Home » 2017 » September » 06

Daily Archives: 06/09/2017

Ακτινογραφία της καταναλωτικής …υποθερμίας στα χρόνια της κρίσης

«Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ξεκίνησε ο ιός του AIDS να κάνει αισθητή την φρικώδη παρουσία του μέσω μαζικών θανάτων, σε ορισμένες περιοχές που ήταν στέκια ομοφυλοφίλων όπως τη γειτονιά Κάστρο στο Σαν Φραντσίσκο των Ηνωμένων Πολιτειών τα ήθη αποχαλινώθηκαν. Όσο κυκλοφορούσαν τα νέα της μετάδοσης του ιού και των μαζικών θανάτων και γινόταν αντιληπτό ότι δεν υπάρχει σωτηρία τόσο καταρρίπτονταν κι οι τελευταίες αναστολές. Το ίδιο συναίσθημα απελπισίας οδήγησε στα ύψη την καταναλωτική δαπάνη και τις ημέρες των γιορτών των Χριστουγέννων του 2016. Ο κόσμος είχε πλήρη επίγνωση της αναμενόμενης αύξησης φόρων και ασφαλιστικών εισφορών και ψώνιζε σα να μην υπάρχει αύριο. Ανεξαρτήτως των συνεπειών…».

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με αυτά τα λόγια ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας, καθηγητής Διονύσης Γράβαρης, σχολίασε την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών τις τελευταίες μέρες του 2016. Τα παραπάνω ειπώθηκαν στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου που συνόδευσε τη δημοσίευση της εξαμηνιαίας έρευνας «τάσεις οικονομικού κλίματος» του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, στις 23 Μαρτίου 2017.

Δεν προσφέρεται επομένως για αισιόδοξα συμπεράσματα η κίνηση που παρατηρήθηκε στα εμπορικά καταστήματα την περίοδο των εορτών, κι αυτό το συμπέρασμα προέρχεται από την πιο αξιόπιστη πηγή…

Συντριβή του διαθέσιμου εισοδήματος

Κάθε προσπάθεια διερεύνησης των καταναλωτικών συνηθειών των Ελλήνων και των Ελληνίδων τις ημέρες της κρίσης πρέπει να ξεκινάει από τη συντριβή που υπέστη το διαθέσιμο εισόδημα (δηλαδή το εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση φόρων και εισφορών) την τελευταία δεκαετία, λόγω της μείωσης μισθών ημερομισθίων και συντάξεων κατά 40% και της αύξησης της ανεργίας ακόμη και στο 26%. Μια εποπτική εικόνα της ελεύθερης πτώσης παρουσιάζεται στο διάγραμμα του ΟΟΣΑ που παραθέτουμε. Στην πορεία της καμπύλης φαίνεται καθαρά ότι το 2010 παρατηρήθηκε μια πτώση της τάξης του -10,50%, το 2011 μεγαλύτερη στο -10,56%, το 2012: -9,76%, το 2013: -7,63% το 2014 υπήρξε στασιμότητα και το 2015, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σημειώθηκε νέα πτώση της τάξης του -2,99%. Τι πιο φυσιολογικό επομένως μετά από μια τέτοια εισοδηματική συντριβή, που συνεχίζεται ακάθεκτη και την τελευταία διετία, από την εκ βάθρων αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών; Τι ψώνιζαν και τι ψωνίζουν είναι επομένως το ερώτημα που εγείρεται, όταν γνωρίζουμε ότι από το 2010 ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού από 27,7% αυξήθηκε ως το 2015 σε 35,7%; Τι λογής αγορές εγκατέλειψαν οι κάτοικοι της Ελλάδας, ελέω κρίσης; Και ποιες είναι εκείνες οι αγορές που έμειναν σταθερές ή και αυξήθηκαν;

