότι έχουμε μόνο μια δεκαετία στη διάθεσή μας προκειμένου να σταματήσουμε την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Δεν πλήττονται όλοι το ίδιο

Η Ναόμι Κλάιν απορρίπτει εξαρχής τη θεωρία του «μεγάλου εξισωτή», που καταλήγει ότι από την άνοδο της θερμοκρασίας πλήττονται και απειλούνται όλοι το ίδιο. Με μεγάλη δόση ρεαλισμού, υποστηρίζει πως η κλιματική αλλαγή «εντείνει τις αντιθέσεις σε μια κοινωνία εχόντων και μη εχόντων, μια κοινωνία διαιρεμένη σε εκείνους στους οποίους ο πλούτος προσφέρει –τουλάχιστον προς το παρόν- ένα σημαντικό βαθμό προστασίας από τα ακραία καιρικά φαινόμενα και σε εκείνους που εξαρτώνται απόλυτα από ολοένα και πιο δυσλειτουργικά κράτη». Στο βιβλίο μάλιστα παρατίθενται και απόψεις που επισημαίνουν  τα οφέλη που θα δρέψουν οι ΗΠΑ από την υποβάθμιση που θα φέρει η κλιματική αλλαγή στους ανταγωνιστές τους. Ας μην απορούμε επομένως για την αδράνεια της Ουάσινγκτον…

Στην καρδιά της θεώρησης της Κλάιν βρίσκεται η θέση πως ο φονταμενταλισμός της αγοράς συνέβαλε στην υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ η επέκταση των εμπορικών συμφωνιών είναι ασύμβατη με τις βιώσιμες οικονομίες. Η ρήση του Μπιλ Κλίντον κατά την υπογραφή της NAFTA το 1993 («έχουμε την ευκαιρία να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο»), περιγράφει εύγλωττα τις επιθετικές βλέψεις που ενσωματώθηκαν στις οικονομικές ολοκληρώσεις. Για την Κλάιν, «η παγκόσμια εξάπλωση της βιομηχανικής γεωργίας είχε ήδη επιφέρει συντριπτικό πλήγμα στην όποια πρόοδο είχε σημειωθεί στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου… Η παρατήρηση αυτή δεν είχε τόσο να κάνει με τα “τροφοχιλιόμετρα” και τη συζήτηση σχετικά με τα εισαγόμενα έναντι των εγχώρια παραγόμενων τροφίμων όσο με τη διαμόρφωση ενός εμπορικού συστήματος το οποίο ικανοποιώντας τις επιθυμίες εταιρειών όπως η Monsanto και η Cargill να διαμορφώνουν οι ίδιες το ρυθμιστικό πλαίσιο –από την απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές και την αυστηρή προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μέχρι τη συνέχιση της λήψης πλουσιοπάροχων επιδοτήσεων- συνέβαλε στην εδραίωση και την εξάπλωση σε όλο τον κόσμο ενός μοντέλου βιομηχανικής γεωργίας που είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και αυξάνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό εξηγεί για ποιο λόγο το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα ευθύνεται για το 19%-29% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ολόκληρο τον πλανήτη».

Η Κλάιν αποδομεί πλήρως και το σύστημα των «πιστωτικών μονάδων άνθρακα», που το χαρακτηρίζει «κερδοφόρα απάτη». Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι «το σύστημα υπολογισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο οποίο κατέληξαν οι διαπραγματευτές ήταν ένα κατάλοιπο της εποχής πριν από το ελεύθερο εμπόριο, το οποίο δεν συνυπολόγιζε τις επαναστατικές αλλαγές που πραγματοποιούνταν μπροστά στα μάτια τους». Το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2015, με το λογισμικό που εγκαθιστούσε στα οχήματά της η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, ώστε να εμφανίζονται λιγότεροι ρύποι απ’ όσους πραγματικά εξέπεμπαν, ήρθε να επιβεβαιώσει όσα γράφει η Κλάιν. «Αυτό το βαθιά ελαττωματικό σύστημα έχει δημιουργήσει μια εντελώς στρεβλή εικόνα για τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου», είναι το συμπέρασμά της. Χαρακτηρίζει μάλιστα ως «μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές ειρωνείες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού κέρδισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτή τη σκληρή μάχη (σ.σ. εννοεί τη δημιουργία ενός συστήματος διεθνούς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα), δεν επικύρωσαν το Πρωτόκολλο του Κιότο και ότι οι περισσότερες αγοραπωλησίες δικαιωμάτων εκπομπής γίνονται στην Ευρώπη, η οποία ήταν αρχικά αντίθετη σε αυτές».

