Η κριτική κι ελπιδοφόρα ματιά του Γ. Τόλιου στην Ψηφιακή εποχή

Το βιβλίο του Γιάννη Τόλιου με τίτλο Ψηφιακή Εποχή, οι αλλαγές σε οικονομία, κοινωνία, πολιτική (εκδ. Τόπος) που βρίσκεται εδώ και λίγες εβδομάδες στα βιβλιοπωλεία είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια προσπάθεια συγκέντρωσης, ταξινόμησης και παράθεσης των συναρπαστικών εξελίξεων που διαδραματίζονται εδώ και χρόνια στο χώρο της ψηφιακής τεχνολογίας. Κυρίως είναι μια προσπάθεια κριτικής αποτίμησης τους, υπό το φως της πολιτικής οικονομίας. Το σπουδαιότερο δε προσόν του βιβλίου είναι η αισιοδοξία που το διαπερνά!

Λεωνίδας Βατικιώτης

Ο Γιάννης Τόλιος δε στέκεται φοβικά ή απορριπτικά απέναντι στις τεχνολογικές εξελίξεις, όπως συνήθως συμβαίνει με πολλούς συγγραφείς που καταπιάνονται με την πληροφορική επανάσταση από κριτική σκοπιά. Ο συγγραφέας καταδεικνύει μεν τις αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, κυρίως όμως αναδεικνύει τις δυνατότητές τους στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης του ανθρώπου από την μισθωτή σκλαβιά. Γι’ αυτόν κυρίως το λόγο το βιβλίο του Γιάννη Τόλιου αποτελεί μια ξεχωριστή συμβολή στην σύγχρονη κριτική σκέψη.

Αφετηριακή τοποθέτηση του συγγραφέα είναι ότι «οι ψηφιακές τεχνολογίες με τις θεαματικές εφαρμογές και τις μεγάλες υποσχέσεις, επηρεάζουν σε αυξανόμενη κλίμακα όλες τις σφαίρες της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής και ασκούν σοβαρές επιδράσεις στο πεδίο της απασχόλησης, των εργασιακών  σχέσεων, των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, στις διεθνείς σχέσεις και στην καθημερινότητα των ανθρώπων». Συνεπής σε αυτή τη διαπίστωση διερευνά την επίπτωση που έχουν στους παραπάνω τομείς.

Το Πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Ψηφιακές τεχνολογίες και ψηφιακές εφαρμογές» ορίζει και περιγράφει πολλές από τις παραπάνω εξελίξεις: από την  ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη, μέχρι τις τρισδιάστατες εκτυπώσεις και τη γονιδιωματική.

Το επόμενο κεφάλαιο εισέρχεται στην Πολιτική οικονομία του ψηφιακού καπιταλισμού. Οι μεθοδολογικές διευκρινίσεις για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, στο πλαίσιο της ανάλυσης του ίδιου του Μαρξ και σύγχρονων μαρξιστών διανοητών, οδηγούν τον συγγραφέα να αναδείξει την βαθιά αντίφαση που συνοδεύει τη σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση: «Τι βρίσκεται πίσω από τη δημιουργική παραγωγική δύναμη των ρομπότ και ποιοι επωφελούνται από αυτήν; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρίσκεται η παραγωγικότητα της ζωντανής εργασίας των δημιουργών των ρομπότ (των ερευνητών-σχεδιαστών-κατασκευαστών) τα πλεονεκτήματα των οποίων όμως ιδιοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά οι ιδιοκτήτες τω ν ρομπότ και συνολικά οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που τα παράγουν ή τα χρησιμοποιούν». 

Το Τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Ψηφιακή οικονομία, μισθωτή εργασία κοινωνία και πολιτική», εξετάζονται οι επιπτώσεις της 4ης βιομηχανικής επανάστασης στις εργασιακές σχέσεις και τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα. Ο συγγραφέας αναφέρει υπόδειξη του 2019 της Παγκόσμιας Τράπεζας βάσει της οποίας «οι εργαζόμενοι θα πρέπει να ξεχάσουν τον κατώτατο μισθό αν θέλουν να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από τα ρομπότ… Στην ουσία το εργατικό κόστος σε συνθήκες ρομποτοποίησης και αυτοματισμού, τίθεται όσο ποτέ άλλοτε υπό καθεστώς δίωξης, ενώ η εντατικοποίηση συμπληρώνει τις αφόρητες συνθήκες εργασίας». Ιδιαίτερο ρεαλισμό στην ανάλυση του Γ. Τόλιου προσθέτουν τα κεφάλαια που περιγράφουν τις αποκαλύψεις των Τζ. Ασάντζ και Έντ. Σνόουντεν καθώς και τις διώξεις που υπέστησαν. 

Το επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Ψηφιακή εποχή, ταξικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις» εστιάζει στην αναπροσαρμογή των διεθνών σχέσεων. Ο συγγραφέας αναδεικνύει την έξαρση των αντιθέσεων με την αύξηση του αριθμού των υπερπλουσίων, λόγω φορολογικών παραδείσων. «Μεταξύ των μεγάλων φοροφυγάδων στη πρώτη γραμμή βρίσκονται οι πολυεθνικές ψηφιακών τεχνολογιών». Οι υπαίτιοι δε ας μην αναζητούνται σε εξωτικά νησιά. «Γενικότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, είναι η πρώτη χώρα μετά την Ελβετία, που διευκολύνει τις μεγάλες εταιρείες και εκατομμυριούχους σε προκλητική φοροδιαφυγή, με το παρκάρισμα μεγάλου μέρους άδηλων εισοδημάτων και κερδών σε φορολογικούς παραδείσους». 

Το Πέμπτο κεφάλαιο με τίτλο «Η ενιαία ψηφιακή αγορά της ΕΕ και η θέση της Ελλάδας», ασχολούμενο με τα οικεία κακά, παρουσιάζει μια διπλή πρωτοτυπία. Αρχικά, επειδή καταγράφει την υστέρηση που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή ήπειρο μετά την κρίση του 2007. «Η συγκεκριμένη πορεία γίνεται με μεγάλη δυστοκία, λόγω ανταγωνιστικών επιδιώξεων και μεγάλων ελλειμμάτων συνοχής στην υλοποίηση των στόχων και το σημαντικότερο, οι πόροι από τον προϋπολογισμό της ΕΕ είναι πολύ περιορισμένοι». Υστέρηση παρατηρείται και σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα.  Η δεύτερη «καινοτομία» του βιβλίου είναι η καταγραφή των δραματικών επιδόσεων που εμφανίζει η Ελλάδα, βάσει των πιο αξιόπιστων και διεθνώς αναγνωρισμένων δεικτών όπως είναι ο DESI. «Με βάση τα πέντε κριτήρια του δείκτη (δηλ. συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση δικτυακών υπηρεσιών, ενσωμάτωση ψηφιακής τεχνολογίας, ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες), μόνο στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο προσεγγίζει κάπως τον μέσο όρο της ΕΕ». Επίσης, η περιγραφή της ελληνικής ψηφιακής αγοράς και της μονοπωλιακής της οργάνωσης, μιας «και κυριαρχείται ουσιαστικά από τέσσερις ομίλους». 

