Home » 2013 » June

Monthly Archives: June 2013

Συζήτηση για την κυβέρνηση της Αριστεράς (περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ.9)

ms9cover350Ο κίνδυνος σήμερα αφορά τη συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

ΕΡ.: Τον Ιούνιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε οριακά να αναδειχτεί πρώτο κόμμα, σήμερα όμως είναι διάχυτη η εντύπωση ότι θα υπερισχύσει στις επόμενες εκλογές και θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για τον απλό κόσμο που πλήττεται από την κρίση αυτό αποτελεί μια ελπίδα και ένα βήμα εμπρός. Ποιοι όμως είναι οι όροι ώστε αυτό το βήμα να μη μείνει μετέωρο και να οδηγήσει σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές;

ΑΠ.: Η υλοποίηση ουσιαστικών ριζοσπαστικών αλλαγών θα εξαρτηθεί από τα βήματα που θα επιτευχθούν στον πυρήνα της Πολιτικής που είναι η οργάνωση του λαού σε αυτοτελή όργανα (ανταγωνιστικά με το κράτος και την αστική πολιτική) και η αναγέννηση του εργατικού κινήματος.

Η ιστορική εμπειρία προσφέρει πλούσια εμπειρία. Μετά την μετάλλαξη της αστικής τάξης σε αντιδραστική –στο τέλος της μεγάλης ύφεσης του 1873-95– η Αριστερά, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και η απειλή κινήματος απέσπασαν μέτρα που βελτίωσαν αποφασιστικά τις συνθήκες ζωής. Η νίκη τους επισφραγίστηκε με 25%-36% αυξήσεις στους μισθούς σε Γαλλία, Μ. Βρετανία, Γερμανία, μείωση των ωρών εργασίας σε αυτές τις χώρες και στις ΗΠΑ, ψήφιση νόμων (χωρίς προηγούμενο) που διευκόλυναν τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος, μείωναν το χρόνο εργασίας, εξασφάλιζαν σύνταξη, εβδομαδιαία αργία, υγιεινή και ασφάλεια, κ.ά.

Στην εξέλιξη της κρίσης δημιουργήθηκαν επαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά –τότε– εργατικά κόμματα και παράλληλα συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, σωματεία αλληλεγγύης. Πραγματοποιήθηκαν ιστορικές διαδηλώσεις, ματωβαμένες απεργίες ενώ στους κύκλους των πρωτοποριών επικρατούσε η πεποίθηση πως η επανάσταση ήταν προ των πυλών.

Η Αριστερά, ενωμένη με το σκοπό της, την κοινωνία της εργατικής χειραφέτησης και την επανάσταση, εμπνέει και εμπνέεται από το εργατικό κίνημα, αλληλεπιδρά στην εσωτερική δυναμική του, αλλάζει τους συσχετισμούς δίχως εντούτοις να φτάνει την επανάσταση. Αυτή όμως η εσωτερική δυναμική του κινήματος, ο καινούργιος συσχετισμός δυνάμεων, σε συνδυασμό με τις τολμηρές, καινοτόμες αλλαγές στην πολιτική και θεωρία της Αριστεράς, τους επαναστατικούς εργατικούς, συνδικαλιστικούς αγώνες, αυτές οι τάσεις στην αλληλοδιαπλοκή τους, οδηγούν τις εξελίξεις στο εργατικό κίνημα. Αυτή η δυναμική, με πρωτεύουσα την επαγγελία και πράξη της κοινωνικής απελευθέρωσης, είναι το υπουργείο των υπουργείων, ο εργατικός νομοθέτης που αναγκάζει στην αποτύπωση σε νόμους υπέρ των κολασμένων της γης.

Η δεύτερη ιστορική περίοδος που αποσπώνται ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές συμπίπτει με την έξοδο από την κρίση του 1929, το 1945 και μετά. Η κρίση του 1929 βρίσκει την Αριστερά και το εργατικό κίνημα να σφραγίζονται από την αίγλη της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης και ταυτόχρονα από τα όρια του πρώιμου εκφυλισμού της και περιθωριοποίησης των προλεταριακών στοιχείων ήδη στη δεκαετία του ’20, καθώς και της ήττας της γερμανικής και ουγγαρέζικης επανάστασης. Η Αριστερά αυτή την περίοδο αντί των τολμηρών και καινοτόμων προσεγγίσεων «κουρνιάζει στο προϋπάρχον», καθηλώνεται και απομονώνεται στη λογική του «σοσιαλφασισμού». Σε συνδυασμό με την ιστορικής σημασίας ήττα της αμερικανικής εργατικής τάξης το 1922-25, το κίνημα, παρά τις ηρωικές του εξάρσεις, αδυνατεί να αναχαιτίσει την επερχόμενη λαίλαπα του φασισμού που τρέφεται από την κρίση και αποτελεί αστική πολιτική εξόδου από αυτήν. Τα κομμουνιστικά κόμματα υποχωρούν και μόνο μετά τη «μισή στροφή» του 1935-37, την πολιτική των αντιφασιστικών μετώπων, ανακτούν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά τη δυναμική τους, η οποία όμως συμπυκνώνεται και περιορίζεται στους πολιτικούς στόχους «αναγέννηση της αστικής δημοκρατίας, περιορισμός των μονοπωλίων, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή δημοκρατία» που καθορίστηκαν στο ιστορικής σημασίας 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ωστόσο, η δυναμική του αντιφασιστικού κινήματος και το κύρος των αγωνιζόμενων, η ανατροφοδότηση της εσωτερικής «ανεξέλεγκτης» δυναμικής του από την αίγλη της πρόσφατης τότε νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης, προσδίδει το δικό της περιεχόμενο στη «λαϊκή δημοκρατία». Ξεπερνά επομένως στην πράξη τους περιορισμένους στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων, που έχουν ανεβασμένο κύρος. Και τελικά δημιουργείται ένας τέτοιος μεταπολεμικός πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, που αναγκάζει την αστική τάξη να διαχειρισθεί πολιτικά το οικονομικό ζήτημα με τη θέσπιση του κράτους πρόνοιας. Οι κοινωνικές παροχές του 1947-85, έγιναν εφικτές στη βάση των αλμάτων που κατέγραψε η παραγωγικότητα της εργασίας, και στην ουσία ήταν κατακτήσεις του κινήματος που υπήρχε και κυρίως του κινήματος που μπορούσε να υπάρξει, της δυναμικής που φώλιαζε εντός του. Αυτές οι κατακτήσεις αρχίζουν να ξηλώνονται από το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Με βάση την ιστορική εμπειρία μπορούμε συμπερασματικά να υποστηρίξουμε πως όπου οι εργατικοί αγώνες ξεπερνούν τον επετειακό, θεσμικό τους χαρακτήρα, μόνο τότε η αστική τάξη αναγκάζεται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες παραχωρήσεις (διαρκώς διαφιλονικούμενες), οι οποίες όχι μόνο δεν σταματούν την ταξική πάλη, αλλά αντίθετα τη βαθαίνουν και δημιουργούν ρήγματα. Προϊόν αυτών των ρηγμάτων είναι οι ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές που μπορούν να κατακτηθούν σήμερα.