Κίνημα για λίγους

Η συγγραφέας γίνεται αποκαλυπτική όταν περιγράφει την ελιτίστικη ιστορία του οικολογικού κινήματος στις ΗΠΑ από τις απαρχές του στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού «αποτελούνταν κυρίως από μέλη των προνομιούχων τάξεων που τους άρεσε το ψάρεμα, το κυνήγι, η κατασκήνωση και η πεζοπορία στο ύπαιθρο και είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι πολλές από τις αγαπημένες τους τοποθεσίες στην άγρια φύση απειλούνταν από τη γρήγορη επέκταση της βιομηχανοποίησης» μέχρι σήμερα, που τουλάχιστον οι ισχυρότερες οργανώσεις του «προσπαθούν να αποδείξουν ότι η διάσωση του πλανήτη μπορεί να είναι μια εξαιρετική νέα επιχειρηματική ευκαιρία». Η αποκάλυψη της διαδικασίας εξαγοράς των οικολογικών οργανώσεων από τους μεγάλους ρυπαντές είναι από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του βιβλίου.

Λάβρα είναι η Ναόμι Κλάιν και όσον αφορά τον ιδρυτή της βρετανικής Virgin, Μπράνσον, ο οποίος εμφανίζεται ως σωτήρας του κλίματος. Στο πρόσωπό του «η ιδέα ότι μόνο καπιταλισμός μπορεί να σώσει τον κόσμο από μια κρίση που προκάλεσε ο ίδιος ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον μια αφηρημένη θεωρία»…

Ενώ η κριτική της Ναόμι Κλάιν εναντίον των κυβερνήσεων, των «ευαίσθητων» επιχειρηματιών (Γκέιτς, Μπάφετ, Μπλούμπεργκ, κ.ά.) και των διεθνών οργανισμών, που όλο και περισσότερο τα φόρουμ που συγκαλούν μοιάζουν με «εξαιρετικά δαπανηρή συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας», είναι καταιγιστική και πολύτιμη, η πρότασή της για το τι πρέπει να γίνει είναι σχηματική και απλουστευτική. Το ίδιο και η ιστορική ερμηνεία που παραθέτει:  «Ο άνθρακας ήταν το μαύρο μελάνι με το οποίο γράφτηκε η ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού» συμπεραίνει χαρακτηριστικά, αφού έχει γράψει ότι «η ατμομηχανή επιτάχυνε τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ τα ατμόπλοια κατέστησαν δυνατή την αποικιοκρατική λεηλασία της υποσαχάριας Αφρικής και της Ινδίας». Παραλείπει ωστόσο ότι στον άνθρακα και τον ηλεκτρισμό στηρίχθηκε επίσης η μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδος και η πιο θεαματική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έχει συμβεί στην ανθρώπινη ιστορία. Θα ήταν δυνατή η έξοδος από τη φτώχεια και την πείνα ή ο αλφαβητισμός τόσων δισεκατομμυρίων ανθρώπων, εάν αγαθά όπως ο λιγνίτης και η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας δεν έκαναν προσπελάσιμα στον καθένα (ή σχεδόν στον καθένα) επιτεύγματα της ανθρώπινης εργασίας και διάνοιας, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα;

