Επιπλέον λιτότητα στην ΕΕ φέρνει το Brexit

eubudgetΜπορεί οι κρίσιμες αποφάσεις να ληφθούν σε τέσσερις μήνες, τον Μάιο, αλλά οι υπόγειες διαβουλεύσεις και κυρίως οι αριθμητικοί υπολογισμοί για τον επόμενο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή το Πολυετές Χρηματοδοτικό Πλαίσιο για να είμαστε πιο ακριβείς, ξεκίνησαν κι επισήμως την Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στο επίκεντρο των προσθαφαιρέσεων βρέθηκε η μαύρη τρύπα που θα αφήσει στα ταμεία των Βρυξελλών η αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ, η οποία τυπικά θα ολοκληρωθεί τον Μάρτιο του 2019. Ανέρχεται δε, σε 12-14 δισ. ευρώ ετησίως.

Η ΕΕ και γι’ αυτό το θέμα έχει χωριστεί στα δύο, μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης. Το αίτημα των χωρών της ανατολικής Ευρώπης είναι να μείνει ο προϋπολογισμός της ΕΕ ως έχει. Με άλλα λόγια, το βρετανικό κενό να καλυφθεί από τις άλλες χώρες της Δύσης, ώστε οι ανατολικοευρωπαίοι να μη χάσουν τις ταμειακές εισροές. Εύκολα καταλαβαίνουμε τη δυσφορία των δυτικοευρωπαϊκών κρατών δεδομένου ότι αν αναλάβουν να καλύψουν το κενό που αφήνει πίσω του το Brexit, τότε, μια ήδη ετεροβαρής σχέση στο επίπεδο των δημόσιων οικονομικών θα ενταθεί παραπέρα.

Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η διαφωνία ας δούμε μερικά μεγέθη για τη συμμετοχή κάθε χώρας στον προϋπολογισμό, έχοντας υπ’ όψη ότι τρεις είναι οι πηγές εσόδων για την ΕΕ: οι εισαγωγικοί δασμοί που εισπράττει κάθε χώρα για λογαριασμό της ΕΕ και τους αποδίδει, ένα ποσοστό επί του ΦΠΑ και ένα ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος, ελαφρώς χαμηλότερο του 1%. Σε γενικές γραμμές, που ορίζουν και το ντιμπέιτ, οι χώρες της ανατολικής αλλά και της νότιας Ευρώπης είναι καθαροί λήπτες του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, ενώ οι χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης είναι καθαροί χρηματοδότες. Για παράδειγμα, η Ουγγαρία συνέβαλε στον προϋπολογισμό ένα ποσό μικρότερο του 1 δις. ενώ έλαβε άνω των 4,5 δις. ευρώ. Η Λιθουανία πήρε 5 φορές περισσότερα απ’ όσα συνεισέφερε, η Πολωνία 3 φορές, κοκ. Στην άλλη άκρη είναι χώρες όπως η Ολλανδία που συμμετείχε με διπλάσια απ’ όσα έλαβε ή η Αυστρία που έδωσε 2,7 δις. και πήρε πίσω 2 δις. ευρώ, χωρίς μάλιστα να είναι και από τις πιο ακραίες περιπτώσεις εκείνων των χωρών που οι συνεισφορές υπερβαίνουν κατά πολύ τις απολήψεις. Αυτές οι δύο χώρες όμως είναι χαρακτηριστικές και των αντιδράσεων που υπάρχουν στο εσωτερικό ενάντια σε μια πιθανή αύξηση της συμμετοχής τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Πρωταγωνιστής στην Αυστρία είναι η πρόσφατα εκλεγμένη ακροδεξιά κυβέρνηση, ενώ στην Ολλανδία είναι τόσο αρνητικοί απέναντι στην ανατολική Ευρώπη ώστε πρόσφατα διαφώνησαν με τη συμφωνία σύνδεσης της ΕΕ με την Ουκρανία.

Ωστόσο, η εικόνα που δίνουν οι χρηματικές ροές στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών όπου οι εύπορες χώρες φαίνεται να ξεχειλίζουν από …γενναιοδωρία προς τα φτωχά μέλη της ΕΕ, είναι η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη έχει τα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο των φτωχών κρατών – μελών που προκαλούν οι αθρόες εισαγωγές των πλουσίων κρατών, ελέω κατάργησης των εμπορικών δασμών και του κόστους που προκαλούσαν οι συναλλαγματικές διαφορές. Οι χρηματοδοτικές ενισχύσεις επομένως καλύτερα πρέπει να ειδωθούν ως αντισταθμιστικά οφέλη ή αποζημιώσεις, που είναι μάλιστα εκ φύσεως προσωρινές, για την μόνιμη βλάβη που προκαλείται στην οικοδομική δομή των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομικά κρατών μελών.

Αναγνωρίζοντας έτσι το συμφέρον της η Γερμανία έχει ήδη δεχθεί να αυξήσει τη συμμετοχή της στον κοινοτικό προϋπολογισμό κατά 3 ως 3,5 δις. ευρώ ετησίως, διασώζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πολλαπλά οφέλη που αποκομίζει από την μετατροπή της ευρωπαϊκής ηπείρου σε οικονομική ενδοχώρα της. Δεν είναι καθόλου σίγουρο όμως ότι το παράδειγμα της θα το ακολουθήσουν κι άλλες χώρες και θα αυξήσουν τη συμμετοχή τους στον προϋπολογισμό στο 1,1-1,2% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος, όπως ζήτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο ορατός δηλαδή κίνδυνος είναι να οδηγηθούμε σε μείωση του προϋπολογισμού. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, που εκτιμάται ότι θα επιφέρει περικοπές της τάξης των 6 ως 7 δισ. ευρώ ετησίως στον κοινοτικό προϋπολογισμό (ο οποίος πρέπει να τονίσουμε ότι αποτελεί την επιτομή της λιτότητας καθώς είναι όχι μόνο πλήρως ισοσκελισμένος αλλά πολυετής και μακροχρόνιος, με τον υπό συζήτηση προϋπολογισμό να αφορά την περίοδο 2021-2027) μεγάλος χαμένος θα είναι τα προγράμματα συνοχής. Ως τώρα ωφελημένοι αυτών των προγραμμάτων ήταν περιοχές της ΕΕ με κατά κεφαλήν ΑΕΠ μικρότερο του 75% του μέσου κοινοτικού όρου που το 2017 απορρόφησαν το 34% του προϋπολογισμού. Μεγάλος χαμένος επίσης θα αποδειχθεί και η Κοινή Αγροτική Πολιτική, που ούτως ή άλλως το μερίδιό της στις δαπάνες της ΕΕ συνεχώς μειώνεται. Για παράδειγμα, ενώ το 1985 η γεωργία απορροφούσε το 70% του κοινοτικού προϋπολογισμού, το 2013 το σύνολο των ενισχύσεων δεν ξεπερνούσε το 39%, παρότι μάλιστα σε αυτή τη χρονική περίοδο προστέθηκαν 13 επιπλέον κράτη με εύρωστους αγροτικούς τομείς.

Μεγάλος κερδισμένος αντίθετα των αλλαγών που ωριμάζουν στη δημοσιονομική πολιτική της ΕΕ θα είναι η άμυνα και η ασφάλεια, το κράτος – χωροφύλακας που οικοδομείται εντός της ΕΕ και στα σύνορά της, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Το 2017 σε αυτή την κατεύθυνση δαπανήθηκαν 6 δις. ευρώ, σε έναν προϋπολογισμό ύψους 157,9 δις. ευρώ και θεωρείται βέβαιο ότι αυτό το κονδύλι θα αυξηθεί σημαντικά.

Ο κίνδυνος να πυροδοτήσει σειρά αρνητικών αλλαγών για τα κράτη μέλη της δεύτερης ταχύτητας η αποχώρηση της Αγγλίας και ο νέος προϋπολογισμός της ΕΕ υπογραμμίστηκε από την ημερήσια διάταξη της συνόδου της προηγούμενης Παρασκευής που, πέραν του προϋπολογισμού, περιελάμβανε επίσης και τον τρόπο εκλογής του επόμενου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο κίνδυνος, συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογή της επιλογής της Γερμανίας για μια ΕΕ των πολλών ταχυτήτων, είναι να οδηγηθούμε σε δομικές αλλαγές που δε θα αφορούν μόνο τον τρόπο εκλογής του προέδρου αλλά και του αριθμού των Επιτρόπων. Να περάσει στην ιστορία με άλλα λόγια το σύστημα που κυριαρχούσε επί δεκαετίες, βάσει του οποίου κάθε χώρα όριζε κι έναν Επίτροπο. Υπερβολικά δημοκρατικό μέτρο για τις εποχές που διανύουμε…

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Advertisements