Ρουχανί, Κιμ και Μαδούρο άντεξαν, ο Μπόλτον έφυγε…

Κι όμως, ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, που κατά γενική ομολογία είναι ο πιο επιπόλαιος και περιορισμένης πολιτικής αντίληψης πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, μπορεί να αποφασίσει και να πράξει κάτι καλό: την αποπομπή του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, Τζον Μπόλτον.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η εκδίωξη του υπερ-ιέρακα Μπόλτον δεν μπορεί να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα διορισμών και αντικαταστάσεων που έχουν σημαδέψει τη θητεία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο κι ως κίνητρο δεν έχουν τίποτε άλλο παρά τις προσωπικές σχέσεις. Εν συντομία δύο υπουργοί Εξωτερικών, ο Ρεξ Τίλερσον αρχικά και ο Μάικ Πομπέο τώρα,  δύο υπουργοί Άμυνας επισήμως, ο Τζιμ Μάτις αρχικά και ο Μαρκ Έσπερ τώρα, με ενδιάμεσο τον Πάτρικ Σάναχαν που υπηρέτησε για σχεδόν έναν μήνα, και τέσσερις σύμβουλοι Εθνικής Ασφαλείας ο Μάικλ Φλιν, ο Χέρμπερτ ΜακΜάστερ, ο Τζον Μπόλτον και ο αντικαταστάτης του που πολύ πιθανά όταν διαβάζονται αυτές οι γραμμές θα έχει αναλάβει τα νέα του καθήκοντα.

Η εκπαραθύρωση του Μπόλτον, πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στην κυβέρνηση Τραμπ, συνδέεται με αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης κι όχι με τα προσωπικά γούστα του αμερικανού προέδρου. Κι αυτό συμβαίνει επειδή ο ίδιος ο Μπόλτον, πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κορυφαίο αξιωματούχο της κυβέρνησης Τραμπ, υπηρετούσε ένα σχέδιο πλανητικής επέκτασης της αμερικανικής ηγεμονίας που όχι απλώς απειλούσε να βάλει φωτιά σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά αποδείχθηκε αναποτελεσματικό και επικίνδυνο ακόμη και για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Το πρόβλημα του Τραμπ, κατά την άποψή μας πάντα, δεν αφορούσε το που ήθελε να στρέψει τις ΗΠΑ ο Μπόλτον αλλά το πώς.

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της απόλυσης του Μπόλτον, θέλοντας να αιτιολογήσει ο Τραμπ την απόφασή του ενώπιον δημοσιογράφων επικαλέστηκε ότι ο Μπόλτον έσπρωξε τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ. Ωστόσο, ο ρόλος του Μπόλτον στο πλαίσιο των νεοσυντηρητικών που συμβούλευαν τον Τζορτζ Μπους όταν ξεκινούσε την αντι-τρομοκρατική σταυροφορία την επομένης της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ήταν γνωστός πολύ πριν τον Μάρτιο του 2018 που ο Τραμπ τον επέλεξε για σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας. Αν κάτι μεσολάβησε έκτοτε ήταν η συνειδητοποίηση ακόμη και από τον Τραμπ πώς ο κόσμος δεν είναι υπουργικό συμβούλιο ή διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας να αντικαθιστάς όποιον δε σου κάνει τα χατήρια ή δεν ταιριάζει στα γούστα σου. Ας δούμε εν συντομία τις σημαντικότερες επιλογές του Τραμπ στην εξωτερική πολιτική και αμέσως θα καταλάβουμε γιατί ηττήθηκε η γραμμή του παγκόσμιου εμπρησμού και γιατί απολύθηκε ο πιο γνήσιος εκφραστής της ο Τζον Μπόλτον.

Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνόδου των οκτώ πλουσιότερων κρατών του κόσμου στο Μπιαρίτζ της Γαλλίας ο αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την επιθυμία του να συναντηθεί με τον ιρανό ομόλογό του, Χασάν Ρουχανί, για να δεχτεί μια αυτοκρατορική άρνηση. Η Τεχεράνη αντέτεινε το προφανές: όσο εφαρμόζονται οι κυρώσεις κατά του Ιράν στερείται νοήματος οποιαδήποτε συνάντηση! Όμως, τόσο το αμερικανικό αίτημα όσο κι η ιρανική άρνηση δείχνουν ότι τα υπερφίαλα σχέδια για ταχεία οικονομική κατάρρευση του Ιράν λόγω των κυρώσεων είχαν τόση σχέση με την πραγματικότητα όσο και η βεβαιότητα των Αμερικανών πώς η κατάκτηση του Αφγανιστάν ήταν υπόθεση λίγων εβδομάδων… Την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Ομπάμα με το Ιράν τη χρεώνεται ο ίδιος ο Μπόλτον, όσο κι αν εξέφραζε ευρύτερα τμήματα της αμερικανικής ελίτ που συνδέονται με το Ισραήλ. Δεν ήταν μάλιστα παρά ένα ενδιάμεσο βήμα στο απώτερο σχέδιο του που το είχε εκφράσει με καθαρότητα σε άρθρο γνώμης που είχε δημοσιεύσει στους New York Times στις 26 Μαρτίου 2015, με τίτλο «Για να σταματήσουμε τη βόμβα του Ιράν, να βομβαρδίσουμε το Ιράν». Πολύ αργά έστω ο Τραμπ κατάλαβε αυτό που είχε συνειδητοποιήσει ακόμη και ο Μπους: πώς με το Ιράν δεν κάνεις πόλεμο!

Το ίδιο ισχύει και με τη Βόρεια Κορέα. Η υποτιθέμενη απειλή που εκφράζουν για τις ΗΠΑ οι πυραυλικές δοκιμές της και τα πυρηνικά της είναι σενάρια για αφελείς. Οικονομικές αποζημιώσεις και διεθνή αναγνώριση επιζητά ο Κιμ Γιογκ Ουν για να κάνει κοινωνική πολιτική και να βάλει τέλος με έναν αξιοπρεπή τρόπο στη διεθνή απομόνωση της χώρας. Τους τα είχε προσφέρει ο Κλίντον το 1994, ξεκίνησε να τα συζητάει και τώρα ο Τραμπ με την επίσκεψή του στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και τις δύο κατ’ ιδίαν συναντήσεις κι όλα βαίνουν καλώς…

Σε φιάσκο εξελίχθηκε και το σχέδιο για τη Βενεζουέλα. Κι αυτό όχι μόνο επειδή ο υποψήφιος δικτάτορας Γκουαϊδό  ήταν φαιδρό πρόσωπο και βαθιά διεφθαρμένος, που δεν μπορούσε να πείσει για την αξιοπιστία του ούτε τους πιο στενούς του συνεργάτες. Κυρίως επειδή υποτιμήθηκαν οι ρίζες του Τσαβισμού ακόμη και υπό την ηγεσία του Νικολάς Μαδούρο με την βενεζουελάνικη κοινωνία. Υποτιμήθηκε επίσης το αξιόμαχο και η ενότητα των ενόπλων δυνάμεων της Βενεζουέλας. Υποτιμήθηκε μάλιστα πιθανότατα η ετοιμότητα της Μόσχας και του Πεκίνου να υποστηρίξουν δύο φιλικά τους καθεστώτα με υλικό κι έμπρακτο τρόπο.

Ο Τζον Μπόλτον όμως και για την περίπτωση της Βόρειας Κορέας και για τη Βενεζουέλα ήταν υπέρμαχος της στρατιωτικής επέμβασης. Αν ο Τραμπ τον είχε ακολουθήσει το σφαγείο του Αφγανιστάν για τον αμερικανικό στρατό θα έμοιαζε με βόλτα στο δάσος της Βουλόνης, μπροστά στις απώλειες που θα κατέγραφαν…

Πηγή: Νέα Σελίδα