Για το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν, Καπιταλισμός εναντίον κλίματος

5eΜια ριζοσπαστική  πρόταση από τη συγγραφέα του Δόγματος του Σοκ για την αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής αλλαγής που εκτιμά ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε καταλυτική δύναμη για θετικές κοινωνικές αλλαγές

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

«Ξεχάστε όσα ξέρατε, σταματήστε να κάνετε ό,τι κάνατε, πάψτε να σκέφτεστε όπως σκεφτόσασταν»! Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει η Ναόμι Κλάιν, μέσα από το πρόσφατο, ογκώδες βιβλίο της (694 αριθμημένων σελίδων) με τίτλο Αυτό αλλάζει τα πάντα, καπιταλισμός εναντίον κλίματος (εκδ. Λιβάνη, 2015). Μάρτυρας της, η αύξηση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου κατά 57%, μετά την υπογραφή της συμφωνίας του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή το 1992!

Το νέο βιβλίο της Καναδής ακτιβίστριας και βραβευμένης δημοσιογράφου συνεχίζει να πατά στα χνάρια των προηγούμενων έργων της, με κορυφαίο το  Δόγμα του Σοκ, εμβαθύνοντας στον ριζοσπαστισμό με μια υποδειγματικά εμπεριστατωμένη, σχεδόν αφοπλιστική κριτική, ενώ φωτίζει άγνωστες πλευρές μιας εξαιρετικά σύνθετης πραγματικότητας γύρω από την ενέργεια. Ωστόσο, δεν καταφέρνει να αποφύγει υπερβολές και απλουστεύσεις, που καταλήγουν σε ένα μανιχαΐστικό σχήμα κακής ενέργειας από λιγνίτη εναντίον καλής από ανανεώσιμες πηγές.

Διαβάζοντας το βιβλίο της Κλάιν κάποιος στην Ελλάδα ή την Ευρώπη πρέπει να έχει συνεχώς υπ’ όψη του το ιδεολογικό κλίμα στις ΗΠΑ και την αμερικανική ήπειρο, όπου η άρνηση της κλιματικής αλλαγής μαζί με το δικαίωμα στην οπλοφορία και την αποστροφή των φόρων αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της δεξιάς ιδεολογίας. Μάλιστα, τα στοιχεία που παραθέτει για την εξαγορά των επιστημόνων (υπερβαίνει για παράδειγμα τα 900 εκ. δολάρια ετησίως η χρηματοδότηση των διάφορων δεξαμενών σκέψης που αρνούνται την κλιματική αλλαγή) είναι πολύ διδακτικά για την ευρύτερη παρέμβαση του κεφαλαίου στη διανόηση κι όχι μόνο στο θέμα των ρύπων Η Κλάιν επομένως οφείλει να αποδείξει ότι «αν συνεχίσουμε να επιτρέπουμε την ετήσια αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η κλιματική αλλαγή θα μεταβάλλει τα πάντα στον κόσμο μας. Οι μεγάλες πόλεις πιθανότατα θα πλημμυρίσουν, οι ωκεανοί θα καταπιούν πανάρχαιους πολιτισμούς και υπάρχουν πολλές πιθανότητες τα παιδιά μας να περάσουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους προσπαθώντας να γλιτώσουν ή να ανακάμψουν από ισχυρές καταιγίδες και ακραία φαινόμενα». Και το καταφέρνει θαυμάσια, επικαλούμενη στοιχεία όχι μόνο από διεθνούς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, αλλά και από ιδιωτικούς φορείς όπως  η PricewaterhouseCoopers που προειδοποιεί ότι οδεύουμε προς μια αύξηση της θερμοκρασίας «κατά 4 ή ακόμη και 6 βαθμούς Κελσίου» (ανέφικτοι επομένως οι στόχοι να μην αυξηθεί η θερμοκρασία πάνω από 2 βαθμούς) για να καταλήξει ότι έχουμε μόνο μια δεκαετία στη διάθεσή μας προκειμένου να σταματήσουμε την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Δεν πλήττονται όλοι το ίδιο

