Σε τροχιά σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες η Ιταλία

Με το βλέμμα καρφωμένο στην επόμενη Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου, όταν η ιταλική κυβέρνηση θα δώσει στη δημοσιότητα το βασικό περίγραμμα του κρατικού προϋπολογισμού για το 2019 βρίσκονται τα γκρίζα κουστούμια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.


ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Συγκεκριμένα, σε ένα νούμερο είναι επικεντρωμένη η προσοχή των τεχνοκρατών Βρυξελλών και Φρανκφούρτης∙ στο δημοσιονομικό έλλειμμα.

Το δίλημμα που αντιμετωπίζει η συμμαχική κυβέρνηση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της Λίγκας είναι ζωτικής σημασίας: Να υλοποιήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της και να έρθει σε σύγκρουση με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών ή να δηλώσει πίστη και υποταγή στους κανόνες αυστηρής δημοσιονομικής διαχείρισης και να εκτεθεί απέναντι στους ψηφοφόρους της;

Μέχρι στιγμής οι τροχιοδεικτικές βολές της Ρώμης δεν προμηνύονται ατιμωτικό συμβιβασμό ούτε όμως και σύγκρουση. Για παράδειγμα, προανάκρουσμα χαρακτηρίστηκε η σύγκρουση που άναψε μες στο καλοκαίρι με αφορμή τον προϋπολογισμό της ΕΕ ή καλύτερα, την Πολυετή Χρηματοοικονομική Συμφωνία όπως πλέον λέγεται καθώς ξεκινώντας από το 2021 θα εκτείνεται  ως το 2027. Οι Βρυξέλλες έτσι, δίνουν πρώτες το σύνθημα των άκαμπτων προϋπολογισμών που μένουν ανεπηρέαστοι από πολιτικές πιέσεις ακόμη και έκτακτα γεγονότα όπως μια φυσική καταστροφή ή μια οικονομική κρίση. Η ιταλική κυβέρνηση ωστόσο δεν επέκρινε τις Βρυξέλλες από τα αριστερά, αλλά από τα δεξιά. Απείλησε να μη συνεισφέρει το μερίδιο που της αναλογεί αν ο κοινοτικός προϋπολογισμός δεν συμβάλλει τα δέοντα στην θωράκιση των θαλάσσιων συνόρων της Ιταλίας. Το αίτημα έτσι του ακροδεξιού υπουργού Εσωτερικών, Ματέο Σαλβίνι ήταν συνέχεια της αντιμεταναστευτικής πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ιταλία, με την έγκριση φυσικά των Πέντε Αστέρων που στην πράξη εγκαταλείπουν τα αριστερά ανοίγματα στην εργατική βάση της Ιταλίας. Χαρακτηριστική ήταν η ανάρτηση στο facebook του επικεφαλής του κόμματος το οποίο ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο, και αναπληρωτή πρωθυπουργού στην κυβέρνηση συμμαχίας, του Λουίτζι ντι Μάιο ότι «στην Ευρώπη η μουσική θα αλλάξει… αν η κατάσταση στην μετανάστευση δεν αλλάξει στο μέλλον το βέτο είναι σίγουρο»…

