Home » 2014 » January

Monthly Archives: January 2014

Αθώα του αίματος δηλώνει η Γερμανία για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (Επίκαιρα, 23-29/1/2014)

ww1Πρόκληση απέναντι στην ιστορική μνήμη συνιστά η επιδεικτική αδιαφορία με την οποία αποφάσισε να αντιμετωπίσει η Γερμανία την συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και τις εκδηλώσεις μνήμης που οργανώνονται σε πολλές χώρες της Ευρώπης φέτος και τα επόμενα χρόνια με αφορμή την επέτειο. Με βάση ανακοινώσεις που έγιναν στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου την Πέμπτη 16 Ιανουαρίου στο Βερολίνο η κυβέρνηση συνεργασίας Δεξιάς – Σοσιαλδημοκρατών θα βγάλει την υποχρέωση με μια …έκθεση φωτογραφίας που θα αποτελείται από 26 αφίσες και θα παραθέτει την ιστορία της Ευρώπης από το 1914 μέχρι την επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα ανατολικά… Το υπονοούμενο είναι σαφές: οι πόλεμοι κι οι περιπέτειες που ξεκίνησαν το 1914 έλαβαν τέλος με την ίδρυση και την διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Βερολίνο έτσι πετυχαίνει με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια. Από την μια αποφεύγει να αναλάβει τις ευθύνες του για το σφαγείο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου κι από την άλλη ζητάει να προσκυνήσουν την ΕΕ, ως το αντίθετο του πολέμου, την ώρα που αυξάνεται η δυσφορία απέναντι στις Βρυξέλλες για την πολιτική εξοντωτικής λιτότητας που επιβάλλουν και την μετατροπή τους σε δούρειο ίππο της νέας γερμανικής επέκτασης στην Ευρώπη. Το …πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα εορτασμών στη Γερμανία περιλαμβάνει επίσης τον διορισμό ενός αξιωματούχου που θα συντονίζει την παρουσία εκπροσώπων της Γερμανίας σε αντίστοιχες τελετές στο εξωτερικό. Η μοναδική εκδήλωση που έχει ανακοινωθεί στην οποία θα παραβρεθεί ο πρόεδρος της Γερμανικής δημοκρατίας, Χοακίμ Γκάουγκ, θα πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό, στις 3 Αυγούστου συγκεκριμένα στην Αλσατία, όπου θα παρευρεθεί κι ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ. Είναι κάτι που προφανώς δεν μπορούσαν να αποφύγουν…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αναμφισβήτητα πίσω από τα σχέδια κάθε χώρας για τις εκδηλώσεις μνήμης εύκολα ανιχνεύονται πολιτικές επιδιώξεις. Παρίσι και Λονδίνο, για παράδειγμα, δράττονται της ευκαιρίας να τονίσουν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια τους απέναντι στο Βερολίνο και την γερμανική ΕΕ, αντίστοιχα. Σε καμιά περίπτωση όμως η στάση τους δεν συνιστά αμφισβήτηση και εν τέλει κατάφωρη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων, όπως συμβαίνει με την στάση της κυβέρνησης Μέρκελ, η οποία υποβαθμίζει την επέτειο, αρνούμενη να αναλάβει την τεράστια ευθύνη που της αναλογεί για τα 8,5 εκατομμύρια νεκρών του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Πίσω από την δήλωση του Στέφεν Σάιμπερτ, εκπροσώπου Τύπου της Άνγκελα Μέρκελ, ότι δεν υπάρχει μια κρατική πολιτική για ιστορικά θέματα, κρύβεται η προσπάθεια του Βερολίνου να εξωραΐσει τον αρνητικό του ρόλο στην ευρωπαϊκή ιστορία και να γίνει πιο «φιλικό προς τον χρήστη».

Φταίνε όλοι για να αθωωθεί η Γερμανία!

Η στάση του Βερολίνου είναι προκλητική γιατί ενθαρρύνει ένα νέο κύμα πολιτικά υποκινούμενου ιστορικού αναθεωρητισμού που ως έπαθλο έχει να υποβαθμίσει την απειλή που συνιστά και σήμερα η Γερμανία για την Ευρώπη. Η επίσημη γραμμή της Γερμανίας θέλει την ευθύνη για το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου να διαχέεται σε όλους τους εμπλεκόμενους, ακόμη και αναλογικά: Γερμανία, Αυστρο-Ουγγαρία, Ρωσία, Γαλλία, Αγγλία, ακόμη και στους Σέρβους που με την δολοφονία του Αρχιδούκα Φρανζ Φερδινάρδου στο Σεράγεβο έδωσαν την αφορμή για τα ποτάμια αίματος που πότισαν επί χρόνια το χώμα της κεντρικής Ευρώπης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Γερμανία διακηρύσσει σχεδόν την …αθωότητά της για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη φορά ήταν με αφορμή την Συνθήκη των Βερσαλλιών, το 1919. Ο όρος της «ενοχής του πολέμου» που περιγραφόταν με σαφήνεια στο άρθρο 231 ποτέ δεν έγινε δεκτός στην Γερμανία και με μια ανατριχιαστική συναίνεση εκ μέρους όλων σχεδόν των γερμανικών κομμάτων σύντομα αποδόθηκε στον ρεβανσισμό των νικητών, ενώ στη συνέχεια θεωρήθηκε σχεδόν κι ως αιτία για το αίσθημα ταπείνωσης των Γερμανών που τροφοδότησε την άνοδο του Ναζισμού. Εν ολίγοις, τα θύματα του πρώτου έφταιγαν για το ξέσπασμα του δεύτερου…

Η προσπάθεια της Γερμανίας να επιβάλει την συλλογική ευθύνη για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε συντρίμμια και θρύψαλα από τον διακεκριμένο καθηγητή Ιστορίας Φριτζ Φίσερ τον Οκτώβριο του 1961 με αφορμή την κυκλοφορία του πολυσυζητημένου βιβλίου του Αγώνας για παγκόσμια εξουσία (Griff nach der Weltmacht, στα γερμανικά). Η θέση του βιβλίου ήταν πως η ευθύνη του πολέμου βάραινε πρώτα και κύρια την Γερμανία, η οποία μέσω του πολέμου επεδίωκε να επεκτείνει την κυριαρχία της όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην Αφρική και την Μέση Ανατολή, προσαρτώντας επιπλέον εδάφη. Το Δεύτερο Ράιχ ευθυνόταν για το ξέσπασμα του πολέμου, σύμφωνα με τον Φίσερ, ο οποίος μάλιστα ήταν οργανωμένος στο Ναζιστικό κόμμα μέχρι το 1942, ενώ μέχρι το 1947 ήταν κρατούμενος σε στρατόπεδο με αιχμάλωτους πολέμου. Το γεγονός ότι το βιβλίο του Φίσερ αξιοποίησε στο έπακρο τα αρχεία της Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας, που για πρώτη φορά ήταν προσβάσιμα στο κοινό και τους ερευνητές (φέρνοντας για παράδειγμα στην δημοσιότητα το λεγόμενο “πρόγραμμα του Σεπτέμβρη” που κατέγραφε με λεπτομέρεια τις ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της Γερμανίας), καθόλου δεν πτόησε τους πολέμιους του που τον αποδοκίμαζαν δημόσια διακόπτοντας συχνά ομιλίες του και προέβαιναν σε απειλητικά τηλεφωνήματα, χαρακτηρίζοντάς τον εχθρό της Γερμανίας. Η σφοδρότητα των επιθέσεων που δέχτηκε, εύκολα καταλαβαίνουμε, ότι ήταν συνάρτηση της σοβαρότητας του αποδεικτικού του υλικού. Αν επρόκειτο για αθεμελίωτες κατηγορίες, ιδεολογικού περιεχομένου, εύκολα θα είχαν ανασκευαστεί. Ο Φίσερ όμως δεν έκανε τίποτε άλλο από το να προσφέρει την απαραίτητη τεκμηρίωση σε μια βαθιά εδραιωμένη άποψη. Γι’ αυτό και μισήθηκε τόσο σφοδρά στην μεταπολεμική Γερμανία.

