Home » 2016 » November

Monthly Archives: November 2016

Προϋπολογισμός υπερφορολόγησης και ξεπουλήματος

em_am

Πηγή: Εισηγητική έκθεση κρατικού προϋπολογισμού 2017

Προϋπολογισμός ντροπής είναι αυτός που κατέθεσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και πρόκειται να ψηφιστεί στις 10 Δεκεμβρίου στη Βουλή. (Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την εισηγητική έκθεση) Είναι ένας προϋπολογισμός αυξημένων φόρων (και ξέρουμε μάλιστα ότι θα αυξηθούν κι άλλο), μειωμένων δαπανών (και ξέρουμε επίσης ότι θα μειωθούν κι άλλο) και αλλεπάλληλων ιδιωτικοποιήσεων. Τέτοιο πάρτι επί της δημόσιας περιουσίας θα το ζήλευαν κι οι νεοφιλελεύθεροι! Θα υλοποιηθεί όμως  με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, που στην προμετωπίδα του είχε το αίτημα ακύρωσης όλων των ιδιωτικοποιήσεων.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2017 έχουν ενσωματωθεί όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση τον Μάιο του 2016 προκειμένου να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος. Πρόκειται για έναν καταιγισμό νέων φόρων που θα πλήξουν κάθε οικογένεια, ακόμη και τις ποιο φτωχές. Τσιγάρα, πετρέλαιο και αέριο κίνησης, κινητή τηλεφωνία, ηλεκτρονικά τσιγάρα και καλωδιακή τηλεόραση θα αυξηθούν μόνο και μόνο για να εμφανιστεί το πλεόνασμα και να μπορούν οι δανειστές να κοιμούνται ήσυχοι ξέροντας ότι το χρέος θα αποπληρωθεί ακέραιο και στην ώρα του.

Το σύνολο των φορολογικών εσόδων θα ανέλθει στα 46,86 δισ. ευρώ, θα αυξηθεί δηλαδή κατά 2,1 δισ. σε σχέση με όσα προέβλεπε ο κρατικός προϋπολογισμός του 2016 (44,77 δισ. ευρώ). Η μεγαλύτερη αύξηση θα προέλθει από τους έμμεσους φόρους που πλέον θα αποτελούν το 56,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Ποτέ άλλοτε από το 2012 οι έμμεσοι φόροι που επιβαρύνουν δυσανάλογα τα λαϊκά στρώματα (και θα έπρεπε να καταργηθούν ώστε η φορολογία να είναι συνάρτηση του εισοδήματος και μόνον) δεν αποτελούσαν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της φορολογίας, όπως φαίνεται και στον πίνακα που παραθέτουμε!

Σημαντικά μειωμένες είναι και οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, προς διάψευση των κατηγοριών της ΝΔ ότι δεν περιορίζονται τα έξοδα του κράτους. Στα 49,54 δισ. θα φτάσουν οι δαπάνες όταν στον προϋπολογισμό του 2016 έφταναν τα 50,43 δισ. Σχεδόν 2% δηλαδή θα μειωθούν μέσα σε ένα έτος, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην επίτευξη του δημοσιονομικού πλεονάσματος, που αναμένεται ότι θα διαμορφωθεί στα 1,907 δισ. ευρώ ή 1,09% του ΑΕΠ, αυξημένο έναντι του στόχου κατά 1,032 δισ. ευρώ ή 0,59% του ΑΕΠ.

Με άλλα λόγια ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ξεπέρασαν ακόμη και τους εαυτούς τους σε νεοφιλελευθερισμό, για πολλοστή φορά. Η κυβέρνηση μάλιστα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει ακόμη και τα κολπάκια που χρησιμοποίησε ο Σαμαράς το 2014 με το περίφημο «κοινωνικό μέρισμα» για να καταφέρει να κάνει πιο φιλική προς το λαό την πολιτική της.

Αναφέρει χαρακτηριστικά η εισηγητική έκθεση: «Λόγω της υπέρβασης του στόχου, θα εξεταστεί άμεσα η δυνατότητα εφάπαξ διάθεσης μέρους της υπέρβασης σε δράσεις για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και προστασίας». Σε κάθε περίπτωση θα πρόκειται για εξαπάτηση καθώς μόνο για τους επιπλέον φόρους το 2017 (αφήνοντας δηλαδή εκτός υπολογισμών τους επιπλέον φόρους που πληρώσαμε το 2016 και το 2015 με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ) ο κάθε πολίτης θα καταβάλλει πάνω από 200 ευρώ. Εφ’ όσον το μπαξισάκι του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μικρότερο, είναι εμφανές πως μοναδικός του στόχος είναι η διαχείριση της συντριβής της δημοσκοπικής ήττας της κυβέρνησης. Επικοινωνιακά κολπάκια, με άλλα λόγια…

Ρεκόρ θα καταγράψουν το 2016 και τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις, που αναμένεται να φθάσουν τα 2,03 δισ. ευρώ. Για ρεκόρ  πάει η «κοινωνικά ευαίσθητη» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ που υποτίθεται δεν θέλει, αλλά είναι αναγκασμένη, να ξεπουλήσει ό,τι πουλιέται. Αρκεί μια μικρή αναφορά στα ετήσια έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις ώστε να φανεί γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πιο φιλική κυβέρνηση απέναντι στους δανειστές και την αστική τάξη και γιατί Μέρκελ και ΣΕΒ δεν αλλάζουν με τίποτε τον Τσίπρα. 2011: 1.166 εκ. ευρώ, 2012: 5,2 εκ. 2013: 1.040 εκ, 2014: 394 εκ. 2015: 261 εκ. 2016: 500 εκ. ευρώ. Πρέπει να προσπαθήσει πολύ ο Κ. Μητσοτάκης για να πάρει το δαχτυλίδι…

Παρότι όμως οι ΣΥΡΙΖΑίοι θα πουλήσουν τα πάντα το 2017 θα καταφέρουν να αυξήσουν το δημόσιο χρέος. Ενώ το 2017 θα δοθούν 5,55 δισ. ευρώ για τόκους (όταν τα ληξιπρόθεσμα χρέη της γενικής κυβέρνησης έφθαναν τα 4,78 δισ. ευρώ!) την ίδια ώρα το χρέος από 311,67 δισ. το 2015 και 315,4 δισ. το 2016 τον επόμενο χρόνο θα φτάσει τα 319,2 δισ. ευρώ. Σε απόλυτους αριθμούς θα αυξηθεί. Η μείωση που θα εμφανιστεί αφορά στην έκφρασή του ως ποσοστό και θα προέλθει από την πρόβλεψη για άνοδο του ΑΕΠ κατά 2,7%. Μια πρόβλεψη που είναι παντελώς αυθαίρετη, καθώς η κατανάλωση κι άλλα κρίσιμα μεγέθη θα μειωθούν!

Συνολικά είναι ένας αντιλαϊκός προϋπολογισμός, που με αγώνες πρέπει να ανατραπεί!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 27 Νοεμβρίου 2016

Advertisements

Χαρά των πιστωτών ο προϋπολογισμός του 2017

tsakalotosΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ξεπέρασαν σε νεοφιλελεύθερο οίστρο ακόμη και την Τρόικα. Μάρτυρας το προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού που κατατέθηκε από την κυβέρνηση στη Βουλή τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου. 1,75% του ΑΕΠ ήταν ο μνημονιακός στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα του επόμενου έτους, 2% υπόσχεται η κυβέρνηση. 0,5% ήταν ο στόχος για το φετινό πλεόνασμα, στο 0,6% προβλέπουν ότι θα κλείσει. Πίσω από αυτές τις υπερβάσεις (200 εκ. ευρώ για φέτος και 400 εκ. για το 2017) κρύβονται αυξημένες περικοπές κοινωνικών και άλλων δαπανών και αχρείαστα (πέραν δηλαδή αυτών που απαιτούνταν για την υλοποίηση των μνημονιακών στόχων) μέτρα λιτότητας. Έτσι, η κυβέρνηση (που κατά τ’ άλλα εμφανίζεται να δυσφορεί και να αντιδρά απέναντι στις πιέσεις των δανειστών για την εφαρμογή πολιτικής λιτότητας) αποδεικνύεται ο πιο υποδειγματικός, πειθήνιος και αποτελεσματικός μαθητής του καθεστώτος χρεοκρατίας. Καμιά άλλη κυβέρνηση – όργανο των πιστωτών, απ’ όσες ανέλαβαν μετά το 2010 δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τέτοιες επιδόσεις. Πώς ο Τσίπρας να μην θεωρείται αυτή τη στιγμή η καλύτερη δυνατή επιλογή για τους πιστωτές;

