Home » 2014 » July

Monthly Archives: July 2014

Δολάριο: Όργανο κρατικής οικονομικής τρομοκρατίας! (Επίκαιρα, 24-30 Ιουλίου 2014)

bnpΣε σημείο καμπής για την παγκόσμια οικονομία εξελίσσεται το εξοντωτικό πρόστιμο ύψους 9 δισ. δολαρίων, που επέβαλαν οι αμερικανικές αρχές στην γαλλική τράπεζα BNP Paribas, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Γαλλίας και μια από τις πέντε μεγαλύτερες στον κόσμο, με βάση το ενεργητικό της.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πρόστιμο που επέβαλε η Ουάσινγκτον είχε καθαρά πολιτικό σκεπτικό. Η BNP Paribas, με 190.000 εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο και 34 εκ. πελάτες, τιμωρήθηκε γιατί δεν έγινε όργανο επιβολής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το ολίσθημά της αφορούσε τη διενέργεια συναλλαγών με την Κούβα, το Ιράν και το Σουδάν, τρεις χώρες που βρίσκονται σταθερά στο στόχαστρο της επεκτατικής αμερικάνικης πολιτικής, επί πολλές δεκαετίες. Αρκεί μια ματιά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης για να γίνει αντιληπτός ο αυθαίρετος, τιμωρητικός χαρακτήρας του προστίμου. Αναφέρεται ενδεικτικά στο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην Κούβα (Statement of facts, United States District Court, Southern District of New York, United States of America –v.- BNP Paribas, SA Defendant) ότι με βάση νόμους του 1960 και 1962 η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιβάλλει εμπάργκο κατά της Κούβας «επειδή η Κούβα απειλεί την ασφάλεια των ΗΠΑ και του ημισφαιρίου» (παρ. 11)! Η γαλλική τράπεζα επομένως τιμωρείται επειδή υπονομεύει την ασφάλεια των ΗΠΑ, με βάση μάλιστα νόμους που ψηφίστηκαν επί Κένεντυ. Η δε απόφαση σχετικά με το Ιράν και το Σουδάν στηρίζεται σε πιο πρόσφατους νόμους του Κλίντον και του Μπους!

Από τον Κένεντυ στον Ομπάμα

Αν το πρώτο επομένως συμπέρασμα αφορά την γελοιότητα του σκεπτικού, το δεύτερο αφορά την συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής. Προς οικτρή διάψευση εκείνων των Ευρωπαίων που πίστευαν ότι η απομάκρυνση του Μπους και η εκλογή του Ομπάμα θα σηματοδοτήσει μια πιο συμμετρική, λιγότερη μονομερής εξωτερική πολιτική από την μεριά της Ουάσιγκτον, το μήνυμα που στέλνει το πρόστιμο στην BNP Paribas είναι ότι όποιος δεν ακολουθεί και δεν εφαρμόζει, με ενεργητικό μάλιστα τρόπο, την απειλητική για την διεθνή σταθερότητα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα εξοντώνεται. Η εμμονή μάλιστα της Ουάσινγκτον να «ταράζει» με πρόστιμα τις ευρωπαϊκές τράπεζες υπογραμμίζει την απόφασή της να χρησιμοποιεί μέχρι τέλους τα συγκεκριμένα εργαλεία, ως μέσα άσκησης πολιτικής κι επίσης ως μέσο στήριξης των αμερικανικών τραπεζών, στο πλαίσιο του λυσσαλέου ανταγωνισμού τους με τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αρκεί να αναφερθούν τα πρόσφατα πρόστιμα ύψους 2,6 δισ. ευρώ στην ελβετική Credit Suisse 80 εκ. δολ. στην ολλανδική ABN Amro και 1,9 δισ. την βρετανική HSBC. Θα έτριβαν τα χέρια τους στο Μανχάταν με την κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων… Πολιτικά υποκινούμενοι επίσης είναι κι οι 6 γύροι οικονομικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν εναντίον της Ρωσίας, πριν μάλιστα καταρριφθεί το αεροπλάνο των μαλαισιανών αερογραμμών σε ουκρανικό έδαφος που είχε την ατυχία να φέρει τα χαρακτηριστικά χρώματα της Ρωσίας: κόκκινο και μπλε… Το ζητούμενο από την μεριά της Ουάσινγκτον με αφορμή τις κυρώσεις εναντίον των τεσσάρων ρώσικων οικονομικών κολοσσών (Rosneft, Gazprombank, Novatek και VEB) είναι να κοντύνει την οικονομική επιρροή της Ρωσίας και στη συνέχεια να την περιθωριοποιήσει, προς όφελος των ιδιοτελών της συμφερόντων. Κάτι που βραχυπρόθεσμα το επιτυγχάνει αν κρίνουμε από την θεαματική πτώση του δείκτη του ρωσικού χρηματιστηρίου, της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ρουβλιού έναντι του δολαρίου και της ανόδου του κόστους του ρωσικού δανεισμού.

Αντιδράσεις στη Γαλλία

Ακόμη και μεσοπρόθεσμα όμως τα πράγματα για τα αμερικανικά γεράκια είναι πιο δύσκολα απ’ όσο φαίνονται. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν στην Ευρώπη και δη την Γαλλία ήταν οξύτατες, λόγω μάλιστα του γεγονότος ότι η BNP Paribas δεν έκανε πολιτική όταν συναλλασσόταν με το Ιράν. Mπίζνες έκανε (όπως θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να κάνουν πολλές αμερικάνικες τράπεζες) η προαγωγή κι η προστασία των οποίων ενέχει θέση θρησκείας, υποτίθεται, στο σύστημα αξιών της Ουάσινγκτον. Πολύ χαρακτηριστικά, ο γάλλος υπουργός Οικονομικών ζήτησε μια «νέα ισορροπία» μεταξύ των νομισμάτων στις παγκόσμιες πληρωμές. Σε συνέντευξή του στην βρετανική εφημερίδα Financial Times, στις 6 Ιουλίου, τόνισε το παράδοξο της χρήσης του δολαρίου ακόμη και σε συναλλαγές μεταξύ Ευρωπαίων όταν, για παράδειγμα, αφορούν αγοραπωλησίες αεροπλάνων. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής πετρελαϊκής πολυεθνικής Total πρότεινε να συνεχίσει μεν η αποτίμηση των συμβολαίων στο πετρέλαιο να γίνεται σε δολάρια, αλλά οι συναλλαγές να γίνονται στο εξής σε ευρώ, στη βάση της καθημερινά διαμορφούμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ρωσία και Κίνα αποδείχθηκαν πολύ πιο θαρραλέες από τους Ευρωπαίους, με την απόφαση τους να απεμπλακούν από το δολάριο στο πλαίσιο της γιγαντιαίας αξίας συμφωνίας τους, ύψους 450 δις. δολ, με βάση την οποία η Κίνα θα προμηθεύεται φυσικό αέριο από την ανατολική Σιβηρία για τα επόμενα 30 χρόνια.