Ο Φριτζ Φίσερ όμως δεν ήταν κι ο μοναδικός ιστορικός που περιέγραψε και κατέδειξε την πρωταρχική ευθύνη της Γερμανίας για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ το έπραξε εξ ίσου πειστικά χωρίς να καταφεύγει σε εύκολους χαρακτηρισμούς. Αναφέρει συγκεκριμένα στο σπουδαίο του βιβλίο Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914 (εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 2000): «Το πρόβλημα με τα αίτια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου δεν είναι να ανακαλύψουμε “τον επιτιθέμενο”. Έγκειται στη φύση μιας διεθνούς κατάστασης που επιδεινωνόταν προοδευτικά και ξέφευγε συνεχώς από τον έλεγχο των κυβερνήσεων. Η Ευρώπη βρέθηκε βαθμιαία μοιρασμένη σε δύο αντίθετους συνασπισμούς μεγάλων δυνάμεων. Τέτοιοι συνασπισμοί, εκτός πολέμου, αποτελούσαν καινούργιο στοιχείο και οφείλονταν ουσιαστικά στην εμφάνιση επί της ευρωπαϊκής σκηνής μιας ενοποιημένης γερμανικής αυτοκρατορίας που εγκαθιδρύθηκε με τον πόλεμο και την διπλωματία εις βάρος άλλων, μεταξύ των ετών 1864 και 1871, και η οποία επιζητούσε να προστατευτεί από τον βασικό ηττημένο, τη Γαλλία, με συμμαχίες εν καιρώ ειρήνης, οι οποίες αργά ή γρήγορα οδήγησαν σε αντίπαλη συμμαχία».

Και τότε λοκομοτίβα της Ευρώπης, η Γερμανία

Την βασική ωστόσο ώθηση ώστε η Γερμανία να εκμεταλλευτεί μια ασήμαντη αφορμή, την δολοφονία από έναν 17χρονο του αρχιδούκα Φερδινάρδου τον Ιούλιο του 1914 στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, και να προκαλέσει τον Μεγάλο Πόλεμο, έδωσε η ραγδαία οικονομική της άνθηση. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε, η Γερμανία μετατράπηκε το 1910 στην κορυφαία βιομηχανική δύναμη. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν επιδείκνυε τέτοιο δυναμισμό.

Μερίδια % του εθνικού προϊόντος κατά τομέα δραστηριότητας, 1850/1910

                        Γεωργία             Βιομηχανία         Μεταφορές-Εμπόριο

Αγγλία               21/6                     35/34                           19/29

Γαλλία               45/35                   29/36                             7/7

Γερμανία            47/25                   21/43                             8/15

Ρωσία                75/60                   10/29                           12/12

Ιταλία                57/42                   19/22                           17/23

Πηγή: The Oxford illustrated history of modern Europe, edited by C.W.Blanning, Oxford, 1996

Γράφει ο βρετανός ιστορικός, συνδέοντας τα δύο γεγονότα: «Μήπως οι μεταστροφές στην οικονομική ισχύ, οι οποίες αυτομάτως τροποποιούσαν την ισορροπία των πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων, έπρεπε λογικά να προκαλέσουν την αναδιανομή των ρόλων στην διεθνή σκηνή; Η άποψη αυτή ήταν σαφώς δημοφιλής στη Γερμανία, που η πρωτοφανής βιομηχανική της ανάπτυξη τής προσέδιδε ασύγκριτα μεγαλύτερη διεθνή βαρύτητα από όση είχε παλιότερα η Πρωσία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το παλιό στρατιωτικό άσμα “Η σκοπιά στον Ρήνο”, που απευθυνόταν αποκλειστικά κατά των Γάλλων, γρήγορα άρχισε να αντικαθίσταται στις προτιμήσεις των γερμανών εθνικιστών, την δεκαετία του 1890, από το “Deutschland Uber Alles”, με τις πλανητικής εμβέλειας φιλοδοξίες του, το οποίο στην πράξη, αν και όχι ακόμη επισήμως, έγινε ο γερμανικός εθνικός ύμνος».

Σε αναζήτηση ζωτικού χώρου

Εξ ίσου αποκαλυπτικός για την σχέση μεταξύ ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης της Γερμανίας και του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου είναι και ο ιστορικός Έντζο Τραβέρσο στο βιβλίο του Οι ρίζες της ναζιστικής βίας (εκδόσεις του Εικοστού πρώτου, 2013): «Η έννοια του “ζωτικού χώρου” δεν είναι ναζιστική επινόηση… Η έκφραση Lebensraum κατασκευάστηκε το 1901, επί Κάιζερ, από το γερμανό γεωγράφο Φρίντριχ Ράτσελ, και ανήκε στο λεξιλόγιο του γερμανικού εθνικισμού πολύ πριν την γέννηση του ναζισμού. Συγχώνευση του κοινωνικού δαρβινισμού με την ιμπεριαλιστική γεωπολιτική, απέρρεε από μια θεώρηση του εξωευρωπαϊκού κόσμου ως αποικίσιμου χώρου για τις βιολογικά ανώτερες ομάδες. Για τον Ράτσελ, ο “ζωτικός χώρος” ήταν μια ανάγκη για να αποκατασταθεί η ισορροπία στη Γερμανία, ανάμεσα σε μια μη αναστρέψιμη πια βιομηχανική ανάπτυξη και μια απειλούμενη γεωργία. Στις αποικίες οι Γερμανοί θα αποκαθιστούσαν μια αρμονική σχέση με τη φύση και θα διατηρούσαν την έφεσή τους να είναι αγροτικός λαός. Στην αυτοκρατορία του Κάιζερ Γουλιέλμου του Β’, η ιδέα του Lebensraum ενέπνευσε το πανγερμανικό ρεύμα και στήριξε τη διάχυτη απαίτηση για μια Weltpolitik (παγκόσμια πολιτική) που θα παραχωρούσε στη Γερμανία μια διεθνή θέση συγκρίσιμη με της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας».

