Home » 2017 » Με αφορμή τις ψευδείς ειδήσεις φιμώνουν το ίντερνετ

Με αφορμή τις ψευδείς ειδήσεις φιμώνουν το ίντερνετ

Archives

Η ψηφιακή επεξεργασία που υπέστη η φωτογραφία της Κλαούντια Καρντινάλε στην επίσημη αφίσα του 70ου κινηματογραφικού φεστιβάλ Καννών, ώστε να εξαφανιστούν λίγα περιττά κιλά και η γάμπα της πανέμορφης ηθοποιού που χορεύει περιχαρής σε μια ιταλική ταράτσα να γίνει ακόμη πιο κομψή, ελάχιστους απασχόλησε πέραν των συνήθων υπόπτων του (μικρό)κοσμου της δημοσιογραφίας, του θεάματος και της διαφήμισης. Και δικαίως. Η «δικτατορία της μεζούρας» που έχει επιβάλλει η βιομηχανία της μόδας, όσο κι αν υποβάλλει σε στερήσεις, αναπαράγοντας στερεότυπα και διακρίσεις, είναι χάδι μπροστά σε άλλες δικτατορίες όπως της ανεργίας, της φτώχειας και της πείνας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με έναν γοητευτικό τρόπο ωστόσο, πρέπει να ομολογήσουμε, επανήλθε στη δημόσια συζήτηση ένα ερώτημα που απασχολεί την πολιτική, τον Τύπο και το διαδίκτυο εντονότατα τους τελευταίους μήνες: τι είναι αληθινό και τι όχι στην εποχή του ίντερνετ; Ερώτημα που αν περιορίζεται στις αισθητικές επεμβάσεις του photoshop, προφανώς, δεν επηρεάζει την πολιτική και τις ζωές μας.

Τι γίνεται όμως όταν η κατασκευασμένη πραγματικότητα, σύμφωνα με ορισμένες κατηγορίες, εκλέγει προέδρους;

Τι γίνεται πολύ περισσότερο όταν μετατρέπεται σε αφορμή για νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο να φιμώσουν το ίντερνετ;

Οι ψευδείς ειδήσεις πρώτο θέμα

Η συζήτηση κορυφώθηκε, κι έκτοτε συνεχίζεται αμείωτη, με αφορμή τις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβριο του 2016. Όταν έγινε αντιληπτό πως στην εκλογή του αμερικανού μεγιστάνα της αγοράς ακινήτων συνέβαλε η παρέμβαση που ξεδιπλώθηκε στο διαδίκτυο, μέσω ανυπόληπτων ή μικρής απήχησης λογαριασμών και Μέσων Ενημέρωσης, που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον ψεύδη! Ο σεβασμός απέναντι στην αλήθεια του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, πολύ καιρό πριν λάβει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για να διεκδικήσει να γίνει ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν ήταν κι η καλύτερη δυνατή. Με tweet, για παράδειγμα, αμφισβήτησε ευθέως το επίσημο ποσοστό ανεργίας των ΗΠΑ που κυμαίνεται γύρω στο 5%, γράφοντας ότι είναι 3 και 4 φορές μεγαλύτερο, χωρίς να κάνει τον κόπο να επιχειρηματολογήσει για την άποψή του. Στις αρχές Μαρτίου άφησε εκατομμύρια ανθρώπους άναυδους όταν δήλωσε πως ο Μπάρακ Ομπάμα είχε στήσει μηχανισμό στον πύργο Τραμπ, όπου ήταν το στρατηγείο του μέχρι να εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο, για να τον παρακολουθεί. Μια επίθεση που δε συνηθίζεται από έναν εν ενεργεία απέναντι σε έναν πρώην πρόεδρο. Είχαν προηγηθεί παντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί, μέσω πάλι του twitter που έχει αναδειχθεί στο προσφιλές του μέσο επικοινωνίας, ότι τον ψήφισε αριθμός ρεκόρ εκλεκτόρων ενώ η αντίπαλός του ψηφίστηκε από 3 εκ. παράνομους ψηφοφόρους! Ισχυρισμός που αν, διαλανθάνοντας της προσοχής του αρχισυντάκτη, δημοσιευόταν ακόμη και σε λαθρόβιο μέσο ενημέρωσης όφειλε να προκαλέσει 1-2 παραιτήσεις την ημέρα της δημοσίευσης.