Η Ναόμι Κλάιν απορρίπτει εξαρχής τη θεωρία του «μεγάλου εξισωτή», που καταλήγει ότι από την άνοδο της θερμοκρασίας πλήττονται και απειλούνται όλοι το ίδιο. Με μεγάλη δόση ρεαλισμού, υποστηρίζει πως η κλιματική αλλαγή «εντείνει τις αντιθέσεις σε μια κοινωνία εχόντων και μη εχόντων, μια κοινωνία διαιρεμένη σε εκείνους στους οποίους ο πλούτος προσφέρει –τουλάχιστον προς το παρόν- ένα σημαντικό βαθμό προστασίας από τα ακραία καιρικά φαινόμενα και σε εκείνους που εξαρτώνται απόλυτα από ολοένα και πιο δυσλειτουργικά κράτη». Στο βιβλίο μάλιστα παρατίθενται και απόψεις που επισημαίνουν  τα οφέλη που θα δρέψουν οι ΗΠΑ από την υποβάθμιση που θα φέρει η κλιματική αλλαγή στους ανταγωνιστές τους. Ας μην απορούμε επομένως για την αδράνεια της Ουάσινγκτον…

Στην καρδιά της θεώρησης της Κλάιν βρίσκεται η θέση πως ο φονταμενταλισμός της αγοράς συνέβαλε στην υπερθέρμανση του πλανήτη, ενώ η επέκταση των εμπορικών συμφωνιών είναι ασύμβατη με τις βιώσιμες οικονομίες. Η ρήση του Μπιλ Κλίντον κατά την υπογραφή της NAFTA το 1993 («έχουμε την ευκαιρία να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο»), περιγράφει εύγλωττα τις επιθετικές βλέψεις που ενσωματώθηκαν στις οικονομικές ολοκληρώσεις. Για την Κλάιν, «η παγκόσμια εξάπλωση της βιομηχανικής γεωργίας είχε ήδη επιφέρει συντριπτικό πλήγμα στην όποια πρόοδο είχε σημειωθεί στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου… Η παρατήρηση αυτή δεν είχε τόσο να κάνει με τα “τροφοχιλιόμετρα” και τη συζήτηση σχετικά με τα εισαγόμενα έναντι των εγχώρια παραγόμενων τροφίμων όσο με τη διαμόρφωση ενός εμπορικού συστήματος το οποίο ικανοποιώντας τις επιθυμίες εταιρειών όπως η Monsanto και η Cargill να διαμορφώνουν οι ίδιες το ρυθμιστικό πλαίσιο –από την απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές και την αυστηρή προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μέχρι τη συνέχιση της λήψης πλουσιοπάροχων επιδοτήσεων- συνέβαλε στην εδραίωση και την εξάπλωση σε όλο τον κόσμο ενός μοντέλου βιομηχανικής γεωργίας που είναι εξαιρετικά ενεργοβόρο και αυξάνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Αυτό εξηγεί για ποιο λόγο το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα ευθύνεται για το 19%-29% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ολόκληρο τον πλανήτη».

Η Κλάιν αποδομεί πλήρως και το σύστημα των «πιστωτικών μονάδων άνθρακα», που το χαρακτηρίζει «κερδοφόρα απάτη». Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι «το σύστημα υπολογισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο οποίο κατέληξαν οι διαπραγματευτές ήταν ένα κατάλοιπο της εποχής πριν από το ελεύθερο εμπόριο, το οποίο δεν συνυπολόγιζε τις επαναστατικές αλλαγές που πραγματοποιούνταν μπροστά στα μάτια τους». Το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2015, με το λογισμικό που εγκαθιστούσε στα οχήματά της η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen, ώστε να εμφανίζονται λιγότεροι ρύποι απ’ όσους πραγματικά εξέπεμπαν, ήρθε να επιβεβαιώσει όσα γράφει η Κλάιν. «Αυτό το βαθιά ελαττωματικό σύστημα έχει δημιουργήσει μια εντελώς στρεβλή εικόνα για τις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου», είναι το συμπέρασμά της. Χαρακτηρίζει μάλιστα ως «μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές ειρωνείες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, αφού κέρδισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτή τη σκληρή μάχη (σ.σ. εννοεί τη δημιουργία ενός συστήματος διεθνούς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα), δεν επικύρωσαν το Πρωτόκολλο του Κιότο και ότι οι περισσότερες αγοραπωλησίες δικαιωμάτων εκπομπής γίνονται στην Ευρώπη, η οποία ήταν αρχικά αντίθετη σε αυτές».