Την γερμανική οικονομία υποδεικνύει ως υπαίτια του πολέμου και ο ιστορικός Νόρμαν Στόουν στο κατατοπιστικό βιβλίο του Συνοπτική ιστορία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου (εκδόσεις Ψυχογιός, 2010): «Η ιδέα για μια γερμανική Ευρώπη έμοιαζε επίσης πολύ λογική και είχε μια αμυδρή συγγένεια με τη σημερινή κατάσταση. Ένας ευρωπαϊκός οικονομικός χώρος, ο οποίος θα ήταν προστατευμένος από τον βρετανικό ή αμερικανικό ανταγωνισμό και ο οποίος θα περιλάμβανε τα μεταλλεύματα της Σουηδίας και της Γαλλίας, τις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα της Γερμανίας και θα επεκτεινόταν στη Βόρειο Αφρική ή ακόμη και στη Βαγδάτη, μια και το πετρέλαιο είχε ήδη αρχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο. Γιατί όχι; Το 1915, ένας από τους πιο φωτισμένους Γερμανούς, ο Φρίντριχ Νάουμαν, έγραψε ένα μπεστ σέλερ με το τίτλο Mitteleuropa στο οποίο δεν υποστήριζε τόσο τη δημιουργία μιας γερμανικής αυτοκρατορίας, όσο ένα είδος γερμανικής κοινοπολιτείας… Η αυτοπεποίθηση των Γερμανών ενισχυόταν καθώς άνθιζε η βιομηχανία στη χώρα τους και η επιτυχία τούς πήρε τα μυαλά»!

Τέλος, ξεχωριστή σημασία έχει η άποψη του Τζον Μέιναρντ Κέινς, όπως κατατίθεται στο μνημειώδες βιβλίο του, Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης (εκδ. Παπαζήσης, 2009). Η βαρύτητα της άποψης του βρετανού οικονομολόγου απορρέει αρχικά από το γεγονός ότι στο εν λόγω βιβλίο, που γράφτηκε το 1919, αποδοκίμασε την Συνθήκη των Βερσαλλιών ως τιμωρητική κι ανήμπορη να οδηγήσει στην επούλωση των πληγών του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Δεν μπορεί επομένως να χαρακτηριστεί αντι-Γερμανός. Η θέση του έχει όμως σημασία για έναν επιπλέον λόγο: λόγω των ομοιοτήτων που αναδεικνύει με το σήμερα η περιγραφή του! Αναφέρει λοιπόν ο Κέινς: «Γύρω από την Γερμανία, σαν κεντρικό υποστύλωμα, συναθροίστηκε το υπόλοιπο του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος και από την ευημερία και την επιχειρηματικότητα της Γερμανίας, εξαρτιόταν κυρίως η ευημερία των υπόλοιπων της ηπείρου. Ο αυξανόμενος βηματισμός της Γερμανίας έδωσε στους γείτονές της μια διέξοδο για τα προϊόντα τους, σε αντάλλαγμα για την οποία η επιχειρηματικότητα του Γερμανού εμπόρου τους εφοδίαζε για τις βασικές ανάγκες σε χαμηλή τιμή. Τα στατιστικά στοιχεία για την οικονομική αλληλεξάρτηση της Γερμανίας και των γειτόνων της είναι συντριπτικά»! Συντριπτική επίσης είναι ακόμη μία πληροφορία που ξεχνιέται απ’ όσους εμφανίζουν την σημερινή ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και το κοινό νόμισμα ως εγγυητές της ειρήνης: Ό,τι και τότε η Ευρώπη είχε μια μορφή κοινής αγοράς κι ένα σταθερό νομισματικό σύστημα. Παρόλα αυτά η Γερμανία δεν τιθασεύτηκε!

Αναφέρει ο Κέινς στο ίδιο, το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Η Ευρώπη πριν τον πόλεμο»: «Η παρεμβολή των συνόρων και των δασμών μειώθηκε στο ελάχιστο και όχι πολύ λιγότερο από τρεις εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων ζούσαν εντός των τριών αυτοκρατοριών της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας. Τα διάφορα νομίσματα, τα οποία διατηρούνταν όλα σε μια σταθερή βάση σε σχέση με το χρυσό και αναμεταξύ τους, διευκόλυναν την εύκολη ροή του κεφαλαίου και του εμπορίου σε μια έκταση, την πλήρη αξία της οποίας συνειδητοποιούμε μόνο τώρα που στερούμαστε τα οφέλη της».

Συνεχής των γερμανικών ελίτ

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε πλέον καλύτερα να καταλάβουμε γιατί το Βερολίνο, λες και θέλει να πείσει για την αδιατάρακτη συνέχεια των γερμανικών ελίτ, επιλέγει να σιωπήσει όταν όλη η υπόλοιπη Ευρώπη θα θυμάται με περίσκεψη και συγκίνηση το σφαγείο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Δεν είναι μόνο οι ευθύνες της Γερμανίας στο ξέσπασμά του. Πολύ περισσότερο, το Βερολίνο επιλέγει να σιωπήσει λόγω των ομοιοτήτων που έχει η σημερινή εποχή με το τότε χωρίς φυσικά να υποστηρίζουμε ότι είμαστε στα πρόθυρα ενός νέου πολέμου στη γηραιά ήπειρο. Γίνεται όμως φανερό πως η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας σε βάρος άλλων χωρών δεν εξασφάλισε ούτε ευημερία, ούτε ειρήνη, τότε. Το πλεόνασμα μετατράπηκε σε αιτία δεινών. Ούτε καν μάλιστα στον δικό της πληθυσμό δεν εξασφάλισε ευημερία η Γερμανία που πλήρωσε εξ ίσου βαρύ φόρο αίματος με τον φόρο που πλήρωσαν στρατιώτες και άμαχοι των αμυνόμενων χωρών. Υπ’ αυτό το πρίσμα το Τέταρτο Ράιχ που έχει ξεκάθαρο στόχο να θέσει υπό την κατοχή του χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας όπως η Ελλάδα, αξιοποιώντας την κρίση χρέους, επωμίζεται τεράστια ευθύνη σήμερα που επιλέγει να αποσιωπήσει το θέμα το θέμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου δημοσίως, ενώ εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι με την στάση του, σιωπηρά, εκκολάπτει έναν νέο εθνικισμό που αποτυπώνεται για παράδειγμα στην πλημμυρίδα βιβλίων που κατακλύζουν την γερμανική αγορά με θέμα τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (109 το 2012 και 175 το 2013) σε ένα ιδεολογικό περιβάλλον που η κυρίαρχη απολογητική ιδεολογία σκοτίζει τις αιτίες του πολέμου. Η αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού αποτυπώνεται επίσης και στις δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Όπως για παράδειγμα αυτή που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στερν στα μέσα Ιανουαρίου, βάσει της οποίας μόνο το 19% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η Γερμανία φέρει την βασική ευθύνη για τον πόλεμο, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 58% δηλώνει ότι η ευθύνη ανήκει σε όλους τους εμπλεκόμενους.

            Ας ελπίσουμε η απο-ενοχοποίηση που μεθοδικά καλλιεργεί το Βερολίνο, για δεύτερη φορά μετά την περίοδο του μεσοπολέμου, να μην αποδειχθεί κακός οιωνός για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και τους ίδιους τους Γερμανούς…

Advertisements

Κυβέρνηση της Αριστεράς: Μια τόσο ωραία και άσκημη μέρα;

KYVERNISI-ARISTERAS-400Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου Κυβέρνηση της Αριστεράς – Δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση;

Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις των συγγραφέων που συνεισέφεραν στο βιβλίο Κυβέρνηση της αριστεράς, δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση (εκδ. Τόπος) άπαντες συμφωνούμε ότι το ζητούμενο από μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν είναι η νομή της εξουσίας, ή το κυρίαρχο θέμα όπως την περιγράφει ο Σέξπηρ στο Μάκβεθ. Το ζητούμενο είναι η ουσιαστική βελτίωση των όρων ζωής του λαού. Μιλώντας συγκεκριμένα, θα αναφέρω ενδεικτικά την χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις, την πραγματοποίηση μαζικών προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, με σταθερές μάλιστα σχέσεις εργασίας, για να μειωθεί η ανεργία και την η γενναία επιχορήγηση της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης.