Οι ψευδείς ειδήσεις ωστόσο προσέλαβαν διαστάσεις πλημμυρίδας όταν μέσα ενημέρωσης και λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναμετάδιδαν χείμαρρους ψεύτικων «ειδήσεων» και «πληροφοριών» υπέρ του Τραμπ. Κορυφαία στιγμή αυτής της πλημμυρίδας ήταν η είδηση για τη στήριξη που προσέφερε ο Ποντίφικας στον Τραμπ. Μια είδηση που αναπαράχθηκε τόσο μαζικά, ώστε και μόνο η επανάληψή της έπειθε έναν ανυποψίαστο αναγνώστη για την αλήθεια της. Καθόλου τυχαία λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε το λεξικό της Οξφόρδης να αναδείξει τη λέξη «μετα-αλήθεια» ως λέξη της περυσινής χρονιάς…

Τραμπ εναντίον New York Times

Η διαμάχη περί των «ψευδών ειδήσεων» δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη σφοδρότατη, ιστορικά πρωτοφανή, σύγκρουση του Τραμπ με το φιλελεύθερο κατεστημένο, στο οποίο εντάσσεται ακόμη κι η δικαστική εξουσία. Αιχμή του δόρατος ωστόσο αυτού του κατεστημένου αποδείχθηκαν εμβληματικές εφημερίδες όπως οι New York Times και τηλεοπτικά δίκτυα όπως το CNN που, κατά την πάγια αμερικανική πρακτική η οποία θέλει όλα τα Μέσα στην προεκλογική περίοδο να δηλώνουν με ποιόν υποψήφιο τάσσονται, στρατεύθηκαν υπέρ της Χίλαρι Κλίντον. Και το 2016 ωστόσο και μετά την ορκωμοσία του Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου 2017 η σύγκρουση τους με τον Λευκό Οίκο υπερέβη κατ’ επανάληψη τα εσκαμμένα.

Απρόβλεπτο παραπροϊόν αυτής της διαμάχης ήταν τα ρεκόρ τηλεθέασης των καθιερωμένων συνεντεύξεων Τύπων του Λευκού Οίκου, στην απογευματινή ζώνη, που οδήγησαν στα Τάρταρα της τηλεθέασης τις σαπουνόπερες που κατακλύζουν τους αμερικανικούς δέκτες. Ουδέν κακόν αμιγές καλού…

Στο πλαίσιο αυτής της διαμάχης του ο νέος αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε τις κατηγορίες περί «ψευδών ειδήσεων» στους εμπνευστές τους, σε μια προσπάθεια να απαξιώσει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα ιστορικών μέσων ενημέρωσης που έχουν ενσωματώσει στους κανόνες δεοντολογίας τους τη φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το «κόντυμά» τους επιχειρήθηκε ταυτόχρονα με την προβολή μέσων ενημέρωσης που λόγω της ακροδεξιάς ιδεολογίας τους και της θρησκοληψίας που τα διακατείχε κινούνταν πάντα στη σφαίρα του γραφικού, πχ Christian Broadcasting Network, Breitbart News (με το διευθυντή του Στίβεν Μπανόν να γίνεται επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Τραμπ), NewsMax, Daily Caller, Life Zette, Gateway Pundit, κ.α. Επί Τραμπ ωστόσο αυτά τα Μέσα στρογγυλοκάθησαν στην αίθουσα Τύπου του Λευκού Οίκου, έπαιρναν πρώτα ερώτηση, που πάντα ήταν εκ των προτέρων γνωστή και φυσικά την είχε δώσει ο Λευκός Οίκος στοχεύοντας στη δημιουργία εντυπώσεων. Έτσι ανατράπηκαν ισορροπίες δεκαετιών στη δημοσιογραφική επετηρίδα, προκαλώντας οργή σε δημοσιογράφους ειδησεογραφικών πρακτορείων και εφημερίδων παγκόσμιας απήχησης με μακρά θητεία που ξαφνικά, και κατά παράβαση του πρωτοκόλλου, δεν έπαιρναν καν ερώτηση! Παρόλα αυτά, όσες φορές κι αν ο εκπρόσωπος Τύπου του νέου αμερικανού προέδρου εξαπέλυσε την κατηγορία περί «ψευδών ειδήσεων» στα παραδοσιακά Μέσα για να δικαιολογήσει την αλλαγή βάρδιας που επιχείρησε, προσπαθώντας να στηρίξει τα δικά του μέσα ενημέρωσης, η κατηγορία βαραίνει, σχεδόν αποκλειστικά το στρατόπεδο του Τραμπ. Ποτέ άλλοτε τόσο μαζικά και συντεταγμένα δε χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ειδήσεις για να δημιουργήσουν πολιτικές εντυπώσεις και να καθοδηγήσουν την ψήφο των πολιτών.

Παρόλα αυτά πρέπει να πάσχει από αμνησία κάποιος για να μη θυμάται τα δημοσιογραφικά κατορθώματα στα οποία επιδόθηκαν εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα – προπύργια του φιλελεύθερου κατεστημένου, αντιστρέφοντας την αλήθεια, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες! Αφήνουμε δηλαδή εκτός σχολιασμού δημοσιογραφικές γκάφες ολκής που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό που πολύ εύστοχα περιέγραψε ο Ντένζελ Ουάσινγκτον λέγοντας ότι «ένα από τα αποτελέσματα της υπερβολικής πληροφόρησης είναι η ανάγκη να είσαι πρώτος, κι όχι πλέον να λες την αλήθεια». Μόνο και μόνο επομένως για να φανεί ότι τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης δεν διαθέτουν πλέον το κύρος για να αποφασίζουν ποιο μέσο είναι αξιόπιστο και ποιο όχι να υπενθυμίσουμε τρία σχετικά πρόσφατα περιστατικά: Πρώτο, το BBC, καλύπτοντας το 2011 την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το πλήθος που έδειξε να ζητωκραυγάζει την αλλαγή του καθεστώτος δεν προερχόταν από την πρωτεύουσα της χώρας, την Τρίπολη, αλλά από την Ινδία… Δεύτερο, τα βίντεο που μετέδωσαν βελγικά δίκτυα για να καλύψουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών τον Μάρτιο του 2016 περιέγραφαν μια χαρά τον πανικό μεταξύ των επιβατών είχαν όμως μια αδυναμία: Προέρχονταν από την επίθεση που έγινε στο αεροδρόμιο της Μόσχας το 2011. Τρίτο, το CNN και το BBC καλύπτοντας τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δε δίστασαν να χαλκεύσουν την ώρα της μετάδοσης για να δείξουν την ετοιμότητά τους με αποτέλεσμα το ρεπορτάζ και τα σχετικά πλάνα να φαίνεται ότι μεταδόθηκαν πριν την επίθεση…

Ως συμπέρασμα ας κρατήσουμε ότι οι ψευδείς ειδήσεις δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Υπήρχαν και πριν την έλευση του Τραμπ και μεταδίδονταν μάλιστα από τα θεωρούμενα έγκυρα Μέσα… Επιπλέον, είναι υπερβολή που προσβάλλει τη νοημοσύνη όλων μας να αποδίδεται η νίκη του Τραμπ στις ψευδείς ειδήσεις κι όχι πχ στην απογοήτευση που προκάλεσε στον κόσμο της εργασίας η ταύτιση της Κλίντον με τη Γουόλ Στριτ…

Προεκλογικά κίνητρα από την Μέρκελ

Τούτου δοθέντος η ζέση που επέδειξε η Γερμανία να ποινικοποιήσει στις αρχές Μαρτίου τη δημοσίευση ψευδών ειδήσεων στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης μόνο ως προσπάθεια φίμωσης του ίντερνετ μπορεί να μεταφραστεί. Συγκεκριμένα ψηφίστηκε η επιβολή προστίμων που μπορεί να φτάσει τα 50 εκ. ευρώ στα κοινωνικά δίκτυα και 5 εκ. ευρώ στους ιδιώτες που διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις. Επιπλέον, κοινωνικά δίκτυα όπως το facebook είναι υποχρεωμένα μέχρι και το τέλος του 2017 να προσλάβουν έως και 700 άτομα με αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τον έλεγχο του περιεχομένου των δημοσιεύσεων, ενώ στο εξής θα δημοσιεύουν σε σταθερή τριμηνιαία βάση εκθέσεις με θέμα ουσιαστικά την καταστολή που ασκούν. Η βιασύνη της Γερμανίας δεν εξηγείται μόνο βάσει της ισχυρής παράδοσης κρατικού ελέγχου σε ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας του λόγου. Ερμηνεύεται επίσης και λόγω των επικείμενων εκλογών καθώς το Βερολίνο φοβάται ότι τα ισχυρότατα ακροδεξιά – νεοφασιστικά ρεύματα που υπάρχουν στη Γερμανία μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τις τακτικές που αξιοποιήθηκαν στις ΗΠΑ την προεκλογική περίοδο, προσπερνώντας τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Το νέο πλαίσιο επομένως επιβλήθηκε για μικροπολιτικούς, προεκλογικούς λόγους.

Η επίθεση στο διαδίκτυο εκ μέρους του Βερολίνου δεν αποκλείεται να χρησιμοποιείται κι ως όχημα ώστε τα νέα Μέσα, που κατά βάση έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ, να χάσουν μέρος της αυξανόμενης οικονομικής τους επιρροής. Ο ιδρυτής του facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει την τέλεια προσωποποιημένη εφημερίδα για κάθε άτομο στον πλανήτη. Η Μέρκελ έτσι τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια τους προκειμένου να στηρίξει το παραδοσιακό εκδοτικό κατεστημένο της γερμανικής υπερδύναμης. Βάζει φίμωτρο με άλλα λόγια στην ελευθερία του διαδικτύου δημιουργώντας ένα σύγχρονο Υπουργείο Αλήθειας μόνο και μόνο για χάρη  των ιστορικών κέντρων εξουσίας.

Άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν αρνηθεί να λάβουν τόσο αυστηρά μέτρα καταστολής, σεβόμενες την ανοιχτή κουλτούρα που συνοδεύει εγγενώς το ίντερνετ. Στη Γαλλία για παράδειγμα δημοσιογράφοι της Le Monde έλαβαν πρωτοβουλία ενημέρωσης των μαθητών με στόχο να μάθουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες που πέφτουν στην αντίληψή τους. Στην Αγγλία, επίσης, όταν ρωτήθηκαν οι αρμόδιοι διέψευσαν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν ανάλογους νόμους.

Εν κατακλείδι, οι υπάρχοντες νόμοι περί συκοφαντικής δυσφήμισης, μεταξύ πολλών άλλων, είναι υπεραρκετοί για να προστατευθούν οι πολίτες από αναίτιες και υβριστικές επιθέσεις στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Παραπέρα, είναι υπόθεση του καθενός, όπως ίσχυε σε κάθε εποχή, να διασταυρώνει τις ειδήσεις που διαβάζει, με τον κάθε ένα που διακινεί ψευδείς ειδήσεις από την άλλη να κρίνεται για ό,τι γράφει και μεταδίδει. Κάθε άλλη προσπάθεια χειραγώγησης και ελέγχου αποτελεί ανοιχτή ή συγκαλυμμένη λογοκρισία…

31 Μαρτίου 2017

Πηγή: μηνιαίο περιοδικό Nexus

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

@LeonidasV

%d bloggers like this: