Αριστερή στροφή στην Ιρλανδία

Ως μια νέα εποχή χαρακτηρίζουν την περίοδο μετά τις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου στην Ιρλανδία αναλυτές απ’ όλη την Ευρώπη. Το εκλογικό αποτέλεσμα του Sinn Fein ανατρέπει ισορροπίες και σταθερές που διήρκεσαν έναν σχεδόν αιώνα!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το κόμμα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ακόμη και σήμερα από τους ορκισμένους εχθρούς του ως ο πολιτικό βραχίονας του ΙΡΑ κατάφερε να διπλασιάσει την επιρροή του συγκεντρώνοντας το 24,5% των ψήφων. Τα δύο κεντροδεξιά κόμματα που ανέκαθεν μονοπωλούσαν την εξουσία, Fine Gael του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού Λεό Βαραντκάρ και Fiana Fail συγκέντρωσαν το 20,9% και 22,2% αντίστοιχα των ψήφων. Έκπληξη προκάλεσαν επίσης και οι επιδόσεις του Πράσινου Κόμματος που τριπλασίασε τις ψήφους του συγκεντρώνοντας 7,4%.

Το Sinn Fein και το Πράσινο Κόμμα είχαν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: Την προτίμηση των νέων ψηφοφόρων. Με βάση δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν έξω από τα εκλογικά κέντρα την ημέρα των εκλογών, το 32% των νέων από 18 ως 34 ετών ψήφισε το αριστερό κόμμα, ενώ στους άνω των 65 ετών η επιρροή του έπεσε κάτω από 20%. Παράλληλα, η ηλικιακή ομάδα μεταξύ 18 και 24 ετών ψήφισε κατά 14,4% το Πράσινο Κόμμα.

Οι εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου στην Ιρλανδία συνοδεύονται από δύο παράδοξα. Το πρώτο είναι ίδιον των ιρλανδικών εκλογών και θέλει τους ψηφοφόρους να ψηφίζουν περισσότερες από μία φορές σταυρώνοντας βουλευτές πρώτης, δεύτερης και τρίτης επιλογής. Το ποσοστό του Sinn Fein επομένως δεν πρόκειται να μεταφραστεί αυτούσιο σε βουλευτικές έδρες. Η απόκλιση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη για έναν ακόμη λόγο: επειδή το κόμμα δεν περίμενε να τα πάει τόσο καλά δεν κατέβασε υποψηφίους σε όλες τις περιφέρειες. Περιορίστηκε σε μόλις 42 υποψηφίους για 160 έδρες, που σημαίνει ότι οι έδρες που τελικά θε κερδίσει θα είναι γύρω στις 37. Τα κεντροδεξιά κόμματα Fine Gael και Fianna Fail αναμένεται πώς θα εκλέξουν αντίστοιχα 29 και 27 βουλευτές.

Το Sinn Fein διατήρησε ψηλά στην ατζέντα του το αίτημα της ένωσης με την Βόρεια Ιρλανδία που εξακολουθεί να τελεί υπό βρετανική κατοχή. Ζήτησε μάλιστα μέχρι το 2025 να διεξαχθεί δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι Ιρλανδοί αν θέλουν το νησί ενωμένο. Αν ήταν αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα των Άγγλων να αποφασίσουν με δημοψήφισμα για την συμμετοχή της χώρας τους στην ΕΕ, γιατί να μην είναι και των Ιρλανδών να αποφασίσουν κάτι ακόμη πιο πρωταρχικό; Οι ηγέτες των δύο κυρίαρχων κεντροδεξιών κομμάτων δεν αρνούνται την προοπτική της ένωσης, χωρίς ωστόσο να δεσμεύονται σε ένα τόσο αυστηρό χρονοδιάγραμμα…

Δεν ήταν όμως το άλυτο εθνικό ζήτημα που χάρισε τη νίκη στο Sinn Fein, που από το 2018 έχει στην ηγεσία του την 50χρονη Μέρι Λου ΜακΝτόναλντ η οποία κατά γενική ομολογία έχει ανανεώσει το πολιτικό προφίλ του κόμματος χωρίς να το στρέψει δεξιά. Την επιτυχία του το Sinn Fein την οφείλει στη σημασία που έδωσε στο οξυμένα κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι το συνταξιοδοτικό, η κρίση του συστήματος υγείας και το στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ιρλανδία. Στην προμετωπίδα του Sinn Fein ήταν η μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 66 στα 65 έτη και η ακύρωση των προβλεπόμενων αυξήσεων από τα 66 έτη στα 67 το 2021 και στα 68 το 2028.

Το στεγαστικό πρόβλημα, που αξίζει ξεχωριστής αναφοράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κληρονομιά των χρόνων των Μνημονίων και απόδειξη ότι η μνημονιακή περίοδος, όπως και στην Ελλάδα, μπορεί να έκλεισε τυπικά αλλά εξακολουθεί να κατατρώγει τα εισοδήματα των Ιρλανδών και να καθηλώνει το βιοτικό τους επίπεδο. Η Ιρλανδία αντίθετα με άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γερμανία ή η Γαλλία, είχε ανέκαθεν υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Σε τέτοιο βαθμό ώστε το ιδιόκτητο σπίτι να θεωρείται δομικό στοιχείο του άρρητου κοινωνικού συμβολαίου της Ιρλανδίας. Τα τελευταία λίγα χρόνια όμως έχουν συμβεί μια σειρά αλλαγές που ανέτρεψαν πλήρως αυτή την εικόνα. Στη βάση τους είχαν την πώληση των στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες σε ξένα funds, που πυροδότησε μια άγρια κερδοσκοπία στα ακίνητα. Ως αποτέλεσμα το Δουβλίνο έγινε μαζί με το Τόκιο, το Σύδνεϋ και τη Σιγκαπούρη, μια από τις 10 πόλεις με τα ακριβότερα ενοίκια. Χαρακτηριστικά, την προηγούμενη διετία τα ενοίκια σε εθνικό επίπεδο αυξήθηκαν κατά 14%, ενώ όλες οι προβλέψεις συντείνουν ότι την επόμενη τριετία θα αυξηθούν παραπέρα φτάνοντας το 17%. Οι ενοικιαστές έγιναν πιο ευάλωτοι στις πιέσεις των ιδιοκτητών εξ αιτίας και μιας σειράς μέτρων, πίσω από τα οποία βρίσκονται οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις. Για παράδειγμα δόθηκε η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να επιβάλλου έξωση επικαλούμενοι πώληση, ανακαίνιση ή την μεταβίβαση σε κάποιο μέλος της οικογένειας τους. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω ήταν ο τετραπλασιασμός των αστέγων την προηγούμενη πενταετία που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, έφτασαν τους 10.523 στους οποίους συμπεριλαμβάνονται 1.700 οικογένειες με 3.749 παιδιά…

Οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις προσπερνούσαν τα αιτήματα μαζικής ανέγερσης νέων κατοικιών (ακόμη και 35.000 νέων διαμερισμάτων ετησίως, που με βάση εκτιμήσεις απαιτούνται για να αντιμετωπιστεί η κρίση) υποστηρίζοντας ότι έτσι θα δημιουργηθεί ξανά μια νέα φούσκα, ανάλογη του 2008. Και το πλήρωσαν…

Πηγή : Νέα Σελίδα