Θα πρόσθετα μάλιστα επιπλέον πως το ζητούμενο πρέπει να είναι η μείωση των ωρών εργασίας, χωρίς μείωση στους μισθούς, η αύξηση του μεριδίου των μισθών σε βάρος των κερδών, ώστε οι εργαζόμενοι να γεύονται όλο και μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου που παράγουν και άλλα πολλά.

Μένοντας μόνο στο πρώτο σύνολο μέτρων είναι οφθαλμοφανές ότι δεν μιλούμε για ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Σοσιαλδημοκρατικό ή κεϋνσιανό θα χαρακτηριζόταν άλλες, πολύ πρόσφατες εποχές.

Προϋπόθεση ωστόσο για να εφαρμοστεί ακόμη κι αυτό το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα είναι να αναιρεθεί στην πράξη η σύγχρονη ορθοδοξία των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Μια κυβέρνηση δηλαδή για να μπορεί να λέγεται τουλάχιστον αντι-νεοφιλελεύθερη ή μεταφιλελεύθερη, κατά την τρέχουσα ορολογία, οφείλει να κάνει κατ’ ελάχιστον ό,τι γινόταν κατά κόρον μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία: να δημιουργεί σταθερά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό ξέροντας πως είναι μια πετυχημένη συνταγή για να αυξηθεί το προϊόν και η απασχόληση.

Αντιθέτως: Αν μια κυβέρνηση δεσμεύεται ότι θα βαδίσει στο δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας τότε θα συνεχίσει να επιχορηγεί τον πολιτισμό με κονδύλια μειωμένα κατά 52% σε σχέση με το 2010, όπως ομολόγησε πρόσφατα δημοσίως ο αρμόδιος υπουργός και την υγεία με κονδύλια μειωμένα κατά 39%. Αν ο σεβασμός στο ακραίο νεοφιλελεύθερο δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών αποτελεί προτεραιότητα για οποιαδήποτε κυβέρνηση (όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ) τότε το δημόσιο θα συνεχίσει να συρρικνώνεται, νέα νοσοκομεία θα κλείσουν και σύντομα θα δούμε να παίρνουν την σειρά τους και πανεπιστήμια.

Για να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο του λαού δεν αρκούν οι διακηρύξεις. Αντίθετα, τέσσερις είναι οι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για να τερματιστεί στην πράξη η λιτότητα:

Πρώτο, δημιουργία ελλειμματικών προϋπολογισμών, που θα δώσουν την πρώτη ώθηση για να ξεπεράσουμε την πρωτοφανή αυτή ύφεση, στο πλαίσιο στήριξης της ενεργούς ζήτησης.

Δεύτερο, έξοδος από το ευρώ, ως ένα πρώτο πλήγμα στην πολιτική της λιτότητας, που θα προσφέρει τα αναγκαία νομισματικά μέσα για την άσκηση επεκτατικής και αναδιανεμητικής πολιτικής. Εντός του ευρώ μόνο ο Ντράγκι κι η Μέρκελ αποφασίζουν για τη νομισματική πολιτική. Ούτε καν η εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση, η οποία ακόμη κι αν έχει την διάθεση θα αναγκαστεί να κινείται εντός των ασφυκτικών ορίων που θέτει η ΕΚΤ.

Τρίτο, έξοδος από την ΕΕ, ώστε, μεταξύ άλλων, να ακυρωθεί το δημοσιονομικό σύμφωνο που ψηφίστηκε το 2013 και απαγορεύει επί ποινή χρηματικού προστίμου την δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Τέλος, η διαγραφή του δημόσιου χρέους. Το ελληνικό δημόσιο χρέος στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του είναι απεχθές. Η πρώτη δανειακή σύμβαση δεν κυρώθηκε από την βουλή κι η δεύτερη βρίθει αντισυνταγματοτήτων και συγκρούσεων με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Μια ελληνική κυβέρνηση μπορεί επίσης να επικαλεστεί δύο επιχειρήματα που προσφέρει το διεθνές δίκαιο: την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και λόγους ανωτέρας βίας και να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος. Δηλαδή, να προχωρήσει άμεσα και μονομερώς στην παύση πληρωμών, χωρίς καμία συνεννόηση με τους πιστωτές που ευθύνονται για την εκτίναξη του δημόσιου χρέους στα σημερινά του επίπεδα.

Στη βάση των παραπάνω δηλώσεις εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ που εμφανίζουν ως νόμιμο το δημόσιο χρέος ακόμη και σε ποσοστό 95% δεν βοηθούν την αναγκαία λαϊκή πάλη για την ήττα της σημερινής πολιτικής. Ας ελπίσουμε να μην αποδειχθούν και κακοί οιωνοί για την πολιτική που θα ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ σχηματίζοντας την κυβέρνηση της Αριστεράς, παραπέμποντάς μας στην φράση του σεξπηρικού ήρωα, «τόσο ωραία κι άσκημη μέρα δεν ξαναείδα».

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς θα κριθεί από το αν θα ανοίξει δρόμο για την αναγκαία σήμερα, κοινωνική επανάσταση. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς ή θα είναι επαναστατική ή δεν θα είναι αριστερή!

Λογιστικός έλεγχος για την διαγραφή του χρέους (Εφημερίδα των Συντακτών, 27.1.2014)

frΗ Πρωτοβουλία για Συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2011, με σκοπό να διεκδικήσει τον λογιστικό έλεγχο του δημόσιου χρέους, μέσα από την συγκρότηση μιας αντίστοιχης επιτροπής, που θα διευκολύνει, θωρακίζοντας νομικά, την διαγραφή όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτελέσει τον σκοπό της είναι η σχετική επιτροπή να έχει εξοπλιστεί με τις απαραίτητες αρμοδιότητες από την κυβέρνηση, ώστε να μπορεί να έχει πρόσβαση σε δημόσια αρχεία για να ελέγξει ομολογιακές εκδόσεις, κρατικές προμήθειες, συμβάσεις, κ.λπ. Αναγκαίο να τονιστεί ότι κρίσιμο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία της από το κράτος και τους μηχανισμούς του και η λογοδοσία της στην κοινωνία, για να μην καταντήσει κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Κάτι τέτοιο δεν έγινε μέχρι στιγμής για πολιτικούς λόγους, όπως ξέρουμε.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Υποσχεθήκαμε αρχικά να προχωρήσουμε σε δικές μας επεξεργασίες αξιοποιώντας δευτερογενείς πηγές (πχ δημοσιεύματα Τύπου). Έγινε σε ένα περιορισμένο βαθμό. Ενδεικτικά, σε εκδήλωση τον Δεκέμβριο του 2011, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ παρουσιάστηκαν δύο πορίσματα που αφορούσαν την σχέση γερμανικών επανορθώσεων και χρέους κι επίσης τον τρόπο που η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ επηρέασε το δημόσιο χρέος. Σε εξέλιξη είναι κι άλλες έρευνες, όπως για παράδειγμα ο τρόπος που οι ιδιωτικοποιήσεις συνέβαλλαν στην αύξηση του δημόσιου χρέους, αντίθετα με ό,τι επικαλείται ο νεοφιλελευθερισμός.

Εν τω μεταξύ η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους μέσω του PSI+ τον Μάρτιο του 2012 που άλλαξε άρδην το προφίλ με αποτέλεσμα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πλέον να οφείλεται στον Μηχανισμό Στήριξης, όταν παλιά ήταν ομολογιακό, διευκόλυνε την αποκάλυψη του απεχθούς χαρακτήρα του χρέους. Η μη κύρωση από τη βουλή των δύο δανειακών συμβάσεων, κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, και άλλα επιχειρήματα που αναφέρουμε σε σχετικά πρόσφατες ανακοινώσεις μας και υπάρχουν στην ιστοσελίδα (elegr.gr) τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό μας ότι τα δάνεια της Τρόικας μπορούν να χαρακτηριστούν απεχθή, από μια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, εξουσιοδοτημένη φυσικά με σχετικές αρμοδιότητες. Η δουλειά του λογιστικού ελέγχου υπό το πρίσμα της θεμελιώδους αλλαγής της σύνθεσης του χρέους έγινε, επομένως, πιο απλή. (Προς επίρρωση, ακόμη, οι δηλώσεις και η αρθρογραφία κορυφαίων καθηγητών δημοσίου δικαίου για τον αντισυνταγματικό χαρακτήρα των δανειακών συμβάσεων, η σύγκρουσή τους με το διεθνές δίκαιο, κ.λπ.). Αναγκαίο ωστόσο να ειπωθεί ότι κι αυτό το έργο για να έχει νόημα πρέπει να αποκρυσταλλωθεί στο πλαίσιο μιας επιτροπής επιφορτισμένης με αυτό το ρόλο. Κι όχι από μια πρωτοβουλία πολιτών ή στο πλαίσιο αρθρογραφίας και ανακοινώσεων, όπως έχει ήδη γίνει, προφανώς ανολοκλήρωτα.

Επιπλέον, τα προηγούμενα χρόνια η Πρωτοβουλία για τη Συγκρότηση Επιτροπής Ελέγχου προχώρησε σε πολλές δημόσιες εκδηλώσεις που στόχο είχαν να στηριχθούν οι κοινωνικοί αγώνες ενάντια στα Μνημόνια και το χρέος. Αναφέρω ενδεικτικά τον κύκλο εκδηλώσεων Κοινωνία υπό Κατασκευή Ι και ΙΙ (χειμώνας – άνοιξη 2012 και 2013) και Κοινωνία υπό κατασκευή ΙΙΙ που ήδη έχει ξεκινήσει, με την Εφημερίδα των Συντακτών να περιλαμβάνεται στους χορηγούς επικοινωνίας, όπως και πέρυσι.

Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε ότι τα όσα κάναμε είναι αναντίστοιχα της πρόκλησης που δεχθήκαμε ως κοινωνία και λίγα για να αποκαλυφθεί ο απεχθής χαρακτήρας του δημόσιου χρέους, έτσι ώστε να μην πληρωθεί. Τουλάχιστον όμως συμβάλαμε στην απονομιμοποίησή του, κάνοντας γνωστό στην κοινωνία και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο τον πιο εύκολο τρόπο για να διαγραφεί το χρέος και να μην ζήσουμε σαν δούλοι!

ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΒΟΥΛΗΣ: Ασφυκτικό πλαίσιο λιτότητας επιβάλλει η ΕΕ (Πριν, 26.1.2014)

ftwxeiaΟι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν σηματοδοτούν μόνο την συνέχιση της λιτότητας αλλά και μια ταξική πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου!

Από το 2014 βρισκόμαστε σε μια διαφορετική ΕΕ και ευρωζώνη! Η συγκεκριμένη φράση προέρχεται από την τελευταία έκθεση του γραφείου Προϋπολογισμού του κράτους, με τίτλο «Η νέα οικονομική διακυβέρνηση στη ζώνη του ευρώ και η Ελλάδα. Οι μηχανισμοί εποπτείας και αλληλεγγύης υπό όρους μετά το Μνημόνιο». Η φράση για «μια διαφορετική ΕΕ και ευρωζώνη» δεν υποκρύπτει καμία υπερβολή, πολύ περισσότερο επειδή συμπληρώνεται από την ακόλουθη επεξήγηση: «δηλαδή σε μια νέα κατάσταση συλλογικής εποπτείας»!

Το πλαίσιο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής αλλάζει τόσο δραματικά από την αρχή του χρόνου, κατ’ εφαρμογή των όσων έχουν ψηφιστεί τα τελευταία χρόνια, που αποκλείεται κάθε δυνατότητα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής, αν δεν αμφισβητηθεί έμπρακτα, μαχητικά και δημόσια αυτό το πλαίσιο. Μάλιστα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το γραφείο Προϋπολογισμού, μόνο και μόνο για να προετοιμάσει και να επιβάλει την απαρέγκλιτη εφαρμογή αυτής της πολιτικής, ανοίγει μια συζήτηση στην Ελλάδα που όλα τα μεγάλα κόμματα υποβαθμίζουν, λες κι αυτή η πραγματικότητα δεν μας αφορά. Συγκεκριμένα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αποφεύγουν να εξηγήσουν στον λαό τι έχουν ψηφίσει για να μην επωμιστούν και το κόστος των επιλογών τους. Επίσης για να μην θρυμματιστεί η βιτρίνα των υποσχέσεων τους για έξοδο από την κρίση. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδιασμένα παρακάμπτει τη σχετική συζήτηση γιατί τότε θα φανούν τα όρια εντός των οποίων θα κινηθεί η κυβέρνησή του που τείνουν στην επιβολή μιας άγριας πολιτικής λιτότητας ακόμη κι αν, υποθετικά μιλώντας, τελείωναν τα μνημόνια. Παρόλα αυτά συσκοτίζει την αλήθεια, επιλέγοντας να μη θιγούν οι αυταπάτες που καλλιέργησε επί δεκαετίες και συνεχίζει να καλλιεργεί για την ΕΕ ως κοινό σπίτι των λαών. Κι ας έχει μετατραπεί σε κρεματόριο…

Αποφεύγουν επίσης τη συζήτηση για την πολιτική λιτότητας που επιβάλει πλέον η ΕΕ, για έναν ακόμη λόγο: Επειδή η Μέρκελ, υπό μία έννοια, τις δικές τους οδηγίες ακολούθησε επιβάλλοντας την ψήφιση των αντιλαϊκών μέτρων που αναλύει το γραφείο Προϋπολογισμού. «Περισσότερη Ευρώπη» ζητούσαν με μια φωνή από το 2010 ακόμη, όταν η Μέρκελ επέβαλε τους συγκεκριμένους όρους «διάσωσης» της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, κ.λπ. Τώρα, πρέπει να πληρώσουμε τον λογαριασμό για την περισσότερη Ευρώπη η οποία προφανώς δεν θα είχε τα χρώματα της αντίστασης στους Ναζί, αλλά τα μελανά χρώματα του δοσιλογισμού και της συνεργασίας με το Ράιχ. Αυτή την Ευρώπη αναγνωρίζουν οι ολιγαρχίες της Ευρώπης, εδώ κι έναν αιώνα, αυτήν εφαρμόζουν. Αλίμονο σε όποιους περίμεναν κάτι καλύτερο…

