Η πρόωρη έναρξη της µετα-µνηµονιακής περιόδου

exodosΤο κείμενο που ακολουθεί είναι η εισαγωγή στο βιβλίο Έξοδος αδιέξοδος (εκδ. Τόπος, Αύγουστος 2018). Η έκδοση φιλοξενεί κείμενα επιστημόνων και δημοσιογράφων που επιχειρούν να  περιγράψουν την επόμενη μέρα του τέλους των Μνημονίων στην οικονομία, τις εργασιακές σχέσεις, το πολιτικό σύστημα, την οικολογία, τον πολιτισμό, αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία. Συμμετέχουν οι ακόλουθοι συγγραφείς, με αλφαβητική σειρά: Λεωνίδας Βατικιώτης, Διονύσης Ν. Γράβαρης, Διονύσης Ελευθεράτος, Μάκης Ζέρβας, Δημήτρης Καλτσώνης, Κυριάκος Κατζουράκης, Γιάννης Κουζής, Θεόδωρος Μαριόλης, Σπύρος Μαρκέτος και Άρης Χατζητεφάνου.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πολυνοµοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή στις 8 Ιουνίου, µε στόχο να κλείσει η τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση της τρίτης δανειακής σύµβασης, δεν ήταν το τελευταίο της µνηµονιακής περιόδου, αλλά το πρώτο της… µετα-µνηµονιακής περιόδου, κι ας έχει επισήµως οριστεί η έναρξή της την 21η Αυγούστου 2018. Οι δραµατικές επιπτώσεις των περικοπών στις συντάξεις και το αφορολόγητο ύψους 18,5 δις ευρώ για την περίοδο 2019-2022 που περιλαµβάνονταν στο πολυνοµοσχέδιο δεν περιορίζονται µόνο στο επίπεδο ζωής των πιο φτωχών µισθωτών και συνταξιούχων, καθώς αυτοί είναι που θα πληγούν από τη µείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων. Επεκτείνονται στο σύνολο της οικονοµίας, καθώς τούτες οι περικοπές µαζί µε τόσες και τόσες άλλες που έχουν ψηφισθεί κι εφαρµοσθεί από τον Μάιο του 2010 έως το τέλος του 2018 στο πλαίσιο της δηµοσιονοµικής προσαρµογής (που µε βάση µια εκτίµηση ανήλθε σε 67 δις ευρώ ή 36,5% του ΑΕΠ ), αποκλείουν εξ ορισµού το ενδεχόµενο η εσωτερική (δηµόσια και ιδιωτική) ζήτηση να τροφοδοτήσει τον νέο κύκλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας.

Η εξίσωση της επόµενης µέρας επιλύεται ακόµη πιο δύσκολα αν λάβουµε υπόψη µας την άθλια κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήµατος, παρότι οι 3 ανακεφαλαιοποιήσεις στοίχισαν στους φορολογούµενους 29,65 δις ευρώ (5,35 δις η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση του 2012, 19,45 δις η δεύτερη του 2013 και 4,85 δις η τρίτη του 2015). Αποδεικνύεται από επίσηµα στοιχεία, βάσει των οποίων τα αποτελέσµατα του τραπεζικού τοµέα µετά από φόρους το 2017 ήταν ζηµιές της τάξης των 476 εκ. ευρώ . Μειωµένες σε σχέση µε το 2016, όταν ανέρχονταν σε 2,6 δις – εξακολουθούν ωστόσο να απέχουν έτη φωτός από εκείνο το επίπεδο που θα επέτρεπε την οµαλή χρηµατοδότηση κατανάλωσης και επενδύσεων. Κι ας συνεχίζουν οι τράπεζες να διατηρούν ένα καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διπλάσιο του µέσου ευρωπαϊκού: 2,6% έναντι 1,3%! Η δεινή θέση των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών επιβεβαιώθηκε επίσης κι από τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αν και µε βάση τις επίσηµες ανακοινώσεις τα πέρασαν επιτυχηµένα. Αν όµως τα τεστ είχαν υλοποιηθεί µε βάση τους κανόνες του 2015, τότε 3 από τις 4 ελληνικές τράπεζες (Πειραιώς, Εθνική και Eurobank) θα είχαν αποτύχει παταγωδώς! Με άλλα λόγια, αν τα… δοκάρια είχαν µείνει στη θέση τους, τα τεστ αντοχής θα ισοδυναµούσαν µε το εναρκτήριο λάκτισµα για έναν ακόµη, τον τέταρτο, κύκλο ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Τώρα όµως «τα αποτελέσµατα των στρες τεστ µπορεί να σηµαίνουν ότι τα 20 δις ευρώ από τα κονδύλια διάσωσης που είχαν αφεθεί στην άκρη για να ενισχύσουν τις τράπεζες απελευθερώνονται για άλλη χρήση, όπως η επαναγορά χρέους από το ∆ΝΤ και την ΕΚΤ» έγραφαν οι FinancialTimes.

Η απόφαση ωστόσο του Eurogroup της 22ας Ιουνίου, που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «ιστορική», δεν περιλάµβανε ούτε καν αυτό το µέτρο, της εξαγοράς των «ακριβών» δανείων του ∆ΝΤ (µε επιτόκιο 3,5%) από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (µε επιτόκιο 0,8%). ∆εν περιείχε ούτε το πολυσυζητηµένο γαλλικό κλειδί που θα συναρτούσε τις αποπληρωµές από τους ρυθµούς µεγέθυνσης της οικονοµίας. Η επιµήκυνση που αποφασίστηκε για τις αποπληρωµές του δεύτερου δανείου ήταν µόνο για 10 χρόνια, όταν το ∆ΝΤ στο πλαίσιο των διαπραγµατεύσεων µε τη Γερµανία ζητούσε τουλάχιστον 15 χρόνια, και η επιστροφή των κερδών των εθνικών κεντρικών τραπεζών (που αποφασίστηκε πρώτη φορά το 2012) θα γίνει κατόπιν αξιολογήσεων. Εάν δηλαδή κι εφόσον συνεχίζεται η υιοθέτηση της πολιτικής ακραίας λιτότητας. Το χειρότερο ωστόσο ήταν πως η απόφαση του Eurogroup θεσµοθέτησε συγκεκριµένους µηχανισµούς και αυστηρές διαδικασίες που θα ελέγχουν σε τριµηνιαία βάση την εφαρµογή µιας άγριας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, µε βάση όσα λεπτοµερώς περιγράφονται στην απόφασή του και το συνοδευτικό παράρτηµα, µε τον χαρακτηριστικό τίτλο, «Συγκεκριµένες δεσµεύσεις που διασφαλίζουν τη συνέχιση και ολοκλήρωση των µεταρρυθµίσεων που υιοθετήθηκαν υπό το πρόγραµµα του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας» . Αναφέρονται δε τα εξής µέτρα, πέραν των δηµοσιονοµικών πλεονασµάτων ύψους 3,5% µέχρι το 2022 και 2,2% από το 2023 ως το 2060 που δεν έχουν προηγούµενο όχι µόνο εφαρµογής, αλλά και εξαγγελίας σε καµία άλλη χώρα του κόσµου: Νέες ιδιωτικοποιήσεις (ΕΥ∆ΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ∆ΕΣΦΑ, ∆ΕΠΑ, Εγνατία οδός, λιµάνια Καβάλας και Αλεξανδρούπολης κ.ά.) πέραν των παλιών (λιγνιτικές µονάδες ∆ΕΗ, Ελληνικό κ.λπ.), επιτάχυνση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών, πιέσεις για αθώωση των στελεχών του ΤΑΙΠΕ∆ που κατηγορούνται για χρηµατισµό και του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ Α. Γεωργίου, επιτάχυνση της αξιολόγησης στον δηµόσιο τοµέα και της κινητικότητας µεταξύ των δηµόσιων υπαλλήλων κ.ο.κ.