Η υιοθέτηση από το κίνημα των Πέντε Αστέρων της ρατσιστικής ατζέντας της άκρας Δεξιάς δείχνει ποιο είναι το τέλος της φιλολογίας περί κατάργησης των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και του χαρακτηρισμού αυτού του σχίσματος ως ξεπερασμένου κι ανήμπορου να εκφράσει τις σημερινές αντιθέσεις. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό πλαίσιο το οποίο κατ’ επανάληψη έχει επικαλεστεί το Κίνημα των Πέντε Αστέρων. Πλέον έγινε ορατό τι σημαίνει: υποταγή στην άκρα Δεξιά… Προς επίρρωση ακόμη κι η άτακτη υποχώρηση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων τον Ιούλιο όταν επιχείρησε να περάσει νόμο που δυσκολεύει την πρόσληψη προσωπικού σε προσωρινή βάση. Ήταν ένας νόμος που κινούταν στον αντίποδα των μέτρων ελαστικοποίησης της εργασίας που ψηφίζονται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου και υπερασπιζόταν την καλοαμειβόμενη και σταθερή εργασία. Παρόλα αυτά η Λίγκα, που πολύ πιο καθαρά από τα ξενοφοβικά σύνδρομα εκφράζει τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ του Ιταλικού βορά,  έθεσε βέτο. Το αποτέλεσμα της πίεσης της Λίγκας (που πλέον σε όλες τις δημοσκοπήσεις έρχεται πρώτο κόμμα, με το Κίνημα των Πέντε Αστέρων να ακολουθεί, αντίθετα δηλαδή από τα εκλογικά αποτελέσματα) ήταν να ψηφισθεί ένας νόμος λιγότερο τολμηρός και περισσότερο μετριοπαθής, σε σχέση με το αρχικό σχέδιο  και τα αιτήματα των ιταλικών συνδικάτων.

Η μάχη ωστόσο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν ήταν παρά συνέχεια των διενέξεων που ξεκίνησαν από την επομένη των ιταλικών εκλογών τον Μάρτιο του 2018 και προανάκρουσμα της μάχης που θα δοθεί για τον ιταλικό προϋπολογισμό, που αποτελεί τη μητέρα των πολιτικών μαχών! Ο προϋπολογισμός θα αποτελέσει τη στιγμή της αλήθειας για την ιταλική κυβέρνηση γιατί ο σεβασμός των ασφυκτικών δημοσιονομικών θα σημάνει την ακύρωση των προεκλογικών εξαγγελιών! Οι υποσχέσεις που έδωσε η συμμαχική κυβέρνηση αφορούσαν: Την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, την μείωση των φόρων μέσω της εισαγωγής ενός ενιαίου φορολογικού συντελεστή ύψους 15%, την ακύρωση της αντιλαϊκής συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης που ψήφισε ο Ματέο Ρέντσι – επισπεύδοντας το πολιτικό του τέλος, και –το πιο εμβληματικό- την εισαγωγή βασικού εισοδήματος ύψους 780 ευρώ ανά μήνα, που θα παίρνουν όλοι οι άνεργοι και οι συνταξιούχοι. Το κόστος του συγκεκριμένου μέτρου έχει εκτιμηθεί στα 30 δισ. ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος των υποσχέσεων της νέας κυβέρνησης έχει υπολογισθεί σε 117 δισ. ευρώ.

Δεδομένου ωστόσο ότι το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ανέρχεται σε 2,3 τρισ. ευρώ φθάνοντας στο 132% του ΑΕΠ (κι είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά το ελληνικό δημόσιο χρέος) η οικονομική ορθοδοξία δηλώνει ότι δεν υφίσταται δημοσιονομικός χώρος για τέτοιες παροχές. Αυτή η ορθοδοξία ωστόσο υποτιμάει τα πολλαπλασιαστικά θετικά οφέλη που θα έχει η αύξηση των δημοσίων δαπανών ακόμη και για το δημόσιο χρέος, καθώς έτσι θα αυξηθεί το ΑΕΠ και θα μειωθεί ως ποσοστό. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι πρόκειται για μεταρρυθμίσεις που είναι κοινωνικά επιβεβλημένες καθώς θα βελτιώσουν σημαντικά το επίπεδο διαβίωσης της μεγάλης πλειοψηφίας των Ιταλών. Επιπλέον, μια γενναία αύξηση των κοινωνικών δαπανών που θα χρηματοδοτήσει τις δημόσιες υποδομές, όπως υποσχέθηκε να κάνει η ιταλική κυβέρνηση αμέσως μετά την κατάρρευση της γέφυρας στη Γένοβα τον Αύγουστο που άφησε πίσω της 40 νεκρούς, θα αποτρέψει νέα ατυχήματα στο μέλλον, για τα οποία κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου όλοι οι ειδικοί εξ αιτίας της έλλειψης συντήρησης και της ιδιωτικοποίησης στις υποδομές που επιβάλλει η χρόνια λιτότητα.

Υπέρμαχος της ακραίας πολιτικής λιτότητας εντός της κυβέρνησης είναι ο υπουργός Οικονομικών Τζιοβάνι Τρία (καθηγητής Οικονομικών, που δεν προέρχεται από κανένα κόμμα), ο οποίος έχει δεσμευθεί ότι θα αποτρέψει την άνοδο του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 1,6% του ΑΕΠ. Σαλβάνι και ντι Μάγιο από την άλλη, έχουν δηλώσει ότι το έλλειμμα μπορεί να φτάσει ακόμη και στο 2,5%, αισθητά υψηλότερο από το τρέχον έλλειμμα που φτάνει στο 0,8%, υπολειπόμενο ωστόσο του ορίου 3% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η ετυμηγορία της, στο πλαίσιο των κανόνων που έχουν ψηφιστεί, θα γίνει γνωστή μέχρι το τέλος του έτους, ενώ μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου η Επιτροπή θα έχει εκδώσει μια μη δεσμευτική γνώμη. Η Ρώμη από τη μεριά της όπως κι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, έχουν την υποχρέωση να στείλουν στις Βρυξέλλες το προσχέδιο του προϋπολογισμού μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, ενώ στη δημοσιότητα θα δοθεί στις 20 Οκτωβρίου.

Παρόλα αυτά δε χρειάζεται να περάσουν τρεις μήνες για να μάθουμε τη γνώμη της Επιτροπής. Όπως συνέβη το καλοκαίρι, που τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων έφτασαν στα ύψη με τη διαφορά τους ως προς τα αντίστοιχα γερμανικά να καταγράφει ρεκόρ πενταετίας, έτσι και τώρα η στάση της οικονομικής ορθοδοξίας θα διαφανεί από την αντίδραση των αγορών. Επιπλέον, διαφαίνεται η σχέση συγκοινωνούντων δοχείων που διατηρεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις αγορές, με τις τελευταίες να μετατρέπονται σε μακρύ χέρι και μέσο πειθαναγκασμού της Επιτροπής. Είναι αναγκαίο εδώ να ειπωθεί ότι καμία δυνατότητα παρέμβασης στα εσωτερικά των κρατών μελών δεν θα είχαν οι περίφημες αγορές αν επιτρεπόταν ο εσωτερικός δανεισμός και οι κυβερνήσεις δεν ήταν αναγκασμένες να προστρέχουν στην Goldman Sachs για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, δίνοντας σε αντάλλαγμα κάτι πολύ πιο σημαντικό από τους τόκους: τα κλειδιά για τις πόρτες του υπουργείου Οικονομικών και του ίδιου του υπουργικού συμβουλίου… Δεν είναι κατά συνέπεια αναπόφευκτο για τις σύγχρονες κυβερνήσεις να επιλέγουν να λογοδοτούν στις αγορές κι όχι στους ψηφοφόρους και τους πολίτες τους.

Οι υποσχέσεις που έχει δώσει η ιταλική κυβέρνηση να βάλει ένα τέλος στην πολιτική λιτότητας βρίσκονται πίσω από τα πολύ υψηλά ποσοστά δημοτικότητας που απολαμβάνει και φτάνουν ακόμη και το 60%. Ποσοστό πρωτοφανές, στο αντίποδα της απαξίωσης όλων σχεδόν των εν ενεργεία πολιτικών στην υπόλοιπη ΕΕ… Μένει να δούμε ποσό θα τιμήσει αυτές τις υποσχέσεις…

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Advertisements