Ακόμη και τα χρόνια της λεγόμενης ευημερίας, όταν ο καταναλωτικός πυρετός χτυπούσε …κόκκινο, υπήρχε μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση που συνόδευε το σχολιασμό του καλαθιού της ελληνίδας από τη μια και της γερμανίδας από την άλλη νοικοκυράς ή, διατυπωμένο με πιο ακριβείς όρους, όταν έπρεπε να συγκριθούν τα ψώνια σε μια φτωχή και μια πλούσια χώρα. Η παρερμηνεία σχετιζόταν με το κατά τεκμήριο υψηλό ποσοστιαίο μερίδιο που καταλαμβάνουν οι αγορές τροφίμων στις χώρες χαμηλού εισοδήματος σε σύγκριση με τις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Μένοντας για παράδειγμα στο 2016, και με βάση στοιχεία της Γιούροστατ παρατηρούμε ότι οι Έλληνες διέθεσαν το 12,3% του εισοδήματος τους σε αγορές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών. Ακόμη πιο …κιμπάρηδες από μας αποδείχθηκαν οι κάτοικοι της Λιθουανίας (14,8%) και της Ρουμανίας (17,8%). Στα ίδια περίπου επίπεδα με μας κι οι κάτοικοι της Πορτογαλίας (11,6%), της Λετονίας (11,4%), της Κύπρου (11,3%) και της Εσθονίας (11%). Στην άλλη άκρη της κλίμακας βρίσκονται χώρες όπως το Λουξεμβούργο (3,3%), η Ολλανδία (5,1%), η Αυστρία (5,2%) η Δανία και η Γερμανία (5,3% έκαστη). Πριν βιαστεί κανείς να επικρίνει τους κατοίκους της νότιας και ανατολικής Ευρώπης ότι θρέφονται με αστακούς και κυνήγι, αναπαράγοντας τις πρόσφατες, εμβριθείς απόψεις του Γερούν Ντέιζελμπλουμ, και να επαινέσει τους βορειοευρωπαίους για την εγκράτεια και το λιτό βίο που διάγουν, είναι καλύτερο να στρέψει την προσοχή του όχι στον παρανομαστή, δηλαδή το μερίδιο που αφιερώνεται στη διατροφή εν προκειμένω, αλλά στον αριθμητή, στο όλον: Δηλαδή στο ύψος του εισοδήματος. Κι εδώ υπάρχει ένας κανόνας που επιβεβαιώνεται με τα παραπάνω, ότι όσο πιο υψηλό εισόδημα έχει μια χώρα, κατά μέσο όρο πάντα, τόσο μικρότερο μέρος αφιερώνουν οι κάτοικοί της στη διατροφή. Αντίθετα, σε μια χώρα χαμηλού εισοδήματος πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος αφιερώνεται στη διατροφή.

Απόρροια αυτού του κανόνα είναι κι οι εξεγέρσεις που σημειώθηκαν στη Μέση Ανατολή το 2011 (πυροδοτώντας την λεγόμενη αραβική άνοιξη) λόγω της σοβαρής αύξησης σε τιμές βασικών προϊόντων όπως το αλεύρι και το ρύζι. Όταν το 50% του εισοδήματος καταλήγει στο φούρνο τι πιο φυσιολογικό από μια εξέγερση όταν το ψωμί αυξηθεί κατά 30 ή 40%;

Ο παραπάνω κανόνας, που από μια άλλη οπτική γωνία δείχνει αυξανόμενη φτώχεια, επιβεβαιώνεται κι από τις αλλαγές που σημειώθηκαν στα καταναλωτικά συνήθεια στην Ελλάδα. Η πρώτη αλλαγή που παρατηρείται στους πίνακες της Στατιστικής Αρχής με τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών για αγαθά και υπηρεσίες (που δεν επιδέχονται σύγκρισης με τα πανευρωπαϊκά στοιχεία που παραθέσαμε στην προηγούμενη παράγραφο από τη Γιούροστατ) είναι η αύξηση του μεριδίου των δαπανών για είδη διατροφής: από 18% το 2010 (σε ένα μέσο εισόδημα ύψους 1.956,42 ευρώ), σε 20,7% το 2015 (σε ένα εισόδημα ύψους 1.419,57 ευρώ). Το ποσοστό αυξήθηκε, αλλά η μέση μηνιαία δαπάνη για είδη διατροφής μειώθηκε, λόγω της μείωσης του εισοδήματος: από 351,67 ευρώ το 2010 σε 293,30 ευρώ το 2015. Η Ελλάδα επομένως, σε αντίθεση με την εικόνα που δίνει η αύξηση του ποσοστού, θρέφεται χειρότερα από το 2010 ως το 2015, όπως μαρτυρά η μείωση των δαπανών αυτή την περίοδο κατά 60 ευρώ περίπου το μήνα.

Φαγητό για τα σκουπίδια

Η επιδείνωση των διατροφικών συνηθειών αποτυπώνεται και στη σύνθεση του καλαθιού της νοικοκυράς. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, για παράδειγμα, βλέπουμε να αυξάνεται σταθερά η μέση μηνιαία καταναλωθείσα ποσότητα ρυζιού (από 1,242 κιλά το 2010 σε 1,329 κιλά το 2015) και ζυμαρικών (από 2,518 σε 2,848 κιλά). Αντίθετα μειώνεται κάθετα η μηνιαία κατανάλωση κρέατος (από 11,721 κιλά σε 10,269 κιλά), ψαριών (από 3,387 σε 2,778 ), γάλακτος (από 12,951 κιλά σε 11,912 κιλά), τυριού (από 3,548 κιλά σε 2,841 κιλά), φρούτων (από 21,286 σε 17,206), λαχανικών (από 29,578 σε 26,111) και ελαιόλαδου (από 3,538 το 2010 σε 3,256 το 2015).

Τις συνέπειες που θα έχει αυτή η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού της Ελλάδας σχολίασε η Μαίρη Γιαννακούλια, αναπληρώτρια καθηγήτρια Διατροφής και Διαιτητικής Συμπεριφοράς στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο: «Στον τόπο αυτό, οι φτωχοί άνθρωποι ακολουθούσαν παραδοσιακά ένα διατροφικό πρότυπο, το οποίο μελετήθηκε τη δεκαετία του ’60 από αμερικανούς επιστήμονες και ονομάστηκε “Μεσογειακή δίαιτα”. Αποδείχθηκε ότι έχει πολλαπλές ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία, συμπεριλαμβανομένης και της νόησης. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να εγκαταλείπεται το πρότυπο αυτό, τώρα πια και λόγω οικονομικής κρίσης. Συγκεκριμένα, μειώνονται βασικά συστατικά της παραδοσιακής δίαιτας, όπως τα φρούτα , τα λαχανικά, το ελαιόλαδο, αλλά και το ψάρι. Όσον αφορά το κρέας, μειώνεται η κατανάλωση στα “καλά” κομμάτια άπαχου αλλά ακριβού κρέατος και αυξάνεται στα κομμάτια που είναι πλούσια σε λίπος και επιβαρυντικά για την υγεία, αλλά πιο προσιτά στην τσέπη του καταναλωτή. Τελικά η “Μεσογειακή δίαιτα” καταλήγει να είναι είδος πολυτελείας για πολλούς από τους κατοίκους αυτής  της χώρας. Οι αλλαγές είναι πιο έντονες στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα και στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Και οι δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες συγκεντρώνουν και άλλους παράγοντες κινδύνου και έχουν μικρή πρόσβαση σε συστήματα πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης, οπότε σύντομα, νομίζω, θα δούμε αύξηση των νοσημάτων που σχετίζονται με τη διατροφή, κυρίως των καρδιαγγειακών».

Κομμένα και τα ρούχα

Ωστόσο, αλλαγές δεν παρατηρήθηκαν μόνο στα διατροφικά συνήθεια. Την ίδια περίοδο, μειώθηκαν σημαντικά οι δαπάνες για είδη ένδυσης και υπόδησης. Από 140,84 ευρώ που ήταν οι μέσες δαπάνες το μήνα το 2010, μειώθηκαν σε 83,06 ευρώ το 2015, κατά 41%! Επίσης οι δαπάνες για εκπαίδευση: από 64,21 ευρώ μηνιαίως το 2010 (3,3% του εισοδήματος) σε 46,70 ευρώ το 2015 (3,3% του εισοδήματος). Μια μείωση που σημαίνει ότι λιγότερα παιδιά στο εξής θα μάθουν δεύτερη ξένη γλώσσα ή μουσικό όργανο…

Την  μεγαλύτερη μείωση υπέστησαν οι δαπάνες για διαρκή αγαθά, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, οικιακός ηλεκτρικός (πχ ψυγεία, πλυντήρια και κουζίνες) και ηλεκτρονικός εξοπλισμός (υπολογιστές, τηλέφωνα και ηχητικά συγκροτήματα), έπιπλα, αθλητικός εξοπλισμός, βιβλία, παιχνίδια, κ.α. Από 130,47 ευρώ που δαπανούσε η μέση οικογένεια μηνιαίως το 2010 (6,7% του εισοδήματός της), το 2015 ξόδευε μόλις 66,49 ευρώ (4,7% του εισοδήματός της). Μια μείωση της τάξης του 50%! Είναι οι καθημερινές ανέσεις που θυσιάστηκαν στο βωμό των τριών μνημονίων τα οποία υπέγραψαν οι ελληνικές κυβερνήσεις με τους δανειστές. Ο αποχαιρετισμός του ελληνικού πληθυσμού στις διευκολύνσεις που παρείχαν στην καθημερινότητά του ηλεκτρικές συσκευές και διαρκή αγαθά φαίνεται κι από τη σταθερή μείωσή τους. Για παράδειγμα, με βάση πάντα σειρές της Στατιστικής Αρχής πλυντήριο πιάτων το 2010 διέθετε το 38% του πληθυσμού, ενώ το 2015 το 36,5%. Επίσης, τη χρονιά που υπογράφτηκε η πρώτη δανειακή σύμβαση από τον Γιώργο Παπανδρέου επιβατικό αυτοκίνητο διέθετε το 73,1% των νοικοκυριών, ενώ τη χρονιά που υπογράφτηκε η τρίτη δανειακή σύμβαση από τον Αλέξη Τσίπρα αυτοκίνητο διέθετε το 66%.

Στα ύψη οι φόροι

Πέρα από την πτώση των μισθών και ημερομισθίων σοβαρή επιδείνωση στην ποιότητα ζωής προκάλεσαν επίσης κι οι αυξήσεις των φόρων. Σε αυτή την αιτία πρέπει να αποδοθεί, για παράδειγμα, η μείωση του ποσοστού των νοικοκυριών που κατέχουν δεύτερη κατοικία από 18,2% το 2010, σε 16,6% το 2015. Η Ελλάδα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό δαπανών που σχετίζονται με το ακίνητό τους. Με βάση την επεξεργασία στοιχείων και δεικτών της Γιούροστατ το 42,5% των νοικοκυριών στην Ελλάδα δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την κάλυψη δαπανών που σχετίζονται με το ακίνητο που έχουν στην κατοχή τους. Πρόκειται για δαπάνες που σχετίζονται με τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (που επιβαρύνει τους ιδιοκτήτες), το ενοίκιο (που επιβαρύνει τους ενοικιαστές), τη δόση του στεγαστικού στην τράπεζα (που επιβαρύνει τους δανειολήπτες) κι έξοδα όπως ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, νερό και τηλέφωνο. Το όριο αυτό του 40% χαρακτηρίζεται ως το σημείο επικινδυνότητας πέραν του οποίου το νοικοκυριό τίθεται σε οικονομικό κίνδυνο. Στην ίδια έρευνα του οργανισμού FEANTSA αναφέρεται πως στην Ελλάδα καταγράφεται πανευρωπαϊκό ρεκόρ στην καθυστέρηση καταβολής του ενοικίου, παρότι έχουν μειωθεί τα ενοίκια. Επειδή ωστόσο έχουν μειωθεί ταχύτερα οι μισθοί και οι συντάξεις ένα ποσοστό της τάξης του 14,3% των ενοικιαστών το 2014 αργούσε να πληρώσει το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού δανείου. Το 2010, κι ενώ η κρίση είχε αρχίσει, καθυστερούσε να καταβάλει το ενοίκιο ή τη δόση το 10,2%.

Οι αυξήσεις στους φόρους προκάλεσαν τεκτονικές αλλαγές επίσης στην κατανάλωση του κλάδου καυσίμων και καπνικών προϊόντων. Με βάση στοιχεία που κατατέθηκαν στο 13ο  Athens Tax Forum, με θέμα «Φορολογικό περιβάλλον: Μοχλός ανάπτυξης ή ανταγωνιστικό μειονέκτημα», λόγω της αύξησης των φόρων στα καπνικά προϊόντα που προκάλεσαν μια συνολική επιβάρυνση στην  τελική τιμή 85% (από 75% που ήταν πριν τις τελευταίες αυξήσεις) η αγορά έχει χάσει το 43% των πωλήσεών της. Σημαντικό μέρος του κενού καλύπτεται ωστόσο από την ανεπίσημη διακίνηση χύμα καπνού που είναι πολύ φθηνότερος και καλύπτει το 24% της αγοράς. Οι επίσημες στατιστικές επομένως που δείχνουν πτώση του τζίρου δεν αντανακλά με πιστότητα πλέον κατά πόσο έχει μειωθεί το κάπνισμα.

Δραματική ήταν η επιδείνωση και στις συνθήκες θέρμανσης από την αύξηση του ειδικού φόρου κατά 1.200%, με πρόσχημα την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο ωστόσο συνεχίζεται αμείωτο, με αποτέλεσμα το δημόσιο να χάνει 1 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ κεντρική θέρμανση το 2015 διέθετε το 39,8% των νοικοκυριών όταν το 2010 διέθετε το 64,9%.

Εν κατακλείδι η μείωση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων και η ανεργία από κοινού με την αύξηση των φόρων δεν οδήγησαν μόνο το ποσοστό των ατόμων με υλικές στερήσεις να αυξηθεί από 24,1% το 2010 σε 40,7% το 2015. Επίσης, επέφεραν μια δραματική αλλαγή στο καταναλωτικό πρότυπο της ελληνικής κοινωνίας που ως κοινό παρανομαστή έχει την επιδείνωση όλων των επιμέρους δεικτών που συγκροτούν την ποιότητα ζωής.

Πηγή: Περιοδικό Nexus

Advertisements