Το όριο δε που τέθηκε µε την απόφαση του Eurogroup (κι είχε αποφασιστεί πρώτη φορά µε προηγούµενη απόφασή του στις 25 Μαΐου 2016) να µην υπερβαίνουν οι αποπληρωµές το 15% του ΑΕΠ για την πρώτη µεσοπρόθεσµη (αλλά ακαθόριστη χρονικά) περίοδο µετά το πρόγραµµα και το 20% στη συνέχεια, δεν αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού, καθώς όποια υποχρέωση ξεπερνάει το 15% ή το 20% δεν θα διαγράφεται. Θα µετατίθεται για να πληρωθεί στο µέλλον, µεταφέροντας δανειακά βάρη στις επόµενες γενιές! Το αποτέλεσµα δηλαδή θα είναι η επιµήκυνση του χρέους και όχι η διαγραφή έστω ενός µέρους του. Όρος που αποκλείστηκε πρώτη φορά µε την ιστορικής σηµασίας απόφαση του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όπου η τότε κυβέρνηση είχε δεσµευτεί να αποπληρώσει «πλήρως και εγκαίρως τις οικονοµικές υποχρεώσεις της» και πιο πρόσφατα µε τις αποφάσεις των Eurogroup (25/5/2016 και 15/6/2017) όπου αναφέρεται καθαρά ότι τα µέτρα ελάφρυνσης δεν θα επιφέρουν επιπλέον κόστη στους δανειστές.

Η διατήρηση του δηµόσιου χρέους στα δυσθεώρητα επίπεδα του 183% για το 2018 επέβαλε στο Eurogroup της 22ας Ιου­νίου την έγκριση µιας επαυξηµένης δόσης κατά 9,5 δις ευρώ που θα συµβάλει στη δηµιουργία ενός µαξιλαριού ρευστού ύψους 24,1 δις, που θα επιτρέπει τη φθηνή αναχρηµατοδότηση του ελληνικού δηµόσιου χρέους για 22 µήνες µετά τον Ιούνιο του 2016. Επί της ουσίας είναι µια προληπτική γραµµή στήριξης, καθώς πρόκειται για κεφάλαια εν αναµονή. Κι έτσι το ερώτηµα που προκύπτει είναι απλό: Αν το δηµόσιο χρέος της Ελλάδας έγινε βιώσιµο µε την 10ετή επιµήκυνση, όπως έσπευσαν να το χαρακτηρίσουν ο υπουργός Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτος και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας, κι η Ελλάδα µπορεί να προσφύγει στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της πετυχαίνοντας έτσι την πολυπόθητη «καθαρή έξοδο», προς τι τότε το «µαξιλάρι ρευστότητας»;

Σε αυτό το πλαίσιο, που περιγράφει µια οικονοµία ασθενική κι επιρρεπή στα γυρίσµατα της οικονοµικής συγκυρίας, είναι κενοί περιεχοµένου οι πανηγυρικοί του υπουργού Οικονοµικών Ευκλ. Τσακαλώτου και άλλων επειδή απέφυγαν την προληπτική γραµµή στήριξης του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας που ζητούσαν µετ’ επιτάσεως τόσο ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μ. Ντράγκι, όσο και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γ. Στουρνάρας, παραµένοντας πάντως άγνωστο αν µε το αίτηµά τους εξέφραζαν τα συµφέροντα των εγχώριων τραπεζιτών, που επιθυµούν να υπάρχουν εν αναµονή πιστώσεις µην τυχόν και απαιτηθεί µια νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εξαιτίας για παράδειγµα µιας απότοµης επιδείνωσης του διεθνούς οικονοµικού περιβάλλοντος. Η πιστοληπτική γραµµή όµως ήταν απευκταία για τον απλό λόγο ότι η ενεργοποίησή της από την 21η Αυγούστου και για έναν χρόνο θα συνοδευόταν από νέα αντιλαϊκά µέτρα. Τα αντιλαϊκά µέτρα ωστόσο για την εποµένη της λήξης του τρίτου δανειακού προγράµµατος υιοθετούνται µε ρυθµούς καταιγιστικούς εδώ και χρόνια, χωρίς η κυβέρνηση να προβάλλει την παραµικρή αντίσταση. Περιλαµβάνουν δε ακόµη και τον περιορισµό του δικαιώµατος στην απεργία, πέραν άλλων µέτρων όπως η υποθήκευση όλης της δηµόσιας περιουσίας στους δανειστές µέσω της Ελληνικής Εταιρείας Συµµετοχών και Περιουσίας (υπερ-ταµείου ιδιωτικοποιήσεων, κατά κόσµον) κ.ο.κ. Η κυβέρνηση έτσι στην πράξη κατέφυγε σε µια πιστοληπτική γραµµή ειδικά σχεδιασµένη για την Ελλάδα, υποθηκεύοντας ακόµη και αυτή την ονοµαστική ανάπτυξη για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες…

Ερχόµαστε έτσι αντιµέτωποι µε µια θεµελιώδη αντίφαση των προγραµµάτων δηµοσιονοµικής προσαρµογής, όπως εφαρµόστηκαν σε όλο τον κόσµο και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Όσο πιο απαρέγκλιτα και επίµονα εφαρµόζονται, όσο πιο βίαια και φιλόδοξα είναι, τόσο πιο κοντά φέρνουν την επόµενη κρίση, αποµακρύνοντας την ανάπτυξη. Προς επίρρωση, το δάνειο-
µαµούθ ύψους 50 δις ευρώ που υπέγραψε η Αργεντινή µε το ∆ΝΤ τον Μάιο του 2018, πριν καν κλείσουν δύο δεκαετίες από την καταστροφή του 2001. Κι αυτά προς διάψευση προφανώς των βεβαιοτήτων ότι όσο µεγαλύτερης έκτασης και πιο επώδυνη η προσαρµογή, τόσο πιο µεγάλη η ανάπτυξη• είναι η «γνωστή θεωρία του ελατηρίου» που χρησιµοποιήθηκε για να καθαγιάσει και να νοµιµοποιήσει τις θυσίες που απαιτήθηκαν από το 2010. Αποδείχτηκε ωστόσο µύθος, όπως και τόσες άλλες υποσχέσεις που συνόδευσαν την ένταξη της Ελλάδας στον θάλαµο της χηµειοθεραπείας των µνηµονίων, µε πλέον εµβληµατική, την υπόσχεση για επίλυση των διαρθρωτικών αδυναµιών της ελληνικής οικονοµίας. Πίσω φυσικά από αυτή την αντίφαση δεν υπάρχει κάποιο άλυτο µυστήριο της φύσης. Βρίσκεται µια διεθνής προσπάθεια ανατροπής των όρων της ταξικής πάλης προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας, που υλοποιείται µε τις πιο διαφορετικές αφορµές. Στη δική µας περίπτωση ήταν η κρίση χρέους.