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Γ. Τόλιου, με τίτλο «Η ψηφιοποίηση δυνητικός παράγοντας ελπιδοφόρου μέλλοντος», εισέρχεται η πολιτική με Π …κεφάλαιο. Αφού πρώτα ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά δυστοπικές και τεχνο-ουτοπικές θεωρίες (στο πλαίσιο των οποίων αδικεί κατά την άποψή μου τη συμβολή του Σοσάνα Ζούμποφ στο βιβλίο της Κατασκοπευτικός καπιταλισμός) καταθέτει προς προβληματισμό ορισμένες σκέψεις για ένα σύγχρονο μεταβατικό πρόγραμμα προς το σοσιαλισμό. Στο πλαίσιο του «πρωτεύον ζήτημα και αίτημα άμεσης διεκδίκησης των εργατικών συνδικάτων, θα πρέπει να γίνει η δραστική μείωση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση αποδοχών, με ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης για την κάλυψη θεμελιωδών βιοτικών και πολιτιστικών αναγκών. Σε πρώτη φάση χρειάζεται γενικευμένη εφαρμογή του 6ώρου και 30ωρη εβδομάδα εργασίας. Με προοπτική τη μείωσή του σε 5ωρη και 25ωρη εργασία».  Σε αυτή την πορεία προς το ιστορικά αναγκαίο, για τον Γ. Τόλιο, «η αποδέσμευση από την ευρωζώνη και η εφαρμογή προοδευτικής πολιτικής εξόδου από την κρίση και η ρήξη με τις πολιτικές της ΕΕ, αποτελούντο πρώτο αποφασιστικό βήμα για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης της ελληνικής οικονομίας»… 

Αντί επιλόγου, πρόκειται για ένα βιβλίο πλούσιο όχι μόνο σε γεγονότα αλλά και σε στρατηγικούς προβληματισμούς  για μια άλλη κοινωνία. Μια συζήτηση που είναι τραγικά απούσα από τις σύγχρονες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις…

Η απομυθοποίηση ενός «δράματος» 200 ετών δια χειρός Δ. Ελευθεράτου

Τίτλος: Μια λοξή ματιά στην ιστορία, 200 χρόνια νεοελληνικού κλαυσίγελου

Συγγραφέας: Διονύσης Ελευθεράτος

Εκδόσεις Τόπος

Δεν είναι η πρώτη φορά που εκδίδεται ένας τόμος με ερανίσματα της ελληνικής ιστορίας. Η πολυτάραχη ιστορία του τόπου με πολέμους, χρεοκοπίες, δικτατορίες, πολιτικές διαμάχες και συνεχείς διευρύνσεις  των γεωγραφικών συνόρων προσφέρει ένα σπάνιο πλούτο από αφορμές. Το βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου δεν είναι ωστόσο μια τυχαία συλλογή πρωτότυπων θεμάτων και γλαφυρών αφηγήσεων. Τόσο τα στιγμιότυπα που επέλεξε από έναν καταιγισμό ιστοριών και γεγονότων που πέρασαν μπροστά από τα μάτια του όσα χρόνια ήταν βυθισμένος στα αρχεία των ελληνικών εφημερίδων όσο και ο σχολιασμός τους επάξια διεκδικούν τον τίτλο μιας αντι-ιστορίας των πρώτων 200 χρόνων του ελληνικού κράτους.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την εισαγωγή τόσο το σκοπό όσο και τα όρια του εγχειρήματος του: «Πολιορκούν, λοιπόν, την Ιστορία “κριοί” ιλαρότητας αλλά – σοβαρότερο αυτό – και μεθοδικού, σοβαρού “καμουφλάζ”. Μακάρι τα 200 χρόνια από το 1821 να δώσουν το έναυσμα για να κινηθεί κάτι, με αντίστροφη φορά. Να αναδειχθεί η λογική που ατενίζει την Ιστορία για να την δει καλά, όπως είναι. Το “όπως είναι” απέναντι στο “όπως πρέπει”. Η ιστορία της αλήθειας, απέναντι στην “Ιστορία” του “καθήκοντος”… Φιλοδοξία του βιβλίου αυτού είναι να αποτελέσει μικρή συνεισφορά σε αυτή την ευκταία κίνηση. Η ακαμουφλάριστη ιστορία χρειάζεται πρωτίστως τους συνεπείς ιστορικούς, χρειάζεται όμως και τους ιστοριοδίφες. Την επιστημονική ανάλυση, αλλά και την προσεκτική παρατήρηση. Κάπου προς το δεύτερο προσπάθησα να κινηθώ με το βιβλίο αυτό», αναφέρει ο συγγραφέας από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Οι 27 ιστορίες που περιλαμβάνονται στον τόμο των εκδόσεων Τόπος και ξεκινούν από τα Οθωνικά χρόνια και φτάνουν ως τη δεκαετία του 1970 διαβάζονται σχεδόν απνευστί λόγω της νευρώδους και πνευματώδους γραφής του Διονύση Ελευθεράτου και των πολιτικών σχολίων του, καθώς δεν αφήνει να περάσει κανένα γεγονός που να μην το συνδέσει με το σήμερα κι όλα όσα συμβαίνουν στη σύγχρονη Ελλάδα. Ξεχωρίζω για λόγους οικονομίας χώρου και προσωπικής μου συνάφειας τρία αποσπάσματα που αντανακλούν το ύφος που διαπερνά το πόνημα του Διονύση Ελευθεράτου:

«Στη χαραυγή του 1843, τον Ιανουάριο, ο υπουργός Εξωτερικών Ιάκωβος Ρίζος – Νερουλός διεμήνυσε στις τρεις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, ότι η Ελλάδα είχε στεγνώσει από χρήμα. Αυτές αξίωσαν επιβολή νέων μέτρων, μόνο που το κέντρο βάρος τους δε θα έπεφτε τόσο στους φόρους και τα τέλη, δηλαδή στο σκέλος των εισπράξεων, όσο στις περικοπές δαπανών. Πρώτα πρώτα τα… απλά και “τετριμμένα” ανά τους αιώνες σε τέτοιες περιπτώσεις: καταργήσεις θέσεων και μειώσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων» (Κεφ. 2).

«Ούτε εκατό, ούτε διακόσιους… Τρεις χιλιάδες ανθρώπους, δηλαδή το 10% του πληθυσμού της πρωτεύουσας, εξολόθρευσε το 1854 στην Αθήνα η χολέρα, το μίασμα της οποίας είναι σχεδόν βέβαιο ότι μετέφεραν – στον Πειραιά πρώτα – μέλη της γαλλικής στρατιωτικής κατοχικής δύναμης». Παρά τη δραματικότητα της κατάστασης ο αγγλόφιλος Τύπος όμως απέκρυπτε τα πραγματικά γεγονότα. Ο συγγραφέας εξηγεί τις αιτίες: «Η αυθεντική υποτίμηση του κινδύνου ως απόρροια απειρίας ή άγνοιας συνυπήρχε με τη σκόπιμη. Το αθώο κίνητρο για την εκούσια υποτίμηση ήταν η επιθυμία να αποφευχθεί ο πανικός. Το άλλο κίνητρο ίσχυε για όσους δικαιολογούσαν ή και υποστήριζαν την κατοχή». Έρχεται από πολύ παλιά επομένως η πολιτική διαχείριση των υγειονομικών κρίσεων (Κεφ. 6).