ΕΡ.: Ας επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των όρων. Ένα πρώτο θέμα είναι ότι για να σχηματιστεί η κυβέρνηση της Αριστεράς θα χρειαστεί λογικά τη στήριξη και κάποιων άλλων δυνάμεων εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές, με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ;

ΑΠ.: Η απάντηση έχει δοθεί με καθαρό τρόπο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι αλλεπάλληλες αναφορές στην (διαταξική, πανεθνικής αναφοράς) «κυβέρνηση σωτηρίας», οι επίσημες επαφές κορυφής με τους Ανεξάρτητους Έλληνες και η απροθυμία να αποκλειστεί μια κυβέρνηση συνεργασίας με την ΔΗΜΑΡ περιγράφουν από τώρα τη σύνθεση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως όμως προδιαγράφουν μια δυναμική συνέχειας κι όχι ρήξης που αποκλείει εκ των προτέρων τις ήττες της αστικής πολιτικής που είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο, διαψεύδοντας έτσι τις προσδοκίες των ψηφοφόρων και οπαδών του κόμματος. Η εκλογική καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το τίμημα αυτών των επιλογών.

ΕΡ.: Υπάρχει βέβαια το καίριο ζήτημα των κοινωνικών όρων επιτυχίας μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι μίνιμουμ αναγκαίοι μετασχηματισμοί ώστε να μην καταλήξει σε απλή κυβερνητική εναλλαγή; Αναφερόμαστε σε όλα τα πεδία, οικονομία, κράτος, νομοθεσία, κοινωνία. Και πάντα με δεδομένο ότι η κοινωνική αποδιάρθρωση επιδεινώνεται δραματικά, επομένως δεν αρκούν κάποιες οριακές αλλαγές…

ΑΠ.: Το πρώτα μέτρα που θα έπρεπε να εφαρμόσει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρονται στο κοινωνικό ζήτημα και θα χρειαστεί να στραφούν σε δύο κατευθύνσεις: Πρώτο, την ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας με εθνικοποιήσεις στους τομείς της πίστης, παιδείας, υγείας, κοινωνικής ασφάλισης, μέσων μαζικής μεταφοράς, υποδομών (ενέργεια, νερό, λιμάνια, αεροδρόμια κ.ά.) και άλλων στρατηγικής σημασίας κλάδων, και δεύτερο, τη γενναία στήριξη των λαϊκών εισοδημάτων με χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας κ.ά. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής προέχει η ανάγκη μιας γενναίας φορολογικής μεταρρύθμισης με αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου, δραστική μείωση της έμμεσης φορολογίας κ.λπ. Πρόκειται για μέτρα που βρίσκονται στον αντίποδα της σύγχρονης αστικής στρατηγικής και ακυρώνουν τα Μνημόνια στην πράξη. Η μονομερής καταγγελία τους ωστόσο όπως και των δανειακών συμβάσεων, με μια απλή ψηφοφορία στη Βουλή, οφείλει να αποτελεί την πρώτη πράξη μιας πολιτικής που διατείνεται ότι αμφισβητεί την πολιτική της λιτότητας.

Σε πολιτικό επίπεδο ξεχωρίζουν μέτρα διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων (χωρίς ωστόσο ποτέ να παραβλέπεται ο περιορισμένος χαρακτήρας που έχουν οι σχετικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο της μη αντιστρεπτής αυταρχικής μετάλλαξης της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας), εξόδου της χώρας από το ΝΑΤΟ, κλπ.

ΕΡ.: Η πολιτική των μνημονίων είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αφού χωρίς την ανατροπή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αναδιαπραγμάτευση, παύση πληρωμών, μέσα ή έξω από το ευρώ, μονομερείς ή μη ενέργειες, έχουν γίνει καθημερινές έννοιες. Ωστόσο, η συζήτηση διεξάγεται συχνά από μια στατική αφετηρία. Ας επιχειρήσουμε μια διαφορετική τοποθέτηση: πότε, σε ποιες συνθήκες, με ποιους όρους μπορεί να συμβεί το ένα και πότε θα γίνει απαραίτητο το άλλο;

ΑΠ.: Κανένα από τα παραπάνω μέτρα οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν προηγηθούν δύο άλλοι όροι: Πρώτον, παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους. Η μονομερής διακοπή πληρωμών του δημόσιου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος στη συνέχεια που θα θωρακίσει την άρνηση πληρωμών, θα παράσχει τους αναγκαίους πόρους για την άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής. Ο δεύτερος όρος είναι η ανάκτηση του ελέγχου στη νομισματική πολιτική. Όσο ο έλεγχος της ροής χρήματος βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τόσο θα απειλείται με στραγγαλισμό κάθε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής, που θα κινείται στον αντίποδα της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας (λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, εκχώρηση κρατικής κυριαρχίας στο Τέταρτο Ράιχ).

Παραπέρα, όσο θα βαθαίνει η ρήξη με το κεφάλαιο θα προβάλλει ως αναγκαιότητα η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) γιατί στη σημερινή συγκυρία συμπυκνώνει το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα τα αναγκαία εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ, στο πλαίσιο π.χ. του Δημοσιονομικού Συμφώνου ή της ελεύθερης αγοράς.

ΕΡ.: Σήμερα επίσης γίνεται αρκετή συζήτηση για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση, κ.λπ. Έχει η ως τώρα συζήτηση στην Αριστερά αποσαφηνίσει αυτά τα ζητήματα και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι πιο σημαντικές εκκρεμότητες;

ΑΠ.: Το κενό στην αναγκαία επιστημονική διερεύνηση και τεκμηρίωση των παραπάνω εννοιών είναι πασιφανές και συνιστά εμπόδιο. Μεγαλύτερο ωστόσο εμπόδιο αποτελεί η ελλιπής επιστημονική διερεύνηση του χαρακτήρα της τρέχουσας κρίσης και του σημερινού σταδίου ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, η σε βάθος ανάλυση των ομοιοτήτων και διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις.