Κίνημα για λίγους

Η συγγραφέας γίνεται αποκαλυπτική όταν περιγράφει την ελιτίστικη ιστορία του οικολογικού κινήματος στις ΗΠΑ από τις απαρχές του στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού «αποτελούνταν κυρίως από μέλη των προνομιούχων τάξεων που τους άρεσε το ψάρεμα, το κυνήγι, η κατασκήνωση και η πεζοπορία στο ύπαιθρο και είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι πολλές από τις αγαπημένες τους τοποθεσίες στην άγρια φύση απειλούνταν από τη γρήγορη επέκταση της βιομηχανοποίησης» μέχρι σήμερα, που τουλάχιστον οι ισχυρότερες οργανώσεις του «προσπαθούν να αποδείξουν ότι η διάσωση του πλανήτη μπορεί να είναι μια εξαιρετική νέα επιχειρηματική ευκαιρία». Η αποκάλυψη της διαδικασίας εξαγοράς των οικολογικών οργανώσεων από τους μεγάλους ρυπαντές είναι από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του βιβλίου.

Λάβρα είναι η Ναόμι Κλάιν και όσον αφορά τον ιδρυτή της βρετανικής Virgin, Μπράνσον, ο οποίος εμφανίζεται ως σωτήρας του κλίματος. Στο πρόσωπό του «η ιδέα ότι μόνο καπιταλισμός μπορεί να σώσει τον κόσμο από μια κρίση που προκάλεσε ο ίδιος ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον μια αφηρημένη θεωρία»…

Ενώ η κριτική της Ναόμι Κλάιν εναντίον των κυβερνήσεων, των «ευαίσθητων» επιχειρηματιών (Γκέιτς, Μπάφετ, Μπλούμπεργκ, κ.ά.) και των διεθνών οργανισμών, που όλο και περισσότερο τα φόρουμ που συγκαλούν μοιάζουν με «εξαιρετικά δαπανηρή συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας», είναι καταιγιστική και πολύτιμη, η πρότασή της για το τι πρέπει να γίνει είναι σχηματική και απλουστευτική. Το ίδιο και η ιστορική ερμηνεία που παραθέτει:  «Ο άνθρακας ήταν το μαύρο μελάνι με το οποίο γράφτηκε η ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού» συμπεραίνει χαρακτηριστικά, αφού έχει γράψει ότι «η ατμομηχανή επιτάχυνε τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ τα ατμόπλοια κατέστησαν δυνατή την αποικιοκρατική λεηλασία της υποσαχάριας Αφρικής και της Ινδίας». Παραλείπει ωστόσο ότι στον άνθρακα και τον ηλεκτρισμό στηρίχθηκε επίσης η μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδος και η πιο θεαματική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έχει συμβεί στην ανθρώπινη ιστορία. Θα ήταν δυνατή η έξοδος από τη φτώχεια και την πείνα ή ο αλφαβητισμός τόσων δισεκατομμυρίων ανθρώπων, εάν αγαθά όπως ο λιγνίτης και η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας δεν έκαναν προσπελάσιμα στον καθένα (ή σχεδόν στον καθένα) επιτεύγματα της ανθρώπινης εργασίας και διάνοιας, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα;

Το πρόβλημα είναι οι όροι, όχι το πετρέλαιο

Στον ιδανικό κόσμο που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν δεν χωρούν εξορύξεις ούτε ορυκτά καύσιμα! Επικαλείται για παράδειγμα ερευνητή ο οποίος αναφέρει: «Χρειαζόμαστε αυστηρούς νόμους που θα απαγορεύουν  την εξόρυξη και την καύση άνθρακα. Τελεία και παύλα». Κατ’ επανάληψη υποστηρίζει την ανάγκη για απαλλαγή από τα ορυκτά καύσιμα και πλήρη μετάβαση σε ΑΠΕ, ενώ αποδοκιμάζει και την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις πανέμορφες θάλασσες της Ελλάδας, εξαιτίας των υψηλών κινδύνων που εγκυμονεί. Αντί να επικρίνει τους αποικιοκρατικούς και ληστρικούς όρους των συμβάσεων που υπογράφουν οι κυβερνήσεις με τις πετρελαϊκές πολυεθνικές,  οι οποίοι είναι βέβαιο πως θα αναπαράγουν την ενεργειακή εξάρτηση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την οικειοθελή παραίτηση από κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα, αποκηρύσσει την ίδια την εξόρυξη του μαύρου χρυσού…

