Η Γερμανία προτιμά την κρίση από το χρέος

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

leonidasvatikiotis@gmail.com

Πληθαίνουν οι ενδείξεις πώς η Γερμανία είναι στο μέσο ή τις απαρχές μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης που σύντομα θα πλήξει παραγωγή και εισοδήματα, αυξάνοντας την ανεργία που σήμερα βρίσκεται στα χαμηλότερο επίπεδα μετά την επανένωση και πολύ περισσότερο τις ανισότητες που κυμαίνονται σε επίπεδα ρεκόρ. Είναι ενδεικτικό πώς, σύμφωνα μ έρευνα της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, το 10% των πιο πλούσιων νοικοκυριών διαθέτει πάνω από το 50% των συνολικών περιουσιών, ενώ το 50% των νοικοκυριών διαθέτει το 3% του συνόλου!

Το Φεβρουάριο ο δείκτης νέων παραγγελιών έπεσε κατά 4,2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καταγράφοντας την μεγαλύτερη πτώση από τον Ιανουάριο του 2017. Σε ετήσια βάση η πτώση άγγιξε το 8,4%, καταγράφοντας την μεγαλύτερη συρρίκνωση από το 2009. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση στις νέες παραγγελίες εξαγωγών που έφτασε σε διψήφια ποσοστά.

Τα σημάδια κόπωσης της γερμανικής οικονομίας ξεκίνησαν το 2018 και καταγράφηκαν στο δεύτερο μισό του έτους. Αποδόθηκαν δε στις νέες ρυθμίσεις για τους ρύπους που επιβλήθηκαν στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Σύντομα ωστόσο ήρθε η επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης, ως αποτέλεσμα πολιτικών εξελίξεων, να αναγκάσει χώρες όπως η Γερμανία, που είναι σημαντικά εκτεθειμένες στη διεθνή αγορά, να πληρώσουν ένα υψηλό τίμημα για την έκθεσή τους. Οι πολιτικές εξελίξεις περιστρέφονταν γύρω από την αβεβαιότητα σχετικά με τους όρους εξόδου της Αγγλίας από την ΕΕ και τον κλιμακούμενο εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ με την Κίνα και την Ευρώπη. Ορισμένα μεγέθη είναι αρκετά για να φανεί ο τρόπος με το οποίο η παγκόσμια αγορά μετατρέπεται από ευλογία σε κατάρα σε εποχές αστάθειας για τις εξαγωγικές χώρες, όπως είναι η Γερμανία που διαθέτει μια εξαγωγική μηχανή αξίας 1,3 τρισ. ευρώ, κι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία στον κόσμο, διατηρώντας ωστόσο ένα θετικό εμπορικό ισοζύγιο ύψους 200 δισ. ευρώ.

Οι εξαγωγές στην Αγγλία, που είναι η τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά για τη Γερμανία εκτός ευρωζώνης, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, απορροφώντας κατά βάση μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό, μειώθηκαν κατά 6% το τελευταίο τρίμηνο του 2018 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Την ίδια περίοδο κάθετη πτώση, στο επίπεδο του 30% σε σχέση με την ίδια περίοδο του περυσινού χρόνου, υπέστησαν και οι εξαγωγές στην Τουρκία. Με το χαμηλότερο ποσοστό από το 2009 κινήθηκε και ο δείκτης αγοράς νέων παραγγελιών IHS. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, οι προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ το 2019 από 1,8% όπως γραφόταν πέρυσι και 1% πιο πρόσφατα, μειώθηκαν στο 0,5%, που ισοδυναμούν με τους χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης των τελευταίων έξι ετών! Οι επιπτώσεις από την επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας αργά ή γρήγορα θα γίνουν αισθητές σε όλη την Ευρώπη δεδομένου ότι μπορεί η Γερμανία σε σχέση με την Αγγλία και την Τουρκία να δέχεται τις αντιδράσεις, σε σχέση με την υπόλοιπη όμως Ευρώπη, καθώς ισούται με το ένα τρίτο της ηπειρωτικής οικονομίας, αυτή δίνει το ρυθμό και επιβάλλει το πόσο γρήγορα θα αυξηθεί η οικονομία ή θα συρρικνωθεί.

Οι επιπτώσεις μάλιστα στην υπόλοιπη Ευρώπη από την γερμανική κρίση ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ πιο σοβαρές από μια ενδεχόμενη μείωση των ευρωπαϊκών εξαγωγών στη Γερμανία, σε σχέση με τις επιπτώσεις στις γερμανικές εξαγωγές από την τουρκική ύφεση. Κι αυτό επειδή η αγορά της ευρωζώνης αποτελεί για τη Γερμανία όχι μόνο πίσω αυλή αλλά και απορροφητήρα κραδασμών. Με άλλα λόγια, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία ενδέχεται να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που δέχεται από τις μειωμένες παραγγελίες εξ αιτίας της μείωσης της συναλλαγματική ισοτιμίας της τουρκικής λίρας ασκώντας μια πολύ πιο επιθετική πολιτική τιμών που θα εκτοπίζει ανταγωνιστές από την Ασία ή τις ΗΠΑ. Πράττοντας το ίδιο σε όλη την κλίμακα των εξαγωγών της ο μεγάλος χαμένος θα αποδειχθεί, για μια ακόμη φορά, η υπόλοιπη ευρωπαϊκή παραγωγή που θα συρρικνωθεί ανήμπορη να αντιμετωπίσει την γερμανική αντεπίθεση.

Η ικανότητα του Βερολίνου να ρυθμίζει τους όρους του ανταγωνισμού με βάση τα δικά του συμφέροντα στην ευρωζώνη φάνηκε κι από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αφήσει απαράλλαχτα τα επιτόκια του κοινού νομίσματος στα σημερινά χαμηλά επίπεδα – ρεκόρ μέχρι το 2020. Κι αν η ακύρωση των προγραμματισμένων αυξήσεων δεν πλήττει καμιά οικονομία, τι θα συμβεί όταν απειλούμενη από υπερθέρμανση η γερμανική οικονομία απαιτήσει άνοδο των επιτοκίων και σε εκείνη τη συγκυρία άλλες χώρες της ευρωζώνης απειλούνται από κρίση ή έστω στασιμότητα;

Η «εναλλακτική» της ευρωζώνης, δηλαδή η εξαγωγή της κρίσης στις χώρες που χρησιμοποιούν το κοινό νόμισμα, είναι που επιτρέπει στη Γερμανία να παραμένει αμετακίνητη στην πολιτική αιώνιας λιτότητας που σηματοδοτεί το «φρένο χρέους» που ψήφισε το 2011, μαζί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ. Αποτελώντας την άλλη όψη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, απαγορεύει τη δημιουργία χρέους ακόμη κι αν πρόκειται με την έκδοση νέων ομολόγων να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε υποδομές. Στη Γερμανία μάλιστα παρατηρείται το εξής παράδοξο: ο προεχόμενος από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς να είναι αυτός που αντιπαρέρχεται τις πιέσεις που ασκούν οι Χριστιανοδημοκράτες του κυβερνητικού συνασπισμού για μια σχετικά επεκτατική πολιτική, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποβαθμίζει τις διαστάσεις του προβλήματος. Είναι ενδεικτικά τα όσα δήλωσε στο BBC, «έχουμε μια πιο ήπια ανάπτυξη, κάτι που απέχει πολύ από ύφεση», προσπαθώντας να δείξει ότι δεν είμαστε μάρτυρες εξαιρετικών περιστάσεων που απαιτούν την αναθεώρηση των συνθηκών.

Αν ωστόσο δεν υπήρχε η λύση της ευρωζώνης, η απάντηση του Βερολίνου στο ερώτημα κρίση ή χρέος θα ήταν διαφορετική απ’ αυτή που δίνει σήμερα…

Advertisements