Εν γένει, οι κρίσεις είναι ίδιες αφού αποτελούν ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Οι κρίσεις ωστόσο διαφέρουν ουσιαστικά και ποιοτικά μεταξύ τους, καθώς αντανακλούν και επιδρούν στο «δυναμικό ιστορικό τρόπο» ανάπτυξης του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ως γνωστόν δεν έχει τη μορφή μιας απλής εξελικτικής ποσοτικής διαδικασίας. Εξελίσσεται με βαθμίδες, με τομές και άλματα, με φάσεις και στάδια, με σχέσεις ασυνέχειας, μέσα στην εκμεταλλευτική συνέχειά του, έως τη μεγάλη ασυνέχεια του οριστικού κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού του.

Η κρίση που είναι σήμερα σε εξέλιξη συνιστά συνέχεια και ποιοτική αναβάθμιση των ιστορικών αδιεξόδων του καπιταλισμού, συνέχεια, τομή και κορύφωση της προηγούμενης κρίσης των αρχών του 1970. Η βάση των διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις είναι η νέα ποιότητα και ένταση στην αντίθεση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις. Γενικά πάλι, αυτή καθαυτή η ποιοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (π.χ. ηλεκτρισμός, ψηφιακές τεχνολογίες) αλλάζει τον τρόπο και ρυθμό επικοινωνίας και μετακίνησης των ανθρώπων, μεταβάλλει την ταχύτητα μεταφοράς των κεφαλαίων, αλλάζει τη γεωστρατηγική σημασία χωρών, τη ζωή, τη διαχείριση του χρόνου, τους όρους και την οργάνωση της εργασίας.

Ο καπιταλισμός στις προηγούμενες κρίσεις μπόρεσε και αφομοίωσε τις αντίστοιχες παραγωγικές δυνάμεις που η ίδια η αστική τάξη επαναστατικοποιούσε, στη βάση της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας. Κατάφερνε, με λίγα λόγια, και αποκαθιστούσε, με βίαιο τρόπο, την ανισορροπία ανάμεσα στις «επαναστατικοποιημένες» παραγωγικές δυνάμεις και τις περιοριστικές, αντιδραστικές και εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις. Οι ταξικοί συσχετισμοί και η δυναμική τους επέτρεψαν –όπως οι εξελίξεις επαληθεύουν– ώστε οι καπιταλιστές, πρόσκαιρα και σε ένα βαθμό, να μπορούν να εξουδετερώνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια, και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό της από την άλλη.

Αυτή η πρόσκαιρη και ως ένα βαθμό εξουδετέρωση, συντελέστηκε με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις (συνήθως σε βιομηχανίες έντασης εργασίας) για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών σε ανάλογες περιοχές του κόσμου (Κίνα, Μεξικό κλπ.). Με την αναγκαστική τελικά προσφυγή σε καταστροφές και πολέμους, την ισοπέδωση ολόκληρων τομέων οικονομίας και χωρών, ώστε οι καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν κατά το δοκούν τον κύκλο της παραγωγής.

Τα σύγχρονα τεχνολογικά και επιστημονικά άλματα στη δυναμική τους εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις ποιοτικές μεταβολές στις παραγωγικές (και πολιτικές) σχέσεις, περιέχουν εντός τους την τάση να προκαλούν νέες βαθύτερες αναστατώσεις και κρίσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, νέους όρους για βαθύτερους κλονισμούς της αστικής κυριαρχίας, να διαμορφώνουν προϋποθέσεις για «νέους γύρους» εργατικής αμφισβήτησης.

Η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στην τωρινή κρίση και τις προηγούμενες έγκειται ακριβώς στο ότι στην ουσία ο καπιταλισμός δεν χωρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να εσωτερικεύσει, χωρίς σοβαρές διαταραχές, τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος επαναστατικοποιεί και γι’ αυτό τις διαστρέφει και τις ακρωτηριάζει. Ακόμη π.χ. και από την άποψη της εκμετάλλευσης της εργασίας, η έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας έχει «παράδοξες» επιδράσεις. Απ’ τη μια αυξάνει την εκμετάλλευση. Απ’ την άλλη διαμορφώνει προϋποθέσεις βαθύτερης διαταραχής της. Απ’ τη μια αυξάνει το ποσοστό της σχετικής υπεραξίας, απ’ την άλλη μακροπρόθεσμα προκαλεί κρίση στη δυναμική της. Το τμήμα της υπεραξίας που επενδύεται κάθε φορά σε νέα μέσα παραγωγής (και αναπτύσσει την παραγωγικότητα της εργασίας) τείνει να είναι όλο και μεγαλύτερο απ’ το τμήμα που επενδύεται σε ζωντανή εργασία, η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας. Επομένως αυξάνεται το επενδυόμενο σταθερό κεφάλαιο ανά εργάτη. Εντείνεται δηλαδή η τάση παραπέρα μείωσης της ποσότητας της ζωντανής εργασίας σε σχέση με την ποσότητα του σταθερού κεφαλαίου που αυτή βάζει σε κίνηση. Άρα, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας λιγότερο απ’ τους ρυθμούς της δικής της αύξησης. Έτσι, μακροπρόθεσμα, η αύξηση της παραγωγικότητας προκαλεί κρίση στους ρυθμούς αύξησης, στη «δυναμική» της σχετικής υπεραξίας. Κατά προέκταση διαμορφώνει συνθήκες κρίσης στην αύξηση του ποσοστού και τελικά στη μάζα της υπεραξίας και γενικότερα των κερδών.

Ακριβώς γι’ αυτό οι διαχειριστές του καπιταλισμού επιτίθενται μανιωδώς στα εργατικά δικαιώματα (μισθούς κ.λπ.) για να αντιμετωπίσουν αυτή την τάση. Ακριβώς γι’ αυτό η επίθεση που δέχεται σήμερα στην Ελλάδα η εργατική τάξη είναι «ασύμμετρη» και στρατηγικής σημασίας.

ΕΡ.: Από τις εκλογές του 2012 το ΚΚΕ επιμένει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα διέφερε ουσιαστικά σε τίποτα από μια κυβέρνηση της ΝΔ και θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για τους εργαζόμενους, απορρίπτοντας κάθε κοινή δράση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ; Υπάρχουν κάποια πραγματικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει, και αν όχι πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί;

ΑΠ.: Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση του λαού οδηγεί σε τέτοια απόγνωση ώστε άμεσα και προσωρινά μια κάποια βελτίωση ή ελπίδα για βελτίωση να λειτουργεί ως σανίδα σωτηρίας. Με αποτέλεσμα η διαπάλη –άμεσα και προσωρινά– να κινδυνεύει να περιοριστεί κυρίως ανάμεσα στις πολιτικές για ένα κάπως «μικρο-βελτιωμένο» καπιταλισμό.

Το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις θέσεις για το 19ο συνέδριο, αντικαθιστά τη μετωπική του πολιτική με ένα συνδυασμό που συντίθεται από ένα κοινωνικό μέτωπο-κίνημα, τη Λαϊκή Συμμαχία (εργατική τάξη, μισοπρολετάριοι, φτωχοί αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες) και τον πολιτικό εκφραστή αυτής της συμμαχίας που είναι, κατά το ΚΚΕ, αποκλειστικά το ίδιο το ΚΚΕ.

Η πολιτική του αυτή δυσκολεύει το εργατικό κίνημα άμεσα στο να αναπτυχθεί με μια δυναμική νικηφόρας αναμέτρησης με την αστική πολιτική. Η πολιτική του είναι προϊόν άρνησης των διδαγμάτων της ιστορίας. Ωστόσο συσπειρώνει ένα αξιόλογο μάχιμο κομμάτι από τη νεολαία και την εργατική τάξη.

Σήμερα, ευχής έργο θα ήταν το ΚΚΕ να έθετε σε προτεραιότητα την ανάγκη ήττας της αστικής πολιτικής και με αυτήν την ιεράρχηση να επέλεγε γραμμή και συμμαχίες στο κίνημα.

ΕΡ.: Ενώ φυσικά δεν συμφωνούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το ίδιο με της ΝΔ, θα υπάρξει ο κίνδυνος να κάνει υπερβολικούς συμβιβασμούς και/ή να έχει παρόμοια τύχη με την κυβέρνηση του Αλιέντε. Πολύ περισσότερο όταν είναι βέβαιο ότι θα ασκηθούν αφόρητες πιέσεις από τη μεριά του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι μας διδάσκει το παρελθόν σχετικά με αυτούς τους κινδύνους;

ΑΠ.: Πως τίποτα δεν μπορεί να ισορροπήσει στη μέση. Η ιδιότυπη σημερινή κυβέρνηση που αποτελείται από μια υπερσυντηρητική δεξιά, μια ξεφτισμένη σοσιαλδημοκρατία και μια ψευδώνυμη Αριστερά φθείρεται. Το πρόβλημα περιπλέκεται καθώς η δημιουργία ενός επιπλέον αστικού κόμματος – πυλώνα που θα κινείται «εντός των μνημονίων και σε μια ηπιότερη έκδοσή τους» δεν μπορεί να περπατήσει εξ αιτίας του βάθους και της έκτασης της πολιτικής φθοράς αυτών των δυνάμεων.

Ανάλογα και με την αντίδραση του λαϊκού παράγοντα η κατάσταση μπορεί σύντομα να βρεθεί εκτός ελέγχου.

Η ρευστή αυτή κατάσταση καλλιεργεί την ταλάντευση των οργανώσεων της Αριστεράς ανάμεσα στον αναγκαίο ποιοτικό διαχωρισμό τους απ’ τις αστικές παραδόσεις και πολιτικές και στον εγκλωβισμό τους, με διάφορες παραλλαγές, στην «ακραία αριστερή» πτέρυγα του παλιού εξαρτημένου κινήματος.

Αυτή η τάση του ποιοτικού διαχωρισμού από την αστική πολιτική, και οι τέτοιου είδους τάσεις αντιστροφής στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων είχαν εμφανιστεί σ’ όλες τις οριακές στιγμές της ταξικής πάλης, στους αδύνατους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος στα προηγούμενα στάδιά του. Απ’ αυτές τις αντιστροφές, με την πρωτοπόρα συλλογική δράση και προσωπική στράτευση των επαναστατών, ξεπήδησε η συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, η Κομμούνα, η θεωρητική και πολιτική νίκη του μαρξισμού, η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, μια σειρά αντιιμπεριαλιστικές, αντιαποικιακές επαναστάσεις που σημάδεψαν τον προηγούμενο αιώνα. Φαίνεται πως και τώρα διαμορφώνονται μακροπρόθεσμα οι προϋποθέσεις για μια ιστορική περίοδο όπου θα επικρατεί μια γενικευμένη, παρατεταμένη, όσο και αντιφατική-παλινδρομική επαναστατική κατάσταση, που θα συγκλονίζει τα βασικά πεδία των ταξικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για την προοπτική μιας ιστορικής αντιστροφής, που θα σημαδεύεται από τα επιτακτικά αιτήματα για «να φάει ψωμί ο εργάτης» αλλά και την αναγκαιότητα για τις ελευθερίες που απαιτεί ο σύγχρονος κοινωνικός πολιτισμός. Αναγκαιότητα που μπορεί να μετασχηματιστεί σε διεκδικούμενο αίτημα της εργατικής τάξης με ανάλογη συλλογική πράξη και προσωπική στράτευση. Αυτή η γενικότερη μακροπρόθεσμη δυναμική της νέας κατάστασης που ωριμάζει αποτελεί βασική πλευρά και για ένα νηφάλιο υπολογισμό του σημερινού συσχετισμού των δυνάμεων και τον καθορισμό των στόχων που βάζουν μπροστά τους τα επαναστατικά εγχειρήματα της εποχής μας. Στο πλαίσιο αυτό η Αριστερά και ειδικά οι επαναστατικές της δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να επανατοποθετήσουν σε νέες αφετηρίες μια διπλή αλληλένδετη προσπάθεια. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί μια πιο συγκεκριμένη συλλογική πολιτική αποσαφήνιση του άμεσου προγράμματος από το μεροκάματο, τα δημόσια αγαθά ως τα μεγάλα ζητήματα της ανατροπής και της «άλλης κοινωνίας» στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Στο ίδιο θέμα της κυβέρνησης της Αριστεράς διατυπώνονται κριτικές και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα σημειώσουμε εδώ μερικές. Μια πρώτη είναι ότι η προοπτική ανόδου στην κυβέρνηση συνοδεύεται από μια διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς πιο δεξιές θέσεις και θεσμικές προσαρμογές στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό θα αποξενώσει τους εργαζόμενους, οδηγώντας σε ένα συνολικό συμβιβασμό με το κατεστημένο.

ΑΠ.: Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες διεκδικεί μια εργατική παρέμβαση για την ανατροπή της επίθεσης στους εργαζόμενους και την προοπτική για αντικαπιταλιστική ανατροπή μέχρι τέλους. Το ρεύμα αυτό εκφράζεται και σε διεθνές επίπεδο με τις ιδιομορφίες φυσικά της κάθε χώρας και έχει να επιδείξει βαθιές ιστορικές ρίζες συμβολής στο επαναστατικό κίνημα. Το πλέον αξιοσημείωτο είναι πως παρά τις αντιφάσεις που εμφανίζει λόγω ανωριμότητας, εμφανίζει μια αντοχή με δυνατότητα ανόδου. Άρα μπορεί να παίξει, υπό προϋποθέσεις, καταλυτικό ρόλο στις επερχόμενες εξελίξεις και προωθητικό ρόλο για τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Αυτά τα συμφέροντα, υποστηρίζει ότι θα υπηρετήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει να πείσει τα κέντρα αποφάσεων του κεφαλαίου δημιουργεί σημαντικά ερωτηματικά για την πρόθεσή του να συγκρουστεί. Ξεχωρίζουν σε αυτή την προσπάθεια: η συνάντηση του Αλ. Τσίπρα με τον Σιμόν Πέρες, πρόεδρο του κράτους τρομοκράτη του Ισραήλ, η επίσκεψη αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ στους γκαουλάιτερ της Task Force –της ομάδας δράσης για την Ελλάδα που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση– και του Αλ. Τσίπρα στον μισητό ιμπεριαλιστικό οργανισμό ΔΝΤ. Πρόκειται για επιλογές που δεν δηλώνουν διάθεση ρήξης με το κατεστημένο, τουλάχιστον…

ΕΡ.: Μια δεύτερη αντίρρηση είναι ότι όπου επιχειρήθηκε να ανατραπεί κοινοβουλευτικά ο καπιταλισμός ή έστω να εμποδιστεί έτσι ο φασισμός, τα σχετικά εγχειρήματα απέτυχαν. Κλασικά παραδείγματα η Χιλή του Αλιέντε και το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία. Υπάρχει, βέβαια, και η πρόσφατη εμπειρία της Βενεζουέλας, όπου ριζοσπαστικές αλλαγές στηρίχτηκαν και κοινοβουλευτικά. Πώς μπορεί να δούμε τη σχέση «κοινοβουλευτικού» και «εξωκοινοβουλευτικού», ή πιο γενικά, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης στην εποχή μας;

ΑΠ.: Ανέκαθεν, αλλά πολύ περισσότερο σήμερα λόγω της «σκλήρυνσης» της αστικής δημοκρατίας, ο εξωκοινοβουλευτικός αγώνας είχε την απόλυτη προτεραιότητα. Το αξιοθαύμαστο παράδειγμα της Βενεζουέλας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις εξεγέρσεις που προηγήθηκαν της ανάληψης της εξουσίας από τον Τσάβες και την τεράστια λαϊκή κινητοποίηση που ο ίδιος ενθάρρυνε τα 14 χρόνια που έμεινε στην εξουσία για να θωρακίσει την εξουσία του από τις ιμπεριαλιστικές απειλές. Το στοίχημα της Βενεζουέλας ωστόσο παραμένει ανοιχτό τόσο σε μια αντικαπιταλιστική εξέλιξη όσο και σε μια υποχώρηση και αναίρεση των κατακτήσεων που κληροδότησε η εποχή Τσάβες. Το επόμενο διάστημα μένει να δούμε αν τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις –που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού ή με την άνεση του χορτάτου ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα που η πείνα έχει αποκτήσει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης– θα διαδεχθεί το αναγκαίο επαναστατικό άλμα. Όρος εκ των ων ουκ άνευ για να εξασφαλιστούν και να βαθύνουν οι μεταρρυθμίσεις.

ΕΡ.: Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την αναγκαιότητα του εργατικού ελέγχου και της έναρξης μιας και προγραμματικά αποτυπωμένης διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης, με έξοδο από το ευρώ, κ.λπ., θα οδηγηθεί μοιραία σε αδιέξοδο. Πόσο μάλλον η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ…

ΑΠ.: Οπωσδήποτε η πορεία των ταξικών αναμετρήσεων θα κριθεί στους χώρους εργασίας. Από το κατά πόσο το κεφάλαιο θα καταγράψει ήττες στα εργοστάσια και τους μεγάλους χώρους εργασίας του ιδιωτικού τομέα εκεί όπου σήμερα το κεφάλαιο έχει επιβάλλει τη μεγαλύτερη δικτατορία, απαγορεύοντας το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ακόμη και της απεργίας. Για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους οι παραγωγοί απαιτείται προγραμματική στόχευση – κάτι που εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμη και στην επαναστατική Αριστερά, λόγω κυρίως της ταξικής της σύνθεσης.

ΕΡ.: Είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προώθησης ριζικών μετασχηματισμών θα εξαρτηθούν πολύ και από τη διεθνή κατάσταση. Για την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Μπορεί να γνωρίσουμε σύντομα μια ορμητική άνοδο των κινημάτων, όπως εκείνη στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων το 1935; Τι προοπτικές και κίνδυνοι θα υπάρξουν τότε; Πώς βλέπετε γενικότερα το ρόλο των κινημάτων, με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών;

ΑΠ.: Η αστική πολιτική παντοδυναμία που σημαδεύει τη σημερινή εποχή των νέων επαναστατικών προκλήσεων αμφισβητείται από ένα πολυδαίδαλο ρεύμα πολιτικής διεκδίκησης που αποτελείται από διαφιλονικούμενες ριζοσπαστικές διαφοροποιήσεις απέναντι στη μέχρι πρότινος συντριπτική αστική πολιτική-πολιτιστική υπεροχή σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Το ρεύμα αυτό διαμορφώνεται κυρίως με βάση την επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης, των μεσαίων πληττόμενων στρωμάτων, της εργαζόμενης και σπουδάζουσας νεολαίας, τις γενικότερες πολιτικές εμπειρίες και αντιφάσεις τους. Πρόκειται για ένα εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα που αδυνατεί ακόμη να αναχαιτίζει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση. Είναι ένα ρεύμα που τείνει να διαχωρίζεται αλλά και να επανασυνδέεται πολύπλευρα με την κυρίαρχη αστική πολιτική. Πρόκειται για ένα ρεύμα που στο κίνημα εμφανίζεται με συνέχειες και κυρίως ασυνέχειες ακριβώς γιατί λείπει η εργατική επαναστατική πρωτοπορία που θα δίνει συνέχεια, αποφασιστικότητα και βάθος στο εμφανιζόμενο κίνημα.

Εκεί όμως είναι η μήτρα γένεσης της «αυθόρμητης τάσης» συντονισμού σωματείων εντός κάθε κλάδου και γενικότερα. Της θετικής ευήκοης στάσης στην κριτική του καπιταλισμού. Της ευήκοης στάσης απέναντι στη σύγχρονη «ξύλινη» γλώσσα των μαρξιστικών όρων και της σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο ωριμάζει μια ανώτερη αναμέτρηση στην ιστορία των ταξικών αγώνων, ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες παραλλαγές, αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και κοινωνικές εκρήξεις, βίαιες καπιταλιστικές επιθέσεις και ενδιάμεσες ανακωχές, που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο βασικά, αντίθετα και ασυμφιλίωτα ενδεχόμενα: Είτε τελικά μια νέα εργατική επανάσταση προς τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις, είτε μια, αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα, καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου που θα οδηγεί σε ένα Μεσαίωνα. Με αυτή την προοπτική βρίσκεται αντιμέτωπο το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο είναι υποχρεωμένο να επαναπροσδιορίσει ποια πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής, αλλά και το πώς θα συνδεθεί με την αντικαπιταλιστική τακτική.

