ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

tsipΟ ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί, η ΝΔ αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει το προβάδισμα κι η κεντροαριστερά διχάζεται

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Στο μέσο μιας μεταβατικής πολιτικής κατάστασης, όπου οι βασικότερες μεταβλητές είναι σε κίνηση αναζητώντας ένα νέο σημείο ισορροπίας, βρίσκεται η πολιτική ζωή της Ελλάδας εδώ και μήνες. Η ρευστότητα αυτή μάλιστα δεν προβλέπεται να λήξει σύντομα. Η αμορφία του συστήματος, που δε θέτει σε κρίση τα βασικότερα διακυβεύματα που περιελήφθησαν στο 3ο μνημόνιο, πηγάζει από την ασταθή ισορροπία που βρίσκονται οι τρεις βασικότερες μεταβλητές του: η κυβέρνηση, η ΝΔ και ο χώρος της κεντροαριστεράς. Είναι οι τρεις χώροι που αποτελούν το σύστημα εξουσίας και καλούνται τώρα να διαχειριστούν τα αποτελέσματα των πολιτικών που εφάρμοσαν από το 2010 μέχρι σήμερα. Μάλιστα, η επικρατούσα πολιτική αστάθεια, προς διάψευση όσων αναζητούν τιτανομαχίες και συγκρούσεις του …φωτός με το σκότος σε νέα έκδοση, επιβεβαιώνει ότι και τα τρία κόμματα αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, και επίσης αδυνατεί το ένα κόμμα να καρπωθεί τις αδυναμίες του άλλου, σε εκείνο τουλάχιστον το βαθμό που θα παρήγαγαν μια καθαρή πολιτική κυριαρχία.

Αξίζει όμως να δούμε πού ακριβώς βρίσκεται κάθε ένα από τα κόμματα στη σημερινή συγκυρία όπως διαμορφώνεται αμέσως μετά το ξεκίνημα της τρίτης αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας από τους θεσμούς.

Σε υποχώρηση ο ΣΥΡΙΖΑ

Η κυβέρνηση, και δη ο κυρίαρχος πόλος της ο ΣΥΡΙΖΑ, επενδύει πολιτικά στο τέλος του τρίτου προγράμματος δανειοδότησης της ελληνικής οικονομίας που ξεκίνησε το δραματικό καλοκαίρι του 2015 και λήγει τον Αύγουστο του 2018. Το τέλος των μνημονίων και της κρίσης είναι θέμα μηνών επαναλαμβάνουν όπου βρεθούν κι όπου σταθούν τα κυβερνητικά στελέχη δημιουργώντας προσδοκίες βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, με τη λήξη του προγράμματος. Πόσο πραγματικές όμως είναι αυτές οι προσδοκίες;

Πάγο στις ελπίδες, μεταξύ πολλών άλλων, έβαλε ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, ο ολλανδός Γερούν Ντάιζελμπλουμ, δηλώνοντας στις 24 Οκτωβρίου ότι «δεν υπάρχει πλέον η εποχή που οι χώρες της ευρωζώνης είχαν πλήρη αυτονομία». Με άλλα λόγια, όποιος ελπίζει στην Ελλάδα ότι με το τέλος του προγράμματος θα αποφασίζει για τα του οίκου του πρέπει να το ξανασκεφτεί! Το περιγράφει άλλωστε με κάθε ακρίβεια και ο ευρωπαϊκός κανονισμός 472/2013 (της 21ης Μαΐου 2013) στο άρθρο 14 όπου ρητά αναφέρει ότι «τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα η περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ, ή το ΕΤΧΣ. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια της άσκησης εποπτείας μετά το πρόγραμμα σε περίπτωση που εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του κράτους μέλους»! Δεδομένου, λοιπόν, ότι τα δάνεια εξοφλούνται το 2057 πιο πιθανό είναι η εποπτεία να φτάσει μέχρι τότε παρά να την αποχαιρετήσουμε τον Αύγουστο του 2018.

