Τρεκλίζει η τουρκική οικονομία

Στην κόψη του ξυραφιού βαδίζει η τουρκική οικονομία, αδυνατώντας εδώ κι ένα χρόνο να βρει σταθερό ρυθμό κι αφήνοντας μετέωρο το ερώτημα σε ποιο βαθμό η ύφεση είναι αποτέλεσμα μιας γενικευμένης αναστροφής του οικονομικού κλίματος και σε ποιο βαθμό αποτέλεσμα της υπονόμευσης εκ μέρους του Τραμπ, στο πλαίσιο της ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ύφεση την οποία διέρχεται η τουρκική οικονομία πιστοποιήθηκε με τα επίσημα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, βάσει των οποίων για δύο συνεχόμενα τρίμηνα, το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2018, η οικονομία συρρικνώθηκε: κατά 1,6% και 2,4%, αντίστοιχα. Η συνέχεια παραμένει άγνωστη, καθώς ναι μεν για το πρώτο τρίμηνο αναμένεται μια οριακή άνοδο του προϊόντος που θα κινηθεί σε θετικά επίπεδα ενώ η βιομηχανική παραγωγή τον Μάρτιο αυξήθηκε (κατά 2,1%) για τρίτο συνεχή μήνα, η πτώση όμως έπειτα της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, συνεχίζοντας την καθίζηση που σημειώθηκε το 2018 κατά 28%, απειλεί να οδηγήσει την τουρκική οικονομία σε νέα ύφεση, καταγράφοντας μια διπλή βουτιά. Ο ιμάντας μεταβίβασης και μαζί αδύναμος κρίκος της τουρκικής οικονομίας είναι το ιλιγγιώδες ποσό των 315 δισ. δολ. (σε ένα σύνολο ΑΕΠ 851 δισ.) που οφείλουν οι τουρκικές επιχειρήσεις σε ξένο συνάλλαγμα. Ως αποτέλεσμα, όσο μειώνεται η αξία της τουρκικής λίρας έναντι των ξένων νομισμάτων, τόσο αυξάνεται το πραγματικό κόστος αποπληρωμής των δανείων τους, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους. Για όσες δε τουρκικές επιχειρήσεις βρίσκονταν στο όριο της επιβίωσης η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης θα αποτελέσει τη χαριστική βολή, με αρνητικές συνέπειες τόσο στο ΑΕΠ όσο και στην απασχόληση.

Οι σημαντικότερες όμως επιπτώσεις θα αφορούν τους εργαζόμενους της Τουρκίας, που ήδη βλέπουν τις τιμές των βασικότερων προϊόντων να αυξάνονται σχεδόν καθημερινά, λόγω του πληθωρισμού που τρέχει με 20%. Η άνοδος των τιμών εξανέμισε ταχύτατα τις μισθολογικές αυξήσεις που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις αρχές του 2019, ύψους 26%. Με τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων να αμείβεται με 2.200 λίρες, που είναι ο κατώτατος μισθός, είναι απορίας άξιο πώς κατάφερναν και αντεπεξέρχονταν ακόμη και πριν την κρίση…

Η αντίδραση της κυβέρνησης απέναντι στις ανατιμήσεις των προϊόντων ήταν επίσης να ανακοινώσει μέτρα αστυνόμευσης της αγοράς, με το διορισμό εποπτών που ελέγχουν για φαινόμενα αισχροκέρδειας σε 81 επαρχίες της χώρας. Επιπλέον, να δημιουργήσει παράλληλες αγορές και κανάλια διακίνησης βασικών προϊόντων, κυρίως αγροτικών, πέριξ των δημαρχείων όπου οι τιμές θα είναι ελεγχόμενες και κυρίως …χαμηλές. Η αλήθεια πάντως είναι ότι μεγάλο μέρος της ανόδου των τιμών στα αγροτικά προϊόντα οφείλεται στην απότομη συρρίκνωση της καλλιεργήσιμης γης. Υπολογίζεται ότι όσο βρίσκεται ο Ερντογάν στην εξουσία, μια έκταση συγκρίσιμη με το Βέλγιο (7,4 εκτάρια γης) έπαψε να καλλιεργείται είτε επειδή οικοδομήθηκε χάριν της εξάπλωσης των αστικών κέντρων, είτε επειδή χρησιμοποιήθηκε για έργα υποδομής και κυρίως δρόμους, ενώ μόνο τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των αγροτών μειώθηκε από 2,8 εκ. σε 2,1 εκ. άτομα. Ταυτόχρονα, η εκμηχάνιση της γεωργικής παραγωγής δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε η αυξημένη παραγωγικότητα να αναπληρώσει τη μείωση σε γη και ανθρώπινα χέρια.

Διενεργώντας πάντως μια ακτινογραφία της τουρκικής οικονομίας αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις δεν επηρεάστηκαν αρνητικά από την στροφή στον αυταρχισμό του καθεστώτος Ερντογάν. Προς διάψευση όσων υποστηρίζουν ότι οι ξένοι επενδυτές έλκονται από φιλελεύθερα και ανοιχτά καθεστώτα και προς επιβεβαίωση όσων διατείνονται ότι οι επενδυτές έλκονται από τα αυταρχικά καθεστώτα επειδή εξασφαλίζουν σταθερότητα μέσω της καταστολής, χωρίς να λογαριάζουν το πολιτικό κόστος, η εισροή ξένων επενδύσεων το 2018 κινήθηκε στα ίδια ή και ανώτερα επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια: 13,2 δισ. δολ., όταν το 2017 ήταν 10,9 δισ. δολ., το 2016 ήταν 12,3 δισ., το 2015 χρονιά – έκπληξη και καθόλου αντιπροσωπευτική έφτασαν τα 16,8 δισ. δολ., και τα τρία προηγούμενα χρόνια, 2014, 2013 και 2012 ήταν 12,75 δισ., 12,46 δισ. και 13,28 δισ. δολ. αντίστοιχα.

Η τουρκική οικονομία είναι σημαντικά εκτεθειμένη ωστόσο στη διεθνή ύφεση και συγκεκριμένα σε ένα δηλητηριώδες μίγμα ανόδου των επιτοκίων, κυρίως από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, που προκαλεί φυγή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες χώρες, και μείωσης της ζήτησης που πλήττει τις εξαγωγικές βιομηχανίες της Τουρκίας. Με την ιταλική οικονομία να βρίσκεται επίσημα σε ύφεση και τη γερμανική στα πρόθυρα, η μετάσταση στην Τουρκία είναι αποκλειστικά και μόνο θέμα χρόνου. Ανοιχτό δηλαδή παραμένει το πότε κι όχι το αν…

Πλάι σε αυτές τις αιτίες προστίθενται και τα μέτωπα που άνοιξε η επιθετική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Εν αρχή είναι ο εμπορικός πόλεμος, που μπορεί με Ευρώπη, Μεξικό και Καναδά να έληξε με την παράδοσή τους, στον υπόλοιπο κόσμο ωστόσο συνεχίζεται. Οι δασμοί που επέβαλε ο Λευκός Οίκος στα προϊόντα χάλυβα από την Τουρκία προς στήριξη της αμερικανικής εγχώριας παραγωγής, η οποία προφανώς είναι μη ανταγωνιστική, ανήλθαν στο 50% κι ήταν διπλάσιοι των δασμών που επιβλήθηκαν σε άλλες χώρες. Προφανώς για λόγους πολιτικούς. Η Ουάσιγκτον άλλωστε ποτέ δεν έκρυψε ότι χρησιμοποιεί το όπλο της οικονομίας για να πετύχει πολιτικούς σκοπούς.

Μόλις τον Ιανουάριο του 2019, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εξαγγελία απόσυρσης του αμερικανικού στρατού από τη Συρία, ο Τραμπ με μήνυμά του στον αγαπημένο του τόπο κοινωνικής δικτύωσης απείλησε ότι θα καταστρέψει οικονομικά την Τουρκία αν αναλάβει δράση εναντίον του YPG που για τις ΗΠΑ αποδείχθηκε στρατηγικός της σύμμαχος στη Συρία. Για την Τουρκία ωστόσο αποτελεί το στόχο της επόμενης μέρας και συγκοινωνούν δοχείο με το ΡΚΚ, που είναι ενταγμένο στην αμερικανική λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Την επομένη του προεδρικού …τιτιβίσματος η τουρκική λίρα έχασε 1,6% της αξίας της έναντι του δολαρίου, που το ανέκτησε μετά από μια τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν. Για να το χάσει φυσικά στη συνέχεια…

Η απόφαση του Ανωτάτου Εκλογικού Συμβουλίου, κατ’ εντολήν προφανώς του Ερντογάν, να ακυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα στην Κωνσταντινούπολη, που χάρισε στον Εκρέμ Ιμάμογλου το αρνητικό ρεκόρ του δημάρχου για 17 μόλις μέρες, θα επιτείνει την οικονομική αστάθεια στην Τουρκία. Ακόμη κι αν στις επαναληπτικές εκλογές της 23ης Ιουνίου στην Κωνσταντινούπολη κερδίσει ο εκλεκτός του Ερντογάν, Μπιναλί Γιλντρίμ και συνεχίσει έτσι το ταμείο του δήμου να είναι στα χέρια του κόμματος του Ερντογάν, οι επιτυχίες των υποψηφίων της αντιπολίτευσης στις άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, και οι επακόλουθες κοινωνικές εντάσεις θα δημιουργήσουν τριγμούς που μοιραία θα μεταδοθούν και στο οικονομικό επίπεδο. Προς επίρρωση πιθανά μιας ρήσης του Ερντογάν από το 2017 ότι «η τύχη της Τουρκίας έχει γίνει ένα με την τύχη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».

Advertisements