Home » 2017 » January » 05

Daily Archives: 05/01/2017

Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις και μια …μνημονιακή συνηγορία

film

Στο βιβλίο του Γ.Β. Δερτιλή με τίτλο Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις 1821 – 2016 (εκδ. Πόλις, 2016) παρατίθενται με την πιο ενδελεχή τεκμηρίωση πολύτιμες πληροφορίες και πρωτότυπες πηγές για την ερμηνεία της σημερινής κρίσης χρέους.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Πριν απ’ οτιδήποτε άλλο είναι οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες που ακολουθούν το ελληνικό κράτος από την πρώτη μέρα της ίδρυσής του. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε από την εισαγωγή του βιβλίου, από το 1833 ακόμη οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούσαν τουλάχιστον το 17% των συνολικών δημοσίων δαπανών. Στα 54 δε από αυτά τα 160 χρόνια ξεπέρασαν ακόμη και το 30%! Ο συγγραφέας ανασκευάζει και την ευρέως διαδεδομένη άποψη που αποδίδει στις επενδύσεις επί των υποδομών τη χρεοκοπία του 1893, επί Χαρ. Τρικούπη, χαρακτηρίζοντας το επιχείρημα «εσφαλμένο επειδή ήταν υστερόβουλα υπερβολικό. Το κύριο αίτιο της υπερχρέωσης ήταν, όπως πάντα, οι στρατιωτικές δαπάνες», συμπεραίνει.

Φτάνει δε μέχρι και σήμερα: «Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, μετά το 2009, η Τουρκία εμείωσε τις δαπάνες της∙ ενώ η “πτωχή αλλ’ έντιμος Ελλάς” μολονότι είχε ουσιαστικώς πτωχεύσει από το 2009, τις διατηρούσε στα ύψη έως το 2016. Πράγματι, έως το 2014 τις διατήρησε στο ίδιο περίπου ποσοστό σε σχέση με το ΑΕΠ, από τα υψηλότερα στον κόσμο: γύρω στο 2,3%, με βάση αντίστοιχες πηγές (SIPRI και ΝΑΤΟ)… Εννοείται ότι οι κυριότεροι προμηθευτές των ελληνικών (και τουρκικών) όπλων, Αμερικανοί, Γάλλοι και Γερμανοί είναι ενθουσιασμένοι». (σελ. 104).

Μοχλός του χρέους

Ακολουθεί στην εξιστόρηση του συγγραφέα ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων. «Όποτε ήθελαν να ασκήσουν πίεση στην ελληνική κυβέρνηση, οι Δυνάμεις επέσειαν το δικαίωμα που είχαν βάσει της Συνθήκης του 1832: να ελέγχουν τις εισπράξεις του ελληνικού κράτους ακόμη και με τη βία, καταλαμβάνοντας τα τελωνεία της χώρας», αναφέρει ο Γ. Β. Δερτιλής, δημιουργώντας απρόβλεπτες συνηχήσεις με το σήμερα. Ειδικότερα, με την ανεξαρτητοποίηση της πάλαι ποτέ γενικής γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, που με βάση νόμο ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016 παύει πλέον να ελέγχεται από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Στο βιβλίο μάλιστα παρατίθεται και επιστολή του 1869 του βρετανού πρωθυπουργού Γλάδστων προς τον υφυπουργό Εξωτερικών της αυτοκρατορίας, Χάμοντ που χρησιμοποιεί τον όρο «μοχλό χρέους»! «Το πραγματικό ερώτημα, πολύ ευρύτερο από το μικρό ποσό που συζητείται, είναι αν σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε στην κατάλληλη στιγμή τον μοχλό του δανείου για να ωθήσουμε την Ελλάδα να λάβει μέτρα πραγματικού περιορισμού των δαπανών της, ώστε να ενισχύσει τη φερεγγυότητά της». Κι όλα αυτά σχεδόν ενάμισι αιώνα πριν!

Πολύ εύστοχα συμπεραίνει ο συγγραφέας ότι το απόρρητο αυτό έγγραφο «προδιαγράφει την πολιτική που θα ακολουθήσουν όλες οι βρετανικές κυβερνήσεις ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», (σελ. 45). Κι όχι μόνο, μπορούμε να συμπληρώσουμε. ΗΠΑ, ΕΕ και Γερμανία ουδέποτε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν το χρέος μέχρι και σήμερα σαν μοχλό παρέμβασης στα εσωτερικά μας και επηρεασμού της πολιτικής.

Όχι στη διαγραφή του χρέους

Παρότι ωστόσο ο συγγραφέας κρατάει στα χέρια του τον μίτο της Αριάδνης που μπορεί να τον οδηγήσει στην αποκρυπτογράφηση της τρέχουσας κρίσης, διαθέτοντας μάλιστα το χάρισμα της σύνθεσης που του δίνει η βαθιά γνώση της ελληνικής ιστορίας (χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του περίφημου Διχασμού, τον οποίο χαρακτηρίζει εμφύλιο) καταφεύγει σε κοινότοπους ύμνους στα μνημόνια και τις μεταρρυθμίσεις, και αμφισβητεί την ανάγκη διαγραφής του δημόσιου χρέους, χρησιμοποιώντας μάλιστα αστήριχτες κινδυνολογίες. «Η μονομερής αποποίηση του χρέους από μια Ελλάδα της δραχμής θα κατέστρεφε για δεκαετίες τη φερεγγυότητα της χώρας», υποστηρίζει. Ωστόσο, οι Paris & Wyplosz στο σχέδιο Padre επικαλούνται έρευνα (των Borensztein & Panizza) βάσει της οποίας «ο αποκλεισμός από τις αγορές όσων κατ’ επανάληψη προσφεύγουν σε αθέτηση χρέους διαρκεί από 4 ως 8 χρόνια και τα επιτόκια αυξάνονται από 250 ως 400 μονάδες βάσης». Αν επομένως η Ελλάδα είχε από το 2010 κιόλας προβεί σε μονομερή αθέτηση πληρωμών φέτος, το αργότερο, θα έβγαινε στις αγορές, βάσει των ιστορικών προηγούμενων…dertifinal

Ο Γ.Β. Δερτιλής σχετικοποιεί την έννοια της βιωσιμότητας του χρέους. «Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν το ελληνικό χρέος “μη βιώσιμο”. Δεν το πιστεύω όπως δεν πιστεύω ούτε το αντίθετό του. “Χρυσούς κανών” που δείχνει αν ένα χρέος είναι βιώσιμο ή όχι δεν υπάρχει», διατείνεται (σελ. 112). Η αλήθεια ωστόσο είναι πώς το ελληνικό χρέος μετά βεβαιότητας έχει καταστεί μη βιώσιμο όταν ανέλαβε η Τρόικα να το διαχειριστεί και το εκτόξευσε στο 180% του ΑΕΠ, ενώ όταν ξεκίναγε η κρίση και ήταν στο 115% του ΑΕΠ κανείς δεν το χαρακτήριζε μη βιώσιμο. Σίγουρα δε ήταν κάτω από το όριο του 120%, που αποτελεί μια ευρέως χρησιμοποιούμενη διαχωριστική γραμμή. Προς τούτο επιστρατεύτηκαν κι οι απάτες της ΕΛΣΤΑΤ για να φουσκώσουν το έλλειμμα και το χρέος, με την πολύτιμη βοήθεια της Γιούροστατ, ώστε να ξεκινήσει η «θεραπεία σοκ».

Στο νεοφιλελεύθερο οίστρο του ο συγγραφέας προτείνει «να κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα προστατεύει τις επενδύσεις», τις οποίες θεωρεί όρο για την ανάκαμψη της οικονομίας. «Μια ή δύο μεγάλες επενδύσεις θα δώσουν τον τόνο, αν συνδυαστούν με ιδιωτικοποιήσεις», αναφέρει (σελ. 120-121). Ταυτόχρονα όμως δε λέει κουβέντα για την ανάγκη συνταγματικής απαγόρευσης της ανασφάλιστης εργασίας ή των μισθών και των ημερομισθίων κάτω από το επίπεδο της πείνας ή της ανεργίας πάνω από ένα επίπεδο, πχ 5%. Προφανώς κι αυτά θα συμπεριλαμβάνονται στις «παθογένειες του ελληνικού συστήματος» που διαρκώς στηλιτεύει.

Εν κατακλείδι, το ιστορικό μέρος του βιβλίου του Γ.Β. Δερτιλή, παρά την μηχανιστική κυκλική αντίληψη που το διαπερνά («το καινοφανές στη νεότερη Ελλάδα είναι η αέναη επανάληψη των πολέμων, των πολεμικών δαπανών και των πτωχεύσεων», σελ. 23) και, μεταξύ πολλών άλλων, τη μεροληπτική του στάση υπέρ του Βενιζέλου στο πλαίσιο της οποίας δικαιολογεί ακόμη και την εκστρατεία στη Μικρά Ασία αποδίδοντάς της αμυντικό χαρακτήρα, είναι μια χρήσιμη πηγή υλικού που συμβάλει στην ερμηνεία των δημοσιονομικών κρίσεων. Το μέρος ωστόσο, όπου ο συγγραφέας γράφει ως πολίτης, με τα δικά του λόγια, αποτελεί συνηγορία υπέρ της πολιτικής φτωχοποίησης και υπερχρέωσης που εισήγαγαν τα Μνημόνια.