Ποιος θα παλέψει με τον Τραμπ;

«Η εκστρατεία μας σκοπεύει να δημιουργήσει μια κυβέρνηση και μια οικονομία που να δουλεύει για τους πολλούς, όχι για τους λίγους. Αγωνιζόμαστε ενάντια σε έναν πρόεδρο που είναι παθολογικός ψεύτης, απατεώνας, ρατσιστής, σεξιστής, ξεονοφοβικός και υποβαθμίζει την αμερικανική δημοκρατία καθώς μα οδηγεί σε μια αυταρχική κατεύθυνση». Τα παραπάνω καθόλου κολακευτικά λόγια για τον Ντόναλντ Τραμπ προέρχονται από τον Μπέρνι Σάντερς, που κατ’ επανάληψη έχει χαρακτηρίσει τον σημερινό πρόεδρο των ΗΠΑ ως «τον πιο επικίνδυνο πρόεδρο στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία». Τα έγραψε δε, σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο απευθύνθηκε στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Κόμματος, εν όψει των κρίσιμων εκλογών που θα διεξαχθούν το Νοέμβριο του 2020. Μέχρι τότε εντός των Δημοκρατικών θα διεξαχθεί μια άλλη κούρσα, που έχει μεγάλη πολιτική σημασία και γι’ αυτό το λόγο συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της αμερικάνικης κοινωνίας: αφορά το χρίσμα των Δημοκρατικών στον υποψήφιο που θα τους εκπροσωπήσει εναντίον του Τραμπ. Το ενδιαφέρον αυτής της εσωκομματικής διαδικασίας προκύπτει από τη διαφορετική πολιτική ατζέντα του κάθε υποψήφιου. Στο λόγο τους και στα προγράμματά τους αντανακλώνται οι αντιθέσεις που μαστίζουν τις ΗΠΑ και οι διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες που θέτει ο κάθε υποψήφιος. Η μάχη, όπως έχουν δείξει και οι προηγούμενες αναμετρήσεις, τόσο στους Δημοκρατικούς όσο και στους Ρεπουμπλικάνους, μόνο προβλέψιμη δεν είναι…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Για να περάσουν στον τελικό θα πρέπει πρώτα οι 23 υποψήφιοι που κατέθεσαν το ενδιαφέρον τους να διεκδικήσουν το χρίσμα να αξιολογηθούν στο πλαίσιο 12 τηλεοπτικών ντιμπέιτς, όπως τα όρισε η Εθνική Επιτροπή των Δημοκρατικών, με τους μονομάχους να επιλέγονται τυχαία. Τα πρώτα διεξήχθησαν στις 26 και 27 Ιουνίου και τα επόμενα έχουν οριστεί για τις 30 και 31 Ιουλίου και θα μεταδοθούν από το CNN. Αν κάποιος αναρωτηθεί για το πόσο δημοκρατικό είναι να αποφασίζεται η μοίρα του πλανήτη από τη φωτογένεια, την άνεση στον τηλεοπτικό φακό ή τις ατάκες, ας περιμένει γιατί υπάρχουν και χειρότερα κριτήρια, που μόνο τιμή δεν περιποιούν στην αμερικανική δημοκρατία. Προϋπόθεση για να φτάσουν στα τηλεοπτικά πλατό οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών ήταν  η εκπλήρωση ενός από τα ακόλουθα δύο κριτήρια: είτε να έχουν στρατεύσει στον αγώνα τους 65.000 χρηματοδότες έχοντας τουλάχιστον 200 χορηγούς σε κάθε μία από τουλάχιστον 20 πολιτείες ή να συγκεντρώνουν τουλάχιστον 1% σε 3 δημοσκοπήσεις που θα αναγνωριστούν ως έγκριτες από το κόμμα των Δημοκρατικών. Το κριτήριο των χρηματοδοτών καταλαβαίνουμε πώς καθιστά αδιάφορη για την επικράτηση ενός υποψηφίου την πολιτική επιρροή που μπορεί να ασκεί στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα που εκ των πραγμάτων δεν τους περισσεύουν λεφτά για να υποστηρίξουν την εκστρατεία ενώ, από την άλλη, εξασφαλίζει το άνετο πρόκριμα σε όσους υποψήφιους κολακεύουν τους εύπορους ή τίθενται εξ αρχής στην υπηρεσία των δικών τους συμφερόντων.

Αξίζει όμως να δούμε πώς έχει μέχρι στιγμής η κατάταξη των υποψηφίων, μένοντας φυσικά στις πρώτες θέσεις.

Το φαβορί ως τώρα είναι ο υπουργός Εξωτερικών του Μπαράκ Ομπάμα, Τζο Μπάιντεν, βετεράνος γερουσιαστής. Οι εξαγγελίες του απευθύνονται στη μεσαία τάξη, σύμφωνα με τα δικά του λόγια και υπόσχεται τη βελτίωση της θέσης της, επενδύσεις στις παρηκμασμένες δημόσιες υποδομές, κατάργηση των διδάκτρων για τα δημόσια πανεπιστήμια και μια πράσινη επανάσταση στην ενέργεια που θα μετατρέψει την αμερικανική οικονομία σε 100% βασιζόμενη σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με μηδενικές εκπομπές αερίων ρύπων μέχρι το 2050, ενώ όσο ρυπαίνουν θα επιβαρυνθούν με επιπλέον κόστη και ποσοστώσεις. Τα ποσοστά αποδοχής του σε εθνικές δημοσκοπήσεις φτάνουν το 25%, ενώ μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει από δωρεές 21,5 εκ. δολ. Η υποδοχή που του επιφύλαξε ο Τραμπ είναι δηλωτική του σημείου εξευτελισμού που έχει οδηγήσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ την πολιτική αντιπαράθεση, θυμίζοντας τις αλήστου μνήμης εποχές του «Ποιος θα δείρει τον Σουγκλάκο;». Έγραψε λοιπόν σε ανάρτηση στον προσφιλή του τόπο κοινωνικής δικτύωσης: «Καλώς ήρθες στον αγώνα Κοιμισμένε Τζο. Ελπίζω μόνο να έχεις την ευφυία, που από καιρό αμφισβητείται, να διεξάγεις μια επιτυχή προκαταρκτική εκστρατεία». 

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο 77χρονος «δημοκράτης σοσιαλιστής» όπως χαρακτηρίζεται, Μπέρνι Σάντερς που στις προηγούμενες εσωκομματικές εκλογές έκανε την έκπληξη, λόγω του ασυνήθιστα ριζοσπαστικού του προγράμματος. Στο τέλος βέβαια ηττήθηκε από την Χίλαρι Κλίντον, που λόγω της χρόνιας ταύτισής της με κάθε είδους αμερικανικό κατεστημένο (από το χρηματοπιστωτικό τομέα μέχρι την επιθετική εξωτερική πολιτική) αποτέλεσε τον πιο εύκολο στόχο για τον Τραμπ. Τα ποσοστά δημοτικότητας του σε παναμερικανικό επίπεδο φτάνουν το 15%, ενώ από δωρεές έχει συγκεντρώσει 20,7 εκ. δολ. Στην κορυφή των εξαγγελιών του βρίσκονται θέματα οικονομικής ανισότητας και αντιμετώπισης της εταιρικής παντοδυναμίας.

Στην τρίτη θέση βρίσκεται η πρώην πανεπιστημιακός και γερουσιαστής από τη Μασαχουσέτη, Ελίζαμπεθ Γουόρεν, με ποσοστά δημοτικότητας συγκρίσιμα με του Σάντερς στο ύψος του 14% και 16,5 εκ. δολ. χορηγίες. Στο επίκεντρο των εξαγγελιών της βρίσκεται η επιβολή φόρου στους πλούσιους, το δικαίωμα στις αμβλώσεις, η καθολική υγειονομική περίθαλψη και η επιβολή κυρώσεων στις μεγάλες εταιρείες και δη τις τράπεζες. Το πολιτικό της άστρο «έλαμψε» επικρίνοντας τις τράπεζες για την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και κατά τη διάρκεια ακροάσεων στη Γερουσία στελεχών τραπεζών και της Γουόλ Στριτ. Προτείνει επίσης, τη διαγραφή μέρους ή όλου του φοιτητικού χρέους για όλα τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω των 250.000 ετησίως και την κατάργηση των διδάκτρων στα δημόσια πανεπιστήμια, τα οποία θα καλύπτονται από το νέο φόρο των πλουσίων.

Το ζήτημα της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας των πιο αριστερών Δημοκρατικών υποψηφίων επειδή αυτή την περίοδο κουφώνονται οι προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να εκθεμελιώσει το πιο προοδευτικό ίσως επίτευγμα της κυβέρνησης Ομπάμα. Ο απειλές κατά του λεγόμενου Obamacare προέρχονται από τα δικαστήρια που εξετάζουν αίτησης ακύρωσης του, η οποία έχει την υποστήριξη του προέδρου Τραμπ. Η δικαστική απόφαση που μπορεί να προβλέπει την κατάργηση όλου του νόμου ή μέρους του, θα κριθεί επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ που θα έχει τον τελευταίο λόγο. Πιθανή ακύρωση του προγράμματος πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας του Ομπάμα, που εξ αρχής ήταν πολύ πιο δειλό από τις προεκλογικές του εξαγγελίες καθώς έλαβε υπ’ όψη του τόσο την κριτική των Ρεπουμπλικάνων όσο και του συμπλέγματος ασφαλιστικών – φαρμακευτικών εταιρειών, θα οδηγήσει εκατομμύρια φτωχούς Αμερικανούς να πεθαίνουν χωρίς περίθαλψη, αβοήθητοι. Οι ΗΠΑ μέχρι τη θεσμοθέτηση του Obamacare ήταν η μοναδική ανεπτυγμένη χώρα του κόσμου που δε διέθετε σύστημα καθολικής δωρεάν παροχής υπηρεσιών υγείας. Το αποτέλεσμα ήταν πολλοί Αμερικανοί να πηγαίνουν στην Κούβα για να αντιμετωπίσουν χρόνιες και βαριές ασθένειες, όπως με μπόλικη δόση χιούμορ είχε δείξει ο Μάικλ Μουρ στο ντοκιμαντέρ Sicko (2007). Πρόσφατη μάλιστα έρευνα του Ινστιτούτου Γκάλοπ έδειξε ότι επί Τραμπ ο αριθμός των ανασφάλιστων Αμερικανών αυξήθηκε κατά 7 εκ. άτομα, φθάνοντας το 13,7% του πληθυσμού. Οι ανασφάλιστοι αυξάνονται σταθερά από το 2016, παρότι η οικονομία μεγεθύνεται και η απασχόληση αυξάνεται!