Αξίζει, βέβαια, να παραθέσουμε μια απρόσμενη συνηγορία για τον άδικο χαρακτήρα της ελληνικής υπερχρέωσης δια στόματος ενός αξιωματούχου που μόνο για μεροληψία υπέρ της χώρας μας κι εναντίον των δανειστών δεν μπορεί να κατηγορηθεί, του Έρνστ Βέλτεκε πρώην προέδρου της Μπούντεσμπανκ, ο οποίος στο πλαίσιο συνέντευξής του στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ανέφερε κατά λέξη: «Δεν μπορεί κανείς να απαιτεί από την Ελλάδα αποκλειστικά και μόνο περικοπές των δημοσίων δαπανών και αυστηρά μέτρα λιτότητας. Καμιά χώρα δε βγήκε έτσι από την κρίση. Πρέπει, επίσης, να γίνει κατανοητό, ιδίως στη Γερμανία, ότι τα πακέτα βοήθειας δεν είναι βοήθεια, αλλά πρόκειται για χρήματα τα οποία δε φτάνουν ποτέ, αφού δίνονται για αποπληρωμή των δανείων. Η Ελλάδα πληρώνει προηγούμενα δάνεια με νέα. Δεν εισρέει φρέσκο χρήμα με το οποίο να μπορεί κανείς να κάνει κάτι εδώ», ήταν τα λόγια του… Πρόκειται για αλήθειες που όλο και πιο σπάνια ακούγονται, εντός κι εκτός της χώρας, αλλά που σε πρακτικό επίπεδο δε διαφαίνεται να επηρεάζουν τη δρομολογημένη εξέλιξη της κατάστασης.

Ωστόσο, το όραμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν θολώνει μόνο εξαιτίας των όσων πρόκειται να ακολουθήσουν από τον Σεπτέμβριο του 2018. Θα λέγαμε ούτε καν αυτών. Ξεθωριάζει, χωρίς να πείθει, εξαιτίας μιας οδυνηρής κοινωνικής πραγματικότητας με την οποία είναι αναγκασμένοι να ζουν εκατομμύρια πολίτες αυτής της χώρας. Δύο ενδεικτικές πλευρές αυτής της πραγματικότητας είναι η ελαστική εργασία και τα χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία. Με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις του ΕΦΚΑ 1 σχεδόν στους 3 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (και συγκεκριμένα 554.679 στους 1.751.949) απασχολείται με σχέση μερικής απασχόλησης. Καθεστώς που συνεπάγεται πολύ χαμηλές αποδοχές! Για την ακρίβεια, μέσος μισθός 394,13 ευρώ και ημερομίσθιο 23,74 ευρώ, όταν για το πλήρες ωράριο ο αντίστοιχος μισθός είναι 1.203,98 και το ημερομίσθιο 51,47. Η μείωση επομένως που έχει καταγράψει η ανεργία, φθάνοντας το 21,7% δεν ισοδυναμεί με αντίστοιχη άνοδο μισθών και ημερομισθίων, καθώς για κάθε μία θέση εργασίας που χάθηκε, αυτή που δημιουργείται, όταν δημιουργείται, είναι μισή… Ως αποτέλεσμα, το φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών συνεχώς εξαπλώνεται. Οι περιπτώσεις των εργαζομένων που δεν έχουν να πληρώσουν λογαριασμούς ρεύματος και νερού ή εφορία γίνεται μια κανονικότητα κι όχι μια προσωρινή κατάσταση.

Εκ πρώτης όψεως το φαινόμενο μπορεί να αποδοθεί σε μια ευρύτερη, διεθνή τάση, που έχει χαρακτηριστεί από την ιδιωτική εταιρεία ευρέσεως εργασίας Manpower ως «εργασία νέας γενιάς». Έτσι όμως η γενίκευση της μερικής απασχόλησης εμφανίζεται περίπου ως φυσικό φαινόμενο, ούτε καν μάλιστα ως ακραίο ή πρόσκαιρο, ενώ, στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων κατοχυρωμένων με νόμους, οι οποίοι ψηφίστηκαν από συγκεκριμένα κόμματα και κυβερνήσεις. Η φτώχεια επομένως δε στερείται «πατέρα»…

Απογοήτευση προκαλούν και τα αυξανόμενα «φέσια» στα ασφαλιστικά ταμεία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι 1.187.895 ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες και εργοδότες που χρωστούν 30,5 δισ. ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι μόλις πριν 3 χρόνια, το 2014, το χρέος ανερχόταν «μόνο» σε 10,5 δισ. ευρώ. Κινούταν στο ένα τρίτο του σημερινού επιπέδου. Είμαστε αντιμέτωποι, λοιπόν, με μια ραγδαία επιδεινούμενη κατάσταση που ως αιτία έχει το κλείσιμο χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, την αύξηση των φόρων, τη μείωση των αμοιβών και την ανεργία στην οποία μάλιστα πρέπει να συμπεριληφθεί κι εκείνη που δεν καταγράφεται, όσων για παράδειγμα δεν παρέχουν μισθωτή εργασία και διατηρούν μπλοκάκι. Επομένως, πλανάται πλάνην οικτράν όποιος πιστεύει ότι είναι ένα φαινόμενο το οποίο ανήκει στο παρελθόν και με τη ρύθμιση των δόσεων θα εξαλειφθεί. Αντίθετα οι απλήρωτες ασφαλιστικές εισφορές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, ακόμη και αν το ΑΕΠ διευρυνθεί κατά 2,4% όπως προβλέπει το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2018. Κι όσο θα αυξάνονται τα ιδιωτικά χρέη τόσο θα αποδεικνύεται άνευ περιεχομένου το όραμα εξόδου από την κρίση επάνω στο οποίο επιχειρεί να στηρίξει την πολιτική της αντεπίθεση η κυβέρνηση.

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες δεν πείθουν, διότι ακόμη κι αν δεν ληφθεί κανένα επιπλέον μέτρο στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης (ενδεχόμενο αδύνατο) τα μέτρα που έχουν ψηφιστεί τα προηγούμενα χρόνια και θα αρχίσουν να εφαρμόζονται είναι υπεραρκετά για να αυξήσουν τη φτώχεια. Κυρίως μεταξύ των συνταξιούχων. Είναι πολύ χαρακτηριστικά όσα ανέφερε πρόσφατα ο Σάββας Ρομπόλης, ομότιμος καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου κι ένας από του καλύτερους γνώστες του ασφαλιστικού συστήματος. Ενώ λοιπόν σήμερα ο 1 στους 2 από τα 2.650.000 συνταξιούχους παίρνει σύνταξη κάτω από 660 ευρώ καθαρά, σε μόλις δύο χρόνια, το 2019, ο ένας στους 2 θα παίρνει κάτω από 480 ευρώ! Θα μειωθεί, δηλαδή, κατά περίπου 30% εξ αιτίας του νόμου του Γ. Κατρούγκαλου, της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, κοκ.

Αυτή η ζοφερή προοπτική, που αφορά μάλιστα το άμεσο κι όχι το απώτερο μέλλον, τοποθετεί επάνω στο τραπέζι των συζητήσεων το ενδεχόμενο να μην εξαντλήσει η κυβέρνηση την τετραετία και κατά το προσφιλές συνήθειο όλων των κυβερνητικών κομμάτων, να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές. Λίγο πριν ή λίγο μετά το τέλος του προγράμματος…

Ασθμαίνει η ΝΔ

Το πότε ακριβώς θα γίνουν οι εκλογές θα το δείξουν οι δημοσκοπήσεις, που μέχρι στιγμής μόνο κακά μαντάτα πηγαίνουν στο Μαξίμου. Ακόμη κι αν εξαιρέσουμε εκείνες τις δημοσκοπήσεις που χαρακτηρίστηκαν αμφιλεγόμενες, όλες οι μεγάλες έρευνες δείχνουν μια διαφορά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον 5 ποσοστιαίων μονάδων. Ενδεικτικά, η δημοσκόπηση της Μέτρον Ανάλυσις που δημοσιεύθηκε στα Νέα Σαββατοκύριακου στις 23 Σεπτεμβρίου έδειχνε το προβάδισμα της ΝΔ στην πρόθεση ψήφου στις 9,9 μονάδες, με τη ΝΔ να συγκεντρώνει 26% και το ΣΥΡΙΖΑ 16,1%, ενώ στην εκτίμηση ψήφου το προβάδισμα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο φτάνοντας τις 14 μονάδες (36,7% η ΝΔ έναντι 22,7% του ΣΥΡΙΖΑ). Ίδια περίπου δυναμική αποτύπωσε και η Άλκο στην έρευνα που πραγματοποίησε για λογαριασμό του newsit.gr με το προβάδισμα να φτάνει το 6,4% (22,5% για τη ΝΔ έναντι 16,1% για το ΣΥΡΙΖΑ). Μοναδικό στοιχείο αισιοδοξίας για το Μαξίμου ήταν πώς σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα της Άλκο, τον Σεπτέμβριο, η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων εμφανιζόταν μειωμένη κατά 0,6%.

Παρόλα αυτά ας μη θεωρείται σίγουρο ότι αν γίνονταν σήμερα εκλογές θα τις κέρδιζε η ΝΔ και μάλιστα με αυτή τη διαφορά. Με άλλα λόγια, είναι πολύ πιθανό οι απαντήσεις που δίνουν οι πολίτες στις δημοσκοπήσεις κυρίως να εκφράζουν τη δυσφορία τους απέναντι στην κυβέρνηση και να αποτελούν μήνυμα, κι όχι μια στέρεη και μη αντιστρεπτή μετατόπιση του πολιτικού εκκρεμούς. Κι αυτό επειδή η ηγεσία της ΝΔ ούτε έχει πρόθεση ούτε δείχνει να αφουγκράζεται και να συμπλέει με την κοινωνική δυσφορία, ακόμη κι αυτή που εκβάλλει από τις δικές της πηγές. Ορισμένα πολύ πρόσφατα παραδείγματα είναι ενδεικτικά.

Το πρώτο παράδειγμα σχετίζεται με την εφαρμογή Taxibeat, μια ηλεκτρονική εφαρμογή, ελληνικής μάλιστα παραγωγής, που διευκόλυνε την εύρεση ταξί και «κατέβηκε» σε δεκάδες χιλιάδες κινητά κατοίκων της Αθήνας. Προκάλεσε όμως την αντίδραση του Συνδικάτου Αυτοκινητιστών Αθήνας, καθώς μαζί με την ευκολία στην κλήση του πλησιέστερου ταξί περιελάμβανε κι ένα σύστημα αξιολόγησης που δεν επιβράβευε μόνο την καλή συμπεριφορά και την καθαριότητα, αλλά επίσης «τιμωρούσε» και τα οχήματα μεγάλης ηλικίας. Είναι εμφανές έτσι ότι όσο περισσότερο θα αναπτυσσόταν η εφαρμογή, συγκεντρώνοντας δεδομένα και αξιολογήσεις θα δημιουργούσε δύο κατηγορίες επαγγελματιών, ενώ όσοι επαγγελματίες δεν διέθεταν την εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες για να ενταχθούν στην πλατφόρμα θα έμεναν χωρίς δουλειά. Θα εισήγαγε επομένως τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η ηγεσία της ΝΔ ωστόσο, με αφορμή νόμο του αρμόδιου υπουργού Χρ. Σπίρτζη, επέλεξε να έρθει σε σύγκρουση με τον πρόεδρο του συνδικάτου Θύμιο Λυμπερόπουλο κι ένα τμήμα της εκλογικής της βάσης που έχει τη δική του ξεχωριστή συμβολή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης προκειμένου να κλείσει το μάτι σε όσους θεωρούν τις νέες τεχνολογίες όχημα επανεκκίνησης της οικονομίας και έχουν στην προμετωπίδα τους τις λεγόμενες νεοφυείς επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο όμως η ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη απομακρύνθηκε από ένα τμήμα της παραδοσιακής, λαϊκής Δεξιάς, που μπορεί να εκπροσωπείται με πληθωρικό ομολογουμένως τρόπο από τον αντιπρόεδρο του κόμματος Άδωνη Γεωργιάδη που φαίνεται να έχει αναλάβει το καθήκον της δημιουργίας αναχωμάτων προς την Χρυσή Αυγή, είναι άγνωστο όμως κατά πόσο αρκεί αυτή η ποσόστωση, όσο εκρηκτική κι αν είναι.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται βέβαια και οι εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των μελών της ΝΔ, καθώς η αντιπαράθεση του Άδωνη Γεωργιάδη με τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο με αφορμή διένεξή του με τον εφοπλιστή και εκδότη Βαγγ. Μαρινάκη για το θέμα του Noor1 είχε μεν στόχο να επαναπροσεγγίσουν τους ψηφοφόρους των ΑΝΕΛ, ώστε να επιστρέψουν στη φυσική τους κοίτη, τη ΝΔ, ωστόσο προκάλεσε τις αντιδράσεις της βουλευτού Β’ Αθήνας Κατερίνας Παπακώστα που η άρνησή της να συμμετάσχει στην μετωπική ΝΔ – Καμμένου, είχε σαν αποτέλεσμα να διαγραφεί τελικά από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος με επιστολή που απέστειλε η ηγεσία του στον πρόεδρο της Βουλής.

Οι πιέσεις προς την ηγεσία των γαλάζιων να στραφούν κι επισήμως προς την «άγρια» Δεξιά αυξάνονται επίσης όσο πληθαίνουν τα εκλογικά μηνύματα από την Ευρώπη. Στην Αυστρία το Λαϊκό Κόμμα του 31χρονου απερχόμενου υπουργού Εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς που κέρδισε τις πρόωρες εκλογές της 15ης Οκτωβρίου, είναι σχεδόν ακροδεξιό. Στη Γερμανία για πρώτη φορά, μετά το 1945, εισήλθε στη Βουλή φιλοναζιστικό κόμμα, ενώ στην Ιταλία η άκρα Δεξιά εμφανίζεται ακόμη και με συνθήματα απόσχισης του Βορρά. Όλα αυτά ένα χρόνο μετά την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Μήπως κατ’ αντιστοιχία η γραμμή της ΝΔ στο νομοσχέδιο για το φύλο ή το μεταναστευτικό ζήτημα έπρεπε να είναι πιο σκληρή, αντιτείνουν κέντρα ισχύος εντός της ΝΔ που ποτέ δεν έκρυψαν τη δυσπιστία τους απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Υπάρχει ένα ακόμη παράδειγμα που δείχνει την κινούμενη άμμο επί της οποίας όλο και συχνότερα βαδίζει η ΝΔ. Αφορά το αντάρτικο της φοιτητικής παράταξης ΔΑΠ-ΝΔΦΚ μετά την απόφαση του αρχηγού του κόμματος, η οποία μάλιστα ανακοινώθηκε από το βήμα της ΔΕΘ, να καθαιρέσει με συνοπτικές διαδικασίες όλη την ηγεσία της. Αφορμή στάθηκε σκάνδαλο στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας με αντιγραφές εργασιών, η αιτία όμως ήταν πώς ο Κ. Μητσοτάκης δεν ήλεγχε τη φοιτητική παράταξη του κόμματος. Να θυμίσουμε ότι αμέσως μετά την επικράτησή του στις εσωκομματικές εκλογές ο Κ. Μητσοτάκης είχε καθαιρέσει την ηγεσία της ΟΝΝΕΔ κι είχε διορίσει ως πρόεδρό της, στενό συνεργάτη του. Τώρα, στο αποκορύφωμα της εσωκομματικής διαπάλης, η ανακοίνωση της ΔΑΠ έκανε λόγο για εξωγήινους, συμμετέχοντας κι αυτή με τον πιο ωμό τρόπο στο «τρολάρισμα» του αρχηγού του κόμματος που ξεκίνησε από το ΣΥΡΙΖΑ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή το εξόφθαλμο επικοινωνιακό λάθος του Κ. Μητσοτάκη από το βήμα της Βουλής.

Με πολλές ακόμη αφορμές έχει βγει στην επιφάνεια το κενό που χωρίζει την ηγεσία της ΝΔ ακόμη κι από τον δικό της κόσμο, τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της ΝΔ. Για παράδειγμα, από τις απαντήσεις που έδωσαν οι ψηφοφόροι του κόμματος στην Πάτρα στο ερώτημα που τους τέθηκε με αφορμή το προσυνέδριο, σχετικά με την λεγόμενη αυτονομία των σχολικών μονάδων, μόνο το 51,2% φάνηκε να ενστερνίζεται την πρόταση της ηγεσίας. Εν συντομία, πρόκειται για μια ιδέα που στο όνομα της καταπολέμησης της κρατικής ανάμιξης μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη διακοπή της χρηματοδότησης από το δημόσιο, με τους διευθυντές να τρέχουν στις τοπικές επιχειρήσεις να αναζητούν χρηματοδότηση για πετρέλαιο, επιδιόρθωση βλαβών, κ.α. Η οριακή αποδοχή της πρότασης από τη βάση εν όψει του συνεδρίου του κόμματος τον Δεκέμβριο δείχνει ότι ο άγριος νεοφιλελευθερισμός δε συναντά την αποδοχή της κομματικής βάσης, τη διχάζει. Κι είναι αναμενόμενο. Στην Ελλάδα η Δεξιά κέρδιζε αποκτώντας ευρεία απήχηση, όταν φορούσε το λαϊκό προφίλ του γηραιότερου αλλά και του νεώτερου Κωνσταντίνου Καραμανλή…

Τούτου του κλίματος δοθέντος, η στάση που θα κρατήσει η ΝΔ στη Βουλή απέναντι στη διανομή του υπερπλεονάσματος τον Δεκέμβριο θα διχάσει το κόμμα. Πιθανή καταψήφιση θα την αποκόψει από τα λαϊκά στρώματα, ενώ η υπερψήφιση θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση, που θα την εμφανίσει ως δικαίωση της πολιτικής του…

Διχασμένη η κεντροαριστερά

Εκεί όμως που τα διλήμματα περισσεύουν είναι στο χώρο της κεντροαριστεράς. Από μόνη της αυτή η εξέλιξη βρίθει ειρωνείας, γιατί το ΠΑΣΟΚ ήταν πολιτικός χώρος που κέρδιζε τις εκλογές και εδραίωσε την ηγεμονία του θέτοντας εκβιαστικά διλήμματα στα αριστερά του. Κατάφερνε έτσι να αποψιλώνει την Αριστερά, εκμεταλλευόμενο τις αντιφάσεις της. Τώρα είναι η δική του σειρά να κοπεί στα δύο απαντώντας «με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει». Το ερώτημα δεν είναι άμεσο, καθώς οι ψήφοι που συγκέντρωσε το σχέδιο νόμου για την απλή αναλογική τον Ιούλιο του 2017, ήταν μόνο 179. Έτσι, η απλή αναλογική αναβάλλεται για τις μεθεπόμενες εκλογές, που κανείς όμως δεν ξέρει πότε ακριβώς θα γίνουν. Οι επόμενες δε εκλογές θα γίνουν με το σημερινό εκλογικό σχεδόν πλειοψηφικό σύστημα. Ακόμη και στο χειρότερο για το Μαξίμου ενδεχόμενο ωστόσο, να πάμε δηλαδή σε εκλογές με τα αποτελέσματα που δίνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις, η ΝΔ είναι από πολύ δύσκολο έως αδύνατο να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το ερώτημα τότε, σε συνάρτηση πάντα και με τον αριθμό των βουλευτών της, θα τεθεί στην λεγόμενη κεντροαριστερά: Θα πάει με τη ΝΔ ή με το ΣΥΡΙΖΑ;

Η περίοδος που προηγήθηκε των εσωκομματικών εκλογών στην κεντροαριστερά έδειξε πεντακάθαρα τον βαθύ διχασμό του χώρου. Ο όρος «χώρος» δεν επιλέγεται καθόλου τυχαία, καθώς μετά την εκλογική συντριβή του ΠΑΣΟΚ την άνοιξη του 2012 και τον Ιανουάριο του 2015 (13,18%, 12,28% και 4,68% ήταν τα εκλογικά του ποσοστά στις τρεις αναμετρήσεις) η πολιτική επιβίωση δεκάδων πρωτοκλασάτων στελεχών πέρασε μέσα από προσωπικές στρατηγικές που δε διαγράφονται από τη μια μέρα στην άλλη. Περισσότερο όταν συνοδεύονται κι από υλικά οφέλη ή προσωπικές επαφές με οικονομικά κέντρα. Ακόμη περισσότερο όταν δεν υπάρχει ιδεολογική και πολιτική ομοψυχία. Κακά τα ψέματα. Τα στελέχη που συγκεντρώνονται στην κεντροαριστερά καλύπτουν όλες σχεδόν τις αποχρώσεις του αστικού πολιτικού φάσματος. Θα μπορούσαν να γίνουν οι πιο αντιλαϊκοί υπουργοί του Κ. Μητσοτάκη και οι πιο φιλολαϊκοί υπουργοί του Αλ. Τσίπρα…

Οι αψιμαχίες που σημειώθηκαν στην προεκλογική περίοδο, κι ενώ γενικά έγινε σεβαστό το κόσμιο πνεύμα που επιχείρησε να ενσταλάξει ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος ακυρώνοντας στο μέτρο του δυνατού το κλίμα εσωστρέφειας των προηγούμενων μηνών, έφεραν στην επιφάνεια τις βαθύτερες πολιτικές διαφωνίες που διχάζουν τους επικεφαλής της κεντροαριστεράς και περιστρέφονται γύρω από το θεμελιώδες ερώτημα που προαναφέραμε. Παρόλα αυτά η μακρά πολιτική παράδοση να μένουν στο περιθώριο τα ουσιώδη κι η σύγκρουση να αφορά τα δευτερεύοντα έγινε για πολλοστή φορά σεβαστή – κι ας ξεχείλιζαν οι υποσχέσεις περί επανίδρυσης της πολιτικής ή για μια νέα σχέση των πολιτικών με τους ψηφοφόρους. Για παράδειγμα, τι άλλο εξέφραζαν τα δηκτικά σχόλια του Γιώργου Καμίνη περί «ηγεσίας με κύριο προσόν το life style και την εικόνα», αμέσως μετά τη κριτική του Σταύρου Θεοδωράκη στον ανθυποψήφιό του ότι πρέπει να παραιτηθεί από το αξίωμα του Δημάρχου Αθηνών, γιατί η δημιουργία ενός νέου κόμματος «δεν μπορεί να είναι απογευματινή εργασία. Πρέπει όλη μέρα και όλη νύχτα να συνεργάζεσαι, να δουλεύεις, να μελετάς, να χτίζεις. Πώς μπορείς λοιπόν να είσαι και δήμαρχος της πρωτεύουσας;» Όλο το προηγούμενο διάστημα ο Σταύρος Θεοδωράκης πρωταγωνίστησε στις επιθέσεις απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ αλληλοσυμπληρούμενος με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όταν ο Γιώργος Καμίνης βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στην ίδια πλευρά του χαρακώματος με την κυβέρνηση: από το θέμα των μεταναστών, μέχρι το νόμο περί φύλου…

Η πανηγυρική ήττα επομένως του Στ. Θεοδωράκη στον πρώτο γύρο των εσωκομματικών εκλογών όταν συγκέντρωσε μονοψήφιο ποσοστό δεν επιδέχεται συμπερασμάτων μόνο για την αναντιστοιχία του «τηλεοπτικού χρηματιστηρίου» με τη βούληση του λαού (συμπέρασμα που επιβεβαιώθηκε και με την περίπτωση του Γ. Καμίνη καθώς κι αυτός συγκέντρωσε μόλις το 13,45%) αλλά κυρίως για την κατεύθυνση που πρότεινε. Το «αντι-αριστερό» προφίλ που δημιούργησε απορρίφθηκε από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς. Αντίθετα η σαρωτική νίκη της Φώφης Γεννηματά, που στον πρώτο γύρο συγκέντρωσε το 43% των προτιμήσεων, κάλλιστα μπορεί να ερμηνευθεί κι ως επιβράβευση μιας πιθανής μελλοντικής κυβερνητικής συνεργασίας του χώρου με το ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχει φυσικά και μια άλλη οπτική γωνία για να σταθεί κάποιος απέναντι στις εσωκομματικές εκλογές της κεντροαριστεράς: απορρίπτοντας  τις θριαμβολογίες περί «νικηφόρας επιστροφής» και άλλων τέτοιων ηχηρών που συνόδευσαν τη συμμετοχή 210.264 ψηφοφόρων. Οι έπαινοι προήλθαν, για να είμαστε ειλικρινείς, επειδή ο Νίκος Αλιβιζάτος  έθεσε πολύ χαμηλά τον πήχη, συγκεκριμένα στις 100.000! Ωστόσο, τώρα ψήφισαν πολλοί λιγότεροι απ’ όσους είχαν ψηφίσει όχι μόνο το 2007 (738.000), όταν η σύγκρουση Βενιζέλου – Παπανδρέου είχε διχάσει το ΠΑΣΟΚ, αλλά ακόμη και το 2012 (233.000), όταν και πάλι ο χώρος αντιμετώπιζε αμφισβήτηση… Προβληματισμό επίσης πρέπει να προκαλέσει στη νέα ηγεσία και η έλλειψη νεολαίας τόσο στις ομιλίες, όσο και στις κάλπες.

Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα των συνεργασιών του νέου φορέα της κεντροαριστεράς δεν πρόκειται να οριστικοποιηθεί με αφορμή την εκλογή του νέου προέδρου. Θα είναι διαρκώς παρών απειλώντας τη συνοχή του, καθώς δε θα λείπουν οι αφορμές: από τις δημοτικές εκλογές, όπου όλοι οι υποψήφιοι θέλουν να τα έχουν καλά με όλους ή σχεδόν όλους τους κομματικούς φορείς αλιεύοντας ψήφους στα θολά, μέχρι τις κοινοβουλευτικές εκλογές όπου εκεί θα κριθούν όλα…

Ως τότε το πολιτικό τοπίο θα συνεχίσει να είναι ρευστό, παραμένοντας φυσικά εκτός συζήτησης και αντιπαράθεσης όλα τα μεγάλα ζητήματα της περιόδου: είναι τα άρθρα του μνημονίου που από κοινού ψήφισαν το καλοκαίρι του 2015 όλα τα παραπάνω κόμματα δημιουργώντας τους όρους μιας βαθιάς πολιτικής συναίνεσης… Είναι τα μέτρα που πρώτο- εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ το 2010 για τα οποία συνεχίζει να πληρώνει μέχρι σήμερα το τίμημα…

14 Νοεμβρίου 2017

Μηνιαίο περιοδικό Nexus, τεύχος Δεκεμβρίου 2017

Advertisements