Το πρόβλημα είναι οι όροι, όχι το πετρέλαιο

Στον ιδανικό κόσμο που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν δεν χωρούν εξορύξεις ούτε ορυκτά καύσιμα! Επικαλείται για παράδειγμα ερευνητή ο οποίος αναφέρει: «Χρειαζόμαστε αυστηρούς νόμους που θα απαγορεύουν  την εξόρυξη και την καύση άνθρακα. Τελεία και παύλα». Κατ’ επανάληψη υποστηρίζει την ανάγκη για απαλλαγή από τα ορυκτά καύσιμα και πλήρη μετάβαση σε ΑΠΕ, ενώ αποδοκιμάζει και την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις πανέμορφες θάλασσες της Ελλάδας, εξαιτίας των υψηλών κινδύνων που εγκυμονεί. Αντί να επικρίνει τους αποικιοκρατικούς και ληστρικούς όρους των συμβάσεων που υπογράφουν οι κυβερνήσεις με τις πετρελαϊκές πολυεθνικές,  οι οποίοι είναι βέβαιο πως θα αναπαράγουν την ενεργειακή εξάρτηση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την οικειοθελή παραίτηση από κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα, αποκηρύσσει την ίδια την εξόρυξη του μαύρου χρυσού…

Ακόμη και στον κόσμο τον οποίο επικαλείται η Κλάιν, όπου δεν θα υπάρχει για παράδειγμα η σημερινή υπερκατανάλωση ούτε η αλόγιστη χρήση του ΙΧ αυτοκινήτου, θα εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για υγρά καύσιμα. Για να κινούνται για παράδειγμα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επιπλέον, η πρόοδος που έχει συντελεστεί στις μπαταρίες είναι τόσο μικρή που δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στη μετάβαση σε ένα ενεργειακό τοπίο κυριαρχούμενο πλήρως από τις ΑΠΕ, οι οποίες είναι εκ φύσεως ασταθείς κι η παραγωγή τους συναρτώμενη από την ηλιοφάνεια και τον αέρα. Δηλαδή απρόβλεπτη ακόμη και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δεν στερείται φυσικών χαρισμάτων.

Η εξάρτηση επομένως από τον άνθρακα και λιγνίτη και το πετρέλαιο θα κρατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο εύχεται η Κλάιν, χωρίς μάλιστα αυτό να είναι κατ’ ανάγκην κακό. Γιατί, η συνέχιση των εξορύξεων για εξαγωγή λιγνίτη (μιλώντας για την Ελλάδα) επιτρέπει την ταυτόχρονη αποκατάσταση των ορυχείων και τη μετατροπή τους σε δάση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις εκτάσεις της ΔΕΗ έξω από την Πτολεμαΐδα, χωρίς ωστόσο να υποτιμάται η βλάβη που προκαλείται στο περιβάλλον και το μικρο-κλίμα της περιοχής. Μια απότομη διακοπή, αντίθετα, των εξορυκτικών δραστηριοτήτων θα άφηνε τα ορυχεία σαν ανοικτές πληγές ή θα απαιτούσε νέες δαπάνες για το κλείσιμο τους. Επιπλέον, ο λιγνίτης μειώνει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι τόσο τα φωτοβολταϊκά όσο και οι ανεμογεννήτριες παράγουν πολύ πιο ακριβό ρεύμα. Επίσης, η Κλάιν δεν λαβαίνει υπ’ όψη της ότι μέχρι στιγμής το χαράτσι που πληρώνουμε στους λογαριασμούς του ρεύματος για τις ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ) έχει τη δική του συμβολή στην ενεργειακή φτώχεια και τους απλήρωτους λογαριασμούς, που ανέρχονται στα 2,4 δισεκ. ευρώ. Δεν είναι άραγε σκάνδαλο σε μια χώρα, όπου η ανεργία υπερβαίνει το 20%, να επιδοτούμε τις ανεμογεννήτριες (που έχουν εξελιχθεί σε υπόδειγμα κρατικοδίαιτου κλάδου, χωρίς να αντιδρά ωστόσο κανείς) τόσο στο στάδιο της εγκατάστασής τους όσο και σε αυτό της παραγωγής και να μην επιδοτούμε την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος σε χιλιάδες ανέργους που δεν μπορούν να ανάψουν θερμοσίφωνα και ηλεκτρική κουζίνα; Τέλος, πόσο φιλικές προς το περιβάλλον μπορούν να θεωρούνται οι ανεμογεννήτριες, που η εγκατάστασή τους συνοδεύεται από κόψιμο δένδρων, άνοιγμα νέων δρόμων μέσα στα βουνά, θάνατο πουλιών, δημιουργία επικίνδυνων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και πρωτοφανή αισθητική αλλοίωση του περιβάλλοντος;

Σε βάρος της κριτικής της Κλάιν, τέλος, στρέφεται κι η υιοθέτηση εκ μέρους της τής αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», που τη χαρακτηρίζει ως τη μόνη ορθολογική αρχή κι ας καθιστά, σε τελική ανάλυση, τη ρύπανση μια ακόμη υπόθεση βαθιά ταξική. Γιατί η αρχή «όποιος ρυπαίνει πληρώνει», σε έναν κόσμο όπου όλα είναι θέμα τιμής, σημαίνει ότι όποιος μπορεί να πληρώνει έχει δικαίωμα και να ρυπαίνει…

Πηγή: περιοδικό  Δημοσιογραφία, τεύχος 15, φθινόπωρο 2017

Σήμερον, του Αγίου Κωνσταντίνου, του αιμοχαρή, του φαύλου, του διαφθορέα της εκκλησίας και νοθευτή της ευαγγελικής διδασκαλίας!

Δε φείδεται εγκωμίων απέναντι στον Κωνσταντίνο η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ στο νέο της βιβλίο με τίτλο Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί είναι οι Έλληνες; (Gutenberg, 2016) που εδώ και εβδομάδες βρίσκεται στη λίστα με τα ευπώλητα.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

«Δικαίως θεωρείται ο Κωνσταντίνος ως ο ιδρυτής της χριστιανικής Ευρώπης και επίσης δικαίως η Εκκλησία τον ανακήρυξε “Άγιο” και “Ισαπόστολο”», καταλήγει χαρακτηριστικά στη σελ. 18 του ενδιαφέροντος βιβλίου της, που αναπαράγει ωστόσο άκριτα τη θεωρία της αδιάρρηκτης συνέχειας, διανθισμένης με ένα μίγμα ευρωπαϊκού κοσμοπολιτισμού.

Η πραγματικότητα ωστόσο, όπως την περιγράφει ο ανατρεπτικός ιστορικός Κυριάκος Σιμόπουλος είναι τελείως διαφορετική. Στο βιβλίο του με τίτλο Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας (εκδ. Πιρόγα) ο Κυριάκος Σιμόπουλος αφιερώνει περισσότερες από 100 σελίδες στην περιγραφή των τερατουργημάτων του Κωνσταντίνου μέσα από την λεπτομερή παράθεση πολλών δεκάδων αποσπασμάτων από ποικίλες πρωτότυπες πηγές.

«Η βασιλεία του υπήρξε η δεύτερη, μετά την αλεξανδρινή, ζοφερή περίοδος της αρχαιότητας. Όχι μόνο εξ αιτίας των πολύνεκρων εμφύλιων πολέμων που προκάλεσε ο ίδιος για την κατάκτηση της μονοκρατορίας, των βαρβαροτήτων, των ειδεχθών εγκλημάτων και της αντιλαϊκής, καταπιεστικής  και ληστρικής πολιτικής του, αλλά κυρίως εξαιτίας της διπροσωπίας και της απάτης απέναντι στο χριστιανισμό», αναφέρει εισαγωγικά ο Κυριάκος Σιμόπουλος.

Δεσποτικός και πολεμοχαρής

Αφού περιγράφει τις μηχανορραφίες που τον ανέδειξαν σε αυτοκράτορα ο Κυριάκος Σιμόπουλος αναφέρει: «Κυρίαρχος πια μοναδικός σε Ανατολή και Δύση αποκαλύπτει τον βάρβαρο και διεφθαρμένο χαρακτήρα του και αποχαλινώνεται… Μεγαλομανής, δεσποτικός και πολεμοχαρής δεν διστάζει μπροστά σε καμιά φρικαλεότητα για την πραγμάτωση των άνομων και ανόσιων σκοπών του. Το 310 λεηλατεί την Ισπανία και διακόπτει τον εφοδιασμό με αφρικανικά σιτηρά της ιταλικής χερσονήσου προκαλώντας λιμό. Τον ίδιο χρόνο εξολοθρεύει τους Βρουκτέρους, γερμανική φυλή στην περιοχή του Ρήνου. Μετά τη διαρπαγή πυρπολεί πόλεις και χωριά και εξανδραποδίζει τους πληθυσμούς… Όσοι από τους Βρουκτέρους κρίνονταν ακατάλληλοι ως στρατιώτες ή δούλοι εξαιτίας της ανυπακοής τους ρίχνονταν στα θηρία. Και ήταν τόσο πολλοί που τα λιοντάρια δεν προλάβαιναν να τους κατασπαράξουν».

Αποκαλυπτικός είναι ο Κυριάκος Σιμόπουλος και σε ό,τι αφορά τη σχέση του Κωνσταντίνου με το χριστιανισμό. Ενώ η Αρβελέρ γράφει ότι οι δύο αποφάσεις του, το διάταγμα του Μεδιολάνου (που εισήγαγε το χριστιανισμό ως ισότιμη των άλλων θρησκειών) και η Σύνοδος της Νίκαιας (όπου οι 318 πατέρες επεξεργάσθηκαν το Πιστεύω της νέας θρησκείας) «θεωρούνται δικαίως ως ιδρυτικές πράξεις της εγκαθίδρυσης του Χριστιανισμού» ο Σιμόπουλος αναζητά στις επιλογές του Κωνσταντίνου πιο …υλικά κίνητρα.

«Για τον Κωνσταντίνο χριστιανισμός και δωδεκάθεο δεν αποτελούσαν θρησκευτική ιδεολογία και πίστη αλλά μέσα για δόλιους ελιγμούς και εξαπάτηση των λαών. Με την ίδια άνεση φρόντιζε να αναγραφεί το “χριστιανικό” μονόγραμμα στα όπλα και τις σημαίες, το όνομα του Διός στην αψίδα της Ρώμης και να φιλοτεχνούνται οι μορφές των αρχαίων θεών στα νομίσματα. Υπερασπιζόταν ή ζημίωνε τις δύο θρησκείες ανάλογα με τα προσωπικά συμφέροντα της στιγμής. Ορκιζόταν χωρίς αιδώ για την προστασία ή επέτρεπε το διασυρμό της μιας ή της άλλης. Με το πρόσχημα της ουδετερότητας αλίευε συμπάθειες από τους οπαδούς και των δύο θρησκειών. Επέτρεπε στο χριστιανικό ιερατείο να κατεδαφίζει αρχαίους ναούς και μνημεία για να λεηλατεί τους θησαυρούς… Αποτελεί ψεύδος και παραχάραξη της ιστορίας αλλά και καταισχύνη να αποδίδεται στον Κωνσταντίνο η επικράτηση του χριστιανισμού», καταλήγει ο Κυριάκος Σιμόπουλος.

Αποδεικνύοντας μάλιστα με γεγονότα τον θρησκευτικό οπορτουνισμό του αναφέρει σε άλλο σημείο:  «Το 319 μχ με διάταγμα του Κωνσταντίνου, απαγορεύθηκαν οι οικιακές θυσίες και ιεροτελεστίες. Δεν ήταν φιλοχριστιανικό μέτρο, κατασταλτικό της αρχαίας θρησκείας αλλά αστυνομικής σκοπιμότητας επεμβάσεις για την ανατροπή μυστικών συγκεντρώσεων και ανατρεπτικών κινημάτων κατά της εξουσίας».

Φορομπήχτης ο Κωνσταντίνος!

«Ο “Μέγας” και “Άγιος” αυτοκράτορας» συνεχίζει ο Κυριάκος Σιμόπουλος «διακρίθηκε και για την τυραννική πολιτική του και κυρίως για την οικονομική καταπίεση και εξουθενωτική εκμετάλλευση των λαών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι κολοσσιαίες δαπάνες για τα αμέτρητα παλάτια, η αυτοκρατορική χλιδή, η επίδειξη μεγαλείου, η εξαγορά συνειδήσεων και οι αχαλίνωτες σπατάλες ύστερα από τη μετακίνηση της πρωτεύουσας στην Ανατολή καλύπτονταν από εξοντωτική φορολογία των λαϊκών τάξεων με βάρβαρες μεθόδους που προκάλεσαν κοινωνικές συμφορές και γενική εξαθλίωση… Ο Κωνσταντίνος επέβαλε εξοντωτικές εισφορές σε χρυσάφι και ασήμι – τον διαβόητο “χρυσάργυρον” – και στους πάμπτωχους και πειναλέους υπηκόους ακόμη και στις πόρνες. Θρήνος και οδυρμός σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία… Οι ταλαίπωροι υπήκοοι έπρεπε να καταβάλουν ειδικό φόρο, σε χρυσό πάντοτε και σε ασήμι, για τα αφοδεύματά και τα ούρα τους, όπως ιστορούν οι βυζαντινοί χρονογράφοι Γεώργιος Κεδρηνός και Μιχαήλ Γλυκάς. Οι αγρότες πλήρωναν φόρους όχι μόνο για τα βόδια και τα αλογομούλαρα αλλά και για τους σκύλους τους».

Ο Κωνσταντίνος  διακρίθηκε επίσης και τις καταστροφές που προκάλεσε στα μνημεία του αρχαίου ελληνικού πληθυσμού, στο πλαίσιο της μεταφοράς τους στην Κωνσταντινούπολη ώστε η «νέα Ρώμη» να μη στερείται της παλιάς. «Η μεταφορά, ωστόσο, γλυπτών και άλλων έργων τέχνης από αρχαίους ναούς και ιερά στην Κωνσταντινούπολη για διακόσμηση εγκαινιάζει τη μεγαλύτερη συμφορά για τα μνημεία του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού».

Ο Κωνσταντίνος όμως δεν εκμεταλλεύτηκε μόνον το χριστιανισμό. Τον άλλαξε κιόλας! «Στους προκωνσταντινικούς αιώνες η Εκκλησία υπήρξε αντιμιλιταριστική και αντίθετη στη στράτευση και τη συμμετοχή χριστιανών σε εμφυλίους και κατακτητικούς πολέμους… Με τη μονοκρατορία του Κωνσταντίνου – ύστερα από πολυαίμακτους εμφύλιους πολέμους, γενοκτονίες και άλλες βαρβαρότητες – τερματίζεται οριστικά η ειρηνιστική, φιλελεύθερη και αντιεξουσιαστική εποχή του χριστιανισμού. Η αυθεντική διδασκαλία του Ιησού διαστρεβλώνεται… Το χριστιανικό ιερατείο, χάρη στα προνόμια που εξασφάλισε – συμμετοχή στην εξουσία – καθαγιάζει τον Κωνσταντίνο, δικαιώνει και νομιμοποιεί τις βαρβαρότητες και τα φρικτώδη εγκλήματά του»…

Περισσότερα, όχι μόνο για τον «Μέγα» Κωνσταντίνο (τον αιμοχαρή, φαύλο διαφθορέα της εκκλησίας και νοθευτή της ευαγγελικής διδασκαλίας, όπως τον αποκαλεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος) αλλά και για τον «Μέγα» Αλέξανδρο, τον «Μέγα» Θεοδόσιο και άλλους «μεγάλους» στο μνημειώδες έργο του  Ο μύθος των «μεγάλων» της ιστορίας, που διατίθεται από τις εκδόσεις Πιρόγα (Σόλωνος 114).

Θεμελιώδες έργο για μια υλιστική ματιά και ερμηνεία της ιστορίας.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα kommon