Η απόσταση των νεοφιλελεύθερων εξαγγελιών, για ανάπτυξη τροφοδοτούµενη από τη µείωση των µισθών και την αύξηση της φτώχειας, από την πράξη των αναιµικών ρυθµών µεγέθυνσης δεν είναι ελληνικό φαινόµενο. Σε επίπεδο ΕΕ «το µειούµενο µερίδιο των µισθών συνδέεται µε πιο ασθενή και πιο ευάλωτη οικονοµική µεγέθυνση», ενώ «ο αγώνας προς τα κάτω στο µερίδιο των µισθών ως ένα µέσο ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας αποδείχθηκε αυτοαναιρούµενος, καθώς το εργατικό κόστος έπεσε σε πολλές χώρες ταυτόχρονα» . Ούτε επίσης απασχολεί µόνο την ετερόδοξη συζήτηση. Οµολογείται, για παράδειγµα, έστω και εκ των υστέρων, ότι «η µεγάλη µείωση των µισθών στην Ελλάδα δεν επηρέασε σε σηµαντικό βαθµό τις εξαγωγές, των οποίων η αύξηση οφείλεται κυρίως στη βελτίωση των συνθηκών της παγκόσµιας οικονοµίας», ενώ στη διερεύνηση των αιτιών που η µεγάλη µείωση των µισθών δεν αποτυπώθηκε στις τιµές και τις εξαγωγές (µικρό µέγεθος ελληνικών επιχειρήσεων, αβεβαιότητα παραµονής στην Ευρωζώνη, χαµηλός βαθµός ανταγωνισµού, αύξηση φορολογικής επιβάρυνσης) απουσιάζει σταθερά η εξέταση της πορείας των κερδών ως ανεξάρτητη µεταβλητή.

Φτάσαµε έτσι στο «παρά πέντε» της εξόδου από τα µνηµόνια, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας να παραµένει «κάτω από τη βάση»: Σε επίπεδο Β3 για τη Moody’s (µαζί µε Μπελίζ, Βοσνία-Ερζεγοβίνη και Κονγκό) και Β για τη Fitch (µαζί µε Ανγκόλα, Λευκορωσία και Καµερούν) και τη S&P (µαζί µε Μπουρκίνα Φάσου, Πράσινο Ακρωτήρι και Αιθιοπία) . Λόγω αυτής της κορυφαίας αποτυχίας (για την οποία δεν µπορούν να κατηγορηθούν οι διαβόητοι υψηλοί µισθοί των δηµόσιων υπαλλήλων στην Ελλάδα και οι υποτιθέµενες µεγάλες συντάξεις), η οµαλή αναχρηµατοδότηση των δανειακών αναγκών της Ελλάδας από τις αγορές και µόνον δεν είναι εξασφαλισµένη. Κι ας έχουν περάσει οκτώ ολόκληρα χρόνια µετά την υπαγωγή στο καθεστώς των µνηµονίων, όταν µάλιστα το πρώτο πρόγραµµα προέβλεπε έξοδο στις αγορές το 2012! Αν εκείνο το πρόγραµµα χαρακτηρίστηκε κατά κοινή οµολογία αποτυχηµένο και καταστροφικό, το τρέχον γιατί µένει στο απυρόβλητο;

Ωστόσο, είµαστε ακόµη στην αρχή… Οι προοπτικές της µετα-µνηµονιακής Ελλάδας εµφανίζονται πιο ζοφερές αν λάβουµε υπόψη µας τα τετελεσµένα της µνηµονιακής 8ετίας. Στις µεγάλες επιτυχίες των προγραµµάτων οικονοµικής προσαρµογής συγκαταλέγεται η βαθύτερη και πιο οργανική ενσωµάτωση της Ελλάδας στη διεθνή οικονοµία, που συντελέστηκε ωστόσο υπό µειονεκτικούς όρους. Το άνοιγµα των αγορών µέσω της κατάργησης πλήθους γραφειοκρατικών και άλλων εµποδίων (βλ. τη διαρκώς ανανεούµενη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ) έχει ως αποτέλεσµα, µαζί µε την ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, την αύξηση των εισαγωγών και της εισαγωγικής εξάρτησης της ελληνικής οικονοµίας. Ακόµη κι αυτή η αναιµική και ασταθής άνοδος του εισοδήµατος που αναµένεται θα εντείνει στο εξής τη χρόνια και δοµική αδυναµία της ελληνικής οικονοµίας, όπως εκφράζεται µε την αύξηση του ελλείµµατος του εµπορικού ισοζυγίου. Έτσι, η ελληνική οικονοµία θα είναι στο εξής πιο επιρρεπής σε εκτροχιασµούς, όλο και συχνότερα θα πρέπει να καταφεύγει σε εξωτερική βοήθεια για να αντιµετωπίσει εγγενείς αντιφάσεις και κρίσεις, αλλά και εξωτερικούς
κλυδωνισµούς.

Η Ελλάδα, εποµένως, αποτυγχάνει (να εξασφαλίσει σοβαρούς ρυθµούς µεγέθυνσης, να έχει στη διάθεσή της ένα αξιόπιστο τραπεζικό σύστηµα, να διαχειριστεί το δηµόσιο χρέος της, να δανειστεί από τις διεθνείς αγορές όπως κάθε άλλη καπιταλιστική χώρα και πολλά άλλα), γιατί εφάρµοσε µέχρι τέλους τις οδηγίες των πιστωτών και της ντόπιας οικονοµικής ελίτ που εξαρχής αντιµετώπισε την κρίση σαν µια ευκαιρία για νέα κέρδη.