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Τα θετικά για την κυβέρνηση και τους πιστωτές αποτελέσματα του κρατικού προϋπολογισμού για το 2017 οφείλονται στην ψήφιση ένα χρόνο πριν μιας ατελείωτης σειράς φορολογικών μέτρων με αποτέλεσμα με την είσοδο του νέου χρόνου να ξέρουμε όλοι ότι θα γίνουμε φτωχότεροι ακόμη κι αν δεν επέλθει καμιά νέα μείωση σε μισθούς και συντάξεις… Αρκεί μια ματιά στα νέα φορολογικά μέτρα τα οποία θα ενεργοποιηθούν με την είσοδο του νέου έτους. Είναι ακριβώς αυτά τα μέτρα που επιτρέπουν την υπέρβαση του στόχου τους δημοσιονομικού πλεονάσματος. Ειδικότερα: Κατάργηση των εξαιρέσεων στο καθεστώς ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου κι εφαρμογή ενιαίας κλίμακας ύψους 24%. Αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα που θα οδηγήσει την τιμή της βενζίνης να αυξηθεί κατά 3 λεπτά ανά λίτρο, του πετρελαίου κίνησης κατά 8%, κοκ. Αύξηση των πάγιων και αναλογικών Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα τσιγάρα που θα οδηγήσει τις τιμές ανά πακέτο να αυξηθούν ακόμη και κατά 1 ευρώ. Αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ που θα επιβαρύνει τις λιανικές τιμές ακόμη και κατά 20%. Νέος φόρος στα ηλεκτρονικά τσιγάρα ύψους 10 λεπτά ανά ml και νέο τέλος στη σταθερή τηλεφωνία ύψους 5% ανά λογαριασμό. Όλοι αυτοί οι φόροι που προβλέπονταν στο Μνημόνιο Τσίπρα και ψηφίσθηκαν στα προαπαιτούμενα του Μαΐου προστίθενται στους ήδη υπάρχοντες φόρους…

Δεδομένης της επικείμενης φοροκαταιγίδας απατάται η κυβέρνηση αν πιστεύει ότι ο χρόνος κυλάει προς όφελός της, όπως υποστήριξε το Μαξίμου στις 2 Οκτωβρίου, με αφορμή πολύ αρνητικά για την ίδια αποτελέσματα δημοσκόπησης που δημοσίευσε η Αυγή(!). Με βάση τα συμπεράσματά της η πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, θεωρεί ως καταλληλότερο πρωθυπουργό τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης κι εμφανίζεται δυσαρεστημένη από τη λειτουργία της κυβέρνησης. Με την είσοδο του νέου έτους κι αφού η κοινωνία θα έχει εξαντληθεί από την καταβολή φόρων εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ η απογοήτευση από την κυβέρνηση θα γνωρίσει νέες δόξες.

Στον αντίποδα αυτής της οδυνηρής πραγματικότητας, η κυβέρνηση θριαμβολογεί για την προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7% το 2017. Είναι ένας στόχος που μένει να αποδειχθεί. Αυτό ωστόσο που είναι βέβαιο είναι πώς το 2016 η οικονομία θα καταγράψει ύφεση της τάξης του 0,3%. Επομένως αν κάτι μετράμε είναι: δύο χρόνια κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, δύο επιπλέον χρόνια ύφεσης. Οι διθύραμβοι της κυβέρνησης και της Αυγής (που έχει μετατραπεί σε κακόηχη ντουντούκα των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης) αποκρύβουν μια άλλη πραγματικότητα η οποία έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής πολλές φορές: Ότι τα μέτρα λιτότητας αποτελούν τροχοπέδη στην αύξηση του ΑΕΠ, καθώς μειώνουν την κατανάλωση και αναβάλλουν τις επενδυτικές αποφάσεις. Το είδαμε να συμβαίνει από το 2010 κατ’ επανάληψη, συνεχίζουν να το ομολογούν οικονομολόγοι και διανοούμενοι που δεν θυσίασαν την ανεξαρτησία τους στην εφήμερη δόξα των υπουργικών θώκων. Ανέφερε πχ ο γάλλος οικονομολόγος, συγγραφέας του εμβληματικού βιβλίου Ο εργάτης και το χρονόμετρο, Μπενζαμίν Κοριά, σε συνέντευξή του στην φιλοκυβερνητική Εφημερίδα των Συντακτών, την 1η Οκτωβρίου: «Αυτά τα μέτρα είναι καταστροφικά. Το μόνο που θα κάνουν είναι να συμβάλουν στην παράταση και την όξυνση της κοινωνικής κρίσης».

Μια κρίση που ήδη βρίσκεται σε παροξυσμό. Προς επίρρωση η πτώση των μισθών. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αποδεικνύεται ξανά η μόνη χώρα στην ΕΕ που εμφανίζει μείωση του κατώτατου μισθού για την οκταετία 2008-2016. Παρότι σε όλες τις άλλες χώρες, ακόμη μάλιστα κι αυτές που εφάρμοσαν Μνημόνια (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, κ.α.), άρχισαν να χορηγούνται οι πρώτες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 19,5%, σε πραγματικούς όρους! Μάλιστα, εξ αιτίας και αυτής της πτώσης (του κατώτατου μισθού) ο μέσος μισθός την περίοδο 2009-2014 μειώθηκε πολύ περισσότερο: κατά 28%!

Οι διαπραγματεύσεις για τα εργασιακά που θα ξεκινήσουν στις 17 Οκτωβρίου με αφορμή την έναρξη της νέας αξιολόγησης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα τελειώσουν με μια νέα ήττα των εργαζομένων, ενδεχομένως μάλιστα μέσω νέων θριαμβολογιών της κυβέρνησης για όσα …πέτυχε. Τα ισχυρότερα σημεία του πορίσματος της διεθνούς επιτροπής εμπειρογνωμόνων που παραδόθηκε στον αρμόδιο υπουργό, Γ. Κατρούγκαλο, το οποίο μάλιστα θεωρείται ηπιότερο των απαιτήσεων του ΔΝΤ, περιλαμβάνουν μείωση των αμοιβών των νέων εργαζομένων κάτω από τα επίπεδα του εθνικού κατώτατου μισθού (συγκεκριμένα στο 85% του κατώτατου των 586 ευρώ, δηλαδή 498,1 για τον πρώτο χρόνο και στο 95% για τον δεύτερο χρόνο, δηλαδή 556,7 ευρώ), δυνατότητα σύναψης επιχειρησιακών συμβάσεων με αμοιβές χαμηλότερες του εθνικού μισθού και μείωση των ωρών εργασίας προκειμένου να αποφευχθούν απολύσεις. Κοινό γνώρισμα και στα τρία αυτά μέτρα είναι ωστόσο η περαιτέρω μείωση των μισθών.

Ξέρουμε μάλιστα ότι οι απαιτήσεις του ΔΝΤ (που θα γίνουν αναντίρρητα δεκτές από τους Ευρωπαίους οι οποίοι δεν διανοούνται να μείνουν μόνοι τους στο πρόγραμμα) θα είναι ακόμη πιο ακραίες, καθώς κατ’ εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων του αντιμετωπίζει κάθε μορφής προστασία ή ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ως εμπόδιο στον ελεύθερο ανταγωνισμό και παράγοντα αύξησης του κόστους ή μείωσης των κερδών. Σε αυτή την κατηγορία των «παρωχημένων» πολιτικών προστασίας της εργασίας εντάσσει για παράδειγμα το ΔΝΤ το μέτρο απαγόρευσης των ομαδικών απολύσεων. Ωστόσο, αν υλοποιηθεί αυτό το μέτρο, που δεν αποτελεί ιδεοληψία αλλά αίτημα ελλήνων επιχειρηματιών, τότε η ανεργία θα αρχίσει να αυξάνεται κι επίσης οι μισθοί θα μειωθούν. Επειδή τότε θα αυξηθούν τα κίνητρα να απολυθούν μεγαλύτεροι σε ηλικία και «ακριβοί» εργαζόμενοι για να αντικατασταθούν από μικρότερους σε ηλικία, απείρως «φθηνότερους».

Ποιόν ωφελεί επομένως ακόμη κι αυτή η αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,7% (που δεν αποκλείεται μάλιστα να αποδειχθεί όνειρο θερινής νυκτός – παρότι συμπίπτει με την πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που δε φείδεται αισιοδοξίας) όταν συνδυάζεται με μείωση μισθών και απώλεια εργατικών δικαιωμάτων;

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2017

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ουτοπία, Οκτώβριος 2017

Κερδίζοντας χρόνο, επίμετρο στο βιβλίο του Β. Στρεκ

cover-front-strek_webΕπίµετρο στο βιβλίο Κερδίζοντας χρόνο, η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού του Βόλφγκανγκ Στρεκ (Εκδόσεις Τόπος, 2016)

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Καλύτερη συγκυρία δεν θα µπορούσε να βρεθεί για να εκδοθεί στα ελληνικά το ανά χείρας βιβλίο του Γερµανού µαρξιστή Βόλφγκανγκ Στρεκ. Από τη µία η κατάσταση κατατονίας και απογοήτευσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Αριστερά µετά την υπογραφή, τον Αύγουστο του 2015, του τρίτου Μνηµονίου, και από την άλλη η αναµονή των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες προκαλεί η κατάρρευση του πολιτικού συστήµατος των ΗΠΑ και είναι θέµα χρόνου να µεταφερθούν στο πολιτικό σύστηµα της Ευρώπης, προκαλώντας κλυδωνισµούς εφάµιλλους της κατάρρευσης της Λίµαν Μπράδερς, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την κρίση του πολιτικού συστήµατος και θέτουν επί τάπητος το πρόγραµµα της Αριστεράς. Επιβάλλουν την επανεξέταση των πιο θεµελιωδών της θέσεων: για τη δυναµική ισορροπία πολιτικής-οικονοµίας, την εκπροσώπηση και τη συµµετοχή των λαϊκών στρωµάτων στην πολιτική ζωή και, τέλος, για τη σχέση εθνικού και διεθνούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του Στρεκ, γερά εδραιωµένη στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση, σε γόνιµη επαφή µε ποικίλα ρεύµατα και –το σηµαντικότερο– χωρίς αγκυλώσεις και απαγορευµένες ζώνες στην κριτική, είναι πολύτιµη.

Η επικέντρωση στα «οικεία κακά», σε ένα βιβλίο το οποίο ασχολείται µε την τρέχουσα οικονοµική κρίση (παρέχοντας µάλιστα αναντικατάστατα εργαλεία για την κατανόηση της εξέλιξής της, όπως η θέση του Στρεκ ότι κάθε εφήµερη λύση δεν χρειάστηκε παρά µία δεκαετία για να µεταµορφωθεί σε πρόβληµα), δεν είναι αυθαίρετη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας µε βασικές σπουδές στο Πανεπιστήµιο της Φρανκφούρτης, σε όλη την έκταση του βιβλίου κινείται µε µια θαυµαστή άνεση µεταξύ της µορφής της δηµοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισµού, ανατέµνοντας τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαπερνώντας έτσι τα τείχη που τις διαχωρίζουν στις φορµαλιστικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε συγκυρίες όπως η σηµερινή, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόµενα, το πολιτικό διεκδικεί τη δική του θέση…

Από τον πλούτο των ιδεών που παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου σε τρεις, κατά τον γράφοντα, θέσεις, όπως αναπτύσσονται αντίστοιχα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αξίζει µια ξεχωριστή αναφορά στον δηµόσιο διάλογο: η άποψή του Στρεκ για την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της πολιτικής, η εκτίµησή του για την ανταγωνιστική σχέση δηµοκρατίας-καπιταλισµού και η ανάλυσή του για την ΕΕ ως όχηµα για τη φιλελευθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισµού.

Το κεφάλαιο επιστρέφει

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότησή του το 2014 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών (1995-2014) και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήµιο της Κολονίας, η Σχολή της Φρανκφούρτης αλλά και ένα ευρύτερο τµήµα της µαρξιστικής διανόησης της εποχής βρέθηκαν ανέτοιµοι να ερµηνεύσουν τη δοµική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, γιατί προ πολλού είχαν δώσει τα πρωτεία στο πλαίσιο της ανάλυσής τους στην πολιτική επιστήµη, τη δηµοκρατική θεωρία, τη θεωρία της επικοινωνίας κ.ά., υποτιµώντας την πολιτική οικονοµία! Το πολιτικό σύστηµα και όχι το κεφάλαιο θεωρούνταν το κέντρο βάρους και η ατµοµηχανή της εξέλιξης.

∆εν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι αιτίες της πλάνης τους. Η απρόσκοπτη ανάπτυξη του µεταπολεµικού καπιταλισµού, που οδήγησε διανοούµενους και διεθνείς οργανισµούς να ανακοινώσουν το τέλος των κρίσεων, δεν µπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη µαρξιστική διανόηση, η οποία είχε από καιρό µάλιστα µεταφέρει την έδρα της στα πανεπιστήµια, µακριά από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τους συλλογικούς φορείς της κοινωνίας. Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ανοδική φορά των οικονοµικών δεικτών δηµιουργούσε τις αυταπάτες µιας απρόσκοπτης ανόδου της κοινωνικής ευηµερίας, αποτελώντας το κόκκινο χαλί για την κατίσχυση των αυταπατών.

Σχεδόν µισό αιώνα αργότερα, η εγγενής δυναµική του κεφαλαίου θεω­ρήθηκε ξανά δευτερεύον θέµα. Η τάση του προς την αντίδραση (όπως συµπυκνώνεται στην απαίτηση µείωσης των µισθών ή την καταστροφή του περιβάλλοντος στις Σκουριές και το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού) υποτιµήθηκε για µία ακόµη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την ψήφο του ελληνικού λαού από το 2012 µέχρι και το 2015, καλλιεργούσε τη βεβαιό­τητα στους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, πως ήταν απλώς και µόνο θέµα κυβερνητικής απόφασης και ευνοϊκής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας ή η ακύρωση των µέτρων απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Απέκρυβε έτσι το σηµαντικότερο: ότι η περικοπή των δαπανών για την υγεία και την παιδεία, η µείωση των µισθών και η κατάργηση των συλλογικών συµβάσεων αποτελούσαν απαραίτητο όρο για την ανάταξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στο έδαφος της πτώσης των κερδών και της εξάντλησης της δυναµικής που είχαν τροφοδοτήσει οι αθρόες χρηµατοδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, οι Ολυµπιακοί Αγώνες κ.ά., ένας νέος γύρος ταξικού πολέµου, απροκάλυπτου και όχι δι’ αντιπροσώπων, ήταν µονόδροµος για τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες, όπως αποκάλυπταν οι εκθέσεις τους πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαµαρά τούτη τη βαθύτερη και ζωτική ανάγκη για έναν νέο γύρο διευρυµένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξέφραζαν όταν υπέγραφαν το ένα µνηµόνιο µετά το άλλο – πέραν της άµεσης ανάγκης διαχείρισης της εν εξελίξει κρίσης χρέους, ακυρώνοντας τις προγραµµατικές δεσµεύσεις τους κι επιλέγοντας να περάσουν στην πολιτική ανυποληψία, εφαρµόζοντας πολιτικές πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και δρακόντειας λιτότητας.

Στον αντίποδα της κριτικής της πολιτικής της λιτότητας ως µιας ανόη­της ιδέας ανιστόρητων πολιτικών και δογµατικών καθηγητών, που αν κάτι χρειάζεται είναι να αντικρουστεί ως αναποτελεσµατική, ο συγγραφέας Mark Blyth στο εξαιρετικό βιβλίο του Λιτότητα, η ιστορία µιας επικίνδυνης ιδέας (Αθήνα: Pandora books, 2014) δεν παραλείπει να τη συνδέσει µε υλικά συµφέροντα, αφού πρώτα έχει αποδείξει πως η συµβολή της στην προώθηση της µείωσης του δηµόσιου χρέους µπορεί να συγκριθεί µε τη συµβολή της Χρυσής Ορδής των Μογγόλων στην προώθηση της ιππικής δεξιοτεχνίας στους Ολυµπιακούς Αγώνες: «Η εµµονή για την εφαρµογή της λιτότητας δεν είναι απλώς ιδεολογική, παρόλο που υπάρχει και αυτό το στοιχείο. Υπάρχουν και υλικοί λόγοι για τη συνεχιζόµενη εφαρµογή της λιτότητας, ιδίως στην Ευρώπη: η δηµιουργία χώρου στους ισολογισµούς των χωρών, σε περίπτωση που µια τράπεζα που είναι πολύ µεγάλη για να διασωθεί, καταρρεύσει» (σ. 324-325). Η λιτότητα, εποµένως, δεν είναι παρά η κυρίαρχη µορφή αντιµετώπισης της κρίσης, η συνταγή που επιλέγεται για να ξεπεραστεί η δοµική κρίση που κλυδωνίζει τις δυτικές κοινωνίες από το 1970, δηµιουργώντας σε πολύ αδρές γραµµές αλλεπάλληλες µεταστάσεις: από τη σφαίρα της παραγωγής υλικών και άυλων αγαθών, στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα και από εκεί στα δηµόσια οικονοµικά, όπου το έγκληµα έγινε τέλειο µε τον λογαριασµό να µετακυλίεται στους εργαζόµενους και τους φορολογούµενους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόµη που διεκδικούσε την ψήφο των αριστερών και όχι µόνο (ήταν δηλωτικές, για παράδειγµα, της µετέπειτα πορείας του οι εκκλήσεις σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας από το 2013 και το 2014), περιόρισε και αφυδάτωσε µέχρι να διαστρέψει τελικά τον αγώνα κατά της λιτότητας, σε µια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας τα σκήπτρα στον παραδοσιακό χώρο της σοσιαλ­δηµοκρατίας, της Ν∆ και εναντίον της Μέρκελ. Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης είχε κριθεί εποµένως πολύ πριν από τις 14 Αυγούστου 2015, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την τρίτη δανειακή σύµβαση µε τους πιστωτές (ύψους έως 86 δισ. ευρώ) και το τρίτο Μνηµόνιο, που αποδείχθηκε πιο επιβλαβές για τα κοινωνικά συµφέροντα από όλα τα προη­γούµενα. Προς επίρρωση, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ (από την κινεζική Κόσκο) των 14 περιφερειακών αεροδροµίων (από την κοινοπραξία της γερµανικής Φραπόρτ µε τον Όµιλο Κοπελούζου), του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού (από τον όµιλο Λάτση) και κορωνίδα όλων η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον ∆εκέµβρη του 2015, που σηµατοδότησε την οριστική απώλεια ελέγχου στο µετοχικό τους κεφάλαιο εκ µέρους του ∆ηµοσίου, µεταξύ πολλών άλλων που φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυνάµεις που επέβαλαν την πολιτική της λιτότητας, τοποθετώντας εκ νέου τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής στην πραγµατική του θέση ως υπηρέτη των αστικών συµφερόντων. Η λαϊκή βούληση και ο ενθουσιασµός που συνόδευσαν τη νίκη του «Όχι» στο δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015, µε 61,3%, θεωρήθηκαν για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια βαρίδια.

Βλάπτει η δηµοκρατία

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας, όπως συνοψίζεται στην επιδίωξη πρωτογενών πλεονασµάτων του κρατικού προϋπολογισµού µέσω της αύξησης των φόρων και της µείωσης των συντάξεων, που επιφέρει νέους φόρους και περικοπές, δεν θα µπορούσε να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον άνθησης της δηµοκρατίας και της λαϊκής συµµετοχής. «Ο νεο­φιλελευθερισµός είναι ασύµβατος µε ένα δηµοκρατικό κράτος», τονίζει ο συγγραφέας ανατρέποντας µε έναν πλούτο επιχειρηµάτων την κυρίαρχη θεωρία ότι η δηµοσιονοµική κρίση είναι αποτέλεσµα της υπερβολικής δηµοκρατίας, η οποία εκφράζεται µέσα από την υλοποίηση λαϊκών αιτηµάτων που οδηγούν στη δηµοσιονοµική υπερεπέκταση.

Αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που µπορεί να συνοψιστεί στη ρήση «η δηµοκρατία βλάπτει», ουκ ολίγες φορές αποτέλεσε οδηγό δράσης και αιτιολογική βάση το δεύτερο εξάµηνο του 2015 και το πρώτο εξάµηνο του 2016. Από τη µακρά αλυσίδα κοινοβουλευτικών πραξικοπηµάτων και συνταγµατικών παραβιάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεχωρίζουν: Πρώτο, η ψήφιση τόσο του Μνηµονίου Τσίπρα στις 14 Αυγούστου 2015 όσο και των πολυνοµοσχεδίων µε τα οποία απελευθερώθηκε µέρος της δεύτερης δόσης τον Μάιο του 2015 µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή και πάντα την τελευταία στιγµή, χωρίς καν οι βουλευτές να έχουν τον χρόνο να διαβάσουν τι ψηφίζουν. «Η ιδιόρρυθµη αυτή κατάσταση ανάγκης καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ως διαρ­κής κατάσταση contra constitutionem εξαίρεσης», έγραφε ο Γ. Κατρούγκαλος όταν το δίληµµα «Μνηµόνιο ή χρεοκοπία» το έθεταν ΠΑΣΟΚ και Ν∆ (Η κρίση και η έξοδος, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη, 2012). Και συµπλήρωνε αµέσως µετά: «Αποτελεί όρο υπεράσπισης του νοµικού και πολιτικού µας πολιτισµού η απόρριψη των θέσεων αυτών». Θέσεις τις οποίες στη συνέχεια εφάρµοσε µε µαχητικό τρόπο ο ίδιος από τη θέση του κορυ­φαίου υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα, πασχίζοντας να γίνει ο καλύτερος µνηµονιακός µαθητής και ας είχε καταγγείλει και στηλιτεύσει µόλις πριν από λίγους µήνες τις ίδιες αντιδηµοκρατικές µεθόδους, κάνοντας λόγο για «µνηµονια­κό παρακράτος».

Κορυφαία, ωστόσο, στιγµή του αντιδηµοκρατικού κατήφορου που συνόδευσε την αριστερή θεραπεία του σοκ ήταν ο «δηµοσιονοµικός κόφτης», ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016. Η αλήθεια είναι πως η υιοθέτηση αυτόµατου µηχανισµού περικοπών, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δηµοσιονοµικούς στόχους, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ∆ηµοσιονοµικό Σύµφωνο που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2012. Επιβλήθηκε από την ΕΕ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβε ωστόσο το πολιτικό κόστος να ψηφίσει νόµο βάσει του οποίου σε περίπτωση που δεν υλοποιείται ο στόχος του δηµοσιονοµικού πλεονάσµατος, θα εκδίδεται προε­δρικό διάταγµα που θα ανακοινώνει τις δηµοσιονοµικές περικοπές, χωρίς καν να ερωτηθεί η Βουλή ή να έχει άποψη για το τι θα κοπεί. Ο «δηµοσιο­νοµικός κόφτης» εγγυάται στους πιστωτές τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις στο διηνεκές. Η εγγύηση αυτή ωστόσο παρέχεται µε αντάλλαγµα την υποβάθµιση, για πολλοστή φορά, της νοµοθετικής εξουσίας, η οποία παρακάµπτεται και οδηγείται στην αχρηστία, γιατί πιθανά κρίνεται ως ευάλωτη και ευεπίφορη στις σειρήνες των λαϊκών ή «λαϊκίστικων» πιέσεων, προς επιβεβαίωση της θέσης του Jacques Ranciere, ότι «το σούσουρο για τους θανάσιµους κινδύνους του λαϊκισµού αποσκοπεί στη θεωρητική θεµελίωση της ιδέας ότι δεν έχουµε άλλη επιλογή» (Τι είναι λαός; Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Συµµετοχή στις εθνικές εκλογές
 1
 