Ακόμη και στον κόσμο τον οποίο επικαλείται η Κλάιν, όπου δεν θα υπάρχει για παράδειγμα η σημερινή υπερκατανάλωση ούτε η αλόγιστη χρήση του ΙΧ αυτοκινήτου, θα εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για υγρά καύσιμα. Για να κινούνται για παράδειγμα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Επιπλέον, η πρόοδος που έχει συντελεστεί στις μπαταρίες είναι τόσο μικρή που δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στη μετάβαση σε ένα ενεργειακό τοπίο κυριαρχούμενο πλήρως από τις ΑΠΕ, οι οποίες είναι εκ φύσεως ασταθείς κι η παραγωγή τους συναρτώμενη από την ηλιοφάνεια και τον αέρα. Δηλαδή απρόβλεπτη ακόμη και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που δεν στερείται φυσικών χαρισμάτων.

Η εξάρτηση επομένως από τον άνθρακα και λιγνίτη και το πετρέλαιο θα κρατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο εύχεται η Κλάιν, χωρίς μάλιστα αυτό να είναι κατ’ ανάγκην κακό. Γιατί, η συνέχιση των εξορύξεων για εξαγωγή λιγνίτη (μιλώντας για την Ελλάδα) επιτρέπει την ταυτόχρονη αποκατάσταση των ορυχείων και τη μετατροπή τους σε δάση, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις εκτάσεις της ΔΕΗ έξω από την Πτολεμαΐδα, χωρίς ωστόσο να υποτιμάται η βλάβη που προκαλείται στο περιβάλλον και το μικρο-κλίμα της περιοχής. Μια απότομη διακοπή, αντίθετα, των εξορυκτικών δραστηριοτήτων θα άφηνε τα ορυχεία σαν ανοικτές πληγές ή θα απαιτούσε νέες δαπάνες για το κλείσιμο τους. Επιπλέον, ο λιγνίτης μειώνει το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι τόσο τα φωτοβολταϊκά όσο και οι ανεμογεννήτριες παράγουν πολύ πιο ακριβό ρεύμα. Επίσης, η Κλάιν δεν λαβαίνει υπ’ όψη της ότι μέχρι στιγμής το χαράτσι που πληρώνουμε στους λογαριασμούς του ρεύματος για τις ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ) έχει τη δική του συμβολή στην ενεργειακή φτώχεια και τους απλήρωτους λογαριασμούς, που ανέρχονται στα 2,4 δισεκ. ευρώ. Δεν είναι άραγε σκάνδαλο σε μια χώρα, όπου η ανεργία υπερβαίνει το 20%, να επιδοτούμε τις ανεμογεννήτριες (που έχουν εξελιχθεί σε υπόδειγμα κρατικοδίαιτου κλάδου, χωρίς να αντιδρά ωστόσο κανείς) τόσο στο στάδιο της εγκατάστασής τους όσο και σε αυτό της παραγωγής και να μην επιδοτούμε την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος σε χιλιάδες ανέργους που δεν μπορούν να ανάψουν θερμοσίφωνα και ηλεκτρική κουζίνα; Τέλος, πόσο φιλικές προς το περιβάλλον μπορούν να θεωρούνται οι ανεμογεννήτριες, που η εγκατάστασή τους συνοδεύεται από κόψιμο δένδρων, άνοιγμα νέων δρόμων μέσα στα βουνά, θάνατο πουλιών, δημιουργία επικίνδυνων ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και πρωτοφανή αισθητική αλλοίωση του περιβάλλοντος;

Σε βάρος της κριτικής της Κλάιν, τέλος, στρέφεται κι η υιοθέτηση εκ μέρους της τής αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», που τη χαρακτηρίζει ως τη μόνη ορθολογική αρχή κι ας καθιστά, σε τελική ανάλυση, τη ρύπανση μια ακόμη υπόθεση βαθιά ταξική. Γιατί η αρχή «όποιος ρυπαίνει πληρώνει», σε έναν κόσμο όπου όλα είναι θέμα τιμής, σημαίνει ότι όποιος μπορεί να πληρώνει έχει δικαίωμα και να ρυπαίνει…

Πηγή: περιοδικό  Δημοσιογραφία, τεύχος 15, φθινόπωρο 2017

Advertisements