Είμαστε στην πτώχευση του 1893, όταν το δάνειο που προτάθηκε στην Ελλάδα «για την αποπληρωμή των οφειλών προς τους πιστωτές» συμπληρώνεται από αυτοκτονίες πολιτών για οικονομικούς λόγους. Οι ομοιότητες με την πρόσφατη δημοσιονομική κρίση δε σταματούν εδώ. Με τα λόγια του συγγραφέα «την εποχή της πτώχευσης, το δημόσιο χρέος είχε φτάσει το 200% του ΑΕΠ. Ποσοστό κατάτι μεγαλύτεροι αυτού (182%) το οποίο χαρακτήρισε τη σύγχρονη Ελλάδα που διασώθηκε από τη χρεοκοπία…» (Κεφ. 9).

Τα παραπάνω αποσπάσματα, που αποτελούν και μια διαρκή υπόμνηση για τη διαχρονική αξία του Τύπου απ’ όπου αντλήθηκαν, δεν αντανακλούν μόνο το ύφος. Αναδεικνύουν και τη χρησιμότητα του βιβλίου. Γράφει ο συγγραφέας για τις 27 ιστορίες που το συνθέτουν: «Περισσότερο ή λιγότερο έντονα, κάθε μία με τον τρόπο της μας θέτει μπροστά στο… αιώνιο ερώτημα εάν η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Ακριβέστερα, πώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Διότι “απαράλλακτη” ποτέ δεν επανέρχεται»… Κανείς δε θα διαφωνήσει. Η επανάληψη ωστόσο τόσο όμοιων πρακτικών, από το κρατικό μίσος κατά των προσφύγων μέχρι τις πάντα ελαττωματικές παραγγελίες πολεμικού υλικού, αν κάποιους εκθέτει είναι όσους σήμερα αναπαράγουν τις ίδιες δικαιολογίες ή πρακτικές και καταφεύγουν εκ νέου στο λόγο μίσους για να αποκρύψουν την πάντα …ανιδιοτελή υποτέλειά τους προς τους «συμμάχους» και το μίσος τους κατά των λαών. Δεν είναι λοιπόν η ιστορία που επαναλαμβάνεται, αλλά η πολιτική της εξυπηρέτησης των συμφερόντων μιας παρέας ολιγαρχών και του μίσους που την καλύπτει και τη δικαιολογεί. Προς απόδειξη, όσα απολαυστικά περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου…

Εδώ συνέντευξη του Δ. Ελευθεράτου στους συναδέλφους Δ. Κούλαλη και Λ. Θωμά (The Press Project)

«Όλη νύχτα εδώ» του Ι. Χανδρινού: Ο Νοέμβρης, με τα λόγια των πρωταγωνιστών

Μια ευχάριστη έκπληξη για τη συζήτηση σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτέλεσε το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού, με τίτλο Όλη νύχτα εδώ – μια προφορική ιστορία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου (εκδ. Καστανιώτη, 2019), που εκδόθηκε λίγες ημέρες πριν την 17η Νοεμβρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο Ιάσωνας Χανδρινός ανήκει σε μια νέα γενιά επιστημόνων που χρησιμοποιώντας σύγχρονα εργαλεία και μεθόδους ανανέωσαν την ιστορική έρευνα, συγκρούστηκαν με τον ιστορικό αναθεωρητισμό που ως έργο είχε την καθαγίαση και νομιμοποίηση Ταγματασφαλιτών και μαυραγοριτών και φώτισαν άγνωστες πλευρές της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Το πρώτο του βιβλίο «Το τιμωρό χέρι του λαού: η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944», ήταν μια ξεχωριστή στιγμή για όλη την Αριστερά (εκδ. Θεμέλιο, 2012) καθώς άγγιξε και κάλυψε μια πλευρά της αντίστασης που στο παρελθόν έχει δεχθεί πολλά βέλη.

Το νέο πόνημα του Ι. Χανδρινού χρειάστηκε περισσότερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί. Το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ» είναι μια αξιοθαύμαστη δουλειά, που θα έπρεπε να είχε γίνει πολλά χρόνια πριν, έτσι ώστε να περιλάμβανε τις μαρτυρίες αγωνιστών και άλλων πρωταγωνιστών που πλέον δεν είναι στη ζωή. Το βιβλίο αποτελείται από 84 συνεντεύξεις ανθρώπων που ήταν ενεργά παρόντες στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και αξιοποιεί τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας. Πρόκειται για μία σχετικά νέα τεχνική που έχει αποδειχθεί πρόσφορη για την καταγραφή της ιστορίας κοινωνικών αγώνων, εξεγέρσεων, πολιτικών συγκρούσεων, κ.α. Παρά την κριτική που έχει δεχθεί, η αξία χρήσης της έγκειται στο ότι σώζει μαρτυρίες, που συχνά συνοδεύονται από άπειρες λεπτομέρειες οι οποίες μάλλον δικαιολογημένα δε χωρούν στην ιστορία είτε την επίσημη, είτε αυτή που γράφουν οι «από κάτω». Η αξία χρήσης της επίσης έγκειται στο ότι ξεδιπλώνει προσωπικές καταγραφές επιτρέποντας στον αναγνώστη να προσεγγίσει και να αξιολογήσει τη στάση και την οπτική του κάθε αφηγητή. Η τεχνική αυτή προφανώς δε στερείται αδυναμιών. Σημαντικότερη όλων ότι δίνει χώρο σε μαρτυρίες και ερμηνείες που η ιστορία (είτε η αστική, είτε αυτή που προσεγγίζει την ανθρώπινη εξέλιξη ως ιστορία των ταξικών συγκρούσεων) θα απέρριπτε ως μη αληθείς ή μεροληπτικές. Είναι κάτι που υποθέτουμε έκανε πολλές φορές ο Ι. Χανδρινός γράφοντας για την ΟΠΛΑ. Στον ιστορικό φυσικά εναπόκειται η ευθύνη της διαμόρφωσης ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων…

Ο Ι. Χανδρινός πήγε τα ρίσκα του ακόμη ένα βήμα πιο μπροστά επιλέγοντας να συμπεριλάβει στους αφηγητές τους και τρεις από την πλευρά του στρατού: του Κώστα Βουλιέρη, αντισυνταγματάρχη καταδρομέων, επικεφαλής ειδικών δυνάμεων της νύχτας της 16ης προς 17η Νοεμβρίου ο οποίος αργότερα αποτάχθηκε ως Ιωαννιδικός και η μαρτυρία του οποίου είναι η μαρτυρία ενός αμετανόητου συκοφάντη, του Μιχάλη Γουνελά, υπίλαρχου τεθωρακισμένων, επικεφαλής των τανκς που κατέβηκαν στο Πολυτεχνείο, κι ο οποίος με τον τρόπο του διαψεύδει τους ισχυρισμούς Βουλιέρη και του Παναγιώτη Μ. φαντάρος στην ομάδα καταδρομών που συμμετείχε στην καταστολή και με όσα λέει δείχνει την κατάσταση που επικρατούσε στους φαντάρους. Και κάπως έτσι άνοιξε ο …ασκός του Αιόλου. Δύο κριτικές που είδαν το φως της δημοσιότητας (εδώ κι εδώ) επέκριναν με αδικαιολόγητη σφοδρότητα τον ιστορικό γι’ αυτή την επιλογή του, κατηγορώντας τον ούτε λίγο ούτε πολύ για συμβολή στη διαστρέβλωση, παραποίηση και αντιστροφή των γεγονότων, για προβοκάτσια, για χρησιμοποίηση των συνεντεύξεων των αγωνιστών ως αμπαλάζ ώστε να δουν το φως της δημοσιότητας οι απόψεις των χουνταίων. Ο Ι. Χανδρινός κατηγορήθηκε ακόμη κι ότι συμβάλει στην ιδεολογική επίθεση της Δεξιάς απέναντι στο Πολυτεχνείο, με αιχμή του δόρατος την αμφισβήτηση των νεκρών, κ.α.

Προσπερνώντας την ένταση που σε ένα βαθμό μπορεί να γίνει κατανοητή επειδή ακόμη οι αναμνήσεις είναι νωπές και οι ευαισθησίες σεβαστές, κατά τη γνώμη μου ανοίγουν δύο ζητήματα προς συζήτηση.

Το πρώτο αφορά την ουσία των όσων λένε οι φασίστες. Προσωπικά απόλαυσα αφάνταστα τον χουνταίο να μιλάει για τα χρησιμοποιημένα και αχρησιμοποίητα προφυλακτικά που βρήκαν στο Πολυτεχνείο για έναν και μοναδικό λόγο: Επειδή είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω τη ρηχότητα και τη φαιδρότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί διαχρονικά η εξουσία: από τον χουνταίο του 1973 μέχρι τη Δόμνα Μιχαηλίδου που είδε συριακό οπλοστάσιο στην ΑΣΟΕΕ και τον Μπογδάνο που καταγγέλλει βίγκαν αναρχοσατανίστριες λεσβίες εν έτει 2019. Προφανώς, ως αναγνώστης δεν είχα καμία απαίτηση από τον Ι. Χανδρινό να ξεκινήσει ένα νέο γύρο ερωτήσεων στους αγωνιστές για να μάθει και να με πληροφορήσει αν το …έκαναν ή δεν το έκαναν στο Πολυτεχνείο τις μέρες της κατάληψης. Ούτε να προστρέξει στα πρακτικά της δίκης, μιας και η μέθοδος του δε περιελάβανε τέτοια διαδικασία, κι ούτε ζητούμενό του ήταν να βγάλει πόρισμα για όσα συνέβησαν στην εξέγερση. Απαίτηση διασταύρωσης, επαλήθευσης, υπομνηματισμού  δεν είχα ούτε και για όσα άλλα φαιδρά δηλώνουν οι χουνταίοι. Μεταξύ αυτών το υπονοούμενο για συνεργασία με τον στρατό που αφήνει για τον Κώστα Λαλιώτη. Η ηρωική στάση του Κώστα Λαλιώτη, όπως και εκατοντάδων άλλων αγωνιστών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, είναι γνωστή και δεδομένη. Κι όχι μόνο μεταξύ της γενιάς του. Η προσπάθεια δε του χουνταίου, σχεδόν μισό αιώνα μετά να τον εκθέσει μόνο τιμή πρέπει να περιποιεί στον Κ. Λαλιώτη…

Αυτό που, κατά την άποψή μου πάντα, διχάζει και βρίσκεται στο βάθος όσων συζητούμε είναι η μέθοδος. Κι αυτό είναι το δεύτερο ζήτημα προς συζήτηση, ξέροντας φυσικά ότι δεν πρόκειται για θέμα τεχνικής, απαλλαγμένο περιεχομένου. Συγκεκριμένα, όφειλε ο ιστορικός να πάρει την άποψη των φασιστών; Ακόμη πιο προκλητικά: Φιλοξενώντας σε αυτό τον εξαίρετο τόμο την άποψή τους, τους νομιμοποιεί; Τους εισάγει από το παράθυρο μάλιστα στο δημόσιο διάλογο, σε μια θέση δίπλα σε όσους βασανίστηκαν, όπως άδικα και υπερβολικά κατηγορήθηκε;

Ο Ι. Χανδρινός απευθυνόμενος στα εκτελεστικά όργανα της χούντας ωθεί τον επαγγελματισμό και τη μεθοδολογική του συνέπεια στα άκρα, θεωρώντας αυτονόητο έναν όρο: Να θεωρούμε δεδομένο κι όχι θέμα προς συζήτηση αν απευθύνεται σε νοήμονες ανθρώπους με ικανότητα κριτικής και σύνθεσης. Ο Ι. Χανδρινός δεν έγραψε βιβλίο του Δημοτικού. Δεν απευθύνεται σε ανήλικους. Αποφεύγει σταθερά να αναπαράγει κοινοτοπίες, βαρύγδουπες μεγαλοστομίες και στρογγυλέματα, που κουράζουν όχι μόνο τους αναγνώστες αλλά κι όλους όσους υπερασπίζονται την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το κοινό του είναι μια γενιά που δεν έζησε τη χούντα και τα επιχειρήματα των χουνταίων δεν εγείρουν τραύματα. Ο ίδιος έχει εκείνη την αυτοπεποίθηση που του επιτρέπει να τους εντάξει στον τόμο του και να τους δώσει πολύ λίγες σελίδες. Κι αυτό μάλιστα, χωρίς να αναπαράγει την «ξεπλένικη» τακτική των ίσων αποστάσεων. Ο Ι. Χανδρινός, με την επιλογή του, εκθέτει και δε νομιμοποιεί τους χουνταίους, ούτε τα τανκς.

Δοθέντων των παραπάνω, το βιβλίο του Ι. Χανδρινού με τις δεκάδες μαρτυρίες φωτίζει νέες, άγνωστες πλευρές της εξέγερσης και συμβάλλει στην αναγκαία έρευνα και συζήτηση ώστε το Πολυτεχνείο να παραμείνει ζωντανό στο δημόσιο διάλογο και την πολιτική αντιπαράθεση, ένα σημείο τομής για την Αριστερά στην Ελλάδα.

Η πρόωρη έναρξη της µετα-µνηµονιακής περιόδου

exodosΤο κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγή στο βιβλίο Έξοδος αδιέξοδος (εκδ. Τόπος, Αύγουστος 2018). Η έκδοση φιλοξενεί κείμενα επιστημόνων και δημοσιογράφων που επιχειρούν να  περιγράψουν την επόμενη μέρα του τέλους των Μνημονίων στην οικονομία, τις εργασιακές σχέσεις, το πολιτικό σύστημα, την οικολογία, τον πολιτισμό, αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία. Συμμετέχουν οι ακόλουθοι συγγραφείς, με αλφαβητική σειρά: Λεωνίδας Βατικιώτης, Διονύσης Ν. Γράβαρης, Διονύσης Ελευθεράτος, Μάκης Ζέρβας, Δημήτρης Καλτσώνης, Κυριάκος Κατζουράκης, Γιάννης Κουζής, Θεόδωρος Μαριόλης, Σπύρος Μαρκέτος και Άρης Χατζητεφάνου.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πολυνοµοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή στις 8 Ιουνίου, µε στόχο να κλείσει η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση της τρίτης δανειακής σύµβασης, δεν ήταν το τελευταίο της µνηµονιακής περιόδου, αλλά το πρώτο της… µετα-µνηµονιακής περιόδου, κι ας έχει επισήµως οριστεί η έναρξή της την 21η Αυγούστου 2018. Οι δραµατικές επιπτώσεις των περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο ύψους 18,5 δις ευρώ για την περίοδο 2019-2022 που περιλαµβάνονταν στο πολυνοµοσχέδιο δεν περιορίζονται µόνο στο επίπεδο ζωής των πιο φτωχών µισθωτών και συνταξιούχων, καθώς αυτοί είναι που θα πληγούν από τη µείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων. Επεκτείνονται στο σύνολο της οικονοµίας, καθώς τούτες οι περικοπές µαζί µε τόσες και τόσες άλλες που έχουν ψηφισθεί κι εφαρµοσθεί από τον Μάιο του 2010 έως το τέλος του 2018 στο πλαίσιο της δηµοσιονοµικής προσαρµογής (που µε βάση µια εκτίµηση ανήλθε σε 67 δις ευρώ ή 36,5% του ΑΕΠ ), αποκλείουν εξ ορισµού το ενδεχόµενο η εσωτερική (δηµόσια και ιδιωτική) ζήτηση να τροφοδοτήσει τον νέο κύκλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας.

Η εξίσωση της επόµενης µέρας επιλύεται ακόµη πιο δύσκολα αν λάβουµε υπόψη µας την άθλια κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήµατος, παρότι οι 3 ανακεφαλαιοποιήσεις στοίχισαν στους φορολογούµενους 29,65 δις ευρώ (5,35 δις η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του 2012, 19,45 δις η δεύτερη του 2013 και 4,85 δις η τρίτη του 2015). Αποδεικνύεται από επίσηµα στοιχεία, βάσει των οποίων τα αποτελέσµατα του τραπεζικού τοµέα µετά από φόρους το 2017 ήταν ζηµιές της τάξης των 476 εκ. ευρώ . Μειωµένες σε σχέση µε το 2016, όταν ανέρχονταν σε 2,6 δις – εξακολουθούν ωστόσο να απέχουν έτη φωτός από εκείνο το επίπεδο που θα επέτρεπε την οµαλή χρηµατοδότηση κατανάλωσης και επενδύσεων. Κι ας συνεχίζουν οι τράπεζες να διατηρούν ένα καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διπλάσιο του µέσου ευρωπαϊκού: 2,6% έναντι 1,3%! Η δεινή θέση των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών επιβεβαιώθηκε επίσης κι από τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αν και µε βάση τις επίσηµες ανακοινώσεις τα πέρασαν επιτυχηµένα. Αν όµως τα τεστ είχαν υλοποιηθεί µε βάση τους κανόνες του 2015, τότε 3 από τις 4 ελληνικές τράπεζες (Πειραιώς, Εθνική και Eurobank) θα είχαν αποτύχει παταγωδώς! Με άλλα λόγια, αν τα… δοκάρια είχαν µείνει στη θέση τους, τα τεστ αντοχής θα ισοδυναµούσαν µε το εναρκτήριο λάκτισµα για έναν ακόµη, τον τέταρτο, κύκλο ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Τώρα όµως «τα αποτελέσµατα των στρες τεστ µπορεί να σηµαίνουν ότι τα 20 δις ευρώ από τα κονδύλια διάσωσης που είχαν αφεθεί στην άκρη για να ενισχύσουν τις τράπεζες απελευθερώνονται για άλλη χρήση, όπως η επαναγορά χρέους από το ∆ΝΤ και την ΕΚΤ» έγραφαν οι FinancialTimes.

Η απόφαση ωστόσο του Eurogroup της 22ας Ιουνίου, που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «ιστορική», δεν περιλάµβανε ούτε καν αυτό το µέτρο, της εξαγοράς των «ακριβών» δανείων του ∆ΝΤ (µε επιτόκιο 3,5%) από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (µε επιτόκιο 0,8%). ∆εν περιείχε ούτε το πολυσυζητηµένο γαλλικό κλειδί που θα συναρτούσε τις αποπληρωµές από τους ρυθµούς µεγέθυνσης της οικονοµίας. Η επιµήκυνση που αποφασίστηκε για τις αποπληρωµές του δεύτερου δανείου ήταν µόνο για 10 χρόνια, όταν το ∆ΝΤ στο πλαίσιο των διαπραγµατεύσεων µε τη Γερµανία ζητούσε τουλάχιστον 15 χρόνια, και η επιστροφή των κερδών των εθνικών κεντρικών τραπεζών (που αποφασίστηκε πρώτη φορά το 2012) θα γίνει κατόπιν αξιολογήσεων. Εάν δηλαδή κι εφόσον συνεχίζεται η υιοθέτηση της πολιτικής ακραίας λιτότητας. Το χειρότερο ωστόσο ήταν πως η απόφαση του Eurogroup θεσµοθέτησε συγκεκριµένους µηχανισµούς και αυστηρές διαδικασίες που θα ελέγχουν σε τριµηνιαία βάση την εφαρµογή µιας άγριας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, µε βάση όσα λεπτοµερώς περιγράφονται στην απόφασή του και το συνοδευτικό παράρτηµα, µε τον χαρακτηριστικό τίτλο, «Συγκεκριµένες δεσµεύσεις που διασφαλίζουν τη συνέχιση και ολοκλήρωση των µεταρρυθµίσεων που υιοθετήθηκαν υπό το πρόγραµµα του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας» . Αναφέρονται δε τα εξής µέτρα, πέραν των δηµοσιονοµικών πλεονασµάτων ύψους 3,5% µέχρι το 2022 και 2,2% από το 2023 ως το 2060 που δεν έχουν προηγούµενο όχι µόνο εφαρµογής, αλλά και εξαγγελίας σε καµία άλλη χώρα του κόσµου: Νέες ιδιωτικοποιήσεις (ΕΥ∆ΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ∆ΕΣΦΑ, ∆ΕΠΑ, Εγνατία οδός, λιµάνια Καβάλας και Αλεξανδρούπολης κ.ά.) πέραν των παλιών (λιγνιτικές µονάδες ∆ΕΗ, Ελληνικό κ.λπ.), επιτάχυνση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών, πιέσεις για αθώωση των στελεχών του ΤΑΙΠΕ∆ που κατηγορούνται για χρηµατισµό και του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Α. Γεωργίου, επιτάχυνση της αξιολόγησης στον δηµόσιο τοµέα και της κινητικότητας µεταξύ των δηµόσιων υπαλλήλων κ.ο.κ.

Το όριο δε που τέθηκε µε την απόφαση του Eurogroup (κι είχε αποφασιστεί πρώτη φορά µε προηγούµενη απόφασή του στις 25 Μαΐου 2016) να µην υπερβαίνουν οι αποπληρωµές το 15% του ΑΕΠ για την πρώτη µεσοπρόθεσµη (αλλά ακαθόριστη χρονικά) περίοδο µετά το πρόγραµµα και το 20% στη συνέχεια, δεν αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού, καθώς όποια υποχρέωση ξεπερνάει το 15% ή το 20% δεν θα διαγράφεται. Θα µετατίθεται για να πληρωθεί στο µέλλον, µεταφέροντας δανειακά βάρη στις επόµενες γενιές! Το αποτέλεσµα δηλαδή θα είναι η επιµήκυνση του χρέους και όχι η διαγραφή έστω ενός µέρους του. Όρος που αποκλείστηκε πρώτη φορά µε την ιστορικής σηµασίας απόφαση του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όπου η τότε κυβέρνηση είχε δεσµευτεί να αποπληρώσει «πλήρως και εγκαίρως τις οικονοµικές υποχρεώσεις της» και πιο πρόσφατα µε τις αποφάσεις των Eurogroup (25/5/2016 και 15/6/2017) όπου αναφέρεται καθαρά ότι τα µέτρα ελάφρυνσης δεν θα επιφέρουν επιπλέον κόστη στους δανειστές.

Η διατήρηση του δηµόσιου χρέους στα δυσθεώρητα επίπεδα του 183% για το 2018 επέβαλε στο Eurogroup της 22ας Ιου­νίου την έγκριση µιας επαυξηµένης δόσης κατά 9,5 δις ευρώ που θα συµβάλει στη δηµιουργία ενός µαξιλαριού ρευστού ύψους 24,1 δις, που θα επιτρέπει τη φθηνή αναχρηµατοδότηση του ελληνικού δηµόσιου χρέους για 22 µήνες µετά τον Ιούνιο του 2016. Επί της ουσίας είναι µια προληπτική γραµµή στήριξης, καθώς πρόκειται για κεφάλαια εν αναµονή. Κι έτσι το ερώτηµα που προκύπτει είναι απλό: Αν το δηµόσιο χρέος της Ελλάδας έγινε βιώσιµο µε την 10ετή επιµήκυνση, όπως έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν ο υπουργός Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτος και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, κι η Ελλάδα µπορεί να προσφύγει στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της πετυχαίνοντας έτσι την πολυπόθητη «καθαρή έξοδο», προς τι τότε το «µαξιλάρι ρευστότητας»;

Σε αυτό το πλαίσιο, που περιγράφει µια οικονοµία ασθενική κι επιρρεπή στα γυρίσµατα της οικονοµικής συγκυρίας, είναι κενοί περιεχοµένου οι πανηγυρικοί του υπουργού Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτου και άλλων επειδή απέφυγαν την προληπτική γραµµή στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας που ζητούσαν µετ’ επιτάσεως τόσο ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μ. Ντράγκι, όσο και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Στουρνάρας, παραµένοντας πάντως άγνωστο αν µε το αίτηµά τους εξέφραζαν τα συµφέροντα των εγχώριων τραπεζιτών, που επιθυµούν να υπάρχουν εν αναµονή πιστώσεις µην τυχόν και απαιτηθεί µια νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εξαιτίας για παράδειγµα µιας απότοµης επιδείνωσης του διεθνούς οικονοµικού περιβάλλοντος. Η πιστοληπτική γραµµή όµως ήταν απευκταία για τον απλό λόγο ότι η ενεργοποίησή της από την 21η Αυγούστου και για έναν χρόνο θα συνοδευόταν από νέα αντιλαϊκά µέτρα. Τα αντιλαϊκά µέτρα ωστόσο για την εποµένη της λήξης του τρίτου δανειακού προγράµµατος υιοθετούνται µε ρυθµούς καταιγιστικούς εδώ και χρόνια, χωρίς η κυβέρνηση να προβάλλει την παραµικρή αντίσταση. Περιλαµβάνουν δε ακόµη και τον περιορισµό του δικαιώµατος στην απεργία, πέραν άλλων µέτρων όπως η υποθήκευση όλης της δηµόσιας περιουσίας στους δανειστές µέσω της Ελληνικής Εταιρείας Συµµετοχών και Περιουσίας (υπερ-ταµείου ιδιωτικοποιήσεων, κατά κόσµον) κ.ο.κ. Η κυβέρνηση έτσι στην πράξη κατέφυγε σε µια πιστοληπτική γραµµή ειδικά σχεδιασµένη για την Ελλάδα, υποθηκεύοντας ακόµη και αυτή την ονοµαστική ανάπτυξη για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες…

Ερχόµαστε έτσι αντιµέτωποι µε µια θεµελιώδη αντίφαση των προγραµµάτων δηµοσιονοµικής προσαρµογής, όπως εφαρµόστηκαν σε όλο τον κόσµο και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Όσο πιο απαρέγκλιτα και επίµονα εφαρµόζονται, όσο πιο βίαια και φιλόδοξα είναι, τόσο πιο κοντά φέρνουν την επόµενη κρίση, αποµακρύνοντας την ανάπτυξη. Προς επίρρωση, το δάνειο-
µαµούθ ύψους 50 δις ευρώ που υπέγραψε η Αργεντινή µε το ∆ΝΤ τον Μάιο του 2018, πριν καν κλείσουν δύο δεκαετίες από την καταστροφή του 2001. Κι αυτά προς διάψευση προφανώς των βεβαιοτήτων ότι όσο µεγαλύτερης έκτασης και πιο επώδυνη η προσαρµογή, τόσο πιο µεγάλη η ανάπτυξη• είναι η «γνωστή θεωρία του ελατηρίου» που χρησιµοποιήθηκε για να καθαγιάσει και να νοµιµοποιήσει τις θυσίες που απαιτήθηκαν από το 2010. Αποδείχτηκε ωστόσο µύθος, όπως και τόσες άλλες υποσχέσεις που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στον θάλαµο της χηµειοθεραπείας των µνηµονίων, µε πλέον εµβληµατική, την υπόσχεση για επίλυση των διαρθρωτικών αδυναµιών της ελληνικής οικονοµίας. Πίσω φυσικά από αυτή την αντίφαση δεν υπάρχει κάποιο άλυτο µυστήριο της φύσης. Βρίσκεται µια διεθνής προσπάθεια ανατροπής των όρων της ταξικής πάλης προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας, που υλοποιείται µε τις πιο διαφορετικές αφορµές. Στη δική µας περίπτωση ήταν η κρίση χρέους.

Η απόσταση των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών, για ανάπτυξη τροφοδοτούµενη από τη µείωση των µισθών και την αύξηση της φτώχειας, από την πράξη των αναιµικών ρυθµών µεγέθυνσης δεν είναι ελληνικό φαινόµενο. Σε επίπεδο ΕΕ «το µειούµενο µερίδιο των µισθών συνδέεται µε πιο ασθενή και πιο ευάλωτη οικονοµική µεγέθυνση», ενώ «ο αγώνας προς τα κάτω στο µερίδιο των µισθών ως ένα µέσο ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας αποδείχθηκε αυτοαναιρούµενος, καθώς το εργατικό κόστος έπεσε σε πολλές χώρες ταυτόχρονα» . Ούτε επίσης απασχολεί µόνο την ετερόδοξη συζήτηση. Οµολογείται, για παράδειγµα, έστω και εκ των υστέρων, ότι «η µεγάλη µείωση των µισθών στην Ελλάδα δεν επηρέασε σε σηµαντικό βαθµό τις εξαγωγές, των οποίων η αύξηση οφείλεται κυρίως στη βελτίωση των συνθηκών της παγκόσµιας οικονοµίας», ενώ στη διερεύνηση των αιτιών που η µεγάλη µείωση των µισθών δεν αποτυπώθηκε στις τιµές και τις εξαγωγές (µικρό µέγεθος ελληνικών επιχειρήσεων, αβεβαιότητα παραµονής στην Ευρωζώνη, χαµηλός βαθµός ανταγωνισµού, αύξηση φορολογικής επιβάρυνσης) απουσιάζει σταθερά η εξέταση της πορείας των κερδών ως ανεξάρτητη µεταβλητή.

Φτάσαµε έτσι στο «παρά πέντε» της εξόδου από τα µνηµόνια, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας να παραµένει «κάτω από τη βάση»: Σε επίπεδο Β3 για τη Moody’s (µαζί µε Μπελίζ, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και Κονγκό) και Β για τη Fitch (µαζί µε Ανγκόλα, Λευκορωσία και Καµερούν) και τη S&P (µαζί µε Μπουρκίνα Φάσου, Πράσινο Ακρωτήρι και Αιθιοπία) . Λόγω αυτής της κορυφαίας αποτυχίας (για την οποία δεν µπορούν να κατηγορηθούν οι διαβόητοι υψηλοί µισθοί των δηµόσιων υπαλλήλων στην Ελλάδα και οι υποτιθέµενες µεγάλες συντάξεις), η οµαλή αναχρηµατοδότηση των δανειακών αναγκών της Ελλάδας από τις αγορές και µόνον δεν είναι εξασφαλισµένη. Κι ας έχουν περάσει οκτώ ολόκληρα χρόνια µετά την υπαγωγή στο καθεστώς των µνηµονίων, όταν µάλιστα το πρώτο πρόγραµµα προέβλεπε έξοδο στις αγορές το 2012! Αν εκείνο το πρόγραµµα χαρακτηρίστηκε κατά κοινή οµολογία αποτυχηµένο και καταστροφικό, το τρέχον γιατί µένει στο απυρόβλητο;

Ωστόσο, είµαστε ακόµη στην αρχή… Οι προοπτικές της µετα-µνηµονιακής Ελλάδας εµφανίζονται πιο ζοφερές αν λάβουµε υπόψη µας τα τετελεσµένα της µνηµονιακής 8ετίας. Στις µεγάλες επιτυχίες των προγραµµάτων οικονοµικής προσαρµογής συγκαταλέγεται η βαθύτερη και πιο οργανική ενσωµάτωση της Ελλάδας στη διεθνή οικονοµία, που συντελέστηκε ωστόσο υπό µειονεκτικούς όρους. Το άνοιγµα των αγορών µέσω της κατάργησης πλήθους γραφειοκρατικών και άλλων εµποδίων (βλ. τη διαρκώς ανανεούµενη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ) έχει ως αποτέλεσµα, µαζί µε την ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, την αύξηση των εισαγωγών και της εισαγωγικής εξάρτησης της ελληνικής οικονοµίας. Ακόµη κι αυτή η αναιµική και ασταθής άνοδος του εισοδήµατος που αναµένεται θα εντείνει στο εξής τη χρόνια και δοµική αδυναµία της ελληνικής οικονοµίας, όπως εκφράζεται µε την αύξηση του ελλείµµατος του εµπορικού ισοζυγίου. Έτσι, η ελληνική οικονοµία θα είναι στο εξής πιο επιρρεπής σε εκτροχιασµούς, όλο και συχνότερα θα πρέπει να καταφεύγει σε εξωτερική βοήθεια για να αντιµετωπίσει εγγενείς αντιφάσεις και κρίσεις, αλλά και εξωτερικούς
κλυδωνισµούς.

Η Ελλάδα, εποµένως, αποτυγχάνει (να εξασφαλίσει σοβαρούς ρυθµούς µεγέθυνσης, να έχει στη διάθεσή της ένα αξιόπιστο τραπεζικό σύστηµα, να διαχειριστεί το δηµόσιο χρέος της, να δανειστεί από τις διεθνείς αγορές όπως κάθε άλλη καπιταλιστική χώρα και πολλά άλλα), γιατί εφάρµοσε µέχρι τέλους τις οδηγίες των πιστωτών και της ντόπιας οικονοµικής ελίτ που εξαρχής αντιµετώπισε την κρίση σαν µια ευκαιρία για νέα κέρδη.

Υπό αυτές τις προοπτικές, όταν γίνεται εµφανές ότι οι κυρίαρχες πολιτικές αδυνατούν να επιλύσουν ακόµη και να διαχειριστούν αποτελεσµατικά ακανθώδη προβλήµατα, όπως του δηµόσιου χρέους, το τυπικό τέλος των µνηµονίων ανοίγει µε νέους όρους τη συζήτηση για το ουσιαστικό τέλος των πολιτικών λιτότητας και υποτέλειας…

Διαρκής απειλή η Διάσκεψη της Γενεύης για την Κύπρο

«Η Γενεύη είναι ένα πραξικόπημα, υφαρπαγή της συντακτικής εξουσίας από τον λαό της Κύπρου και απόδοσή της σε ξένες δυνάμεις, προκειμένου να καταλύσουν το κράτος και το δημοκρατικό πολίτευμα», τονίζει ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος στο βιβλίο του Η Κύπρος στο στόχαστρο (εκδ. Ινφογνώμων, 2017).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ελάχιστες είναι οι φορές που ένα βιβλίο παρεμβαίνει στην πολιτική επικαιρότητα και καταφέρνει να οξύνει την τρέχουσα αντιπαράθεση. Μια από αυτές είναι το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου, με τίτλο Η Κύπρος στο στόχαστρο – Γιατί θέλουν μια Κύπρο χωρίς Έλληνες (εκδ. Ινφογνώμων). Πρόκειται για ένα εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο, που δεν αρκείται σε στερεότυπα ή ευχολόγια. Ανασκευάζει και ακυρώνει με εξαιρετική ευστοχία και βάθος τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και του διεθνούς παράγοντα (που τα υπαγορεύει) και υπεραμύνεται χωρίς εκπτώσεις, χωρίς προσαρμογές στην… πάντα σκληρή πραγματικότητα των διεθνώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων του κυπριακού λαού.

Αφορμή για να γραφτεί το βιβλίο ήταν οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, στις οποίες ο πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης προσήλθε χωρίς να ρωτήσει κανέναν πριν αποδεχθεί την πρόταση, χωρίς να συγκαλέσει καν το Εθνικό Συμβούλιο. Για τον συγγραφέα η πρόταση; είναι όχι μόνο εντελώς παράνομη, αλλά και παράλογη. Επιπλέον, «ακόμη κι αν δεν οδηγήσει σε τελική συμφωνία, παράγει σπουδαία πολιτικά και νομικά αποτελέσματα, συνιστά το πρώτο βήμα προς την αυτοκατάλυση, την αυτοκατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη μετατροπή των Κυπρίων σε “κοινότητα εις αναζήτηση κηδεμόνα”». Κατά συνέπεια, το τέλος της Διάσκεψης της Γενεύης δεν σημαίνει ότι αποσοβήθηκε κι ο κίνδυνος, δεδομένου ότι, με πρόταση του ίδιου του Ν. Κοτζιά, η Διάσκεψη έγινε διαρκής…

Σημείο αφετηρίας για να γνωρίσουμε τη στάση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν η συνέντευξη του Νίκου Κοτζιά στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, στις 21 Ιανουαρίου 2017, κι όχι φυσικά οι δηλώσεις του on camera ή οι περίφημες «διαρροές» στον Τύπο που ωραιοποιούσαν, σε βαθμό διαστρέβλωσης, την κατάσταση και κατέληγαν σε μια αγιοποίηση του υπουργού. Ο Νίκος Κοτζιάς, πρώην σύμβουλος και θεωρητικός της διπλωματικής πολιτικής του Γ. Παπανδρέου κατά την προηγούμενη θητεία του στο υπουργείο Εξωτερικών, απαντώντας στο γερμανικό Μέσο για τη σκοπιμότητα της Διάσκεψης της Γενεύης, ανέφερε κατά λέξη ότι «φτιάχνουμε Συνθήκη για μια ομοσπονδιακή Κύπρο. Οι Τουρκοκύπριοι θα έχουν πλήρη πολιτική ισότητα. Θα έχουν δικαίωμα βέτο σε όλα τα πολιτικά ζητήματα. Και το Ανώτατο Δικαστήριο θα έχει τέσσερις δικαστές από κάθε εθνική ομάδα». Επίσης αναφέρθηκε σε μια Διεθνή Αστυνομική Δύναμη που θα ασκεί την τελική κυριαρχία στο νησί. Με αυτό τον τρόπο όμως διέψευσε δικές του δηλώσεις που επέμεναν ότι δεν ανακατεύεται σε θέματα εσωτερικής δομής του κυπριακού κράτους… Η πρότασή του ανέδυε επίσης την αποκρουστική οσμή του Σχεδίου Ανάν, το οποίο είχε αποδεχθεί ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Γ. Παπανδρέου, που είχε σύμβουλο τον Ν. Κοτζιά και προέβλεπε «την τοποθέτηση ξένων αξιωματούχων με αποφασιστική ψήφο σε όλη τη δομή τελικών αποφάσεων του νέου “κράτους”».

Κατά τον συγγραφέα, «η Διάσκεψη αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η Πενταμερής Διάσκεψη που ζητούσε πάντοτε η Τουρκία και αρνούνταν κατηγορηματικά να δεχθούν τη σύγκλησή της όλες οι κυβερνήσεις της Αθήνας και της Λευκωσίας μετά το 1974… Ο λόγος για τον οποίο αρνούνταν… είναι ότι με τις συμμετοχές και τη διαδικασία που προέβλεπε, μια τέτοια Διάσκεψη δεν ήταν παρά η εφαρμογή της τουρκικής θέσης ότι η Κύπρος δεν είναι ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, ο λαός του οποίου δικαιούται την αυτοδιάθεση και την αυτοκυβέρνησή του, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου, αλλά ένα νησί όπου κατοικούν δύο “κοινότητες” σε βρετανική αποικιακή ορολογία».

Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, που είναι από τους καλύτερους γνώστες του Κυπριακού, όπως μαρτυρούν όχι μόνο τα δύο προηγούμενα βιβλία του (Η Κύπρος σε παγίδα, 2008 και Η αρπαγή τη Κύπρου, 2004), αλλά και οι συνεχείς παρεμβάσεις του για τρέχοντα θέματα (από το σχέδιο Ανάν μέχρι τη Διάσκεψη της Γενεύης), ανασκευάζει πολύ πειστικά το επιχείρημα Αθήνας και Λευκωσίας ότι προσήλθαν στη Γενεύη με μοναδική επιδίωξη την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων. Αν είναι έτσι, σύμφωνα με τον συγγραφέα «μόνο στη Γενεύη δεν θα πήγαιναν, γιατί εκεί δεν μπορούσαν να το πετύχουν. Όφειλαν να το έχουν θέσει ως προϋπόθεση κάθε συζήτησης… Η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων συνιστά αυτοτελή υποχρέωση της Τουρκίας από το διεθνές Δίκαιο. Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ απαιτούν να φύγουν  αυτά τα στρατεύματα το συντομότερο και χωρίς όρους, είτε υπάρχει λύση είτε δεν υπάρχει κι όποια λύση κι αν βρεθεί». Όσο για τη Συνθήκη Εγγύησης «είναι έκπτωτη και παράνομη γιατί συγκρούεται με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ… Η πάγια πολιτική της Αθήνας και της Λευκωσίας ήταν ότι οι συνθήκες αυτές και ό,τι απορρέει από αυτές… απλώς δεν υφίστανται, έστω και αν καταγγέλθησαν επισήμως… Ποιος νεκρανέστησε κυριολεκτικά τη Συνθήκη αυτή; Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και η ελληνική κυβέρνηση, οι ίδιοι δηλαδή που φωνάζουν σε όλους τους τόνους ότι θέλουν να καταργήσουν τις εγγυήσεις!!! Πώς το έκαναν αυτό; Αποδεχόμενοι τη σύγκληση της Διάσκεψης Εγγυητριών Δυνάμεων, όπως τις αποκαλεί ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ στην πρόσκλησή του για τη Γενεύη και όπως τις αποκάλεσε ο ίδιος ο Ν. Κοτζιάς σε δηλώσεις του κατά την έξοδο από συνεδρίαση του Συμβουλίου Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ».

Στα θετικά σημεία του βιβλίου εντάσσεται η κριτική στάση που τηρεί έναντι της όψιμης αλλά τόσο ισχυρής στροφής της ελληνικής διπλωματίας προς το Ισραήλ, που έχει παρασύρει τους πάντες: πολιτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές ΑΕΙ, κέντρα μελετών, κ.ο.κ. Ο συγγραφέας του βιβλίου ωστόσο υπενθυμίζει ότι «το Ισραήλ ήταν σύμμαχος της Τουρκίας επί πολλές δεκαετίες και πολέμησε το αίτημα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση, ενώ παρακολουθεί πολύ ενεργά, αλλά μάλλον παρασκηνιακά, οτιδήποτε συμβαίνει στο Κυπριακό από το 1955 και μετά και υποστήριξε το Σχέδιο Ανάν το 2004».

Μία παρατήρηση μας για το πόνημα του Δ. Κωνσταντακόπουλου αφορά τη στάση του έναντι του ΑΚΕΛ, που αγγίζει τα όρια της μεροληψίας. Μολονότι όλα όσα του καταλογίζει είναι ακριβή, μεγαλύτερο κίνδυνο για την ακεραιότητα της Κύπρου αντιπροσώπευε ιστορικά και συνεχίζει να αντιπροσωπεύει η κυπριακή Δεξιά και δη ο ΔΗΣΥ. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται  στις σελίδες του βιβλίου με τις δέουσες ιστορικές αναφορές. Μία επιπλέον παρατήρηση αφορά την αντιφατική στάση του συγγραφέα απέναντι στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και την ευρωζώνη. Αν η Κύπρος δεν είχε παραχωρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στις Βρυξέλλες και διέθετε νομισματική ανεξαρτησία, δεν θα ήταν αναγκασμένη να δεχθεί την Τρόικα και να καταστρέψει το τραπεζικό της σύστημα, όπως έπραξε το 2013, δυναμιτίζοντας όχι μόνο την ευημερία των πολιτών της, αλλά και τις διεθνείς της συμμαχίες. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένες αδυναμίες δεν μειώνουν την αξία του έργου.

Στην εγκυρότητα του βιβλίου προσθέτουν μία έκκληση του Μίκη Θεοδωράκη για την Κύπρο, με τίτλο «Όχι στο νέο έγκλημα», με την οποία ξεκινάει το βιβλίο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου και μία γνώμη του κορυφαίου συνταγματολόγου Γιώργου Κασιμάτη «για την άγνωστης σύνθεσης και αγνώστων σκοπών πολυμερή διάσκεψη Γενεύης», όπου θέτει το αφοπλιστικό ερώτημα «πώς είναι δυνατό μια κυβέρνηση που δεν υπερασπίζεται την Ελλάδα, αλλά και τον εαυτό της, να υπερασπιστεί την Κύπρο;». Τέλος, ο πρόλογος του πρέσβη Θέμου Στοφορόπουλου, «θρύλου» της ελληνικής διπλωματικής παράδοσης όπως τον χαρακτηρίζει ο συγγραφέας, που διατυπώνει την ευχή το συγκεκριμένο βιβλίο «να συμβάλει σε μια συστηματική προσπάθεια μας να επανατοποθετηθεί το Κυπριακό ως συρροή διεθνών εγκλημάτων, όπως πράγματι είναι»…

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία