Home » 2016 » Κρίση; Γιώργος Μεταξάς (Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2016)

Κρίση; Γιώργος Μεταξάς (Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2016)

Archives

metaxasΤο βιβλίο του Γιώργου Μεταξά με τίτλο Κρίση; (Εκδόσεις των συναδέλφων) επιχειρεί να ανασυνθέσει τις οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων 10 ετών. Ξεκινάει από την κρίση των υποβαθμισμένων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ το 2007 και φτάνει μέχρι τις μέρες μας και συγκεκριμένα την παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συνέχιση της πολιτικής λιτότητας στην Ελλάδα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δύο είναι κατά την άποψή μου, τα μεγάλα του προτερήματα, που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα πολλά παρόμοια βιβλία που κυκλοφορούν. Το πρώτο είναι ότι αφιερώνει έκταση για να εξηγήσει σύνθετες έννοιες και να τις κάνει προσιτές στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη: από έννοιες που σχετίζονται με τον τύπο της χρηματικής κυκλοφορίας στον Μαρξ μέχρι τα περίφημα εργαλεία της χρηματοοικονομικής μηχανικής που λειτούργησαν σαν θρυαλλίδα της κρίσης στις ΗΠΑ (πχ τα CDS). Περιγράφοντας δε αυτές τις περίφημες «χρηματοοικονομικές καινοτομίες» διερευνά και ανοίγει τη συζήτηση για σύγχρονα θέματα όπως η χρηματιστικοποίηση. Αναφέρει για παράδειγμα: «αυτή η πληθώρα χρηματιστικού κεφαλαίου δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο παρά τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο επακόλουθος ίλιγγος των πιστώσεων  αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένα θετικό εμπόδιο στη χρήση αυτού του κεφαλαίου που πλεονάζει, αλλά ένα εμπόδιο στους νόμους της αξιοποίησής του, το όριο που τίθεται στη δυνατότητα του κεφαλαίου να αξιοποιηθεί σαν κεφάλαιο». (σελ. 90)

Το δεύτερο προτέρημα του βιβλίου του Μεταξά είναι η πολιτική του στράτευση. «Η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την υπέρβαση της κρίσης είναι η κοινωνική επανάσταση», γράφει ο συγγραφέας από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, που αναφέρεται στο νεοφιλελευθερισμό, στη σελίδα 35. Κι αυτή η τοποθέτηση διαπερνάει το βιβλίο μέχρι την τελευταία του σελίδα. Όταν για παράδειγμα στον επίλογο αναφέρει ο συγγραφέας: «Η κρίση αντιμετωπίστηκε κάθε άλλο παρά πρωτότυπα με αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, σύμφωνα με αυστηρά νεοφιλελεύθερα πρότυπα στην ΕΕ» (Σελ. 263).

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι κάθε τέτοιο βιβλίο πρέπει να αποτελεί ευκαιρία για την Αριστερά ώστε να συζητάει τις προϋποθέσεις της ρήξης και τις διακυβεύσεις της επόμενης μέρας επιλέγω να παρακάμψω θέματα που ανοίγει ο συγγραφέας και σχετίζονται με τη Μαρξιστική θεωρία των κρίσεων και να σταθώ στα πολιτικά ζητήματα που τίθενται στο βιβλίο.

Κατά την άποψή μου, στο βιβλίο υπάρχει ένα μεγάλο κενό τόσο στην πολιτική όσο και στη θεωρητική του ανάλυση. Η έλλειψη αυτή αφορά το ρόλο της ΕΕ. Η ελληνική κρίση, μένει σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που δε βοηθάει την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σε κάθε της λεπτομέρεια, όσο μηχανισμοί και αποφάσεις καθοριστικής σημασίας δεν αναλύονται καν.

Αναφέρομαι για παράδειγμα, στο «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», το «Σύμφωνο για το ευρώ συν» και το «πακέτο των 6 και 2 μεταρρυθμίσεων». Πρόκειται για ένα πλαίσιο που απαγορεύει τη δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων, επί ποινής χρηματικών προστίμων. Ο σεβασμός σε αυτές τις οδηγίες συνεπάγεται την εφαρμογή μιας πολιτικής αέναης λιτότητας, ανεξαρτήτως των προεκλογικών εξαγγελιών κάθε κόμματος. Κατά συνέπεια καμιά εξαγγελία ακύρωσης της λιτότητας δεν έχει πιθανότητα υλοποίησης εντός της ΕΕ.

Αναφέρομαι επίσης στον κανονισμό 472 με ημερομηνία 21 Μαΐου 2013, που αναφέρει κατά λέξη ότι «τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία  μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Δεδομένου τούτου του όρου δύο χρόνια πριν κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να προεξοφληθεί πως ακόμη και το τέλος των χρηματοδοτικών προγραμμάτων δε θα συνέπιπτε με το τέλος της εποπτείας.

Αναφέρομαι τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, στο πιο σημαντικό που είναι το είδος της λύσης αντιμετώπισης του χρέους που επιλέγηκε για την Ελλάδα δεδομένης της κορυφαίας σύγκρουσης συμφέροντος που γεννούσε το γεγονός ότι οι σχεδιαστές της αναδιάρθρωσης του 2012 της περίφημης επιλεκτικής χρεοκοπίας, (όπως η ΕΚΤ), ήταν ταυτόχρονα και δανειστές της Ελλάδας. Σύγκρουση που μέχρι και σήμερα καθιστά κάθε δυνατή λύση παγιδευμένη, ατελέσφορη κι εκ των προτέρων επιβλαβή για τα συμφέροντα των εργαζομένων κι όχι μόνο. Υπό αυτό το πρίσμα δε με βρίσκει σύμφωνο η εκτίμηση του συγγραφέα ότι «η ελληνική κρίση πρέπει να θεωρηθεί και οικονομική αποτυχία της ΕΕ». (σελ. 179) Η ελληνική κρίση είναι επιτυχία της ΕΕ δεδομένου ότι έσωσε τις γαλλογερμανικές τράπεζες τη στιγμή που κινδύνευαν, ενώ από την Ελλάδα ξεδίπλωσε ένα δεύτερο πιο ορμητικό κύκλο αμφισβήτησης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας μετά τον κύκλο που άνοιξε επί ηπειρωτικού ευρωπαϊκού εδάφους ο Σρέντερ το 1997, με την Ατζέντα 2010.

Η σημασία της κατάδειξης αυτών των ορίων δε θα στόχευε στην αναζήτηση μιας λύσης της κρίσης στο πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας, αλλά στο αδύνατο της αναζήτησης μιας λύσης εντός της. Θα ενδυνάμωνε την αντικαπιταλιστική κριτική γιατί θα της προσέδιδε ρεαλισμό.

Ο ρόλος της ΕΕ

Εν συντομία, όσο κατά την άποψή μου δεν αποκαλύπτεται αυτός ο καταστρεπτικός ρόλος της ΕΕ, τα συμφέροντα που περικλείει κι εκπροσωπεί, τόσο στενεύει ο ορίζοντας όσων έχουν συμφέρον από την ανατροπή της σημερινής κατάστασης, τόσο μένουν στο απυρόβλητο κόμματα και θεσμοί που πρέπει να χρεωθούν τη σημερινή εξαθλίωση. Κι έτσι ο κυρίαρχος λόγος που εμφανίζει την ΕΕ ως πηγή πλουτισμού και αναδιανομής μέσω των ΕΣΠΑ πχ θα μένει αναπάντητος κι εν τέλει ηγεμονικός.

Όσο πολύ και να ψάξουμε στην ιστορία των επαναστάσεων πιστεύω βαθιά ότι δεν πρόκειται να βρούμε επανάσταση (που να μην ήταν τυφλό και ανέλπιδο ξέσπασμα) η οποία να μην εκδηλώθηκε με τη βοήθεια αιτημάτων κρίκων, που την κατάλληλη στιγμή συγκινούσαν και κινητοποιούσαν τους καταπιεσμένους κι αναφέρομαι πάντα στις πλειοψηφίες. Αιτήματα οικονομικά, όπως το ψωμί, αλλά και πολιτικά, που αφορούσαν τη δημοκρατία μπόρεσαν κατ’ επανάληψη να λειτουργήσουν σαν πυροκροτητές, βοηθώντας εκείνους που είχαν συμφέρον να κινητοποιηθούν, να συνειδητοποιήσουν τα ασφυκτικά σε βαθμό απαγόρευσης όρια της αστικής δημοκρατίας. Κι επίσης την ανάγκη της υπέρβασής τους.

Σήμερα τέτοιο αίτημα είναι το αίτημα της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, αιτήματα που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει εθνικιστικά (σελ. 183) αναπαράγοντας μια κυρίαρχη φιλελεύθερη ιδεολογία που ταυτίζει τον κοσμοπολιτισμό της ΕΕ με τη διεθνοποίηση. Την ίδια άποψη είχε κι εξέφραζε δημόσια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόμη που ήταν στην αντιπολίτευση, κλείνοντας μάλιστα τη συζήτηση για την ΕΕ και το ευρώ κι ανοίγοντας διάπλατα έτσι το δρόμο για την μετέπειτα υποταγή της, όταν ανάμεσα στο δίλλημα «μνημόνια ή έξοδος από το ευρώ» επέλεξε μνημόνια. Ήταν μάλιστα ένα δίλλημα που ήταν ορατό ότι θα τεθεί χρόνια πριν πάρει την εξουσία. Είχε τεθεί στην Κύπρο το 2013, στην Ιρλανδία αλλά και στην Ελλάδα στις εκλογές του 2012. Παρόλα αυτά ποτέ δεν ετοιμάστηκε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Καθόλου τυχαία κατά τα γνώμη μου.

Το αίτημα της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από την ΕΕ σήμερα δεν ισοδυναμεί με μια αντιδραστική επιστροφή στο μεταπολεμικό έθνος κράτος. Επιδιώκει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την εγχώρια αστική κυριαρχία με ένα κέντρο πολιτικών αποφάσεων που είναι απροσπέλαστο από την ταξική πάλη και καταφέρνει να ανατρέπει κατακτήσεις δεκαετιών χωρίς καν να γίνει γνωστό: μέσω της ενσωμάτωσης νόμων, οδηγιών και αποφάσεων της ΕΕ. Η ταύτιση της ΕΕ με το διεθνιστικό όραμα κάθε προοδευτικού ανθρώπου δεν ισοδυναμεί μόνο με διαστρέβλωση και στιγματισμό των διεθνιστικών οραμάτων αλλά και με απόκρυψη των όσων πραγματικά διακυβεύονται και κρίνονται στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη.

Κι αυτά που κρίνονται δεν κινούνται μόνο επάνω σε έναν καθαρό κι εύκολα αναγνωρίσιμο άξονα της ταξικής πάλης, με μια καθαρή σύγκρουση αστικής κι εργατικής τάξης (που κι αυτή μάλιστα συσκοτίζεται όταν υποτιμάται η ευθύνη της ΕΕ στην υλοποίηση ενός πολύ επιλεκτικού «διεθνισμού», που χρησιμοποιεί τους ανατολικοευρωπαίους για να ρίξουν τους μισθούς των εργαζομένων στη Δυτική Ευρώπη). Κινείται επίσης και πάνω στο έδαφος των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Όσο η επαναστατική Αριστερά δεν πρωτοστατεί στην κατάδειξη του καθεστώτος περιορισμένης κυριαρχίας που έχουν εγκαθιδρύσει η Τρόικα και η ΕΕ, τόσο αυτό το έδαφος θα το οικειοποιείται η άκρα Δεξιά.

Ο λόγος δε της επαναστατικής Αριστεράς, θα είναι διακριτός στο βαθμό που δε θα αναζητά συμμαχία με την εθνική αστική τάξη όπως έκανε στο παρελθόν, ενώ θα παραμένει διεθνιστικός τονίζοντας τόσο τα κοινά συμφέροντα ελλήνων και ξένων εργατών όσο και την κοινότητα συμφερόντων με λαούς που η κοσμοπολίτικη ΕΕ βάζει στο στόχαστρο. Σε αυτό το πλαίσιο το αίτημα της ανεξαρτησίας πρέπει και μπορεί να χαρακτηρίσει την Αριστερά, κινητοποιώντας τους εργαζόμενους που θα κατανοούν ότι ο καθεστώς της χρεοκρατίας οξύνει τις διεθνείς ανισότητες δημιουργώντας κράτη χρεώστες (που αποδέχονται αυτό το ρόλο με ευθύνη της αστικής τους τάξης) και κράτη δανειστές (στο εσωτερικό των οποίων οι κοινωνικές αντιθέσεις εντείνονται). Προς επίρρωση πρόσφατα στοιχεία από τη στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας που έδειξαν ότι 16 εκ. κάτοικοι ή το 20% του πληθυσμού είναι αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Η άμεση προοπτική παραπέρα επιδείνωσης της κοινωνικής θέσης όχι μόνο των μισθωτών, αλλά επίσης των μεσαίων στρωμάτων θα ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για μια νικηφόρα αντικαπιταλιστική στρατηγική. Σε αυτή την κατεύθυνση το βιβλίο του Γιώργου Μεταξά αποτελεί σοβαρή συμβολή.

Το άρθρο στηρίζεται στην εισήγηση μου κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοκαφέ Έναστρον, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Advertisements

1 Comment

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

@LeonidasV

%d bloggers like this: