Έκρηξη παλιών και νέων αντιθέσεων

Φανταστείτε δύο παιδιά που γεννήθηκαν το 2000, το ένα εκ των οποίων σε μία χώρα πολύ υψηλής ανθρώπινης ανάπτυξης (ας υποθέσουμε τη Νορβηγία, την Ελβετία ή την Ιρλανδία για να μείνουμε στις τρεις πρώτες χώρες της σχετικής λίστας) και το άλλο παιδί σε μία χώρα πολύ χαμηλής ανθρώπινης ανάπτυξης (ας υποθέσουμε το Νίγηρα, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία ή το Τσαντ, για να μεταφερθούμε στο άλλο άκρο της κλίμακας). Το πρώτο παιδί σήμερα έχει 50% πιθανότητες να σπουδάζει στην ανώτατη εκπαίδευση μιας και περισσότεροι από τους μισούς 20άρηδες στις χώρες πολύ υψηλής ανθρώπινης ανάπτυξης φοιτούν στην ανώτατη εκπαίδευση. Το δεύτερο παιδί αντίθετα έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να είναι ζωντανό! Περίπου το 17% των παιδιών που γεννήθηκαν το 2000 σε χώρες χαμηλής ανθρώπινης ανάπτυξης θα έχουν πεθάνει πριν φτάσουν την ηλικία των 20 ετών σε σύγκριση με μόλις το 1% των παιδιών που γεννήθηκαν στις χώρες πολύ υψηλής ανθρώπινης ανάπτυξης. Το δεύτερο παιδί είναι επίσης απίθανο να σπουδάζει στην ανώτατη εκπαίδευση μιας και στις χώρες χαμηλής ανθρώπινης ανάπτυξης σπουδάζει το 3%!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Με το παραπάνω παράδειγμα ξεκινάει η ετήσια Έκθεση για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη που εκδίδει το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών από το 1990 ανελλιπώς. Η φετινή έκθεση τονίζει τους κινδύνους που γεννιούνται από την ανάμιξη των παλιών αντιθέσεων, που ακόμη δεν έχουν επιλυθεί, και των νέων αντιθέσεων που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής και της τεχνολογικής μεταβολής δημιουργώντας επιπρόσθετες διακρίσεις.

Η έκθεση, όπως πάντα, δεν στέκεται αποκλειστικά και μόνο στις πιο κραυγαλέες μορφές έκφρασης των αντιθέσεων, μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών. «Οι ανισότητες είναι ομοίως έντονες κι εντός των κρατών, τόσο των αναπτυσσόμενων όσο και των ανεπτυγμένων. Σε μερικές αναπτυγμένες χώρες τα κενά στο προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 40 ετών μεταξύ του κορυφαίου 1% του εισοδήματος και του χαμηλότερου 1% έχει εκτιμηθεί ότι φτάνει τα 15 χρόνια για τους άνδρες και τα 10 για τις γυναίκες».

Άποψη των συγγραφέων της έκθεσης είναι ότι το κλείσιμο της εισοδηματικής – οικονομικής ψαλίδας δεν είναι αρκετό για να δημιουργηθεί ένας πιο δίκαιος κόσμος. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «ακόμη κι ένα έντονα αναδιανεμητικό πακέτο τεσσάρων φιλόδοξων πολιτικών – υψηλότεροι και πιο προοδευτικοί φόροι εισοδήματος, εκπτώσεις για χαμηλότερα επίπεδα εισοδήματος, φορολογήσιμα βοηθήματα για κάθε παιδί και ένα ελάχιστο εισόδημα για κάθε άτομο – δεν θα ήταν αρκετό να αντιστρέψει πλήρως την αύξηση στην εισοδηματική ανισότητα της Αγγλίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι το 2013». Η προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών δεν υποτιμάει τις αναδιανεμητικές πολιτικές. Υποστηρίζει αντίθετα ότι οι αλλαγές όχι μόνο στο εισόδημα αλλά και στη θέση των ατόμων στην κοινωνία εξαρτώνται από μια ευρύτερη και πιο συστημική προσέγγιση στις πολιτικές, συνδυάζοντας την επέκταση και τη διανομή τόσο του εισοδήματος όσο και των ικανοτήτων. Η προσέγγιση της έκθεσης πηγαίνει «πέρα από το εισόδημα» υπό την εξής έννοια: «Υπάρχει οικονομική ανισότητα, ασφαλώς, αλλά υπάρχουν επίσης ανισότητες σε κρίσιμους δείκτες της ανθρώπινης ανάπτυξης όπως η υγεία, η εκπαίδευση, η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός στο ανθρώπινο είδος».

Ενδεικτικά να αναφέρουμε πώς η άλλη όψη της αύξησης της ανισότητας στην ανθρώπινη ανάπτυξη θεωρείται η μείωση της διαγεννεακής εισοδηματικής κινητικότητας. Πρόκειται για μια παραλλαγή της περίφημης «καμπύλης του υπέροχου Γκάτσμπυ» που δείχνει τη θετική συσχέτιση μεταξύ υψηλής εισοδηματικής ανισότητας (βάζοντας στη θέση της την ανθρώπινη ανάπτυξη) και χαμηλής διαγεννεακής εισοδηματικής κινητικότητας. Με άλλα λόγια, παιδιά που γεννήθηκαν σε φτωχές οικογένειες είναι πιο πιθανό να βρεθούν αντιμέτωπα με κακή κατάσταση της υγείας τους και χαμηλής ποιότητας ή ανύπαρκτη εκπαίδευση.

Παρά την πρόοδο που συντελέστηκε τα προηγούμενα χρόνια σε όλους σχεδόν τους δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης, εξ αιτίας των αλμάτων στην παραγωγικότητα της ανθρώπινης εργασίας που είναι ο παραγωγός του παγκόσμιου πλούτου, εκρηκτικές ανισότητες εξακολουθούν να διαιρούν τον κόσμο. Για παράδειγμα, η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση ανάμεσα στις χώρες χαμηλής και πολύ υψηλής ανθρώπινης ανάπτυξης παραμένει 19 χρόνια. Περίπου 42% των ενήλικων στις χώρες χαμηλής ανθρώπινης ανάπτυξης είναι απόφοιτοι βασικής εκπαίδευσης, ενώ στις χώρες πολύ υψηλής ανάπτυξης το 94%.

Η απόσταση στους τεχνολογικούς δείκτες είναι εξ ίσου μεγάλη. Ο αριθμός των συμβολαίων κινητής τηλεφωνίας στις χώρες χαμηλής ανάπτυξης ανέρχονται σε 67 στους 100, ενώ στο άλλο άκρο σχεδόν διπλάσια: 131,6. Η απόσταση είναι πολύ μεγαλύτερη στις ευρυζωνικές συνδέσεις καθώς στις πιο φτωχές χώρες υπάρχουν 0,8 ανά 100 κατοίκους, ενώ στις πλούσιες 28,3.

Μεγαλύτερο δέος προκαλεί η κοινωνική εξαθλίωση όπως μετριέται σε απόλυτα μεγέθη. Για παράδειγμα 600 εκ. άνθρωποι στον πλανήτη εξακολουθούν να ζουν σε συνθήκες ακραίας εισοδηματικής φτώχειας. Αυτό το μέγεθος υπερδιπλασιάζεται φτάνοντας τα 1,3 δισ. άτομα υπολογίζοντας έναν πιο ευρύ ορισμό της ακραίας φτώχειας, τον Πολυδιάστατο Δείκτη Φτώχειας. Επιπλέον, 262 εκ. παιδιά στον κόσμο βρίσκονται εκτός πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ 5,4 εκ. παιδιά δεν καταφέρνουν να φτάσουν  το 5ο έτος της ηλικίας τους. Οι προοπτικές για το μέλλον δεν είναι τόσο αισιόδοξες καθώς παρά τις δεσμεύσεις στους στόχους του ΟΗΕ, το 2030 περίπου 225 εκ. παιδιά θα παραμένουν εκτός σχολείου ενώ θα πεθαίνουν κάθε χρόνο 3 εκ. παιδιά κάτω των 5 ετών, δηλαδή 885.000 περισσότερα από το Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών…

Πηγή : Νέα Σελίδα