Η διάψευση των προσδοκιών που δηµιούργησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ µετά τη συµφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, για πρώτη φορά, και η στροφή 180 µοιρών της κυβέρνησης µετά το θεαµατικό αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος οδήγησαν και στην Ελλάδα στο φαινόµενο που αναδεικνύει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Βόλφγκανγκ Στρεκ: την εκλογική αποχή ως µια µορφή προφανώς παθητικής πολιτικής διαµαρτυρίας. Έτσι, στις εκλογές του Σεπτεµβρίου του 2015, η συµµετοχή έφτασε στο χαµηλό ποσοστό του 56,16%, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ για τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταθερή δε µείωση της συµµετοχής στις εθνικές εκλογές τα τελευταία 20 χρόνια, όπως φαίνεται στο διάγραµµα που παραθέτουµε, ακολουθεί πιστά τη σκλήρυνση της επίσηµης πολιτικής (µε κορυφή του παγόβουνου όλους τους πολιτικούς να καταδικάζουν τον… επάρατο πολιτικό κύκλο ως αιτία οικονοµικού πισωγυρίσµατος) προς επίρρωση της αρνητικής συσχέτισης της πολιτικής της λιτότητας µε τη δηµοκρατία. Φάνηκε έτσι ότι όπως η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και η µείωση των µισθών (µε τον Νοέµβριο του 2015 να αποτελεί σηµείο τοµής, καθώς για πρώτη φορά ο µέσος µεικτός µισθός του ιδιωτικού τοµέα υποχώρησε κάτω από τα 1.000 ευρώ για να διαµορφωθεί στα 974 ευρώ ή 792 καθαρά) δεν στρέφει τους εργαζόµενους στην επιλογή του αγώνα, έτσι και η κοινοβουλευτική διάψευση δεν οδηγεί στην απόρριψη του κοινοβουλευτισµού από τη σκοπιά της άµεσης έστω και όχι κατ’ ανάγκην της εργατικής δηµοκρατίας, αλλά στην παθητικοποίηση, την απόσυρση και την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας αλλαγής µέσω της ίδιας λαϊκής συµµετοχής, ακόµη και της πιο τυπικής και επετειακής, όπως είναι η ψήφος στις εκλογές.

Συστατικό στοιχείο των συµµαχιών της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί και η ταξικά µεροληπτική φορολογική πολιτική. Στην Ελλάδα, όµως, παρατηρείται ένα παράδοξο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πράγµατι, το ποσοστό της φορολογίας στο σύνολο του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι από τα χαµηλότερα στην Ευρώπη. Μπορούµε λοιπόν αδροµερώς να υποστηρίξουµε ότι «οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους»; Μάλλον όχι, γιατί όσο περισσότερο αναλύουµε τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τόσο πιο εµφανές γίνεται ότι το παραπάνω συµπέρασµα ταιριάζει σε µια µικρή µειοψηφία που απολαµβάνει υποδείγµατα φορολόγησης εξωτικού παραδείσου, ενώ η πλειονότητα εντάσσεται στο φορολογικό σύστηµα ακολουθώντας πρότυπα Σκανδιναβίας. Αξίζει να δούµε τρία παραδείγµατα.

Το πρώτο αφορά τους εταιρικούς φόρους. Η διαχρονική εξέλιξη της συµµετοχής των ανώνυµων εταιρειών στα φορολογικά έσοδα δεν απέχει καθόλου από το ευρωπαϊκό «κεκτηµένο». Εν ολίγοις, σταδιακή απόσυρση! Μάρτυρας η σταθερή µείωση των πραγµατικών φορολογικών συντελεστών από το 2010 έως το 2014 κατά 6,3% στην ΕΕ των 28 και 5,7% στην Ευρωζώνη των 19 κρατών-µελών. Ορίστε ποιος είναι ο φυσικός αυτουργός της τρέχουσας δηµοσιονοµικής κρίσης: οι ανώνυµες εταιρείες που µεταφέρουν στο κράτος την κρίση, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους. Ο ελληνικός ιδιωτικός τοµέας ωστόσο πλειοδοτεί σε «ευρωπαϊσµό». Κατά 20 (!) ποσοστιαίες µονάδες, στο ήµισυ, µειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2012, όπως φαίνεται παραστατικά και στο διάγραµµα που παραθέτουµε. Η µειωµένη συµβολή των ΑΕ στη φορολογία στην Ελλάδα, σε σχέση µε την υπόλοιπη Ευρώπη, αντανακλάται επίσης και στο ποσοστό των εταιρικών φόρων στο ακαθάριστο προϊόν: 1,3% του ΑΕΠ ήταν οι εταιρικοί φόροι στην Ελλάδα το 2013, 2,5% στην ΕΕ και τη Γερµανία! (Πηγή: Taxation trends in the European Union, Eurostat Statistical Book, 2015 edition). Κυµαινόταν δηλαδή σε διπλάσια ποσοστά, προς διάψευση των κοινοτοπιών περί κρατικών εµποδίων που δυσχεραίνουν την τέχνη του επιχειρείν στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη τα φορολογικά «εµπόδια» είναι µεγαλύτερα.

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.  Φορολογικός συντελεστής Ανώνυµων Εταιρειών
 2
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά τους έµµεσους φόρους, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον πιο ευαίσθητο δείκτη της προοδευτικότητας ενός φορολογικού συστήµατος. Έτσι, η υψηλή έµµεση φορολογία πρόδιδε δυσανάλογα σοβαρή επιβάρυνση των λαϊκών στρωµάτων προς όφελος της ελίτ, ακυρώνοντας την αρχή της αναλογικότητας του φόρου, ενώ αντιθέτως η χαµηλή έµµεση φορολογία δήλωνε την προστασία των χαµηλότερων εισοδηµατικών στρωµάτων από ένα είδος ισοπεδωτικού φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα του ύψους του µισθού, της σύνταξης ή της περιουσίας. Στην Ελλάδα, το µερίδιο των έµµεσων φόρων στο ακαθάριστο προϊόν ανερχόταν το 2013 στο 13,4%, όταν στη Γερµανία έφτανε το 11%. Η έµµεση φορολογία των πολλών, εποµένως, έρχεται να καλύψει το κενό που δηµιουργεί η µειούµενη φορολογία των ανωνύµων εταιρειών. Μάλιστα, το βασικό χαρακτηριστικό των φόρων που πληρώνουν οι πολλοί (ότι δεν µπορούν να κρύψουν τα εισοδήµατά τους) ώθησε την ελληνική κυβέρνηση και τους πιστωτές να αυξήσουν την έµµεση φορολογία µε το Μνηµόνιο Τσίπρα. Ως αποτέλεσµα, τον Ιούνιο του 2016, και µε βάση στοιχεία της Γενικής Γραµµατείας ∆ηµόσιων Εσόδων, το 61% των φορολογικών εσόδων προήλθε από έµµεσους φόρους (και το 39% από άµεσους), όταν ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2015, η συµµετοχή των έµµεσων φόρων ήταν 56% και των άµεσων 44%! Να σηµειωθεί δε πως, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισµού για το 2016, καµία µα καµία χρονιά από το 2010 δεν έφτασαν οι έµµεσοι φόροι σε τόσο υψηλά επίπεδα, της τάξης του 61%.

Το τρίτο, ακόµη πιο αποκρουστικό και προκλητικό παράδειγµα φορολογίας δύο ταχυτήτων αφορά τα προνόµια που απολαµβάνει ο σκληρός πυρήνας του βαθέος ελληνικού κράτους, που επιδεικνύει τροµερή αντοχή απέναντι σε κρίσεις και υφέσεις, µε την ανοχή µάλιστα της Τρόικας, η οποία φαίνεται ότι έµαθε πολύ γρήγορα τα «βρόµικα µυστικά» της ελληνικής ολιγαρχίας. Εν συντοµία: Τι απέγινε η δέσµευση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στις προγραµµατικές που ακολούθησαν την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 για πάταξη του λαθρεµπο­ρίου καυσίµων, όταν αποκάλυψε ότι το δηµόσιο χάνει σχεδόν 2 δισ. ευρώ ετησίως από το λαθρεµπόριο καυσίµων και τσιγάρων; Κι ενώ η συγκάλυψη του λαθρεµπορίου συνεχίζεται, στην Ελλάδα, µε βάση στοιχεία της Γιούροστατ, πληρώνουµε την τέταρτη ακριβότερη αµόλυβδη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τα δύο τρίτα της τιµής της να αντιπροσωπεύουν φόρους. Ποια ήταν η τύχη των (αστικοδηµοκρατικού, ούτε καν αριστερού χαρακτήρα) δεσµεύσεων για τον διαχωρισµό Εκκλησίας-κράτους, που θα εξορθόλογιζε και το φεουδαλικό καθεστώς απαράµιλλης και θεσµοθετηµένης φοροαποφυγής της; Προφανώς πρυτάνευσε η δέσµευση για συνέχεια του κράτους, µε αποτέλεσµα στη …χριστιανική δηµοκρατία της Ελλάδας, εν µέσω δηµοσιονοµική κρίσης, ως φορολογούµενοι να πληρώνουµε περισσότερους ιερείς παρά γιατρούς. ∆εν είναι υπερβολή! Με βάση τα στοιχεία που δηµοσιεύονται στο Μητρώο Ανθρώπινου ∆υναµικού Ελληνικού ∆ηµοσίου, το 2015 οι ιερείς που πληρώναµε ανέρχονταν σε 9.298 και οι γιατροί του Εθνικού Συστήµατος Υγείας σε 7.271. Η επί της γης βασιλεία των ρασοφόρων παραµένει ακλόνητη ακόµη και αν στους γιατρούς του ΕΣΥ προσθέσουµε και τους µόλις 800 γιατρούς των Κέντρων Υγείας. Και σε ό,τι αφορά τη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών; Στο απυρόβλητο παραµένουν τα προνόµια τους, καθώς η συνταγµατική ισχύς των σχετικών νόµων (2687/53, 89/67, 378/68, 27/75, 814/78 κ.ά.) και κυρίως η απροθυµία των κυβερνήσεων να εντάξουν την κατάργηση των επίµαχων νόµων σε κάποια συνταγµατική αναθεώρηση διαιωνίζουν το µόνιµο καθεστώς φορολογικής εξαίρεσης το οποίο ενθαρρύνει τις συνεχείς απαιτήσεις τους για µείωση των οργανικών συνθέσεων στα πλοία, η οποία τροφοδοτεί την ανεργία και αυξάνει την ανασφάλεια. Ειλικρινά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ότι τα οφέλη από τη φοροαποφυγή των εφοπλιστών µετατρέπονται σε νέες θέσεις εργασίας των ναυτικών.

Εν κατακλείδι, η εκτίµηση ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους δεν είναι καν η µισή αλήθεια, που ενίοτε αποτελεί πλάνη…

Η ελληνική περίπτωση κατά τα άλλα επιβεβαιώνει ότι η δηµοσιονοµική κρίση δεν είναι αποτέλεσµα της «πολλής δηµοκρατίας». Είναι σύµπτωµα της έλλειψης δηµοκρατίας. Ενώ η συνταγή που µε τόση ευκολία και άλλη τόση επιµονή χορηγεί η ΕΕ, µέσω της Τρόικας, οξύνει και την κρίση της δηµοκρατίας, µε την υφαρπαγή ψήφου και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων να αναδεικνύονται σε µετεκλογική σταθερά του ελληνικού κοινοβουλευτισµού ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αλλά και την κρίση χρέους που συνεχίζεται αµείωτη. Μάρτυρας η εκτίναξη του δηµόσιου χρέους στα 328,3 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2016 (από 272,3 δισ. το 2009 και 321 το 2015), εξαιτίας της εκταµίευσης της δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αποπληρωµή των οµολόγων του ελληνικού δηµοσίου που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Για πολλοστή φορά µας δάνεισαν για να τους ξεπληρώσουµε το χρέος µε το κόστος να µεταφέρεται στις επόµενες γενιές και το όφελος να το καρπώνονται οι θεσµικοί πιστωτές, που αυθαίρετα εξαιρέθηκαν από το «κούρεµα» του 2012, όπως η ΕΚΤ.

ΕΕ, το ιδεώδες του Χάγιεκ

Η σπουδαιότερη συµβολή, ωστόσο, του Βόλφγκανγκ Στρεκ στο ανά χείρας βιβλίο αφορά την ιδεολογική απονοµιµοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σταµατήστε να αναζητάτε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την υλοποίη­ση του οράµατος του θεµελιωτή του νεοφιλελευθερισµού, Φρίντριχ φον Χάγιεκ, µη συνεχίζετε να αναπαράγετε µύθους που σκόρπισε αφειδώλευτα ο ελληνικός αστισµός περί ΕΕ – κοιτίδας και θεµατοφύλακα της δηµοκρατίας, συνεπικουρούµενος από µια παροιµιώδους ρηχότητας αριστερή σκέψη, ευρωκοµµουνιστικών καταβολών, που στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου υπό την ηγεµονία της Γερµανίας βόλεψε και τις δικές του διεθνιστικές κατ’ όνοµα κοσµοπολίτικες στην πράξη επαγγελίες», είναι το µήνυµα και η αναντικατάστατη συνεισφορά του Στρεκ, στη συζήτηση που εκ των πραγµάτων ανοίγει.

Αποδεικνύοντας ο Στρεκ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την υλοποίη­ση του πιο πρωτόγονου φιλελεύθερου οράµατος για έναν κόσµο χωρίς «ενοχλητικές» πολιτικές παρεµβάσεις και άλλα «παρωχηµένα» εµπόδια στη δράση των αγορών, φέρνει στην επιφάνεια ένα φιλόδοξο ιδεολογικό ρεύµα στον µαρξισµό, το οποίο επιλέγει να συγκρουστεί µε τα «ιερά και τα όσια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. ∆είχνει ότι ο συνεπής αντι-νεοφιλελευθερισµός (που δεν χρησιµοποιείται ως ιδεολογική και πολιτική φυγοδικία µπροστά στους σηµερινούς συσχετισµούς) δεν µπορεί παρά να στρέφεται κατά της ΕΕ, αµφισβητώντας τον γενετικό της κώδικα, και να θεωρεί ακόµη και αναφαίρετο δικαίωµα ενός κυρίαρχου κράτους τη νοµισµατική υποτίµηση, όπως τεκµηριώνει ο Στρεκ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Είναι µια προβληµατική που τίθεται εξίσου καθαρά και από τον Γάλλο οικονοµολόγο Φρεντερίκ Λορντόν, ο οποίος χαρακτηρίζει το εγχείρηµα µετασχηµατισµού του ευρώ και την υπόθεση ενός «άλλου εφικτού ευρώ» ως «χίµαιρες που αφού διαδοχικά διαψεύδονται, δεν οδηγούν παρά σε αδιέξοδο και πολιτική αποκαρδίωση» (Φρεντερίκ Λορντόν, Σκοτώνουν τους Έλληνες, Αθήνα: Εκδ. Τόπος, 2016).

Στον αντίποδα αυτής της θέσης, απόψεις που άφηναν ανοιχτό στην πολιτική παρέµβαση τον προσανατολισµό της ΕΕ, διακηρύσσοντας ότι είναι απλώς θέµα εκλογικών αποτελεσµάτων και άσκησης πιέσεων, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ. ∆εδοµένου δε ότι οι πιέσεις που µπορεί να ασκήσει η Ελλάδα, ακόµη κι αν υποθέσουµε ότι ήταν ανοιχτό το ενδεχόµενο της ρήξης, κάθε άλλο παρά συγκρίσιµες είναι µε αυτές που µπορεί να ασκήσει η Γερµανία… Ενδεικτικό της ευρω-σκλήρυνσης της ελληνικής διανόησης είναι το ακόλουθο απόσπασµα: «Οι όροι ένταξης και συµβίωσης είναι αντικείµενο διεκδίκησης και αποτέλεσµα διαπραγµάτευσης. Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης» (Γ. ∆ραγασάκης, «Από τα Μνηµόνια στην ανασυγκρότηση και τον ριζικό µετασχηµατισµό της ελληνικής κοινωνίας». Στο: Κυβέρνηση της Αριστεράς: ∆ρόµος για το µέλλον ή παρένθεση; Αθήνα: Τόπος, 2013). Η εξέλιξη των πραγµάτων το δραµατικό καλοκαίρι του 2015, όταν ο Γιουνκέρ δήλωσε δηµοσίως ότι «δεν υπάρχουν δηµοκρατικές επιλογές ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες» έδειξε όχι µόνο την ορθότητα της ανάλυσης του Στρεκ (που γράφτηκε το 2013), αλλά και τον προσχηµατικό χαρακτήρα της προεκλογικής αοριστολογίας του Γ. ∆ραγασάκη (που γράφτηκε τον ίδιο χρόνο…).

Το µεγάλο παράδοξο των ηµερών µας είναι ότι η προώθηση των σχεδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η αδιαµαρτύρητη αποδοχή των όρων που θέτουν οι πιστωτές στην Ελλάδα (για τα δηµοσιονοµικά, τις εργασιακές σχέσεις, τα κυριαρχικά δικαιώµατα κ.ά.) δεν αποµακρύνει την κρίση αλλά τη φέρνει πιο κοντά, πιθανότατα αλλάζοντας µορφή, προς επίρρωση της κεντρικής θέσης του Στρεκ, ότι κάθε υποτιθέµενη λύση που έως τώρα προκρίθηκε δεν άργησε να µετασχηµατιστεί σε πρόβληµα. Και δεν αναφερόµαστε στην πολυε­πίπεδη κοινωνική κρίση όπως βεβαιώνεται από την αύξηση της ανεργίας (από 9,6% το 2009 σε 24,9% το 2015), την επέκταση της φτώχειας (αύξηση του ποσοστού των ατόµων που ζουν µε υλικές στερήσεις από 23% το 2009 σε 39,9% το 2015), την επιδείνωση της κατάστασης υγείας του πληθυσµού (44,3% του πληθυσµού να δηλώνει καλή κατάσταση υγείας το 2015, από 51,3% το 2009) και την ανατροπή του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων (από πλεονασµατικό κατά 9.617 το 2009 σε ελλειµµατικό κατά 28.801 το 2015).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.  Πρόβλεψη αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε χώρες µη µέλη του ΟΟΣΑ

 3
Πηγή: OECD, Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper

Αλλά στην αδυναµία του καπιταλισµού να εξασφαλίσει συνθήκες διευ­ρυµένης αναπαραγωγής, µε όλες τις προβλέψεις να προδικάζουν ότι η µεγέθυνση του µέλλοντος θα είναι σαθρή, αναιµική και κυρίως κοινωνικά αντιδραστική, χωρίς δηλαδή να παράγει «κοινωνικό µέρισµα», όπως συνέβαινε µε τη µεταπολεµική ανάπτυξη που αύξανε το βιοτικό επίπεδο τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εκ των πλέον έγκυρων µαρτύρων ο ΟΟΣΑ, που σε πρόσφατη έκθεσή του (Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper) πρόβλεψε ότι η µεγέθυνση τα επόµενα πενήντα χρόνια, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραµµα, θα είναι ασθενική και θα βαίνει διαρκώς µειούµενη…

Αύγουστος 2016

Φιντέλ, ο επαναστάτης που άλλαξε τη ροή της ιστορίας

Cuban Prime Minister Fidel Castro with cigar during his meeting with U.S. senators Javits and Pell during their meeting in Havana, Cuba, September 29, 1974. (AP Photo/Charles Tasnadi)

Ο κόσμος μας έγινε πιο φτωχός. Μια άσβηστη φλόγα που όσο έκαιγε μας έδινε τη βεβαιότητα ότι το ένδοξο, σχεδόν μυθικό, παρελθόν που νικούσε με μια μαγιά 82 αποφασισμένων, άντεχε σε στρατιωτικές επεμβάσεις της «αήττητης» CIA, κατάφερε να επιβιώσει απέναντι σε 638 απόπειρες δολοφονίες και κυρίως γοήτευε με ένα μοναδικό τρόπο φίλους και συμπαθούντες τελικά μπορούσε με την «αλάνθαστη» συνταγή του να πυρπολήσει και το δικό μας μέλλον δεν είναι πλέον εδώ. Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο γιατί η Κούβα ήταν και παραμένει η αχτίδα φωτός μέσα στην ήττα, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις. Συμβόλιζε και ήταν η νίκη απέναντι στη συντριβή που δέχτηκαν οι επαναστατικές ιδέες τον 20ο αιώνα είτε μέσω του εκφυλισμού των εκμεταλλευτικών κοινωνιών του υπαρκτού στην Ανατολή, είτε μέσω της ενσωμάτωσης και της περιχαράκωσης στη Δύση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τι κρατάμε λοιπόν, πέρα από τη νοσταλγία για μια εποχή που κλείνει οριστικά;

Το άστρο του Φιντέλ δε θα σβήσει ποτέ επειδή ταυτίστηκε με την επανάσταση. Προκάλεσε την ανατροπή του Μπατίστα, οδήγησε στα άκρα τη σύγκρουση του με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό στο πλαίσιο της κρίσης των πυραύλων τον Οκτώβριο του 1962, χρηματοδότησε και υποστήριξε ποικιλοτρόπως επαναστατικά σκιρτήματα στη δική μας Αμερική και την Αφρική, αρνούμενος την μετεξέλιξη του καπιταλισμού και τον ιστορικό συμβιβασμό. Δεν υποτάχθηκε στους εκβιασμούς των μαφιόζων και του ιμπεριαλισμού, επέλεγε τη σύγκρουση μέχρι και στα τελευταία του, αρνούμενος για παράδειγμα να συναντηθεί με τον Μπάρακ Ομπάμα κατά την επίσκεψή του στην Αβάνα τον Μάρτιο του 2016, που ήταν η πρώτη επίσκεψη αμερικανού προέδρου στο νησί τα τελευταία 88 χρόνια.

Αυτό που επίσης κρατάμε από τον κομαντάντε είναι τον βαθύ του ρεαλισμό, την επαφή που διατηρούσε με τους λαούς που μάχονταν ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 κι ενάντια στην πείνα πιο πρόσφατα. Κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει το κύρος της Κούβας και του Φιντέλ αν δεν ακούσει πάμφτωχους Λατινοαμερικανούς, που όλο το βιος του είναι πέντε ρούχα, να δηλώνουν ότι οφείλουν το φως τους στους Κουβανούς γιατρούς, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Μιλάγκρο». Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες και πιθανά λαϊκισμός για την ανέμελη και αιθεροβατούσα διανόηση της Δύσης. Αυτά όμως είναι που έκαναν τον Φιντέλ χαρισματικό, να αγαπηθεί από πολλές γενιές Κουβανών κι εκατομμύρια εξαθλιωμένων ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στη σχέση της προσωπικότητας με την ιστορία, κι όχι οι επαναστατικοί βερμπαλισμοί.

Κι αυτό είναι που κρατάμε κι εμείς. Όσοι τουλάχιστον αναφέρονται στην επαναστατική δυνατότητα όχι ως μια επαγγελία για ένα αόριστο μέλλον, αλλά ως ιστορική δυνατότητα που μπορεί να γίνεται άμεσο φόβητρο για τους κυρίαρχους και να κινητοποιεί τους εκμεταλλευόμενους, διεκδικώντας μικρά και μεγάλα.

Σε αυτές τις μάχες ο Φιντέλ θα είναι παρών, θα έχει τη δική του θέση στην καρδιά και το μυαλό μας!

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν στις 27 Νοεμβρίου 2016

Το ασφαλιστικό στο στόχαστρο της Επιτροπής Αλήθειας

neΤην πρώτη της δημόσια συνεδρίαση πραγματοποίησε η Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου Χρέους, μετά την μετατροπή της σε σωματείο, τον Μάρτιο του 2016. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την παρουσία δεκάδων πολιτών. Ειδικά την πρώτη μέρα, το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, η συνεδρίαση ξεκίνησε με τη συμμετοχή περισσότερων από 250 ενδιαφερομένων. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν δύο θέματα: το ασφαλιστικό και οι τράπεζες. Οι προκαταρκτικές εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν από μέλη της Επιτροπής επιδίωξαν να δείξουν τον καταστρεπτικό ρόλο που διαδραμάτισε η υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς της χρεοκρατίας και των μνημονίων στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των κατοίκων της χώρας και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το βασικό μέλημα της Επιτροπής ήταν να ανασκευάσει το ευρέως διαδεδομένο επιχείρημα ότι οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα παίρνουν υψηλές συντάξεις, επειδή το ελληνικό κράτος πρόνοιας είναι υπερβολικά γενναιόδωρο κι αυτή είναι η αιτία του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία. Η σημασία της απάντησης σε τούτο το επιχείρημα ξεπερνάει τις θεωρητικές αναζητήσεις, καθώς στην «αλήθεια» αυτής ακριβώς της αιτιακής σχέσης εδράζονται και οι θεραπείες – σοκ που προκρίνονται απ’ όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις την τελευταία 6ετία: μείωση των συντάξεων και των κοινωνικών παροχών ώστε να δημιουργηθούν τα απαραίτητα πλεονάσματα που θα επιτρέψουν την επαναφορά στη δημοσιονομική σταθερότητα. Το πόσο λάθος, πέρα από κοινωνικά άδικη και οδυνηρή, είναι αυτή η συνταγή αποδεικνύεται όχι μόνο από την αύξηση του δημόσιου χρέους παρά τις αλλεπάλληλες μειώσεις συντάξεων, αλλά και από τα σαθρά θεμέλια του επιχειρήματος περί «γενναιόδωρου ελληνικού κοινωνικού κράτους».

Ανύπαρκτη κοινωνική πολιτική

Όπως παραστατικά φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, οι συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2009 παρότι συγκαταλέγονταν στις υψηλότερες, συγκρινόμενες με άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, σε μεγάλο βαθμό κάλυπταν το κενό που από τότε δημιουργούσαν οι ελλειμματικές κοινωνικές δαπάνες. Είναι εντυπωσιακό πόσο χαμηλές, σε σχέση πάντα με άλλες χώρες,  ήταν οι λοιπές κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα, όπου συμπεριλαμβάνονται τα επιδόματα ανεργίας, στέγασης, σε ΑΜΕΑ κ.α. Στην Ελλάδα ήταν μόνο 4,3% του ΑΕΠ, όταν στη Γερμανία ήταν 7,9% του ΑΕΠ κι η μέση τιμή στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 7,3% του ΑΕΠ. Μια γεύση για τις απαράδεκτες χαμηλές κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα δίνει ο αριθμός όσων λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, καθώς μόνο 105.000 άνεργοι σε ένα σύνολο 1,35 εκ. το 2015 επιδοτούνταν.  Λαβαίνοντας υπ’ όψη όλα τα παραπάνω, ως αποτέλεσμα, το άθροισμά των κοινωνικών δαπανών (συντάξεις, υγείας και λοιπές) στην Ελλάδα κυμαινόταν στα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα, 24,4% του ΑΕΠ. Το ίδιο έτος οι κοινωνικές δαπάνες στη Γαλλία υπερέβαιναν το 30% και σε Δανία, Σουηδία, Βέλγιο και Φινλανδία έτειναν στο 30%. Τη δική του σημασία δε έχει πως οι 3 από τις 4 αυτές χώρες ούτε κατά διάνοια δεν αντιμετώπισαν δημοσιονομική κρίση.

Δημόσιες δαπάνες για κοινωνική πρόνοια (ως ποσοστό του ΑΕΠ, 2009)

tr

Πηγή: Koutsogeorgopoulou, V, κ. (2014), “Fairly sharing the social impact of the crisis in Greece”, OECD Economic Department Working Papers, No. 1106.

Το επιχείρημα του «γενναιόδωρου ελληνικού κράτους πρόνοιας» το οποίο ασπάζονται όλες οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν μνημονιακές πολιτικές, ηχεί προκλητικά αν επίσης ρίξουμε μια ματιά στο ύψος των συντάξεων. Με βάση στοιχεία του αρμόδιου υπουργείου, το 45% των συνταξιούχων, δηλαδή σχεδόν ο 1 στους 2, παίρνει σύνταξη λιγότερα από 665 ευρώ, όπου βρίσκεται το όριο της φτώχειας. Επίσης, τα δύο τρίτα των συνταξιούχων, τον Μάιο του 2015, έπαιρναν σύνταξη μικρότερη των 1.000 ευρώ. Σήμερα, μετά και τις πρόσφατες περικοπές, εύκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι θα είναι πολλοί περισσότεροι όσο λαβαίνουν σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ.

Σανίδα σωτηρίας οι συντάξεις

Παρόλα αυτά, κι εξ αιτίας της απότομης πτώσης μισθών και ημερομισθίων και της παράλληλης αύξησης της ανεργίας, οι συντάξεις αποτελούν σανίδα σωτηρίας για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά. Ενδεικτικό είναι πρόσφατο εύρημα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, βάσει του οποίου οι συντάξεις είναι η κύρια (κι όχι η μοναδική) πηγή εισοδήματος για τα μισά περίπου νοικοκυριά. Κι αυτή μάλιστα η αναλογία έχει αυξηθεί μεταξύ 2012 και 2015 όχι επειδή αυξήθηκαν οι συντάξεις (οι συντάξεις μειώθηκαν!) αλλά επειδή μειώθηκαν απότομα οι άλλες δύο πηγές εισοδήματος, από μισθούς κι επιχειρηματική δραστηριότητα. Μειώθηκαν μάλιστα με πολύ ταχύτερο μισθό απ’ ότι οι συντάξεις και γι’ αυτό το λόγο οι συντάξεις εμφανίζονται να αυξάνουν τη συμμετοχή τους! Εύκολα καταλαβαίνουμε επομένως ότι αν τυχόν και μειωθούν περαιτέρω οι συντάξεις οι δραματικές συνέπειες θα απλωθούν σε όλη την κοινωνία, βυθίζοντας στη φτώχεια όχι μόνο τα «τιμημένα γηρατειά» αλλά επίσης τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους…

Στη συνεδρίαση της Επιτροπής, που διεξήχθη με τη συμμετοχή των μελών της από άλλες χώρες της Ευρώπης (Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία) και τη στήριξη που προσέφερε η ανεξάρτητη ευρωβουλευτής Σοφία Σακοράφα αφιερώθηκε χρόνος στη συζήτηση για την πορεία του δημόσιου χρέους. Κοινή συμφωνία ήταν πως η κρίση χρέους επιδεινώνεται. Το Μνημόνιο Τσίπρα, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τα δύο προγενέστερα Μνημόνια όξυνε τη δημοσιονομική κρίση. Είναι χαρακτηριστική η πρόβλεψη στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού πως το δημόσιο χρέος το 2017 θα φτάσει το 175% του ΑΕΠ. Να σημειωθεί πώς το 2012 ανερχόταν στο 160% του ΑΕΠ. Τον επόμενο μάλιστα χρόνο το χρέος θα αυξηθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο προβλέπει η κυβέρνηση καθώς το ΑΕΠ είναι αδύνατο να αυξηθεί κατά 2,7% όπως ανέφερε το προσχέδιο που κατατέθηκε τον Οκτώβριο. Μελέτες ξένων τραπεζών, που δεν έχουν κανένα συμφέρον να εξωραΐζουν την κατάσταση, «προσγειώνουν» τις προβλέψεις σε επίπεδα πολύ κάτω του 1%! Οι προβλέψεις για μια σοβαρή ανάπτυξη αποδεικνύονται επίσης φρούδες υπό το βάρος των κακών μηνυμάτων που συνεχώς έρχονται για την ελληνική οικονομία. Όπως για παράδειγμα η πρόσφατη ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας ότι η συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών για το πρώτο 9μηνο του έτους (Ιανουάριος – Σεπτέμβριος) ανήλθε σε 18,6 δισ. ευρώ από 19,3 δισ. την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Σημειώθηκε μείωση δηλαδή σε ετήσια βάση κατά 3,7%.

Υπό αυτό το πρίσμα η συνέχιση εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους είναι καταστρεπτική για την κοινωνία. Το οδυνηρό αντίτιμο που πληρώνουν εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και άνεργοι για την αποπληρωμή του χρέους αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μία σύγκριση: Τα χρήματα που θα πληρώσει το ελληνικό δημόσιο το 2017 (5,5 δισ. ευρώ) για τόκους ξεπερνούν σημαντικά το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου σε νοσοκομεία, δήμους και οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, που αθροιστικά ανέρχονται σε 4,2 δισ. ευρώ. Αν επομένως το ελληνικό δημόσιο σταματούσε να πληρώνει τους τόκους (που είναι η πιο στοιχειώδης μορφή παύσης πληρωμών) θα έδινε φιλί ζωής στο κοινωνικό κράτος που μέχρι και σήμερα συνθλίβεται στις συμπληγάδες του ΔΝΤ και της ΕΕ. Τούτων δοθέντων η Επιτροπή Αλήθειας κάλεσε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να αρνηθεί να πληρώσει στο ΔΝΤ τη δόση των 306 εκ. ευρώ (από την πρώτη δανειακή σύμβαση του 2010) που προβλέπεται για τις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Τέλος, όπως ανακοίνωσε η πρόεδρος της Επιτροπής Ζωή Κωνσταντοπούλου, στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, η επόμενη ανοιχτή δημόσια συνεδρίαση θα διεξαχθεί στις 4 Απριλίου 2017, οπότε θα συμπληρώνονται και δύο χρόνια από την ίδρυσή της. Μέχρι τότε, πέραν των δύο προαναφερθέντων θεμάτων, η Επιτροπή θα ασχοληθεί με την καταγραφή και την ανάδειξη όλων των διαστάσεων της κοινωνικής γενοκτονίας που έχει συντελεστεί με ευθύνη των δανειστών και των εθελόδουλων κυβερνήσεων.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 11 Νοεμβρίου 2016