Υπό αυτές τις προοπτικές, όταν γίνεται εµφανές ότι οι κυρίαρχες πολιτικές αδυνατούν να επιλύσουν ακόµη και να διαχειριστούν αποτελεσµατικά ακανθώδη προβλήµατα, όπως του δηµόσιου χρέους, το τυπικό τέλος των µνηµονίων ανοίγει µε νέους όρους τη συζήτηση για το ουσιαστικό τέλος των πολιτικών λιτότητας και υποτέλειας…

Κερδίζοντας χρόνο, επίμετρο στο βιβλίο του Β. Στρεκ

cover-front-strek_webΕπίµετρο στο βιβλίο Κερδίζοντας χρόνο, η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού του Βόλφγκανγκ Στρεκ (Εκδόσεις Τόπος, 2016)

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Καλύτερη συγκυρία δεν θα µπορούσε να βρεθεί για να εκδοθεί στα ελληνικά το ανά χείρας βιβλίο του Γερµανού µαρξιστή Βόλφγκανγκ Στρεκ. Από τη µία η κατάσταση κατατονίας και απογοήτευσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Αριστερά µετά την υπογραφή, τον Αύγουστο του 2015, του τρίτου Μνηµονίου, και από την άλλη η αναµονή των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες προκαλεί η κατάρρευση του πολιτικού συστήµατος των ΗΠΑ και είναι θέµα χρόνου να µεταφερθούν στο πολιτικό σύστηµα της Ευρώπης, προκαλώντας κλυδωνισµούς εφάµιλλους της κατάρρευσης της Λίµαν Μπράδερς, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την κρίση του πολιτικού συστήµατος και θέτουν επί τάπητος το πρόγραµµα της Αριστεράς. Επιβάλλουν την επανεξέταση των πιο θεµελιωδών της θέσεων: για τη δυναµική ισορροπία πολιτικής-οικονοµίας, την εκπροσώπηση και τη συµµετοχή των λαϊκών στρωµάτων στην πολιτική ζωή και, τέλος, για τη σχέση εθνικού και διεθνούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του Στρεκ, γερά εδραιωµένη στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση, σε γόνιµη επαφή µε ποικίλα ρεύµατα και –το σηµαντικότερο– χωρίς αγκυλώσεις και απαγορευµένες ζώνες στην κριτική, είναι πολύτιµη.

Η επικέντρωση στα «οικεία κακά», σε ένα βιβλίο το οποίο ασχολείται µε την τρέχουσα οικονοµική κρίση (παρέχοντας µάλιστα αναντικατάστατα εργαλεία για την κατανόηση της εξέλιξής της, όπως η θέση του Στρεκ ότι κάθε εφήµερη λύση δεν χρειάστηκε παρά µία δεκαετία για να µεταµορφωθεί σε πρόβληµα), δεν είναι αυθαίρετη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας µε βασικές σπουδές στο Πανεπιστήµιο της Φρανκφούρτης, σε όλη την έκταση του βιβλίου κινείται µε µια θαυµαστή άνεση µεταξύ της µορφής της δηµοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισµού, ανατέµνοντας τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαπερνώντας έτσι τα τείχη που τις διαχωρίζουν στις φορµαλιστικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε συγκυρίες όπως η σηµερινή, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόµενα, το πολιτικό διεκδικεί τη δική του θέση…

Από τον πλούτο των ιδεών που παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου σε τρεις, κατά τον γράφοντα, θέσεις, όπως αναπτύσσονται αντίστοιχα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αξίζει µια ξεχωριστή αναφορά στον δηµόσιο διάλογο: η άποψή του Στρεκ για την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της πολιτικής, η εκτίµησή του για την ανταγωνιστική σχέση δηµοκρατίας-καπιταλισµού και η ανάλυσή του για την ΕΕ ως όχηµα για τη φιλελευθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισµού.

Το κεφάλαιο επιστρέφει

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότησή του το 2014 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών (1995-2014) και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήµιο της Κολονίας, η Σχολή της Φρανκφούρτης αλλά και ένα ευρύτερο τµήµα της µαρξιστικής διανόησης της εποχής βρέθηκαν ανέτοιµοι να ερµηνεύσουν τη δοµική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, γιατί προ πολλού είχαν δώσει τα πρωτεία στο πλαίσιο της ανάλυσής τους στην πολιτική επιστήµη, τη δηµοκρατική θεωρία, τη θεωρία της επικοινωνίας κ.ά., υποτιµώντας την πολιτική οικονοµία! Το πολιτικό σύστηµα και όχι το κεφάλαιο θεωρούνταν το κέντρο βάρους και η ατµοµηχανή της εξέλιξης.

∆εν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι αιτίες της πλάνης τους. Η απρόσκοπτη ανάπτυξη του µεταπολεµικού καπιταλισµού, που οδήγησε διανοούµενους και διεθνείς οργανισµούς να ανακοινώσουν το τέλος των κρίσεων, δεν µπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη µαρξιστική διανόηση, η οποία είχε από καιρό µάλιστα µεταφέρει την έδρα της στα πανεπιστήµια, µακριά από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τους συλλογικούς φορείς της κοινωνίας. Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ανοδική φορά των οικονοµικών δεικτών δηµιουργούσε τις αυταπάτες µιας απρόσκοπτης ανόδου της κοινωνικής ευηµερίας, αποτελώντας το κόκκινο χαλί για την κατίσχυση των αυταπατών.

Σχεδόν µισό αιώνα αργότερα, η εγγενής δυναµική του κεφαλαίου θεω­ρήθηκε ξανά δευτερεύον θέµα. Η τάση του προς την αντίδραση (όπως συµπυκνώνεται στην απαίτηση µείωσης των µισθών ή την καταστροφή του περιβάλλοντος στις Σκουριές και το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού) υποτιµήθηκε για µία ακόµη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την ψήφο του ελληνικού λαού από το 2012 µέχρι και το 2015, καλλιεργούσε τη βεβαιό­τητα στους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, πως ήταν απλώς και µόνο θέµα κυβερνητικής απόφασης και ευνοϊκής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας ή η ακύρωση των µέτρων απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Απέκρυβε έτσι το σηµαντικότερο: ότι η περικοπή των δαπανών για την υγεία και την παιδεία, η µείωση των µισθών και η κατάργηση των συλλογικών συµβάσεων αποτελούσαν απαραίτητο όρο για την ανάταξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στο έδαφος της πτώσης των κερδών και της εξάντλησης της δυναµικής που είχαν τροφοδοτήσει οι αθρόες χρηµατοδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, οι Ολυµπιακοί Αγώνες κ.ά., ένας νέος γύρος ταξικού πολέµου, απροκάλυπτου και όχι δι’ αντιπροσώπων, ήταν µονόδροµος για τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες, όπως αποκάλυπταν οι εκθέσεις τους πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαµαρά τούτη τη βαθύτερη και ζωτική ανάγκη για έναν νέο γύρο διευρυµένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξέφραζαν όταν υπέγραφαν το ένα µνηµόνιο µετά το άλλο – πέραν της άµεσης ανάγκης διαχείρισης της εν εξελίξει κρίσης χρέους, ακυρώνοντας τις προγραµµατικές δεσµεύσεις τους κι επιλέγοντας να περάσουν στην πολιτική ανυποληψία, εφαρµόζοντας πολιτικές πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και δρακόντειας λιτότητας.

Στον αντίποδα της κριτικής της πολιτικής της λιτότητας ως µιας ανόη­της ιδέας ανιστόρητων πολιτικών και δογµατικών καθηγητών, που αν κάτι χρειάζεται είναι να αντικρουστεί ως αναποτελεσµατική, ο συγγραφέας Mark Blyth στο εξαιρετικό βιβλίο του Λιτότητα, η ιστορία µιας επικίνδυνης ιδέας (Αθήνα: Pandora books, 2014) δεν παραλείπει να τη συνδέσει µε υλικά συµφέροντα, αφού πρώτα έχει αποδείξει πως η συµβολή της στην προώθηση της µείωσης του δηµόσιου χρέους µπορεί να συγκριθεί µε τη συµβολή της Χρυσής Ορδής των Μογγόλων στην προώθηση της ιππικής δεξιοτεχνίας στους Ολυµπιακούς Αγώνες: «Η εµµονή για την εφαρµογή της λιτότητας δεν είναι απλώς ιδεολογική, παρόλο που υπάρχει και αυτό το στοιχείο. Υπάρχουν και υλικοί λόγοι για τη συνεχιζόµενη εφαρµογή της λιτότητας, ιδίως στην Ευρώπη: η δηµιουργία χώρου στους ισολογισµούς των χωρών, σε περίπτωση που µια τράπεζα που είναι πολύ µεγάλη για να διασωθεί, καταρρεύσει» (σ. 324-325). Η λιτότητα, εποµένως, δεν είναι παρά η κυρίαρχη µορφή αντιµετώπισης της κρίσης, η συνταγή που επιλέγεται για να ξεπεραστεί η δοµική κρίση που κλυδωνίζει τις δυτικές κοινωνίες από το 1970, δηµιουργώντας σε πολύ αδρές γραµµές αλλεπάλληλες µεταστάσεις: από τη σφαίρα της παραγωγής υλικών και άυλων αγαθών, στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα και από εκεί στα δηµόσια οικονοµικά, όπου το έγκληµα έγινε τέλειο µε τον λογαριασµό να µετακυλίεται στους εργαζόµενους και τους φορολογούµενους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόµη που διεκδικούσε την ψήφο των αριστερών και όχι µόνο (ήταν δηλωτικές, για παράδειγµα, της µετέπειτα πορείας του οι εκκλήσεις σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας από το 2013 και το 2014), περιόρισε και αφυδάτωσε µέχρι να διαστρέψει τελικά τον αγώνα κατά της λιτότητας, σε µια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας τα σκήπτρα στον παραδοσιακό χώρο της σοσιαλ­δηµοκρατίας, της Ν∆ και εναντίον της Μέρκελ. Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης είχε κριθεί εποµένως πολύ πριν από τις 14 Αυγούστου 2015, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την τρίτη δανειακή σύµβαση µε τους πιστωτές (ύψους έως 86 δισ. ευρώ) και το τρίτο Μνηµόνιο, που αποδείχθηκε πιο επιβλαβές για τα κοινωνικά συµφέροντα από όλα τα προη­γούµενα. Προς επίρρωση, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ (από την κινεζική Κόσκο) των 14 περιφερειακών αεροδροµίων (από την κοινοπραξία της γερµανικής Φραπόρτ µε τον Όµιλο Κοπελούζου), του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού (από τον όµιλο Λάτση) και κορωνίδα όλων η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον ∆εκέµβρη του 2015, που σηµατοδότησε την οριστική απώλεια ελέγχου στο µετοχικό τους κεφάλαιο εκ µέρους του ∆ηµοσίου, µεταξύ πολλών άλλων που φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυνάµεις που επέβαλαν την πολιτική της λιτότητας, τοποθετώντας εκ νέου τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής στην πραγµατική του θέση ως υπηρέτη των αστικών συµφερόντων. Η λαϊκή βούληση και ο ενθουσιασµός που συνόδευσαν τη νίκη του «Όχι» στο δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015, µε 61,3%, θεωρήθηκαν για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια βαρίδια.

Βλάπτει η δηµοκρατία

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας, όπως συνοψίζεται στην επιδίωξη πρωτογενών πλεονασµάτων του κρατικού προϋπολογισµού µέσω της αύξησης των φόρων και της µείωσης των συντάξεων, που επιφέρει νέους φόρους και περικοπές, δεν θα µπορούσε να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον άνθησης της δηµοκρατίας και της λαϊκής συµµετοχής. «Ο νεο­φιλελευθερισµός είναι ασύµβατος µε ένα δηµοκρατικό κράτος», τονίζει ο συγγραφέας ανατρέποντας µε έναν πλούτο επιχειρηµάτων την κυρίαρχη θεωρία ότι η δηµοσιονοµική κρίση είναι αποτέλεσµα της υπερβολικής δηµοκρατίας, η οποία εκφράζεται µέσα από την υλοποίηση λαϊκών αιτηµάτων που οδηγούν στη δηµοσιονοµική υπερεπέκταση.

Αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που µπορεί να συνοψιστεί στη ρήση «η δηµοκρατία βλάπτει», ουκ ολίγες φορές αποτέλεσε οδηγό δράσης και αιτιολογική βάση το δεύτερο εξάµηνο του 2015 και το πρώτο εξάµηνο του 2016. Από τη µακρά αλυσίδα κοινοβουλευτικών πραξικοπηµάτων και συνταγµατικών παραβιάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεχωρίζουν: Πρώτο, η ψήφιση τόσο του Μνηµονίου Τσίπρα στις 14 Αυγούστου 2015 όσο και των πολυνοµοσχεδίων µε τα οποία απελευθερώθηκε µέρος της δεύτερης δόσης τον Μάιο του 2015 µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή και πάντα την τελευταία στιγµή, χωρίς καν οι βουλευτές να έχουν τον χρόνο να διαβάσουν τι ψηφίζουν. «Η ιδιόρρυθµη αυτή κατάσταση ανάγκης καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ως διαρ­κής κατάσταση contra constitutionem εξαίρεσης», έγραφε ο Γ. Κατρούγκαλος όταν το δίληµµα «Μνηµόνιο ή χρεοκοπία» το έθεταν ΠΑΣΟΚ και Ν∆ (Η κρίση και η έξοδος, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη, 2012). Και συµπλήρωνε αµέσως µετά: «Αποτελεί όρο υπεράσπισης του νοµικού και πολιτικού µας πολιτισµού η απόρριψη των θέσεων αυτών». Θέσεις τις οποίες στη συνέχεια εφάρµοσε µε µαχητικό τρόπο ο ίδιος από τη θέση του κορυ­φαίου υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα, πασχίζοντας να γίνει ο καλύτερος µνηµονιακός µαθητής και ας είχε καταγγείλει και στηλιτεύσει µόλις πριν από λίγους µήνες τις ίδιες αντιδηµοκρατικές µεθόδους, κάνοντας λόγο για «µνηµονια­κό παρακράτος».

Κορυφαία, ωστόσο, στιγµή του αντιδηµοκρατικού κατήφορου που συνόδευσε την αριστερή θεραπεία του σοκ ήταν ο «δηµοσιονοµικός κόφτης», ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016. Η αλήθεια είναι πως η υιοθέτηση αυτόµατου µηχανισµού περικοπών, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δηµοσιονοµικούς στόχους, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ∆ηµοσιονοµικό Σύµφωνο που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2012. Επιβλήθηκε από την ΕΕ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβε ωστόσο το πολιτικό κόστος να ψηφίσει νόµο βάσει του οποίου σε περίπτωση που δεν υλοποιείται ο στόχος του δηµοσιονοµικού πλεονάσµατος, θα εκδίδεται προε­δρικό διάταγµα που θα ανακοινώνει τις δηµοσιονοµικές περικοπές, χωρίς καν να ερωτηθεί η Βουλή ή να έχει άποψη για το τι θα κοπεί. Ο «δηµοσιο­νοµικός κόφτης» εγγυάται στους πιστωτές τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις στο διηνεκές. Η εγγύηση αυτή ωστόσο παρέχεται µε αντάλλαγµα την υποβάθµιση, για πολλοστή φορά, της νοµοθετικής εξουσίας, η οποία παρακάµπτεται και οδηγείται στην αχρηστία, γιατί πιθανά κρίνεται ως ευάλωτη και ευεπίφορη στις σειρήνες των λαϊκών ή «λαϊκίστικων» πιέσεων, προς επιβεβαίωση της θέσης του Jacques Ranciere, ότι «το σούσουρο για τους θανάσιµους κινδύνους του λαϊκισµού αποσκοπεί στη θεωρητική θεµελίωση της ιδέας ότι δεν έχουµε άλλη επιλογή» (Τι είναι λαός; Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Συµµετοχή στις εθνικές εκλογές
 1
 

Η διάψευση των προσδοκιών που δηµιούργησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ µετά τη συµφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, για πρώτη φορά, και η στροφή 180 µοιρών της κυβέρνησης µετά το θεαµατικό αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος οδήγησαν και στην Ελλάδα στο φαινόµενο που αναδεικνύει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Βόλφγκανγκ Στρεκ: την εκλογική αποχή ως µια µορφή προφανώς παθητικής πολιτικής διαµαρτυρίας. Έτσι, στις εκλογές του Σεπτεµβρίου του 2015, η συµµετοχή έφτασε στο χαµηλό ποσοστό του 56,16%, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ για τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταθερή δε µείωση της συµµετοχής στις εθνικές εκλογές τα τελευταία 20 χρόνια, όπως φαίνεται στο διάγραµµα που παραθέτουµε, ακολουθεί πιστά τη σκλήρυνση της επίσηµης πολιτικής (µε κορυφή του παγόβουνου όλους τους πολιτικούς να καταδικάζουν τον… επάρατο πολιτικό κύκλο ως αιτία οικονοµικού πισωγυρίσµατος) προς επίρρωση της αρνητικής συσχέτισης της πολιτικής της λιτότητας µε τη δηµοκρατία. Φάνηκε έτσι ότι όπως η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και η µείωση των µισθών (µε τον Νοέµβριο του 2015 να αποτελεί σηµείο τοµής, καθώς για πρώτη φορά ο µέσος µεικτός µισθός του ιδιωτικού τοµέα υποχώρησε κάτω από τα 1.000 ευρώ για να διαµορφωθεί στα 974 ευρώ ή 792 καθαρά) δεν στρέφει τους εργαζόµενους στην επιλογή του αγώνα, έτσι και η κοινοβουλευτική διάψευση δεν οδηγεί στην απόρριψη του κοινοβουλευτισµού από τη σκοπιά της άµεσης έστω και όχι κατ’ ανάγκην της εργατικής δηµοκρατίας, αλλά στην παθητικοποίηση, την απόσυρση και την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας αλλαγής µέσω της ίδιας λαϊκής συµµετοχής, ακόµη και της πιο τυπικής και επετειακής, όπως είναι η ψήφος στις εκλογές.

Συστατικό στοιχείο των συµµαχιών της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί και η ταξικά µεροληπτική φορολογική πολιτική. Στην Ελλάδα, όµως, παρατηρείται ένα παράδοξο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πράγµατι, το ποσοστό της φορολογίας στο σύνολο του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι από τα χαµηλότερα στην Ευρώπη. Μπορούµε λοιπόν αδροµερώς να υποστηρίξουµε ότι «οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους»; Μάλλον όχι, γιατί όσο περισσότερο αναλύουµε τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τόσο πιο εµφανές γίνεται ότι το παραπάνω συµπέρασµα ταιριάζει σε µια µικρή µειοψηφία που απολαµβάνει υποδείγµατα φορολόγησης εξωτικού παραδείσου, ενώ η πλειονότητα εντάσσεται στο φορολογικό σύστηµα ακολουθώντας πρότυπα Σκανδιναβίας. Αξίζει να δούµε τρία παραδείγµατα.

Το πρώτο αφορά τους εταιρικούς φόρους. Η διαχρονική εξέλιξη της συµµετοχής των ανώνυµων εταιρειών στα φορολογικά έσοδα δεν απέχει καθόλου από το ευρωπαϊκό «κεκτηµένο». Εν ολίγοις, σταδιακή απόσυρση! Μάρτυρας η σταθερή µείωση των πραγµατικών φορολογικών συντελεστών από το 2010 έως το 2014 κατά 6,3% στην ΕΕ των 28 και 5,7% στην Ευρωζώνη των 19 κρατών-µελών. Ορίστε ποιος είναι ο φυσικός αυτουργός της τρέχουσας δηµοσιονοµικής κρίσης: οι ανώνυµες εταιρείες που µεταφέρουν στο κράτος την κρίση, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους. Ο ελληνικός ιδιωτικός τοµέας ωστόσο πλειοδοτεί σε «ευρωπαϊσµό». Κατά 20 (!) ποσοστιαίες µονάδες, στο ήµισυ, µειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2012, όπως φαίνεται παραστατικά και στο διάγραµµα που παραθέτουµε. Η µειωµένη συµβολή των ΑΕ στη φορολογία στην Ελλάδα, σε σχέση µε την υπόλοιπη Ευρώπη, αντανακλάται επίσης και στο ποσοστό των εταιρικών φόρων στο ακαθάριστο προϊόν: 1,3% του ΑΕΠ ήταν οι εταιρικοί φόροι στην Ελλάδα το 2013, 2,5% στην ΕΕ και τη Γερµανία! (Πηγή: Taxation trends in the European Union, Eurostat Statistical Book, 2015 edition). Κυµαινόταν δηλαδή σε διπλάσια ποσοστά, προς διάψευση των κοινοτοπιών περί κρατικών εµποδίων που δυσχεραίνουν την τέχνη του επιχειρείν στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη τα φορολογικά «εµπόδια» είναι µεγαλύτερα.

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.  Φορολογικός συντελεστής Ανώνυµων Εταιρειών
 2
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά τους έµµεσους φόρους, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον πιο ευαίσθητο δείκτη της προοδευτικότητας ενός φορολογικού συστήµατος. Έτσι, η υψηλή έµµεση φορολογία πρόδιδε δυσανάλογα σοβαρή επιβάρυνση των λαϊκών στρωµάτων προς όφελος της ελίτ, ακυρώνοντας την αρχή της αναλογικότητας του φόρου, ενώ αντιθέτως η χαµηλή έµµεση φορολογία δήλωνε την προστασία των χαµηλότερων εισοδηµατικών στρωµάτων από ένα είδος ισοπεδωτικού φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα του ύψους του µισθού, της σύνταξης ή της περιουσίας. Στην Ελλάδα, το µερίδιο των έµµεσων φόρων στο ακαθάριστο προϊόν ανερχόταν το 2013 στο 13,4%, όταν στη Γερµανία έφτανε το 11%. Η έµµεση φορολογία των πολλών, εποµένως, έρχεται να καλύψει το κενό που δηµιουργεί η µειούµενη φορολογία των ανωνύµων εταιρειών. Μάλιστα, το βασικό χαρακτηριστικό των φόρων που πληρώνουν οι πολλοί (ότι δεν µπορούν να κρύψουν τα εισοδήµατά τους) ώθησε την ελληνική κυβέρνηση και τους πιστωτές να αυξήσουν την έµµεση φορολογία µε το Μνηµόνιο Τσίπρα. Ως αποτέλεσµα, τον Ιούνιο του 2016, και µε βάση στοιχεία της Γενικής Γραµµατείας ∆ηµόσιων Εσόδων, το 61% των φορολογικών εσόδων προήλθε από έµµεσους φόρους (και το 39% από άµεσους), όταν ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2015, η συµµετοχή των έµµεσων φόρων ήταν 56% και των άµεσων 44%! Να σηµειωθεί δε πως, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισµού για το 2016, καµία µα καµία χρονιά από το 2010 δεν έφτασαν οι έµµεσοι φόροι σε τόσο υψηλά επίπεδα, της τάξης του 61%.

Το τρίτο, ακόµη πιο αποκρουστικό και προκλητικό παράδειγµα φορολογίας δύο ταχυτήτων αφορά τα προνόµια που απολαµβάνει ο σκληρός πυρήνας του βαθέος ελληνικού κράτους, που επιδεικνύει τροµερή αντοχή απέναντι σε κρίσεις και υφέσεις, µε την ανοχή µάλιστα της Τρόικας, η οποία φαίνεται ότι έµαθε πολύ γρήγορα τα «βρόµικα µυστικά» της ελληνικής ολιγαρχίας. Εν συντοµία: Τι απέγινε η δέσµευση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στις προγραµµατικές που ακολούθησαν την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 για πάταξη του λαθρεµπο­ρίου καυσίµων, όταν αποκάλυψε ότι το δηµόσιο χάνει σχεδόν 2 δισ. ευρώ ετησίως από το λαθρεµπόριο καυσίµων και τσιγάρων; Κι ενώ η συγκάλυψη του λαθρεµπορίου συνεχίζεται, στην Ελλάδα, µε βάση στοιχεία της Γιούροστατ, πληρώνουµε την τέταρτη ακριβότερη αµόλυβδη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τα δύο τρίτα της τιµής της να αντιπροσωπεύουν φόρους. Ποια ήταν η τύχη των (αστικοδηµοκρατικού, ούτε καν αριστερού χαρακτήρα) δεσµεύσεων για τον διαχωρισµό Εκκλησίας-κράτους, που θα εξορθόλογιζε και το φεουδαλικό καθεστώς απαράµιλλης και θεσµοθετηµένης φοροαποφυγής της; Προφανώς πρυτάνευσε η δέσµευση για συνέχεια του κράτους, µε αποτέλεσµα στη …χριστιανική δηµοκρατία της Ελλάδας, εν µέσω δηµοσιονοµική κρίσης, ως φορολογούµενοι να πληρώνουµε περισσότερους ιερείς παρά γιατρούς. ∆εν είναι υπερβολή! Με βάση τα στοιχεία που δηµοσιεύονται στο Μητρώο Ανθρώπινου ∆υναµικού Ελληνικού ∆ηµοσίου, το 2015 οι ιερείς που πληρώναµε ανέρχονταν σε 9.298 και οι γιατροί του Εθνικού Συστήµατος Υγείας σε 7.271. Η επί της γης βασιλεία των ρασοφόρων παραµένει ακλόνητη ακόµη και αν στους γιατρούς του ΕΣΥ προσθέσουµε και τους µόλις 800 γιατρούς των Κέντρων Υγείας. Και σε ό,τι αφορά τη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών; Στο απυρόβλητο παραµένουν τα προνόµια τους, καθώς η συνταγµατική ισχύς των σχετικών νόµων (2687/53, 89/67, 378/68, 27/75, 814/78 κ.ά.) και κυρίως η απροθυµία των κυβερνήσεων να εντάξουν την κατάργηση των επίµαχων νόµων σε κάποια συνταγµατική αναθεώρηση διαιωνίζουν το µόνιµο καθεστώς φορολογικής εξαίρεσης το οποίο ενθαρρύνει τις συνεχείς απαιτήσεις τους για µείωση των οργανικών συνθέσεων στα πλοία, η οποία τροφοδοτεί την ανεργία και αυξάνει την ανασφάλεια. Ειλικρινά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ότι τα οφέλη από τη φοροαποφυγή των εφοπλιστών µετατρέπονται σε νέες θέσεις εργασίας των ναυτικών.

Εν κατακλείδι, η εκτίµηση ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους δεν είναι καν η µισή αλήθεια, που ενίοτε αποτελεί πλάνη…

Η ελληνική περίπτωση κατά τα άλλα επιβεβαιώνει ότι η δηµοσιονοµική κρίση δεν είναι αποτέλεσµα της «πολλής δηµοκρατίας». Είναι σύµπτωµα της έλλειψης δηµοκρατίας. Ενώ η συνταγή που µε τόση ευκολία και άλλη τόση επιµονή χορηγεί η ΕΕ, µέσω της Τρόικας, οξύνει και την κρίση της δηµοκρατίας, µε την υφαρπαγή ψήφου και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων να αναδεικνύονται σε µετεκλογική σταθερά του ελληνικού κοινοβουλευτισµού ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αλλά και την κρίση χρέους που συνεχίζεται αµείωτη. Μάρτυρας η εκτίναξη του δηµόσιου χρέους στα 328,3 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2016 (από 272,3 δισ. το 2009 και 321 το 2015), εξαιτίας της εκταµίευσης της δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αποπληρωµή των οµολόγων του ελληνικού δηµοσίου που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Για πολλοστή φορά µας δάνεισαν για να τους ξεπληρώσουµε το χρέος µε το κόστος να µεταφέρεται στις επόµενες γενιές και το όφελος να το καρπώνονται οι θεσµικοί πιστωτές, που αυθαίρετα εξαιρέθηκαν από το «κούρεµα» του 2012, όπως η ΕΚΤ.

ΕΕ, το ιδεώδες του Χάγιεκ

Η σπουδαιότερη συµβολή, ωστόσο, του Βόλφγκανγκ Στρεκ στο ανά χείρας βιβλίο αφορά την ιδεολογική απονοµιµοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σταµατήστε να αναζητάτε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την υλοποίη­ση του οράµατος του θεµελιωτή του νεοφιλελευθερισµού, Φρίντριχ φον Χάγιεκ, µη συνεχίζετε να αναπαράγετε µύθους που σκόρπισε αφειδώλευτα ο ελληνικός αστισµός περί ΕΕ – κοιτίδας και θεµατοφύλακα της δηµοκρατίας, συνεπικουρούµενος από µια παροιµιώδους ρηχότητας αριστερή σκέψη, ευρωκοµµουνιστικών καταβολών, που στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου υπό την ηγεµονία της Γερµανίας βόλεψε και τις δικές του διεθνιστικές κατ’ όνοµα κοσµοπολίτικες στην πράξη επαγγελίες», είναι το µήνυµα και η αναντικατάστατη συνεισφορά του Στρεκ, στη συζήτηση που εκ των πραγµάτων ανοίγει.

Αποδεικνύοντας ο Στρεκ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την υλοποίη­ση του πιο πρωτόγονου φιλελεύθερου οράµατος για έναν κόσµο χωρίς «ενοχλητικές» πολιτικές παρεµβάσεις και άλλα «παρωχηµένα» εµπόδια στη δράση των αγορών, φέρνει στην επιφάνεια ένα φιλόδοξο ιδεολογικό ρεύµα στον µαρξισµό, το οποίο επιλέγει να συγκρουστεί µε τα «ιερά και τα όσια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. ∆είχνει ότι ο συνεπής αντι-νεοφιλελευθερισµός (που δεν χρησιµοποιείται ως ιδεολογική και πολιτική φυγοδικία µπροστά στους σηµερινούς συσχετισµούς) δεν µπορεί παρά να στρέφεται κατά της ΕΕ, αµφισβητώντας τον γενετικό της κώδικα, και να θεωρεί ακόµη και αναφαίρετο δικαίωµα ενός κυρίαρχου κράτους τη νοµισµατική υποτίµηση, όπως τεκµηριώνει ο Στρεκ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Είναι µια προβληµατική που τίθεται εξίσου καθαρά και από τον Γάλλο οικονοµολόγο Φρεντερίκ Λορντόν, ο οποίος χαρακτηρίζει το εγχείρηµα µετασχηµατισµού του ευρώ και την υπόθεση ενός «άλλου εφικτού ευρώ» ως «χίµαιρες που αφού διαδοχικά διαψεύδονται, δεν οδηγούν παρά σε αδιέξοδο και πολιτική αποκαρδίωση» (Φρεντερίκ Λορντόν, Σκοτώνουν τους Έλληνες, Αθήνα: Εκδ. Τόπος, 2016).

Στον αντίποδα αυτής της θέσης, απόψεις που άφηναν ανοιχτό στην πολιτική παρέµβαση τον προσανατολισµό της ΕΕ, διακηρύσσοντας ότι είναι απλώς θέµα εκλογικών αποτελεσµάτων και άσκησης πιέσεων, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ. ∆εδοµένου δε ότι οι πιέσεις που µπορεί να ασκήσει η Ελλάδα, ακόµη κι αν υποθέσουµε ότι ήταν ανοιχτό το ενδεχόµενο της ρήξης, κάθε άλλο παρά συγκρίσιµες είναι µε αυτές που µπορεί να ασκήσει η Γερµανία… Ενδεικτικό της ευρω-σκλήρυνσης της ελληνικής διανόησης είναι το ακόλουθο απόσπασµα: «Οι όροι ένταξης και συµβίωσης είναι αντικείµενο διεκδίκησης και αποτέλεσµα διαπραγµάτευσης. Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης» (Γ. ∆ραγασάκης, «Από τα Μνηµόνια στην ανασυγκρότηση και τον ριζικό µετασχηµατισµό της ελληνικής κοινωνίας». Στο: Κυβέρνηση της Αριστεράς: ∆ρόµος για το µέλλον ή παρένθεση; Αθήνα: Τόπος, 2013). Η εξέλιξη των πραγµάτων το δραµατικό καλοκαίρι του 2015, όταν ο Γιουνκέρ δήλωσε δηµοσίως ότι «δεν υπάρχουν δηµοκρατικές επιλογές ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες» έδειξε όχι µόνο την ορθότητα της ανάλυσης του Στρεκ (που γράφτηκε το 2013), αλλά και τον προσχηµατικό χαρακτήρα της προεκλογικής αοριστολογίας του Γ. ∆ραγασάκη (που γράφτηκε τον ίδιο χρόνο…).

Το µεγάλο παράδοξο των ηµερών µας είναι ότι η προώθηση των σχεδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η αδιαµαρτύρητη αποδοχή των όρων που θέτουν οι πιστωτές στην Ελλάδα (για τα δηµοσιονοµικά, τις εργασιακές σχέσεις, τα κυριαρχικά δικαιώµατα κ.ά.) δεν αποµακρύνει την κρίση αλλά τη φέρνει πιο κοντά, πιθανότατα αλλάζοντας µορφή, προς επίρρωση της κεντρικής θέσης του Στρεκ, ότι κάθε υποτιθέµενη λύση που έως τώρα προκρίθηκε δεν άργησε να µετασχηµατιστεί σε πρόβληµα. Και δεν αναφερόµαστε στην πολυε­πίπεδη κοινωνική κρίση όπως βεβαιώνεται από την αύξηση της ανεργίας (από 9,6% το 2009 σε 24,9% το 2015), την επέκταση της φτώχειας (αύξηση του ποσοστού των ατόµων που ζουν µε υλικές στερήσεις από 23% το 2009 σε 39,9% το 2015), την επιδείνωση της κατάστασης υγείας του πληθυσµού (44,3% του πληθυσµού να δηλώνει καλή κατάσταση υγείας το 2015, από 51,3% το 2009) και την ανατροπή του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων (από πλεονασµατικό κατά 9.617 το 2009 σε ελλειµµατικό κατά 28.801 το 2015).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.  Πρόβλεψη αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε χώρες µη µέλη του ΟΟΣΑ

 3
Πηγή: OECD, Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper

Αλλά στην αδυναµία του καπιταλισµού να εξασφαλίσει συνθήκες διευ­ρυµένης αναπαραγωγής, µε όλες τις προβλέψεις να προδικάζουν ότι η µεγέθυνση του µέλλοντος θα είναι σαθρή, αναιµική και κυρίως κοινωνικά αντιδραστική, χωρίς δηλαδή να παράγει «κοινωνικό µέρισµα», όπως συνέβαινε µε τη µεταπολεµική ανάπτυξη που αύξανε το βιοτικό επίπεδο τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εκ των πλέον έγκυρων µαρτύρων ο ΟΟΣΑ, που σε πρόσφατη έκθεσή του (Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper) πρόβλεψε ότι η µεγέθυνση τα επόµενα πενήντα χρόνια, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραµµα, θα είναι ασθενική και θα βαίνει διαρκώς µειούµενη…

Αύγουστος 2016