Τεχνητή νοημοσύνη: πολύ σοβαρή υπόθεση για τους ιδιώτες

Καμπανάκι κινδύνου σήμαναν οι New York Times για την πορεία που ακολουθεί η ανάπτυξη του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης. Εκ πρώτης όψεως τα οικονομικά του κλάδου δείχνουν ανθηρά και όλες οι προβλέψεις διαβεβαιώνουν ότι σε λίγα χρόνια τα σημερινά έσοδα θα έχουν πολλαπλασιαστεί. Με βάση τη Statista, για παράδειγμα, τα έσοδα του κλάδου σε διεθνές επίπεδο το 2025 θα φτάσουν τα 119 δισ. δολ. από 9,5 δολ. το 2018. Αυτή ωστόσο η γραμμική προβολή στο μέλλον των σημερινών τάσεων αποτελεί την πιο αισιόδοξη πλευρά. Υπάρχει όμως και η άλλη, η απαισιόδοξη, ενώ το χειρότερο είναι πώς δεν είναι η πρώτη φορά που η τεχνητή νοημοσύνη καταγράφει μια ανάλογη θεαματική πορεία, τροφοδοτώντας αρχικά μια υπέρμετρη αισιοδοξία για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει σε επιστήμες όπως η ιατρική. Στο παρελθόν ωστόσο η τεχνητή νοημοσύνη δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που δημιούργησε. Η τεχνητή νοημοσύνη υπάρχει ως όρος από το 1956, δίνοντας τροφή σε πολλές γενιές επιστημόνων, ερευνητών αλλά και επενδυτών για όνειρα δημιουργίας των τέλειων μηχανών που θα μαθαίνουν, θα επεξεργάζονται πληροφορίες, θα σταθμίζουν διαφορετικά ενδεχόμενα και θα αποφασίζουν μόνες τους. Η πρώτη απότομη προσγείωση των φιλοδοξιών ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κι η δεύτερη στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η σύμπτωση του τέλους των αισιόδοξων σεναρίων με τις οικονομικές κρίσεις που δοκίμασαν την αμερικανική οικονομία μόνο τυχαία δεν είναι…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Έκτοτε κύλησε πολύ νερό και κυρίως πολλά …δεδομένα στο αυλάκι της νέας τεχνολογίας, ενώ οι ταχύτητες επεξεργασίας και το κόστος αποθήκευσης έκαναν πράξη πολλά από τα όνειρα των σκαπανέων της τεχνητής νοημοσύνης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο βρετανός επιστήμονας Άλαν Τιούρινγκ. Μάρτυρας είναι ένα ατελείωτο πλήθος σχετικών εφαρμογών που χρησιμοποιούμε καθημερινά κι ας αγνοούμε ότι πρόκειται για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης: Από την αναζήτηση της Google, μέχρι τις φωνητικές εντολές της Siri και το λογισμικό αναγνώρισης φωτογραφιών. Η κούρσα που είναι σε εξέλιξη έχει αναδείξει και τους δικούς της νικητές μεταξύ των ιδιωτικών εταιρειών που πρωταγωνιστούν στον κλάδο: Intel, NVIDIA, Xilinx, Samsung, Facebook, IBM, Google, Microsoft και AWS κρατούν τα πρωτεία όχι μόνο στην παροχή των σχετικών υπηρεσιών, αλλά στη διαμόρφωση της κυρίαρχης κατεύθυνσης. Παρόλα αυτά τίποτε δεν προμηνύει ότι δεν θα επαναληφθεί και τώρα η απότομη προσγείωση του κλάδου που συνέβη στις αρχές του ’70 και στα μέσα του ’80.

Για να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο οι New York Times πρότειναν σε σημείωμα της σύνταξής τους στις 10 Νοεμβρίου την …κρατική παρέμβαση! Προς διάψευση των νεοφιλελεύθερων δοξασιών που υποστηρίζουν ότι αρκεί η απουσία του κράτους κι η έλλειψη των ρυθμιστικών παρεμβάσεων για να θριαμβεύσει μια αγορά, η αμερικανική εφημερίδα παρουσιάζει μια (ακόμη) παταγώδη αποτυχία της αγοράς στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης: «Το χαλαρό ρυθμιστικό περιβάλλον δεν βοήθησε, αντίθετα επέτρεψε στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες να εξαγοράσουν τους αντιπάλους τους, να πνίξουν τον ανταγωνισμό και να συγκεντρώσουν τους καλύτερους μηχανικούς λογισμικού κι επιστήμονες δεδομένων. Από κοινού, αυτές οι δυναμικές κάνουν δύσκολο για τις νεοφυείς επιχειρήσεις, τις κυβερνήσεις και τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς  να αναπτύξουν και να χρησιμοποιήσουν τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να εξαρτώνται από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, στην πράξη παραχωρώντας επιρροή επάνω σε αυτό το αναπτυσσόμενο πεδίο σε μια ιδιωτική σφαίρα στρεβλωμένη από πρακτικές κατά του ανταγωνισμού».

Ως τελευταίο ανάχωμα απέναντι στην αποτυχία της αγοράς να εγγυηθεί την ομαλή ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης οι New York Times προτείνουν την παρέμβαση του δημοσίου «που θα παρέχει καθολική πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες». Η πρόταση της αμερικανικής εφημερίδας για έναν δημόσιο πυλώνα τεχνητής νοημοσύνης, που θα υποστηρίζεται από γενναίες χρηματοδοτήσεις του Κογκρέσου, στηρίζεται σε τρεις ακρογωνιαίους λίθους: Πρώτο, σε μια δεξαμενή «ψηφιακών κοινών»  στοιχείων που θα προέρχονται από τοπικές, πολιτειακές και ομοσπονδιακές αρχές και στις οποίες θα έχουν πρόσβαση εγκεκριμένοι χρήστες. Δεύτερο, σε μια σημαντική αύξηση στις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης εκ μέρους του δημοσίου, δεδομένου ότι «το κίνητρο του κέρδους δε σημαίνει πάντα εστίαση στα πιο σημαντικά προβλήματα». Τρίτο, ένας αναπροσανατολισμός των τομέων έρευνας που σήμερα εστιάζουν στον στρατιωτικό τομέα και στην εθνική ασφάλεια. «Ωστόσο, η υγεία, οι μεταφορές, η ενέργεια και άλλοι τομείς θα μπορούσαν επίσης να ωφεληθούν σημαντικά από την τεχνητή νοημοσύνη. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να επεκτείνει τις προμήθειες τεχνητής νοημοσύνης σε όλους αυτούς τους τομείς ως μια ευκαιρία να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες προς όλους τους Αμερικανούς».

Η στρεβλή ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης σε αποσπασματικά και δευτερεύοντα πεδία, στενού και περιορισμένου ενδιαφέροντος, όπως έχει συμβεί μέχρι σήμερα με την ευθύνη των μεγάλων του διαδικτύου οδήγησε την Kathleen Walch, εξειδικευμένη συντάκτρια του περιοδικού Forbes στο σημείο να προτείνει αλλαγή ονομασίας του κλάδου κι αντί για τεχνητή νοημοσύνη να ονομάζεται πλέον «γνωσιακή τεχνολογία». Κι αυτή με τη σειρά της επισημαίνει τον κίνδυνο μιας απότομης προσγείωσης: «Η μεγάλη ανησυχία είναι πώς το ενδιαφέρον θα κρυώσει απότομα και οι επενδύσεις και η έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη θα επιβραδυνθούν ξανά».

Ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης αποδεικνύεται έτσι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στον ιδιωτικό τομέα…

Πηγή : Νέα Σελίδα