Στην τέταρτη θέση των προκριματικών εσωκομματικών των Δημοκρατικών βρίσκεται επίσης γυναίκα, η Καμάλα Χάρις, προερχόμενη από εθνική μειονότητα, γερουσιαστής από την Καλιφόρνια και πρώην εισαγγελέας με ποσοστά δημοτικότητας στο ύψος του 14% και 13,2 εκ. δολ. χορηγίες μέχρι στιγμής. Το σχόλιο του Τραμπ στο Twitter για την Καμάλα Χάρις («άσχημη») επιβεβαιώνει πλήρως όλα όσα του καταλογίζει ο Μπέρνι Σάντερς. Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά. Ο αμερικανός πρόεδρος έχει κατ’ επανάληψη χαρακτηρίσει δημόσια γυναίκες πολιτικούς με επίθετα, όπως χονδρή, γουρούνι, σκύλα, βρόμικη, σιχαμερό ζώο και άλλα, οδηγώντας την πολιτική αντιπαράθεση σε επίπεδο τέτοιων ύβρεων και προσωπικών προσβολών, που δεν έχουν προηγούμενο. Η χυδαιότητα του μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτή του νέου βραζιλιάνου προέδρου, Ζαΐρ Μπολσονάρου, που απευθυνόμενος σε γυναίκα βουλευτή της είχε πει, ότι «δεν αξίζει καν να τη βιάσει». Η προσπάθεια ταπείνωσης, διασυρμού και ηθικής εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων συνάδουν πλήρως με μια πολιτική που βρίσκεται στα όρια του νεοφασισμού και υπηρετεί πλήρως τα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών.

Στην πέμπτη θέση (και τελευταίος μεταξύ όσων συγκεντρώνουν ποσοστά δημοτικότητας άνω του 5%, τα ποσοστά δημοτικότητας των υπολοίπων είναι 2% και κάτω) βρίσκεται ο Πιτ Μπούτιγκιεγκ, που έχει συγκεντρώσει 7,1 εκ. δολ. Απευθύνεται πρωτίστως σε Αφροαμερικάνους, ενώ ξεχωριστή θέση στο προεκλογικό του πρόγραμμα καταλαμβάνει το αίτημα αντιμετώπισης της ρατσιστικής βίας και των δομών που την αναπαράγουν. Στις εξαγγελίες του περιλαμβάνεται η μείωση των ποινών για χρήση ναρκωτικών, νομιμοποίηση της μαριχουάνας σε ομοσπονδιακό επίπεδο, κατάργηση τη θανατικής ποινής και του ελάχιστου χρόνου προφυλάκισης. Επίσης, έχει ζητήσει την αυστηροποίηση των όρων χρήσης όπλων από την αστυνομία και τη δημοσιοποίηση περισσότερων στοιχείων που να αφορούν την αστυνομική αυθαιρεσία και βία. Τα στοιχεία που μέχρι στιγμής δίνονται στη δημοσιότητα δείχνουν ότι η αστυνομία περισσότερο είναι μέρος του προβλήματος στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, παρά της λύσης. Με βάση πρόσφατη έρευνα της Washington Post η αστυνομία πυροβολεί και σκοτώνει κάθε χρόνια γύρω στα 1.000 άτομα, με το 25% περίπου εξ αυτών να χαρακτηρίζονται ψυχικά ασθενείς. Συγκεκριμένα το 2018 δολοφονήθηκαν 992 άτομα, 986 το 2017, 962 το 2016, 994 το 2015, κοκ. Ο ίδιος ο δημοκρατικός υποψήφιος εκτιμά ότι μια χαλάρωση της νομοθεσίας θα οδηγήσει στην αποφυλάκιση του 50% των κρατουμένων.

Πηγή: Νέα Σελίδα