Το πρόβλημα των Ευρωπαίων βρίσκεται στην «αφλογιστία» του ευρώ, την αδυναμία του να αποτελέσει ένα μέσο συναλλαγών και αποθεματοποίησης ισάξιο του δολαρίου. Τα στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στην δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι εξόχως αποκαλυπτικά και συνάμα απογοητευτικά για όσους ήλπιζαν πως αρκούσε η εισαγωγή του ευρώ ώστε σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα αν όχι να υποκαταστήσει, τουλάχιστον να αμφισβητήσει το δολάριο. Όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε, 14 χρόνια μετά την υιοθέτησή του το ευρώ κατέχει τα ίδια ποσοστά, της τάξης του 25%, στο «καλάθι» των νομισμάτων που επιλέγονται ως συναλλαγματικά αποθέματα. Ενώ, η μικρή μείωση που καταγράφει το δολάριο (από 65% σε 61%) αποτελεί περισσότερο πηγή ανησυχίας για τους Ευρωπαίους παρά αισιοδοξίας, λόγω του ότι τα μερίδια του κατατρώγονται από την (ανταγωνιστική προς το ευρώ) βρετανική λίρα (που αύξησε την συμμετοχή της) και τα «άλλα νομίσματα», που αντιπροσωπεύουν την ένταξη και την ενεργή συμμετοχή στο οικονομικό ανταγωνισμό νέων κρατών. Το «άνοιγμα» επομένως του παιχνιδιού γίνεται ανεξάρτητα από την Ευρώπη, που δεν εισπράττει κανένα επιπλέον όφελος από την μεγέθυνση της οικονομικής πίτας.

Οι αιτίες της αφλογιστίας του ευρώ

Η αιτία πίσω από την στασιμότητα του ευρώ και την επακόλουθη διάψευση των προσδοκιών που το ήθελαν να γίνεται μηχανισμός βελτίωσης της ευρωπαϊκής κατάταξης στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι διπλή. Πριν απ’ όλα είναι γεωπολιτική. Η εμμονή των Ευρωπαίων ηγετών να μένουν προσαρτημένοι στο αμερικάνικο άρμα, ακόμη κι όταν η Ουάσινγκτον ταπεινώνει την Μέρκελ όπως δηλώνει η παρακολούθηση του προσωπικού της τηλεφώνου που αποκάλυψε ο Έντουαρντ Σνόουντεν, καθιστά την Ευρώπη αναξιόπιστο σύμμαχο όσων επιλέγουν να αναμετρηθούν με την αμερικανική παντοδυναμία (Ρωσία, Κίνα, Λατινική Αμερική, κ.α.). Γιατί επομένως να επιλέξουν το ευρώ στις συναλλαγές τους, όταν πολύ πιθανά θα μετατραπεί με τη σειρά του σε νέα θηλιά στον λαιμό τους;

Ο σημαντικότερος ωστόσο λόγος για την αδυναμία του ευρώ έγκειται στην επιλογή της ΕΕ να το χρησιμοποιήσει ως όργανο για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας και εργαλείο διαρκούς λιτότητας και φτωχοποίησης στο εσωτερικό της. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι οι μηδενικοί έως αρνητικοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης που καταγράφουν ΕΕ και ευρωζώνη (0,1% και -0,4% αντίστοιχα το 2013) παραπέμποντας σε παρατεταμένη στασιμότητα, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε ΗΠΑ και Αγγλία (1,9% και 1,7% αντίστοιχα), όπου μπορεί μεν οι ρυθμοί ανάπτυξης να μην θυμίζουν τις μεταπολεμικές επιδόσεις απέχουν αισθητά ωστόσο από την ευρωπαϊκή καχεξία. Κατάρα για τα λαϊκά στρώματα, ευλογία όμως για τις ελίτ που θέλουν την μείωση του εργατικού κόστους και την απόσυρσή τους από οποιοδήποτε «περιττό», όπως χαρακτηρίζεται, κόστος όπως η κοινωνική ασφάλιση.

Μόνο που αυτές οι επιλογές συνοδεύονται κι από ορισμένες παράπλευρες απώλειες, όπως είναι τα πρόστιμα που επιβάλλονται στις ευρωπαϊκές τράπεζες…

Ποσοστιαία κατανομή παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων κατά νόμισμα

(σε σταθερές τιμές)

Ευρώ            Δολάριο        Γιεν    Βρετανική λίρα         Άλλα νομίσματα

2000             24,7                64,7             6                     2,8                         1,4

2001             26,6                63,5             5,6                    2,7                         1,2

2002             28,7               61,3             5,2                    2,8                         1,5

2003             26,7                64                4,4                    2,6                         2

2004             25                  65,7             4,2                     3                           1,9

2005             26,7               63 ,7             4,3                   3,4                         1,7

2006             25,9              64,4             3,9                     3,8                         1,8

2007             25                  65,3             3,5                     4,1                          1,9

2008             26                  63,9             3                         4,8                         2,2

2009             26,9              62,9             2,6                     4,4                         3,1

2010             26,8              61,7             2,8                      4,2                         4,4

2011             26                   61,8             2,6                     4,1                         5,4

2012             25,3            61,2             3,3                        4,1                         3,2

2013

A’ τρίμηνο  25        61,1             3,5     4,2                         3,2

Β’ τρίμηνο  24,8    61,2             3,6     4,1                         2,7

Γ’ τρίμηνο   24,6    61,6             3,6     4                           2,8

Δ’ τρίμηνο  24,4    61,2             3,9     4                           2,9

Πηγή: The international role of euro, July 204, European Central Bank, eurosystem. 

Advertisements

Εξακολουθεί να βυθίζεται η ιδιωτική οικονομία (Πριν, 27 Ιουλίου 2014)

euroΩς νούμερο ένα χώρα υποψήφια για χρεοκοπία χαρακτήρισε η Blackrock την Ελλάδα

Ηχηρό ράπισμα στο πρόσωπο της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν η τριμηνιαία έκθεση της Blackrock που αποτιμά τον κίνδυνο χρεοκοπίας που διατρέχουν 50 χώρες το κόσμου. Η τοποθέτηση της Ελλάδας στη τελευταία θέση, την 50η, δηλαδή πιο χαμηλά ακόμη κι από την Αργεντινή, την Ουκρανία, την Αίγυπτο και την Βενεζουέλα, ήταν πλήγμα για την κυβέρνηση δεδομένων των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση και αφορούν: 40% στην δημοσιονομική κατάσταση (από το ύψος του δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ που με βάση στοιχεία της Eurostat το πρώτο τρίμηνο του 2014 έφτανε το 174,1%, αυξημένο κατά 13,3% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, μέχρι την δομή του χρέους και τα φορολογικά έσοδα), 30% στην πρόθεση πληρωμών (που παραμένει προφανώς αναμφισβήτητη), 20% στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας (που εξετάζει την κατάσταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπου παρατηρείται επιδείνωση με το εμπορικό έλλειμμα να αυξάνει κατά 3,4% το πρώτο τρίμηνο του 2014) και κατά 10% στην υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Κι εδώ, η Blackrock ξέρει για την κατάσταση των τραπεζών τόσα πολλά πράγματα, καθώς στελέχη της έκαναν την αξιολόγηση των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με βάση την οποία εξέδωσαν το πόρισμα για τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, όσο κανένας άλλος. Η διείσδυσή της μάλιστα στην ελληνική οικονομία είναι σκανδαλώδης καθώς, με τις παράλληλες επενδύσεις της, θέτει θέμα σύγκρουσης συμφέροντος. Η τοποθέτηση επομένως της Ελλάδας στην 50η θέση μεταξύ 50 κρατών όλου του κόσμου (ευτυχώς για τον Σαμαρά που η λίστα δεν περιελάμβανε 100 ή περισσότερα κράτη) διαψεύδει το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση για να δείξει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο, ενώ η έξοδος από την ύφεση είναι θέμα χρόνου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αν αποδειχθούν σωστές οι προβλέψεις για μη αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης φέτος, η άνοδος θα έχει προέλθει από επιχειρηματικές δραστηριότητες μηδενικής προστιθέμενης αξίας: από καφέ, σουβλατζίδικα και αρπαχτές στον τουρισμό που είναι το πραγματικό success story του αχαλίνωτου καπιταλισμού.

Προς επίρρωση οι απογοητευτικές επιδόσεις των εξαγωγών που αποτελούν για τους ίδιους κριτήριο αξιολόγησης του δυναμισμού μιας οικονομίας, ανεξαρτήτως για παράδειγμα της απασχόλησης που επιτυγχάνεται (μήπως έτσι μειωθεί η ανεργία από το 27%) ή του βαθμού κάλυψης των εσωτερικών καταναλωτικών αναγκών, που θα έπρεπε να είναι το μέτρο για την αποτίμηση των επιδόσεων μιας οικονομίας. Παρά λοιπόν τις θετικές προβλέψεις που διατυπώνονται για την άνοδο του παγκόσμιου ΑΕΠ και του εμπορίου φέτος (3,7% προβλέπει το ΔΝΤ) η πορεία που ακολουθούν οι εξαγωγές από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και τον Μάριο του 2014 είναι έντονα καθοδική, συμβάλλοντας μαζί με την αύξηση των εισαγωγών στην προαναφερθείσα διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος.

Σε πτώση οι εξαγωγές, σε άνοδο το εμπορικό έλλειμμα

Η σημαντικότερη αιτία πίσω από την κόπωση που παρατηρείται στις εξαγωγικές επιδόσεις βρίσκεται, σύμφωνα με τους εξαγωγείς της Βόρειας Ελλάδας, στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Δηλαδή, στην απροθυμία του τραπεζικού τομέα να χρηματοδοτήσει ακόμη κι αυτές τις επιχειρήσεις που είναι συνήθως οι πρωταθλητές του κάθε κλάδου, δηλαδή οι πιο επιτυχημένες, με το ρίσκο να βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο. Η επενδυτική αποχή των τραπεζών αποτυπώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο στα στοιχεία που εξέδωσε η Τράπεζα της Ελλάδας για την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Με βάση αυτά, τον Ιούνιο του 2014 συνεχίστηκε η μείωση της χρηματοδότησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 3,5% (σε ετήσια βάση) που διαμορφώθηκε σε 214,81 δισ. ευρώ. Η μεγαλύτερη δε μείωση καταγράφτηκε στην χρηματοδότηση επιχειρήσεων (-4,7%), αντίθετα πχ απ’ ό,τι συνέβη με την χρηματοδότηση ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων (+1,5% δωδεκάμηνη μεταβολή).

Η απόφαση των τραπεζιτών να συνεχίσουν να διατηρούν τα θησαυροφυλάκιά τους ερμητικά κλειστά αποτελεί πρόκληση αν λάβουμε επιπλέον υπ’ όψη μας την σταθερή άνοδο που παρατηρείται στις τραπεζικές καταθέσεις. Επομένως δεν δικαιολογείται. Ο Ιούνιος ήταν ο τέταρτος συνεχόμενος μήνας που καταγράφηκε αύξηση, συγκεκριμένα αξίας 1,1 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα οι καταθέσεις να φτάσουν τα 163,2 δισ. ευρώ (εξακολουθούν επομένως να απέχουν έτη φωτός από το ιστορικό υψηλό των 237 δισ. ευρώ που είχε καταγραφεί στα τέλη του 2009). Η αύξηση μάλιστα όπως ήταν αναμενόμενο προήλθε από τις καταθέσεις των επιχειρήσεων. Οι ιδιώτες μόνο αναλήψεις κάνουν για να πληρώνουν δάνεια και οφειλές στην εφορία που μέχρι το τέλος του έτους (οπότε θα πρέπει να καταβληθούν 11 δισ. ευρώ σε φόρο εισοδήματος, τέλος επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης, ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων, τέλη κυκλοφορίας, κ.α.) θα φτάσουν σε νέα ύψη.

Οι τράπεζες επομένως μπορούν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, αλλά δεν θέλουν. Επιλέγουν να διατηρούν τα ρευστά διαθέσιμα στα ταμεία τους ξέροντας ό,τι γνωρίζει καλά και η Blackrock: την τεράστια δυσκολία που θα αντιμετωπίσουν οι τέσσερις ελληνικές τράπεζες τον Οκτώβριο με αφορμή τα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θα έχει ως αποτέλεσμα να απαιτηθούν όχι μόνο τα 11,5 δισ. ευρώ που έχουν απομείνει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (και σκανδαλώδους αδιαφάνειας) αλλά πολύ περισσότερα ακόμη κεφάλαια.

Το έγκλημα επομένως της «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας δεν περιορίζεται μόνο στο 2010 όταν, όπως είπε κι ο ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι την προηγούμενη εβδομάδα, «η Ελλάδα σώθηκε προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες ήταν εκτεθειμένες». Το έγκλημα συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να απορροφούν και τον τελευταίο εναπομείναντα πόρο της χειμαζόμενης ελληνικής οικονομίας για να εξασφαλίσουν την δική τους επιβίωση.

Ευρωπαϊκό έγκλημα εκ προμελέτης το κλείσιμο της ΕΒΖ (Επίκαιρα 17-23/7/2014)

ebzΟργή σε όλη την Ελλάδα προκάλεσε η απόφαση της διοίκησης της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης να κλείσει τα δύο από τα τρία εναπομείναντα εργοστάσια ζάχαρης, στις Σέρρες και την Ορεστιάδα. Η απόφαση της διοίκησης, κατόπιν εισήγησης της «εθνικής μας» εταιρείας συμβούλων Κάντορ που κάλυψε τεχνοκρατικά μια ειλημμένη απόφαση, έγινε δεκτή με αγανάκτηση, παρότι δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία, λόγω των καταστρεπτικών αποτελεσμάτων που θα έχει για δεκάδες χιλιάδες οικογένειες. Το κλείσιμο των δύο εργοστασίων, που δείχνει πόσο κενές περιεχομένου και παραπλανητικές είναι οι μεγαλοστομίες περί «success story», «επιστροφής στην ανάπτυξη» κι άλλα τέτοια που δεν αφήνει ευκαιρία να πέσει κάτω και να μη τα ξεστομίσει ο πρωθυπουργός, θα αυξήσει περαιτέρω την ανεργία, θα οξύνει την τάση εγκατάλειψης του Έβρου και θα επιτείνει την ερήμωση της υπαίθρου. Παρόλα αυτά θα έχει και κερδισμένους: Τους Γερμανούς και Γάλλους βιομηχάνους που θα καλύψουν τάχιστα το κενό της ΕΒΖ.

«Για να κατανοήσουμε τι οδήγησε στην απόφαση για το κλείσιμο των δύο εργοστασίων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, πρέπει να πάμε αρκετά χρόνια πίσω, στο 2006. Εκείνη την χρονιά στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης του κανονισμού ζάχαρης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ελληνική κυβέρνηση, με υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης τον Ευ. Μπασιάκο, προέβη σε μια καταστροφική διαπραγμάτευση που ως αποτέλεσμα είχε να μειωθεί η ελληνική ποσόστωση στην παραγωγή ζάχαρης σχεδόν στο μισό: Από 320.000 τόνους ζάχαρης, στους 158.000 τόνους», αναφέρει στα Επίκαιρα ο Πέτρος Χασανίδης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ορεστιάδας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εργαζομένων στην ΕΒΖ.

Στο ναδίρ η αυτάρκεια

Με βάση όσα αναφέρονται στην έκδοση της ΠΑΣΕΓΕΣ, με τίτλο Αυτάρκεια αγροτικών διατροφικών προϊόντων (Αύγουστος 2012) η ετήσια κατανάλωση ζάχαρης το 2011 ανήλθε σε 268.220 τόνους. Στην ίδια έκδοση επίσης διακρίνεται ένα «τραγικό» ρεκόρ που διατηρεί το συγκεκριμένο προϊόν. Στη ζάχαρη παρατηρείται η χαμηλότερη αυτάρκεια (λόγος παραγωγής προς κατανάλωση) ύψους μόλις 14%, όταν ο μέσος εθνικός όρος για μια λίστα 28 προϊόντων φυτικής παραγωγής που έχει συγκροτήσει η Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών ανέρχεται στο 95,8%! Στην αντίθετη άκρη από την ζάχαρη βρίσκεται το ρύζι με αυτάρκεια ύψους 171,36%! Οι επιδόσεις της ζάχαρης είναι «τραγικές» γιατί μόλις έναν χρόνο πριν, το 2010, η αυτάρκεια έφτανε το 48,28% (σχεδόν τετραπλάσια) με την παραγωγή να φτάνει τους 155.270 τόνους, ενώ το 2011 η παραγωγή μειώθηκε κάθετα (κατά τρία τέταρτα) στους 38.270 τόνους. Μέχρι το 2006 δε (πριν κλείσουν τα πρώτα δύο εργοστάσια της Λάρισας και της Ξάνθης, στο πλαίσιο ενός ηλίθιου σχεδίου μετατροπής τους σε εργοστάσια παραγωγής βιοκαυσίμων), η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης δεν κάλυπτε την κατανάλωση μόνο της Ελλάδας αλλά και όλων των Βαλκανίων.

«Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου αν καταλάβαινε τι διακυβευόταν σε εκείνες τις διαπραγματεύσεις κι αν για παράδειγμα υιοθετούσε και υπερασπιζόταν τις προτάσεις που είχε καταθέσει η διοίκηση της ΕΒΖ, δεν θα φτάναμε σήμερα σε αυτό το σημείο», συνεχίζει ο Πέτρος Χασανίδης. Μάλιστα κοινό μυστικό είναι πως αν κλείσουν αυτά τα εργοστάσια, θέμα χρόνου θα είναι μετά να κλείσει και το τελευταίο εργοστάσιο στην Ελλάδα, στο Πλατύ Ημαθίας, φτάνοντας έτσι στην τελευταία πράξη του δράματος με την Ελλάδα να μην παράγει ούτε ένα κόκκο ζάχαρης και να εισάγει από το εξωτερικό όλη την κατανάλωσή της.

Η τεχνοκρατική ωστόσο αιτιολόγηση του λουκέτου θέλει το υψηλό κόστος παραγωγής να μην επιτρέπει την συνέχιση της λειτουργίας, των δύο εργοστασίων της ΕΒΖ. «Η βιομηχανία ζάχαρης είναι φτιαγμένη, εξ αρχής, για μεγάλη παραγωγή. Το 2009, μετά από δύσκολη διετία και μετά από την πίεση των αγροτών παραγωγών τεύτλου και των εργατών που απασχολούνται στο εργοστάσιο, δόθηκε καλύτερη τιμή στο τεύτλο, σπάρθηκαν περισσότερα χωράφια, η παραγωγή ήταν μεγαλύτερη όπως κι η μισθοδοσία που διπλασιάσθηκε και το κόστος έφτασε περίπου στα 650 ευρώ το τόνο. Σήμερα η αιτία για το υψηλό κόστος, περίπου στα 1.000 ευρώ τον τόνο, βρίσκεται στην μικρή παραγωγή. Το κόστος μάλιστα εκτινάχθηκε παρότι η μισθοδοσία αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο της προηγούμενης χρονιάς. Το συμπέρασμα είναι πως για να επιβιώσει η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης χρειάζεται μεγάλη κλίμακα παραγωγής. Όσο περισσότερο παράγει τόσο φθηνότερο είναι το προϊόν». Επομένως, η διοίκηση της ΕΒΖ ας μην επικαλείται το υψηλό κόστος παραγωγής, γιατί είναι αποτέλεσμα των δικών της επιλογών. Κι όχι μόνο αυτό…

Εμμονή το ξεπούλημα

«Από το 2009 και μέχρι σήμερα όλες οι διοικήσεις που ανέλαβαν ασχολούνταν με ένα και μόνο θέμα: πώς θα πουλήσουν την ΕΒΖ. Δεν υπήρξε κανένα σχέδιο για την ανάπτυξη της εταιρείας ή και τον εκσυγχρονισμό της. Μοιραία έτσι ήρθε η απαξίωση, όπως και οι 3 αποτυχημένοι διαγωνισμοί για την πώληση της εταιρείας».

Το θα σημάνει για την περιοχή το κλείσιμο του εργοστασίου στην Ορεστιάδα, ρωτήσαμε τον Πέτρο Χασανίδη. «Η Ορεστιάδα ποτέ δεν θα είχε την σημερινή της ανάπτυξη αν δεν υπήρχε το εργοστάσιο της ΕΒΖ. Θα το καταλάβετε με ένα παράδειγμα: το 1975, με τα έσοδα από 100 στρέμματα τεύτλων, δηλαδή 100-120.000 δραχμές αγόραζες ένα διαμέρισμα. Ειδικά τις δεκαετίες ’80 και ’90 το εργοστάσιο αποτέλεσε τον κύριο πνεύμονα ανάπτυξης για όλο το νομό, όχι μόνο την πόλη. Εμείς υπολογίσαμε ότι με παγωμένες τιμές από το 1975 μέχρι σήμερα αυτό το εργοστάσιο έχει αφήσει στην περιοχή 1,5 δις. ευρώ ή 40 εκ. σε ετήσια βάση. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει κοστίσει στον έλληνα φορολογούμενο η ΕΒΖ ούτε ένα ευρώ». Οι επιπτώσεις από το κλείσιμο των εργοστασίων στις Σέρρες και την Ορεστιάδα δεν θα περιοριστούν μόνο στους 60 και 45 (από 260 πριν 5 χρόνια) εναπομείναντες εργάτες, αντίστοιχα. Πολλές εκατοντάδες ακόμη είναι οι εποχιακοί εργαζόμενοι που έβρισκαν δουλειά στα εργοστάσια, οι αγρότες, οι μεταφορείς, οι γεωπόνοι ακόμη και τα συνεργεία επισκευής οχημάτων που ζούσαν από τους τζίρους της ΕΒΖ. Με την ανεργία να βρίσκεται ήδη στο 50% στην Ορεστιάδα και ειδικά στους νέους «να ψάχνουμε για να βρούμε ποιοί έχουν ακόμη δουλειά», όπως λέει στα Επίκαιρα ο Π. Χασανίδης, είναι εμφανές ότι το κλείσιμο του εργοστασίου στην Ορεστιάδα θα σημάνει την οικονομική καταστροφή και την κοινωνική παρακμή της.

«Αυτό όμως που δεν έχουν κατανοήσει οι κυβερνώντες είναι ότι η Ορεστιάδα δεν είναι σαν οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ελλάδας. Υπάρχουν λόγοι εθνικού συμφέροντος για τους οποίους η Ορεστιάδα πρέπει να συνεχίζει να έχει οικονομική ζωή», συνεχίζει ο συνομιλητής μας. «Θα σας το περιγράψω με ένα παράδειγμα. Ενώ στην Ορεστιάδα το εργοστάσιο ζάχαρης ήταν η τελευταία βιομηχανική μονάδα που είχε απομείνει στον βόρειο Έβρο, στην Αδριανούπολη της Τουρκίας κάθε εβδομάδα ξεφυτρώνει κι ένα εργοστάσιο. Υπάρχει αυτοκινητοβιομηχανία, υαλουργεία, εκκοκκιστήρια και τώρα μπαίνοντας επιθετικά στην καλλιέργεια τεύτλου και την παραγωγή ζάχαρης θέλουν να γίνουν αυτάρκεις σε ζάχαρη. Από μια έρημη πόλη που ήταν το 1922 με την ανταλλαγή, σήμερα ο πληθυσμός της φθάνει τους 250.000, ενώ ο πολεοδομικός της σχεδιασμός προβλέπει πως την επόμενη δεκαετία θα φιλοξενεί 1 εκ. κατοίκους».

Τρίβουν τα χέρια τους οι Γερμανοί

Το κλείσιμο των εργοστασίων της ΕΒΖ, 54 χρόνια μετά την ίδρυση της επιχείρησης από τον Κ. Καραμανλή με πρώτο στόχο να σταματήσει η εισαγωγική εξάρτηση της χώρας, δεν έχει μόνο χαμένους. «Η ΕΒΖ δεν κάλυπτε στο παρελθόν μόνο την ελληνική αγορά. Κάλυπτε κι όλα τα Βαλκάνια. Αυτό ήταν προς όφελος όλων γιατί η ΕΒΖ λόγω της κυρίαρχης θέσης της στην αγορά διαμόρφωνε και την τιμή σε πολύ χαμηλά επίπεδα, προς όφελος του καταναλωτή. Το αποτέλεσμα ήταν να έχουμε την φθηνότερη ζάχαρη σε όλη την Ευρώπη. Τα τελευταία 3 χρόνια το πελατολόγιο της ΕΒΖ έχει εξασθενίσει προς όφελος των ανταγωνιστών της από την Γερμανία και την Γαλλία. Μάλιστα στην ελληνική αγορά οι Γερμανοί πουλούν με τιμές χαμηλότερες από τα επίπεδα της Γερμανίας, προσπαθώντας έτσι να αλώσουν την αγορά. Κι όταν κλείσει οριστικά η ΕΒΖ τότε οι τιμές θα πάρουν φωτιά», καταλήγει ο Π. Χασανίδης.

Το κλείσιμο των δύο εργοστασίων της Βιομηχανίας Ζάχαρης ήταν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της ελληνικής βιομηχανίας. Από το 2010 ακμαίες ελληνικές βιομηχανίες με πορεία δεκαετιών κατέβασαν ρολά, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την αρτοβιομηχανία Κατσέλης. Ηχηρά ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο ρέκβιεμ της ελληνικής βιομηχανίας (που έκλεισαν ή πρόκειται να κλείσουν) είναι επίσης η Χαλυβουργία του Ν. Μάνεση, η Φιλκέραμ Τζόνσον, η Καπνοβιομηχανία Γεωργιάδης, η Κόκα Κόλα που έχει ανακοινώσει την μεταφορά της στα Βαλκάνια, η ΛΑΡΚΟ, η αμυντική βιομηχανία (ΕΛΒΟ, ΕΑΣ) και πολλές άλλες.

Το τέλος της ελληνικής βιομηχανίας, που γίνεται ορατό δια γυμνού οφθαλμού από τα δεκάδες κλειστά εργοστάσια, πιστοποιείται από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής βάσει των οποίων ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής το πρώτο τετράμηνο του 2014 κινούταν στο 70,4% των επιπέδων του 2005, ενώ ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία τον Απρίλιο του 2014 είχε μειωθεί κατά 4,6% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2013 και κατά 9,8% σε σχέση με ένα χρόνο πριν, τον Απρίλιο του 2013. Η βιομηχανική παραγωγή επομένως βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, συρρικνώνοντας απότομα τα θεμέλια της βιομηχανικής Ελλάδας, που ήταν απείρως πιο ασθενή σε σχέση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (9% η συμβολή στο ΑΕΠ, έναντι 15 στην Ευρώπη).

Αποβιομηχάνιση της Ελλάδας

Οι σημαντικότερες αιτίες για την αποβιομηχάνιση της Ελλάδας, που δεν μας επιτρέπει να ελπίζουμε σε αξιοσημείωτη πτώση της ανεργίας από το σημερινό επίπεδο του 27% για τα επόμενα χρόνια, πρέπει να αναζητηθούν στις ακόλουθες πέντε αιτίες:

Πρώτο, την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και το ευρώ το 2001 που μπορεί να προκάλεσε την εισροή πακτωλών χρημάτων από τα διαρθρωτικά ταμεία, ευνοώντας την άνοδο του βιοτικού επιπέδου (που αποδείχθηκε πρόσκαιρη) στην παραγωγή όμως όξυνε στο έπακρο τον ανταγωνισμό οδηγώντας στο κλείσιμο πλήθος από βιομηχανίες, ενώ με τις ποσοστώσεις ευνοήθηκαν σκανδαλωδώς οι βόρειες χώρες κι ειδικά η Γερμανία.

Δεύτερο, και σχετιζόμενο με το προηγούμενο, είναι το ακριβό ευρώ (1,3629 δολ. ΗΠΑ, αυξημένο κατά 4,34% σε σχέση με πέρυσι) που αποδεικνύεται συνεχές βαρίδι στα πόδια των εξαγωγικών βιομηχανιών, ακυρώνοντας ακόμη και τις οικονομίες στο κόστος παραγωγής που προκαλεί η μείωση του εργατικού κόστους ή της φορολογίας.

Τρίτη αιτία για την αποβιομηχάνιση, είναι η πτώση της καταναλωτικής ζήτησης. Η μείωση των μισθών (με τον σχετικό δείκτη να ανέρχεται για το πρώτο τρίμηνο του 2014 στο 73,3% του 2008) από τις κυβερνήσεις Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά που εφάρμοσαν μέχρι κεραίας τα μέτρα των Μνημονίων από το 2010 μέχρι σήμερα, οδήγησε την κατανάλωση στα Τάρταρα με αποτέλεσμα η βιομηχανία να μην μπορεί να στηριχθεί στην εσωτερική αγορά.

Τέταρτο, το υψηλό ενεργειακό κόστος (ανώτερο ακόμη και κατά 80% σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ) που πλήττει ειδικά ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως η χαλυβουργία, αλουμίνιο, τσιμέντο και χημική βιομηχανία.

Πέμπτο, πλήγμα όχι μόνο στην βιομηχανία αλλά σε όλες τις επιχειρήσεις προκάλεσε η άνοδος του κόστους συμμόρφωσης με την εφορία, όπως προκλήθηκε από το φορολογικό χάος που έχει δημιουργηθεί την τελευταία τετραετία με την ψήφιση 80 φορολογικών νόμων και την έκδοση 800 ερμηνευτικών εγκυκλίων! Πρωταγωνιστές μάλιστα είναι όλοι αυτοί που ομνύουν στην ανάγκη απλοποίησης της φορολογίας…

Τα κόκκινα δάνεια μοχλός αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων (Πριν, 20 Ιουλίου 2014)

070714220129_9786Με «ορεινό χειρουργείο» μας απειλεί ο Δένδιας κι «αμερικανικό Αύγουστο» ο Χαρδούβελης

Ένα καλοκαίρι καυτό, που η ψήφιση του ενός αντιλαϊκού νόμου θα διαδέχεται το άλλο, υπόσχεται η κυβέρνηση, μετά τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ενώπιον των τεχνοκρατών της Τρόικας. Τον καταιγιστικό χαρακτήρα που θα προσλάβει η αντιλαϊκή, ταξική πολιτική τον περιέγραψαν με έναν ομολογουμένως πρωτότυπο τρόπο οι υπουργοί Οικονομικών και Ανάπτυξης κάνοντας λόγο ο πρώτος, απευθυνόμενος στους δανειστές, για «αμερικανικό Αύγουστο» κι ο δεύτερος μιλώντας στον ραδιοσταθμό του Βήματος για «ορεινό χειρουργείο»! «Έχουμε έκτακτες συνθήκες και χρειαζόμαστε έναν έκτακτο μηχανισμό να το αντιμετωπίσουμε», ήταν τα λόγια του, που αναφέρονταν συγκεκριμένα στο στρατηγικής σημασίας ζήτημα των «κόκκινων δανείων», τα οποία πλέον ξεπερνούν στα 70 δισ. ευρώ.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πρόβλημα της διαχείρισης των «κόκκινων δανείων» αναδεικνύεται σε κομβικό για τρεις λόγους. Πρώτο, επειδή αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια των τραπεζών. Τα πανευρωπαϊκά τεστ αντοχής που θα διεξαχθούν σε λίγους μήνες δεν μπορούν να διεξαχθούν με την συγκεκριμένη παράμετρο να παραμένει απροσδιόριστη, κινούμενη μεταξύ μηδέν και απείρου. Δεύτερο, επειδή τα κόκκινα δάνεια αντιπροσωπεύουν πολύ μεγαλύτερη αξία μιας και πρέπει να προσμετρηθούν σε αυτά όχι μόνο δάνεια που τυπικά και μόνον εξυπηρετούνται σήμερα, αλλά κι άλλα δάνεια που θα «κοκκινίσουν» στο προσεχές μέλλον. Τρίτος και σημαντικότερος λόγος που αναδεικνύει την σημασία των «κόκκινων δανείων» (μετατρέποντας τα από «κατάρα» σε «ευλογία» για το κεφάλαιο) είναι η δυνατότητά τους να αναδειχθούν σε μοχλό αναδιάρθρωσης του ελληνικού καπιταλισμού, στο πλαίσιο μιας επιθετικής διαχείρισης της κρίσης που ως ρυθμιστή θα έχει το τραπεζικό σύστημα. Καλά διαβάσετε! Οι χρεοκοπημένες τράπεζες που έχουν που ήδη έχουν απορροφήσει 211,5 δισ. ευρώ από το 2008 μέχρι σήμερα, εξακολουθώντας να είναι αναξιόχρεες, θα αποφασίσουν ποιες επιχειρήσεις θα συγχωνευτούν, ποιες θα κλείσουν και πόσες απολύσεις θα γίνουν. Οι επιπτώσεις για το σύνολο της οικονομίας θα είναι δραματικές γιατί η βαθύτερη χρηματιστικοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού θα κάνει το νέο κύκλο συσσώρευσης, που ξεκινά στις στάχτες της μεγαλύτερης κρίσης που γνώρισε μεταπολεμικά η Ελλάδα, να στηρίζεται σε πολύ πιο ασταθείς, παρασιτικές βάσεις.

Καταιγισμός αντιλαϊκών μέτρων με αύξηση ΦΠΑ, κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων και νέα μείωση μισθών στο δημόσιο

Είναι πολύ ενδεικτικές οι αλλαγές που ήδη εξετάζονται στο πτωχευτικό δίκαιο, ώστε να δοθεί μια λύση προς όφελος των τραπεζών για τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά το κατέβασμα του πήχη της πλειοψηφίας που αποφασίζει από το 51% στο 35% των πιστωτών. Με αυτό τον τρόπο δεν επέρχεται απλά επιτάχυνση των διαδικασιών. Σε συνδυασμό και με τις υπερεξουσίες που θα δοθούν στις τράπεζες, τα υπόλοιπα μέρη, από εργαζόμενους μέχρι ασφαλιστικά και δημόσια ταμεία, έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Με άλλα λόγια οι απαιτήσεις τους θα θυσιαστούν στο βωμό των τραπεζών, όπως έχει συμβεί πολλές ακόμη φορές τα τελευταία χρόνια με διαφορετικές αφορμές. Τα ποινικά όργια που θα γίνουν είναι τόσο μεγάλα ώστε συζητιέται να απολαμβάνουν νομική ασυλία όσοι εμπλακούν στις σχετικές αποφάσεις για να μην μπορούν να κατηγορηθούν στο μέλλον ότι απεμπόλησαν δικαιώματα κι έβλαψαν το συμφέρον του δημοσίου ή των ασφαλιστικών ταμείων. Πιο ακράδαντη ομολογία ενοχής δεν μπορούσε να υπάρξει για την ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο συμφέρον στην τιτάνια προσπάθεια που θα καταβληθεί ώστε να ξαναστηθεί στα πόδια του ο ιδιωτικός τομέας, σε μια μορφή εννοείται που δεν θα θυμίζει στο παραμικρό την προ κρίσης εποχή. Τόσο από τη σκοπιά της εργασίας (με κινέζικες εργασιακές σχέσεις) όσο και του κεφαλαίου (μικρότερες, λιγότερες και πιο αεριτζίδικες επιχειρήσεις).

Η αλλαγή του πτωχευτικού δικαίου, στο πλαίσιο της επίλυσης του προβλήματος των «κόκκινων δανείων» είναι μία από τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για να εισπράξει την υποδόση του 1 δισ. ευρώ και των 2,1 δισ. από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες κι επίσης, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, να είναι έτοιμη για το κρίσιμο ραντεβού του Σεπτέμβρη με την Τρόικα. Ο έλεγχος που θα γίνει τότε θα είναι καθοριστικής σημασίας όχι τόσο λόγω της 5ης αναθεώρησης του Μνημονίου όσο γιατί θα ανοίξει κι επίσημα η αυλαία για τις επίσημες συζητήσεις σχετικά με την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Τα εξόχως αντιλαϊκά μέτρα που θα δρομολογηθούν από την επόμενη εβδομάδα για ψήφιση μέχρι το τέλος του έτους, ώστε να εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2015 μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν: Παράταση της εισφοράς αλληλεγγύης και μετά το 2015, κατάργηση των χαμηλών συντελεστών φορολόγησης που θα προκαλέσει αυξήσεις σε πολλά είδη λαϊκής κατανάλωσης, κατάργηση των κοινωνικών επιδομάτων με στόχο μέρος των χρημάτων που θα εξοικονομηθούν να χρηματοδοτήσουν το επικοινωνιακής σημασίας «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», νέο μισθολόγιο στο δημόσιο και κατάσχεση της περιουσίας όσων χρωστούν στην εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία.

Τα χειρότερα ωστόσο είναι αυτά που έρχονται, με αφορμή την επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους. Η κυβέρνηση χτίζει ένα κλίμα προσδοκιών, με συνεχείς αναφορές στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, για να δείξει ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο. Οι όροι ωστόσο που θα συνοδεύσουν ακόμη κι αυτή την επιδερμική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους θα είναι οδυνηροί. Το ζητούμενο δε, θα είναι να διατηρήσουν επ’ άπειρον οι πιστωτές τον έλεγχο της χώρας. «Οι διεθνείς δανειστές της Ελλάδας εξετάζουν το πώς θα συνδυάσουν μια ελάφρυνση του χρέους για την Αθήνα με τις μεταρρυθμίσεις, σε μια προσπάθεια να συνεχίσουν να ελέγχουν τις οικονομικές πολιτικές της χώρας μετά την λήξη του προγράμματος διάσωσης», ανέφερε κατά λέξη η αμερικανική εφημερίδα Γουόλ Στριτ Τζέρναλ στις 17 Ιουλίου, ομολογώντας πως οι όροι είναι η αφορμή ώστε το αποικιοκρατικό καθεστώς των Μνημονίων να συνεχιστεί και μετά την λήξη του προγράμματος χρηματοδότησης της Ελλάδας (όταν δεν θα υπάρχει το καρότο των δόσεων), δηλαδή στο τέλος του 2015 για την ευρωζώνη και τον Μάρτιο του 2016 για το ΔΝΤ.

Εφιαλτικό το μέλλον που μας ετοιμάζουν!

Αξιολόγηση στο δημόσιο ή The hunger games αλά ελληνικά (Επίκαιρα 10-16/7/2013)

hunger_games_catching_fire_reddish_posterΣτην κινηματογραφική ταινία The hunger games, που φέτος κυκλοφόρησε το τρίτο σίκουελ, ένα καθεστώς που διαιωνίζεται μέσω του τρόμου και της καταστολής επιβάλλει κάθε χρόνο έναν αγώνα εξόντωσης, παιχνίδι πείνας, μεταξύ 12 αγοριών και 12 κοριτσιών με έπαθλο την επιβίωση. Ζωντανοί μέχρι το τέλος θα μείνουν 2. Η ελληνική του εκδοχή δεν εξελίσσεται σε κάποιο απόμακρο μέλλον όπως η τριλογία που έγραψε η Σούζαν Κόλινς κι έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία διδάσκοντας με τον μεγαλύτερο ρεαλισμό τι σημαίνει ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσης, αλλά στο δυστοπικό μας παρών. Εδώ, η αξιολόγηση που επιβάλλει ο νόμος 4250/2014 δίνει το έναυσμα για έναν «αγώνα πείνας» μέχρι εξοντώσεως μεταξύ εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων. Η Ελλάδα πειραματόζωο, με εκατοντάδες χιλιάδες συμμετέχοντες, ξεπέρασε και την πιο αρρωστημένη φαντασία του Χόλιγουντ…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η αλήθεια είναι ότι ο όρος αξιολόγηση δεν γεννάει αρνητικούς συνειρμούς, με το πρώτο τουλάχιστον άκουσμα, αντίθετα πχ με ό,τι ισχύει για τον όρο απόλυση ή κλείσιμο σχολείου. Τι συμβαίνει όμως όταν η αξιολόγηση δεν αποτελεί μηχανισμό διάγνωσης των αδυναμιών και υστερήσεων ή βελτίωσης της αποτελεσματικότητας ενός οργανισμού, αλλά την άλλη όψη των απολύσεων και του λουκέτου σε σχολεία; Ό,τι ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και σήμερα…

Ο νόμος 4250 του Κ. Μητσοτάκη, με τον οποίο προωθείται η αξιολόγηση στο δημόσιο, δεν μπορεί να …αξιολογηθεί ανεξάρτητα από τα σχέδια κυβέρνησης και δανειστών για τον δημόσιο τομέα και τις αλλαγές που δρομολογούν με βασικό χαρακτηριστικό τις μαζικές απολύσεις. Σε ένα δημόσιο τομέα μάλιστα που απασχολεί σημαντικά λιγότερο προσωπικό σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Όπως αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση του οργανισμού (Government at a glance, 2013) στον στενό δημόσιο τομέα στην Ελλάδα απασχολείται το 7,9% του εργατικού δυναμικού, όταν ο μέσος όρος για τα κράτη μέλη του είναι  σχεδόν διπλάσιος: 14,07%. Στόχος των απολύσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών, έτσι ώστε να μην διαταραχθεί η έγκαιρη αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων στους πιστωτές. Σε αυτό τον βωμό το 2013 έγιναν 3.600 απολύσεις και για το 2014 και 2015 είχαν αρχικά προγραμματιστεί 15.000, ενώ τώρα η Τρόικα πιέζει για 6.500 απολύσεις επιπλέον. Σε μία εβδομάδα δε, πολύ πιθανά, όταν οι φορολογικές αρχές θα έρθουν αντιμέτωπες με την απροθυμία χιλιάδων πολιτών να υποβάλουν φορολογική δήλωση λόγω οικονομικής αδυναμίας, να αποφασίσουν μερικές ακόμη χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων.

Δεξαμενή απολύσεων

Η προσπάθεια κυβέρνησης και Τρόικας να χρησιμοποιήσουν την αξιολόγηση για να διευκολύνουν τις απολύσεις αποκαλύπτεται με τις διαβαθμίσεις που επιβάλλει ο επίμαχος νόμος στο άρθρο 20. Αναφέρεται λοιπόν ότι την ανώτερη βαθμολογία 9-10 μπορεί να την κερδίσει ένα ποσοστό που δεν θα υπερβαίνει το 25%, την επόμενη 7-8 ένα ποσοστό έως και 60% και την χειρότερη, 1-6, ένα ποσοστό 15%. Προφανώς, ο συγκεκριμένος διαχωρισμός είναι βασίλειο της αυθαιρεσίας, της προχειρότητας και της κουτοπονηριάς. Γιατί πχ. να συγκαταλέγεται ο 1 στους 4 στους «άριστους» κι όχι ο 1 στους 10 ή γιατί οι «ανίκανοι» κατά τον Μητσοτάκη να είναι 15% κι όχι 10% ή 30%; Το μεγαλύτερο σκάνδαλο ωστόσο δεν είναι το ποσοστό των υπαλλήλων που περιλαμβάνονται σε κάθε διαβάθμιση, αλλά οι ίδιες οι διαβαθμίσεις. Το σκάνδαλο έγκειται στην «συγκριτική αξιολόγηση» των δημοσίων υπαλλήλων, που στο υπόβαθρό της έχει ως δεδομένο ότι «οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι πολλοί» και άλλες τέτοιες νεοφιλελεύθερες κοινοτοπίες που διαψεύδονται συστηματικά από οργανισμούς στους οποίους πίνουν νερό όταν οι έρευνές τους χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν εγκυρότητα στην αντιλαϊκή πολιτική.

Το ζητούμενο επομένως από την αξιολόγηση είναι να δημιουργήσει μια σταθερή δεξαμενή δημοσίων υπαλλήλων προς απόλυση. Επίσης η αποφυγή του πολιτικού κόστους των μαζικών απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ επειδή δεν θέλουν να αποκαλυφθεί η σκοτεινή όψη του πρωτογενούς πλεονάσματος και του «success story», το γεγονός δηλαδή ότι ακόμη κι αυτή η νόθα βελτίωση στην εικόνα των δημόσιων οικονομικών οφείλεται στην διάλυση του δημόσιου τομέα και δη των κοινωνικών του υπηρεσιών, δημιουργούν έναν μηχανισμό εκ πρώτης όψεως αντικειμενικό, που θα σηκώσει το βάρος των απολύσεων. Έτσι η πολιτική τους απόφαση να συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας σε επίπεδα που συναντώνται μόνο στην Αφρική θα κρυφθεί πίσω από το επιχείρημα πως οι απολυόμενοι είναι ανίκανοι. Άρα δικαίως απολύονται, θα είναι ο αυτόματος συνειρμός.

Σκυλίσιος ανταγωνισμός

Με την αξιολόγηση η κυβέρνηση επίσης χαϊδεύει τα αφτιά της κοινωνίας, ερεθίζοντας τα πιο ποταπά αντανακλαστικά της. Έτσι συγκαλύπτει και δημιουργεί συμμάχους στην καταστρεπτική πολιτική της. Με την αξιολόγηση των δασκάλων και των καθηγητών για παράδειγμα, πολύ εύκολα η πέτρα του αναθέματος για τα χάλια της παιδείας δεν ρίχνεται στην κάθετη πτώση των δαπανών, που από το 2009 ως το 2013 μειώθηκαν κατά 33%, ενώ μέχρι το 2016 προβλέπεται να έχουν μειωθεί κατά 47%, ούτε στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας των καθηγητών που ψηφίστηκε το 2013, σε νόμο που αφορούσε την επικαιροποίηση του Μεσοπρόθεσμου 2013-2016 κι ως ζητούμενο είχε την εξοικονόμηση 41,2 εκ. ευρώ το 2013 και 61,8 εκ. ευρώ το 2014, μέσω της αποφυγής πρόσληψης αναπληρωτών. Για τα χάλια της παιδείας με την αξιολόγηση θα φταίνε οι «οκνηροί καθηγητές», που δεν θα έχουν μόνο να διαχειριστούν την έλλειψη κονδυλίων που σημαίνει πολυπληθή τμήματα και χειρότερες συνθήκες εκπαίδευσης και εργασίας, ούτε την δική τους εξαθλίωση, λόγω της συνεχούς μείωσης των μισθών τους. Θα μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους μιας πολιτικής που δεν δημιουργεί διχόνοια μόνο μεταξύ των εργαζομένων, τροφοδοτώντας έναν αγώνα δρόμου για να ενταχθεί ο διπλανός στο 15% κι όχι ο ίδιος, αλλά επίσης καλλιεργεί τον σκυλίσιο ανταγωνισμό μεταξύ της κοινωνίας και των δημοσίων υπαλλήλων, στον βαθμό που οι γονείς των μαθητών στα σχολεία και οι ασθενείς στα νοσοκομεία θα επιδίδονται σε κυνήγι μαγισσών για να εντοπίσουν τον φταίχτη στο 15% των υπαλλήλων που κρίνονται ως ανεπαρκείς στο πλαίσιο της δρομολογούμενης αξιολόγησης. Έτσι οι μειώσεις των δαπανών για την υγεία και την παιδεία θα μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρο…

Η αξιολόγηση δεν εξυπηρετεί μόνο τις απολύσεις μέσω της δημιουργίας λίστας ανεπιθυμήτων και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργαζομένων. Αποτελεί επίσης πλήγμα στον συνδικαλισμό και μέσο εδραίωσης της διευθυντικής αυθαιρεσίας. Ποιος εργαζόμενος θα απεργήσει ή θα ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στον προϊστάμενό του αν ξέρει πως από την δική του άποψη εξαρτάται η δουλειά του; Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιολόγηση, σε μια πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, θα ενισχύσει την ευνοιοκρατία, την αναξιοκρατία, το γλείψιμο των προϊσταμένων και την αναζήτηση «πολιτικών μέσων». Από τη στιγμή που λείπει μια αξιολόγηση ως προς κοινά αποδεκτούς στόχους στο πλαίσιο μιας οργανωτικής μονάδας κι η ουσία περιορίζεται στην προσπάθεια να αποφευχθεί η ένταξη στο 15%, το ζητούμενο δεν θα είναι η προσωπική βελτίωση ή ο εντοπισμός των αδυναμιών, αλλά ο ένας δημόσιος υπάλληλος να φαίνεται καλύτερος απ’ τον άλλον για να αποφύγει την πείνα…

Κλείσιμο σχολείων

Ξεχωριστή σημασία έχουν κι οι οργανωτικές αλλαγές στο δημόσιο που θα προκριθούν με βάση την αξιολόγηση, αν φυσικά υλοποιηθεί, κάτι που με τα μέχρι σήμερα δεδομένα ευτυχώς δεν φαίνεται και πολύ πιθανό. Κυβέρνηση και Τρόικα μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης για να κλείσουν υπηρεσίες του δημοσίου ή να επιβάλλουν συγχωνεύσεις, όπως άλλωστε προβλέπεται και στο σχετικό νόμο, επικαλούμενες τα απογοητευτικά αποτελέσματα της αξιολόγησης. Για παράδειγμα, κακά αποτελέσματα σε ένα σχολείο μπορούν να οδηγήσουν στην συγχώνευσή του με ένα άλλο κι όχι φυσικά στην ανάγκη στοχοπροσηλωμένων σεμιναρίων ή άλλων παρεμβάσεων για την άνοδο του επιπέδου.

Το ευχάριστο μέχρι στιγμής είναι πως το βαθιά οπισθοδρομικό σχέδιο της συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ έχει προκαλέσει ένα ανέλπιστο κύμα αντιδράσεων. Ξεχωρίζουμε: Την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής που από την πρώτη στιγμή διατύπωσε σοβαρές ενστάσεις για την συνταγματικότητα του νόμου. Την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων που, μετά την άρνηση δεκάδων δήμων, ανακοίνωσε και την δική της άρνηση να υλοποιήσει την αξιολόγηση στους δήμους. Την μαζική άρνηση διευθυντών σχολικών μονάδων να παρακολουθήσουν σεμινάρια αξιολόγησης που οργάνωσε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με αποτέλεσμα να μείνει στον αέρα η διαδικασία συμπλήρωσης του σχετικού ερωτηματολογίου. Το υπόμνημα που κατέθεσε στο υπουργείο το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης τονίζοντας ότι η αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει «σε απορρύθμιση την λειτουργία της δημόσιας διοίκησης». Τέλος, την αντίδραση ομοσπονδιών εργαζομένων του δημόσιου τομέα που είναι όχι μόνο μαζικές αλλά επιπλέον χαίρουν κι εκτίμησης στην κοινωνία, λόγω της προτεραιότητας που έχουν δώσει στην πάλη κατά των μνημονίων και της λιτότητας τα τελευταία χρόνια: ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΠΟΕ-ΟΤΑ, κ.λπ.