Από την πρώτη κιόλας σελίδα της έκθεσης, οι συντάκτες της διαλύουν τις αυταπάτες που καλλιεργούνται για την δυνατότητα αλλαγής της πολιτικής της ΕΕ. «Η Ελλάδα είναι αυτό που στη θεωρία θα ονομάζαμε regime taker. Αυτό σημαίνει ότι ναι μεν συμμετέχει στις διαδικασίες που καταλήγουν σε νέους κανόνες συνεργασίας ή αλλάζουν τους προηγούμενους, αλλά μόνη της δεν είναι σε θέση να ασκήσει σημαντική επιρροή». Κατ’ επέκταση στερούνται περιεχομένου δηλώσεις όπως αυτές που γίνονται κατά συρροήν από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ότι το κόμμα τους θα αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Ξεπερνάει τις δυνατότητές τους…

Η θωράκιση της πολιτικής λιτότητας επιτεύχθηκε μέσω των νέων κανόνων οι οποίοι θεσπίστηκαν τα τελευταία χρόνια, που στο σύνολό τους επιβάλλουν ακόμη πιο ανεξίτηλα την γερμανική σφραγίδα στις διαδικασίες ενοποίησης της ΕΕ. Πρόκειται συγκεκριμένα για την διαδικασία της αντίστροφης πλειοψηφίας. Στο πλαίσιο της, οι κυρώσεις στα δημοσιονομικά απείθαρχα μέλη θα επιβάλλονται αυτόματα και η άρση τους ή η μη επιβολή τους θα είναι δυνατή μόνο αν το αποφασίζει η πλειοψηφία των υπουργών Οικονομικών. Στην πραγματικότητα λοιπόν έχει αντιστραφεί η διαδικασία, καθώς μέχρι τώρα αυτό που απαιτούταν ήταν ο σχηματισμός πλειοψηφίας για την επιβολή κυρώσεων. Βλέποντας ωστόσο η Γερμανία την δυστοκία ή το πολιτικό κόστος που επέσειε το προηγούμενο μοντέλο το κατάργησε, χαρακτηρίζοντάς το αναποτελεσματικό, και οδηγώντας στο εξής στο δημοσιονομικό Νταχάου κάθε κράτος-μέλος με ελλειμματικό προϋπολογισμό, χωρίς καν να περάσει από δίκη. Όπως συνέβαινε κι επί Τρίτου Ράιχ. Ποτέ δεν αλλάζεις μια επιτυχημένη και αποτελεσματική συνταγή…

Το νέο σύστημα εποπτείας (μόνο κατ’ όνομα αμοιβαίας) που «γίνεται πιο δεσμευτικό και συνδυάζεται με αυστηρότερες κυρώσεις και ευκολότερες διαδικασίες επιβολής τους» ορίζεται από τις εξής, έξι συντεταγμένες: Πρώτο, τη δέσμη των έξι οδηγιών που τροποποίησαν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Δεύτερο, τους μηχανισμούς στήριξης: Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοδοτικής Σταθερότητας και Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, που αποτελούν το ευρωπαϊκό ΔΝΤ. Τρίτο, το δημοσιονομικό σύμφωνο. Τέταρτο, το σύμφωνο για το ευρώ-συν, που αυξάνει την εποπτεία. Πέμπτο, το πακέτο των δύο μεταρρυθμίσεων που ενισχύει την κεντρική εποπτεία των εθνικών προϋπολογισμών και τέλος, είναι η τροποποίηση των κανονισμών των διαρθρωτικών ταμείων ώστε να υπηρετούν την πολιτική της λιτότητας.

Ο πρώτος και απαράβατος κανόνας που εισάγεται σχετίζεται με τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό. Η εξίσωση των δαπανών με τα έσοδα σε όλη την κλίμακα της δημόσιας διοίκησης, ο «χρυσός κανόνας» της εποχής μας, έρχεται να εσωτερικεύσει στο εξής τους σιδερένιους νόμους της λιτότητας, σηματοδοτώντας την απόλυτη υποταγή στις υποδείξεις όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και του κεφαλαίου. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί δεν ισοδυναμούν με έναν υποτιθέμενο κύκλο ενάρετης δημοσιονομικής διαχείρισης μακριά από τις υπερβολές του παρελθόντος, όπως λέγεται από δεξιά και αριστερά (με τον Γ. Δραγασάκη να έχει αναγορευτεί σε διαπρύσιο υποστηρικτή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών). Ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί σημαίνει κατάργηση κοινωνικών παροχών, ακρωτηριασμός κοινωνικών κονδυλίων και απολύσεις, έτσι ώστε οι δημόσιοι πόροι να κατευθύνονται στο κεφάλαιο και την διευκόλυνση της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί επομένως δεν σηματοδοτούν μόνο λιτότητα, αλλά και την εφαρμογή μιας ταξικής πολιτικής προς όφελος του κεφαλαίου.

Ανυπολόγιστες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική ευημερία θα έχει επίσης και η δέσμευση όσων κρατών μελών έχουν λόγο χρέους προς ΑΕΠ άνω του 60% να μειώνουν το υπερβάλλον χρέος κατά 1/20 κάθε έτος. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να διοχετεύει κάθε χρόνο στην μείωση του χρέους (δηλαδή στους λύκους της Γουόλ Στριτ και τους φίλους τους) 10,5 δισ. ευρώ! Το κονδύλι αυτό είναι διπλάσιο, με βάση τις προβλέψεις του προϋπολογισμού, των χρημάτων που θα δοθούν στο υπουργείο Παιδείας κι επίσης είναι διπλάσιο των χρημάτων που απορροφά το υπουργείο Υγείας. Άρα, εντός της ΕΕ η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει μέσα σε ένα χρόνο να μηδενίσει τον προϋπολογισμό της υγείας και της παιδείας, αν επιλέξει να σεβαστεί την ένταξή μας στην ΕΕ. Διαφορετικά θα επιβάλλεται πρόστιμο της τάξης του 0,2% του ΑΕΠ ή 366 εκ. ευρώ, δηλαδή όσα σχεδόν παίρνει το υπουργείο Πολιτισμού κάθε χρόνο. Το δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών επομένως μεταφράζεται στο εξής δίλημμα: Ή κάθε χρόνο με δική της απόφαση κάθε κυβέρνηση να ανακοινώνει μηδενικούς προϋπολογισμούς για παιδεία και υγεία ή να μας επιβάλλουν μηδενικούς προϋπολογισμούς στον πολιτισμό.

Αυτό είναι το ακριβές περιεχόμενο της φράσης που υπάρχει στην έκθεση του γραφείου προϋπολογισμού, «η επιλογή αυτή (της παραμονής στην ευρωζώνη) έχει αναμφίβολα υψηλό κόστος». Μόνο που επιμελώς το αποσιωπούν…

Δρακόντειο επιπλέον γίνεται και όλο το πλαίσιο εποπτείας και ελέγχου των κρατικών προϋπολογισμών, όπως θεσμοθετείται στην δαιδαλώδη διαδικασία του «ευρωπαϊκού εξαμήνου». Πρόκειται για μια διαδικασία που παραβιάζει κατάφωρα κάθε κυριαρχικό δικαίωμα, μεταφέροντας το κέντρο λήψης κάθε σημαντικής απόφασης για τις δημόσιες δαπάνες και τα έσοδα εκτός χώρας. Το «ευρωπαϊκό εξάμηνο» θα αρχίζει κάθε χρόνο τον Ιανουάριο όταν η επιτροπή θα δημοσιεύει την έκθεση για την ετήσια ανάπτυξη και μετά από ένα συνεχές «πήγαινε – έλα» των στοιχείων μεταξύ Βρυξελλών και εθνικών κρατών θα δημοσιεύεται τελικά αυτό που θέλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην πράξη έτσι ακόμη και η σύνταξη των κρατικών προϋπολογισμών περνάει σε όργανα που είναι εκτός δημοκρατικής νομιμοποίησης, μακριά από την βούληση και τον έλεγχο των πολιτών κάθε κράτους – μέλους.

Το κάθε άλλο παρά αόρατο χέρι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα παρεμβαίνει συνεχώς επιβάλλοντας περικοπές και αμφισβητώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα μέσω επίσης του θεσμού της ενισχυμένης εποπτείας. Προβλέπεται συγκεκριμένα στον κανονισμό υπ. αρ. 472/2013 και ειδικότερα στο άρθρο 14 ότι «τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Αναφέρεται επίσης ότι «το συμβούλιο, μετά από πρόταση της επιτροπής, μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια της άσκησης εποπτείας μετά το πρόγραμμα σε περίπτωση που εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος για την δημοσιονομική βιωσιμότητα του οικείου κράτους μέλους. Η πρόταση της Επιτροπής θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να την απορρίψει μέσα σε 10 μέρες από την έγκρισή της από την Επιτροπή».

Εν κατακλείδι, η παραμονή στην ευρωζώνη και την ΕΕ συνεπάγεται μνημόνια και εξοντωτική λιτότητα για πάντα και την διαιώνιση των όσων ζούμε την τελευταία 4ετία. Πλέον, κανείς δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια των όρων του παιχνιδιού… 

Ιρλανδία: Επιτυχία με χρέος 124% και έλλειμμα 7,4%! (Επίκαιρα 16-22/1/2014)

An Irish flag flies next to an EU flag in Brussels Η πρώτη φορά ήταν επί πρωθυπουργίας Κ. Σημίτη όταν η Ελλάδα καλούταν να ακολουθήσει το παράδειγμα του «κέλτικου τίγρη», μειώνοντας την φορολογία των επιχειρήσεων, για να εισέλθει ανεπιστρεπτί(!) στον θαυμαστό κόσμο των εξαγωγικών και αναπτυξιακών του επιδόσεων. Η δεύτερη φορά ήταν όταν η Ελλάδα βυθιζόταν στην κόλαση της ευρω-λιτότητας που οδήγησε τελικά στα Μνημόνια. Τότε, τον Δεκέμβρη του 2009 ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, καλούσε από το βήμα του ευρω-κοινοβουλίου την Ελλάδα να κάνει ότι έκανε κι η Ιρλανδία για να ξεπεράσει την κρίση. Κι ερχόμαστε τώρα, για τρίτη φορά, με αφορμή την επιτυχημένη ομολογιακή έκδοση του Δουβλίνου που ακούμε το ίδιο κάλεσμα: «κάνε το όπως η Ιρλανδία», χωρίς εν τω μεταξύ να απαντηθεί το απλό ερώτημα: αν η Ιρλανδία ήταν τόσο επιτυχημένη, τότε γιατί χρεοκόπησε; Προσπερνώντας αυτό το ερώτημα η υπερπροβολή της Ιρλανδίας έρχεται να υπονοήσει πως τα μνημόνια ήταν μια παρένθεση που κλείνει, υπάρχει φως στο τούνελ, και λίαν συντόμως όλα ή σχεδόν όλα θα είναι όπως παλιά... Τίποτε απ' όλα αυτά όμως δεν ισχύει!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ
Αφορμή για να μπορεί η Τρόικα να καυχιέται ό,τι δεν αφήνει μόνο δάκρυα και πόνο στο πέρασμά της αποτέλεσε η έξοδος της Ιρλανδίας στις αγορές, όπως συντελέστηκε με την επιτυχημένη έκδοση ομολόγων. Τα σχετικά χαμηλά επιτόκια με τα οποία δανείστηκε το Δουβλίνο, ύψους 3,75% όταν δύο χρόνια πριν, στο αποκορύφωμα της κρίσης είχαν αγγίξει το 14,6%, αναμφισβήτητα σηματοδοτούν μια επιτυχία, παρότι κανείς μέχρι στιγμής δεν έχει αποδείξει την σκοπιμότητα της επιστροφής στις διεθνείς αγορές για την κάλυψη των δανειακών αναγκών των κυβερνήσεων, όταν το πλέγμα συμφερόντων που τις συγκροτεί είχε τεράστιες ευθύνες, λόγω σύγκρουσης συμφέροντος, στην δημιουργία και την όξυνση της κρίσης την κρίσιμη διετία 2010-2011. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ακόμη και τώρα χωρίς απάντηση: Γιατί τα κράτη, μαθαίνοντας από τα λάθη τους, να μη ζητήσουν μέσω του εσωτερικού δανεισμού από τις εγχώριες αγορές να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες τους και πρέπει να στρέφονται στους εμπόρους του χρήματος, που βαρύνονται με εγκληματικές ευθύνες για όσα έγιναν στην Ευρώπη την προηγούμενη 5ετία; 

Πουλάνε καλές ειδήσεις 

Επιστρέφοντας στην Ιρλανδία, η πετυχημένη ομολογιακή έκδοση, που τυπικά τερμάτισε την περίοδο κατά την οποία η χώρα του Τζέιμς Τζόυς είχε αποκλειστεί από τις αγορές κι εξαρτιόταν από τον μηχανισμό διάσωσης για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της, έδωσε τροφή για μια σειρά αισιόδοξων προβλέψεων που ως κατάληξη είχαν το τέλος της κρίσης. Το κλίμα της ευφορίας που καλλιεργήθηκε ακόμη κι από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, διέκοψε απότομα ο ίδιος ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, που στις 9 Ιανουαρίου ξεκαθάρισε ότι είναι πολύ νωρίς για να ανακοινώσουμε την έξοδο από την κρίση. Το ίδιο ακριβώς είχε τονίσει κι η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, πριν δύο εβδομάδες, στρεφόμενη στην από δω μεριά του Ατλαντικού και κόβοντας απότομα έτσι την σχετική συζήτηση. Η κρίση στην ευρωζώνη επομένως εξακολουθεί να είναι εδώ.  Η κρίση εξακολουθεί να είναι παρούσα όμως κι εκεί ...στην Ιρλανδία, έστω κι αν μπόρεσε να δανειστεί με χαμηλά επιτόκια. Το δείχνει η ανησυχητική πορεία θεμελιωδών οικονομικών στοιχείων (δημόσιο χρέος για παράδειγμα στο 124,4% του ΑΕΠ για το 2013 και δημοσιονομικό έλλειμμα ύψους 7,4%) που δεν εμπνέουν καμία αισιοδοξία. Η αντίφαση μεταξύ αυτής της πραγματικότητας και του εορταστικού κλίματος δεν έμεινε ασχολίαστη από τους Φαϊνάσιαλ Τάιμς οι οποίοι στις 15 Δεκεμβρίου φιλοξενούσαν δήλωση επικεφαλής θινκ τανκ που κατέληγε πως οι εξελίξεις στην Ιρλανδία «είναι ένα ακόμη παράδειγμα για τον πως οι μακροχρόνιες πολιτικές υπονομεύουν τα ουσιώδη οικονομικά της ευρωζώνης. Οι διαμορφωτές πολιτικής αναγνωρίζουν ότι τα θεμελιώδη μεγέθη συνεχίζουν να είναι σε κρίσιμη κατάσταση, ανάλογοι προβληματισμοί όμως μπήκαν σε δεύτερη μοίρα δεδομένης της πολιτικής ανάγκης να πουλήσουν καλές ειδήσεις». Η ίδια δε η εφημερίδα συνέχιζε με τα εξής: «Η έλλειψη συζήτησης αντανακλά την σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία της ΕΕ να πουλήσει την Ιρλανδία σαν ένα επιτυχημένο παράδειγμα και τις ανησυχίες των τεχνοκρατών για την οικονομική υγεία του Δουβλίνου». 

Ακόμη κινδυνεύουν οι τράπεζες 

Η ανησυχία ωστόσο δεν προέρχεται μόνο από την κακή κατάσταση των μακροοικονομικών στοιχείων. Κι οι τράπεζες ακόμη βρίσκονται στην ίδια θλιβερή κατάσταση, «αποτελώντας μια σημαντική απειλή για την ευρύτερη οικονομική ανάκαμψη», όπως τόνιζε η βρετανική εφημερίδα στις 15 Δεκεμβρίου. «Οι δύο μεγαλύτεροι δανειστές Bank of Ireland και Allied Irish Banks ακόμη μάχονται να πείσουν ότι είναι χρηματοοικονομικά υγιείς. Καθώς οι αναλυτές λένε ότι οι δύο τράπεζες έχουν κάνει σημαντική πρόοδο επαναφέροντας τους κατεστραμμένους τους ισολογισμούς μετά την διάσωσή τους το Νοέμβριο του 2010, κι οι δύο αναμένεται να εμφανίσουν ζημιές αυτό το χρόνο, ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην ήδη επισφαλή κεφαλαιακή τους θέση».  Η δεινή οικονομική θέση των ιρλανδικών τραπεζών (όπως φαίνεται μεταξύ άλλων κι από την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν φτάσει στο 25%), αποτελεί σκάνδαλο και κορυφαία αποτυχία της Τρόικας δεδομένου ότι η διάσωση της Ιρλανδίας ήταν αποδεδειγμένα πλέον το προκάλυμμα κι επί της ουσίας επρόκειτο για μια επιχείρηση διάσωσης των τραπεζών. Όχι της Ιρλανδίας. Όπως άλλωστε κι η χρεοκοπία της Ιρλανδίας, χρεοκοπία των τραπεζών ήταν πριν απ' όλα και μετατράπηκε στη συνέχεια σε χρεοκοπία του κράτους όταν η κυβέρνηση ανέλαβε να σώσει τις τράπεζες με δημόσιο χρήμα. Το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 44,2% (όταν ο μέσος όρος του χρέους στην ευρωζώνη έφτανε το 70,1%!), το 2009 ανήλθε σε 64,8%, το 2010 σε 92,1%, το 2011 σε 106,4% και το 2012 σχεδόν τριπλασιάστηκε φτάνοντας το 117,6%. Φαίνεται δηλαδή πεντακάθαρα πως η Ιρλανδία έχαιρε άκρας δημοσιονομικής υγείας μέχρι που ανέλαβε να σώσει τις τράπεζες. Οι τράπεζες ωστόσο μπορεί να μην χρεοκόπησαν, αλλά ούτε και σώθηκαν.  

Φτώχεια, ανεργία, πείνα, μετανάστευση  

Από την άλλη μεριά όμως ο ιρλανδικός λαός μάτωσε, καθώς από το 2008 στις τράπεζες κατευθύνθηκαν πολύ περισσότερα χρήματα απ' ότι εισέρρευσαν στη χώρα μέσω του μηχανισμού διάσωσης που διαχειρίστηκε 67,5 δισ. ευρώ. Απ' αυτά μάλιστα τα χρήματα τα 40,2 δισ. ήρθαν από ευρωπαϊκές πηγές (17,7 από τον EFSF και 22,5 από τον EFSM), τα 22,5 από το ΔΝΤ, 4,8 δισ. ευρώ από διμερή δάνεια (Αγγλία, Δανία, Σουηδία), ενώ 17,5 δισ. ευρώ προήλθαν από το ασφαλιστικό σύστημα της Ιρλανδίας (NPRF) κι από αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας. Επί της ουσίας δηλαδή οι Ιρλανδοί έχασαν τις συντάξεις και τις ασφαλιστικές παροχές τους για να σωθούν οι τράπεζες. Έχασαν επιπλέον κι άλλα. Για παράδειγμα, τα επιδόματα ανεργίας των νέων μειώθηκαν στο μισό, ο ΦΠΑ αυξήθηκε στο 23%, τα επιδόματα για τα παιδιά μειώθηκαν σημαντικά, ο ένας στους τρεις, με βάση ευρωπαϊκές στατιστικές, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ο ένας στους δέκα υποφέρει από πείνα, κι η ανεργία παραμένει στο 13%. Ποσοστό που μπορεί να φαίνεται μικρό σε σχέση με τις ελληνικές επιδόσεις, δεν παύει όμως να είναι ασήμαντα μικρότερο από το ρεκόρ του 2011 και 2012 (15%) και σημαντικά μεγαλύτερο, σχεδόν διπλάσιο, από το επίπεδο της ανεργίας πριν την κρίση (7% το 2009). Η κρίση δεν επηρέασε επίσης όλους τους Ιρλανδούς το ίδιο. Ενώ το διαθέσιμο εισόδημα του φτωχότερου 10% μειώθηκε κατά 26% μέσα μόλις σε ένα χρόνο, τον ίδιο αυτό χρόνο το εισόδημα του πλουσιότερου 10% αυξήθηκε κατά 8%. Η κρίση επομένως, μέσω των εξοντωτικών προγραμμάτων λιτότητας, έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, ενώ ανάγκασε και 300.000 νέους μέσα σε 4 χρόνια να μεταναστεύσουν.  Επομένως χρειάζεται πολύ θράσος για να χαρακτηρίσει κάποιος την Ιρλανδία πετυχημένο παράδειγμα. Εκτός κι αν ο στόχος ήταν εξ αρχής η εξαθλίωση των πολλών κι ο περαιτέρω, προκλητικός πλουτισμός των λίγων. Τότε ναι, η Ιρλανδία αποτελεί επιτυχία...