Αναζητούμε επομένως τις απαντήσεις για το «τι να κάνουμε» της εποχής μας, σε μια «νέα κατάσταση», όπου λόγω της κρίσης, των νέων βαθύτερων κλονισμών που επιφέρει στη νέα εποχή η αντίθεση ανάμεσα στις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις και παραγωγικές δυνάμεις, του κινήματος που εμφανίζεται στις ΗΠΑ, στον Αραβικό κόσμο και στην Ευρώπη, οι κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί της προηγούμενης περιόδου κλονίζονται αντικειμενικά. Το κίνημα εμφανίζεται με τη μορφή της πλημμυρίδας και της άμπωτης και παρόλο που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση, παρόλο που δεν επιφέρει ουσιαστικές νίκες, εντούτοις έχει βελτιώσει σε ένα βαθμό την κατάσταση προς όφελος της εργατικής πολιτικής. Η κατάσταση αυτή εμφανίζει ταυτόχρονα νέες δυσκολίες εξ αιτίας ακριβώς της προωθούμενης κανιβαλικής πολιτικής αλλά και των ανεπαρκών βημάτων που γίνονται στη δημιουργία κομμουνιστικών κομμάτων, αντικαπιταλιστικών μετώπων, στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Επιβάλλει και απαιτεί μια ανώτερη συλλογική και προσωπική στράτευση ώστε στους ερχόμενους αναπόφευκτους κοινωνικούς και πολιτικούς σπασμούς της ταξικής πάλης, που θα σφραγίζονται από επαναστατικά γεγονότα, η απάντηση να δοθεί τελικά προς όφελος των εργατικών συμφερόντων. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η σημερινή φάση μπορεί να μετατραπεί στην αυγή μιας νέας περιόδου στην οποία οι πολιτικοί συσχετισμοί θα αλλάζουν προς όφελος της εργατικής πολιτικής του νέου αιώνα. Θα καταφέρει η αστική πολιτική και ιδεολογία να διατηρήσει την κλονιζόμενη καθολική ηγεμονία, θα επιβάλει η αστική τάξη με τη γενικευμένη επίθεση μια «επιστροφή» σε μια νέα, πολύ πιο σκληρή, βάρβαρη και εκμεταλλευτική «κανονικότητα», σε ένα Μεσαίωνα της εποχής της πληροφορικής, ή η εργατική πολιτική τελικά θα αποσπάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα επιβάλλει την ηγεμονία της; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια, ίσως και μήνες, από όλους εμάς, από όλες τις αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές πρωτοπορίες, από το ευρύτερο αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και τελικά από την ίδια την αντικειμενικά αντιφατική, αντικαπιταλιστική δράση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων. Απ’ αυτό που συχνά ονομάζουμε «εργατικό και λαϊκό κίνημα». Σε ανάλογα –όχι ίδια– σταυροδρόμια η Αριστερά και το εργατικό κίνημα βρέθηκαν στην κρίση του 1873-95 και σε εκείνη του 1929–45.

Αν σε αυτή τη διαδρομή θα αναγεννιέται το εργατικό κίνημα και θα αναδύεται στρατηγικά ανασυγκροτημένη η Αριστερά, αν σε αυτήν τη διαδρομή ως μέτρο της κίνησης των κάτω θα είναι κυρίως οι επιμέρους νίκες τότε η μεγάλη επερχόμενη αναμέτρηση θα συνοδευτεί από το αντίστοιχο απελευθερωτικό άλμα της ανθρωπότητας στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Προφανώς, οι οικονομικές εξελίξεις θα βαρύνουν επίσης πολύ στην πορεία των γεγονότων. Πρόσφατα αναλυτές όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Άλεξ Καλίνικος κ.ά. έχουν μιλήσει για επερχόμενη αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη. Τι θα συμβεί σε μια καταστροφική επιδείνωση, όπως π.χ. η κατάρρευση της Ιταλίας και/ή της Ισπανίας; Ποια θα είναι τότε η τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς μπορούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και τους μεγάλους διαφαινόμενους κινδύνους, ενόψει και της απειλητικής ανόδου του φασισμού;

ΑΠ.: Ο κίνδυνος σήμερα δεν αφορά μια πιθανή αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη, αλλά τη διαφαινόμενη (και στην Ελλάδα υπαρκτή αλλά όχι ολοκληρωμένη) συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα. Αυτό είναι το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται μέσω συντριπτικών πληγμάτων, όπως αυτό που έγινε στην Κύπρο κι όσων πιθανά θα γίνουν σύντομα σε Ιταλία και Ισπανία. Πιθανές μεταμορφώσεις ακόμη και με την έξοδο χωρών δεν αποκλείονται. Η βασικότερη ωστόσο μετάλλαξη αφορά τους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό κάθε κράτους που ανατρέπονται βίαια σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας και κυρίως σε βάρος των τεράστιων δυνατοτήτων που έχει η σύγχρονη, μορφωμένη εργατική τάξη.

Ο φασισμός που υπηρετεί το κεφάλαιο και στηρίζεται έμπρακτα απ’ αυτό έρχεται να ακυρώσει τις απελευθερωτικές δυνατότητες της εποχής. Βρίσκει έδαφος ωστόσο κι αναπτύσσεται λόγω της στρατηγικής υστέρησης και της ήττας των απελευθερωτικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια η πιο αποτελεσματική απάντηση στον φασισμό είναι η δημιουργία μιας σύγχρονης επαναστατικής, κομμουνιστικής και οραματικής Αριστεράς.

(Το δικό τους σημαντικό μερίδιο σε αυτή τη συμβολή είχαν οι προβληματισμοί και οι υποδείξεις του Αλέκου Αναγνωστάκη).

Advertisements

COSCO: Ανατομία μιας “επιτυχημένης ιδιωτικοποίησης” (Unfollow, Ιούνιος 2013)

 

          Wei+Jiafu+700ΦΟΥΜΑΡΑ ΠΟΥΛΑΕΙ Ο ΚΑΠΤΕΝ ΦΟΥ Ο …ΤΣΕΤΟΥΛΑΣ

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

ΑΡΚΕΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΚΑΤΕΡΓΟ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙ Η COSCO ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΝΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΠΟΛΥΔΙΑΦΗΜΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΑ ΘΑ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΜΟΝΟ ΔΕΙΝΑ: ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΠΕΙΝΑΣ

 

«Το κοντέινερ ταλαντευόταν καθώς ο γερανός το μετέφερε στον αέρα. Λες κι επέπλεε στον αέρα, το σπρίντερ, ο μηχανισμός που γαντζώνει το κοντέινερ στο γερανό, δεν κατάφερε να δαμάσει την κίνηση. Οι πρόχειρα κλεισμένες πόρτες άνοιξαν ξαφνικά και δεκάδες σώματα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή. Έμοιαζαν με κούκλες. Στο έδαφος όμως τα κεφάλια συντρίβονταν σα να ήταν αληθινά κρανία. Και ήταν πράγματι κρανία. Απ’ το κοντέινερ έβγαιναν άντρες και γυναίκες. Ακόμη και παιδιά. Νεκροί. Παγωμένοι, στοιβαγμένοι, ο ένας πάνω στον άλλο… Καθώς ο χειριστής του γερανού μου διηγούνταν το περιστατικό στο λιμάνι, έφερε τα χέρια στο πρόσωπο του και συνέχισε να με κοιτά μέσα από τα δάχτυλά του. Λες κι αυτή η μάσκα του έδινε περισσότερο κουράγιο για να μιλήσει. Είχε δει πτώματα να πέφτουν και δε χρειάστηκε ούτε καν να σημάνει συναγερμό, να ειδοποιήσει κάποιον. Κατέβασε απλώς το κοντέινερ στο έδαφος και δεκάδες άτομα που εμφανίστηκαν απ’ το πουθενά τα ξανάβαλαν όλα μέσα, αφού έπλυναν με μια αντλία τα κεφάλια… Το λιμάνι της Νάπολης είναι μια πληγή. Μεγάλη… Στο λιμάνι της Νάπολης δραστηριοποιείται η σημαντικότερη ναυτιλιακή εταιρεία της Κίνας, η Cosco». (Ρομπέρτο Σαβιάνο, Γόμορρα, εκδ. Πατάκη).

 

Τα έργα και οι ημέρες της Cosco, που εν τω μεταξύ εμπλουτίστηκαν με αντίστοιχες ιστορίες από τον Πειραιά, αποκλείεται να μην ήταν γνωστά στην κυβερνητική κουστωδία που μετέβη στην Κίνα στα μέσα του Μαΐου για να επιστρέψει με το φωτοστέφανο του νικητή έχοντας στις αποσκευές της ένα πακέτο οικονομικών συμφωνιών με την πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου. Συγκεκριμένα, και μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε πως η Cosco θα διεκδικήσει την πλειοψηφία των μετοχών του ΟΛΠ που δεν αφορούν μόνο την εμπορευματική δραστηριότητα του λιμανιού, η ίδια εταιρεία από κοινού με τους κινέζικους σιδηροδρόμους θα διεκδικήσουν την πλειοψηφία των μετοχών της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και τέλος η Senjen Airports θα διεκδικήσει την πλειοψηφία των μετοχών του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος. Οι συμφωνίες περιλαμβάνουν την συνέχιση και ολοκλήρωση της πρώτης συμφωνίας που υπογράφτηκε επί Κ. Καραμανλή με την Cosco το 2008, αναδεικνύοντας την Ελλάδα σε διαμετακομιστικό κόμβο της κινέζικης εξαγωγικής μηχανής για τα Βαλκάνια και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, καθώς η Κίνα θα έχει στη διάθεσή της στο εξής συνδυασμένα μέσα μεταφοράς για να προωθήσει την ζήτηση των προϊόντων της.

 

Κινεζοποίηση οικονομίας και εργασίας

 

Πρόκειται για μία καταστροφική προοπτική. Για μια πολύ αρνητική εξέλιξη, ακόμη κι αν το (άγνωστο μέχρι στιγμής) τίμημα που θα καταβάλει το ολοκληρωτικό καθεστώς της Κίνας στην κυβέρνηση του Σαμαρά, που ξεπουλάει όσο όσο την δημόσια περιουσία, φανεί δελεαστικό. Το αποτέλεσμα θα ισοδυναμεί με την αυτόματη «κινεζοποίηση» πρώτ’ απ’ όλα της οικονομίας ως αποτέλεσμα μιας πλημμυρίδας εμπορευμάτων που λόγω κλίμακας αδυνατεί να διαχειριστεί και να απορροφήσει η ντόπια οικονομία όπως αυτή εκτείνεται από τον Πειραιά μέχρι το Θριάσιο, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Η κινέζικη εισβολή θα αλλάξει άρδην το τοπίο μετατρέποντας όλη αυτή την έκταση σε μια βιομηχανική περιοχή και ντε φάκτο ειδική οικονομική ζώνη φθηνής εργασίας. Το πλήγμα επομένως στις εργασιακές σχέσεις θα είναι η δεύτερη και σημαντικότερη συνέπεια του δρομολογούμενου ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας στην Κίνα, καθώς θα λειτουργήσει διαβρωτικά για το σύνολο των εργασιακών σχέσεων στη χώρα, κι όχι μόνο στο λιμάνι και τα συναφή επαγγέλματα, μειώνοντας τους μισθούς κι ελαστικοποιώντας τις συνθήκες απασχόλησης, συλλήβδην.

 

Η πρόβλεψη πως η οικονομική εισβολή της Κίνας θα σημάνει μόνο δεινά για τους εργαζόμενους και τον τόπο αποδεικνύεται από μια αποτίμηση της «επένδυσης» της Cosco στον Πειραιά, καθώς σήμερα, μια πενταετία σχεδόν μετά την ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ έχουν επιβεβαιωθεί στο ακέραιο οι κριτικές που τότε διατυπώθηκαν. Κοινή συνισταμένη τους ότι πρόκειται για ένα «νεοαποικιακό καθεστώς». Η κριτική αυτή δεν ήταν καθόλου αυθαίρετη καθώς στη συμφωνία παραχώρησης συμπεριλήφθηκαν φορολογικά προνόμια που θεσπίστηκαν το 1953, με τον φορολογικό νόμο του Μαρκεζίνη! Ούτε αυτά όμως ήταν αρκετά για τον κινέζικο κολοσσό που πολύ πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2013, επανήλθε ζητώντας να καταργηθεί το ελάχιστο τίμημα που υποχρεούται να καταβάλλει στον ΟΛΠ, με βάση την συμφωνία, πέραν του ενοικίου που προβλέπεται. Το εξωφρενικό αυτό αίτημα ερμηνεύεται στη βάση των ζημιών που κατέγραψε ο διεθνής όμιλος για το 2012, για δεύτερη μάλιστα συνεχή χρονιά, ύψους 1,5 δισ. δολ. Έτσι όμως αποδεικνύεται ότι η αυξημένη διακίνηση κοντέινερ στον προβλήτα της Cosco, για την οποία θριαμβολογεί ο επιχειρηματικός Τύπος και τα παπαγαλάκια που την εμφανίζουν ως απόδειξη μιας επιτυχημένης ιδιωτικοποίησης, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη κι αυξημένα έσοδα για το ελληνικό δημόσιο. Δεν ήταν όμως αυτό το μοναδικό παράδειγμα που δείχνει ότι ο Κάπτεν Φου, ο επικεφαλής της Cosco στον Πειραιά, πουλάει φούμαρα ενώ είναι τσέτουλας («μπατίρης, άφραγκος, φτηνιάρης» με βάση το γλωσσάρι που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου Εκ Πειραιώς του Διονύση Χαριτόπουλου, εκδ. Τόπος). Τα φούμαρα του Κάπτεν Φου αποδεικνύονται επίσης από το γεγονός ότι η συμφωνία Cosco και Hewlett – Packard για την μεταφορά εμπορευμάτων της τελευταίας από τον Πειραιά προς τις αγορές της Ευρώπης, κι η οποία υπογράφτηκε παρουσία του γλοιώδους και υποτελούς Σαμαρά την 1η Μαρτίου, με τροπολογία απαλλάχτηκε από ΦΠΑ.

 

Κινέζικες, δηλαδή μαϊμού επενδύσεις

 

Ο κάπτεν Φου δικαιούται να ζητάει τσάμπα μπίζνες γιατί εξ αρχής το εγχείρημα της ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ έβριθε από χαριστικές διατάξεις και προκλητικές εύνοιες υπέρ των Κινέζων και σε βάρος του δημοσίου. Η συμφωνία προέβλεπε την παραχώρηση του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) ΙΙ του Πειραιά για 35+5 χρόνια έναντι 498 εκ. ευρώ, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας. Οι όροι ήταν τόσο εξευτελιστικοί ώστε ακόμη κι ο Γιώργος Παπανδρέου, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε, είχε καταγγείλει το ξεπούλημα παριστάμενος σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στον Πειραιά τον Απρίλιο του 2009, σε μια προσπάθεια αλίευσης ψήφων από τα αριστερά, λέγοντας: «Σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνούμε ότι η ανάπτυξη εξυπηρετείται με το να πουληθεί ή να δοθεί σε κάποια τρίτα χέρια το λιμάνι του Πειραιά. Θεωρούμε αντιθέτως ότι αυτή η εξέλιξη θα έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον Πειραιά και για την ανάπτυξη ενός κρίσιμου κλάδου του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της χώρας μας δίνοντας το ουσιαστικά σ’ ένα ιδιωτικό μονοπώλιο. Είναι απαράδεκτη, είναι ανεύθυνη η κερδοσκοπική πολιτική της ΝΔ, μια πολιτική που βοηθά κάποιους λίγους κερδοσκόπους κι όχι το ευρύτεροι συμφέρον του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό είμαστε εδώ σήμερα για να συμπαρασταθούμε στους αγώνες του λαού του Πειραιά, απέναντι στην πολιτική εκποίησης του δημόσιου πλούτου». Αν αυτά τα έλεγε ένας δηλωμένος πολιτικός απατεώνας και ψεύτης όπως ο Γ. Παπανδρέου μπορούμε να φανταστούμε τι συνέβαινε στην πράξη…

 

«Αντίθετα με το τι συμβαίνει διεθνώς στο πλαίσιο της παραχώρησης δραστηριοτήτων σε ιδιώτες, ο προβλήτας ΙΙ, που είναι ο μεγαλύτερος με διαφορά Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων της χώρας, παραχωρήθηκε έτοιμος με τον μηχανολογικό του εξοπλισμό και τον βασικό του πελάτη, την MSC, σαν προίκα, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο κι η πρώτη στην Ευρώπη. Οποιαδήποτε σύγκριση με τον προβλήτα Ι είναι άστοχη γιατί το μέγεθός του αντιστοιχεί στο 1/3 του ΙΙ κι αυτό συμβαίνει επειδή εξ αρχής ο Ι κατασκευάστηκε ως συμπληρωματικός του ΙΙ» δηλώνει στο Unfollow η Αναστασία Φραντζεσκάκη, γραμματέας της Ένωσης Μονίμων Υπαλλήλων ΟΛΠ. Οι Κινέζοι επομένως πήραν έτοιμη δουλειά, με εγγυημένη πελατεία. «Για να γίνει αντιληπτό το συμβολικό τίμημα που κατέβαλαν οι Κινέζοι αρκεί να αναφερθεί πως η αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού που τους παραχωρήθηκε ανέρχεται σε 150 εκ. ευρώ ενώ ο ΟΛΠ τα τελευταία χρόνια πλήρωσε 200 εκ. ευρώ για να ολοκληρώσει τον πολύ μικρότερο προβλήτα Ι». Η προσφορά των Κινέζων δεν ήταν όμως μόνο προβληματική στον οικονομικό τομέα, ήταν …ανύπαρκτη και σε όλα τ’ άλλα. «Οι προκηρύξεις και οι συμβάσεις στην ΕΕ έχουν ένα σύστημα μοριοδότησης όπου αξιολογείται η καινοτομία, η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η συμβολή στην τοπική ανάπτυξη και το τίμημα. Αυτό συμβαίνει επειδή αποτελεί κοινή παραδοχή ότι τα λιμάνια αποτελούν βασική αναπτυξιακή υποδομή για μια χώρα, ενώ η λειτουργία τους περιέχει σημαντικές περιβαλλοντικές, οικονομικές, εργασιακές και κοινωνικές παραμέτρους. Δεν αποτελούν δηλαδή απλά διαμετακομιστικά κέντρα. Στον Πειραιά όμως το μοναδικό κριτήριο ήταν το τίμημα. Μέρος δε αυτού καταβάλλεται σε συνάρτηση με το διακινούμενο φορτίο, που γίνεται κατά δήλωση της Cosco και μόνο. Χωρίς να ελέγχει το δημόσιο», τονίζει η Αν. Φραντζεσκάκη.

 

Φούμαρα και μεταξωτές κορδέλες αποδείχθηκαν επίσης οι υποσχέσεις της κυβέρνησης για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Μ. Κεφαλογιάννης μάλιστα υποσχόταν την δημιουργία 4.000 νέων θέσεων. «Στο παρελθόν στον προβλήτα ΙΙ και στον ΙΙΙ που τώρα κατασκευάζει η Cosco εργαζόμασταν τουλάχιστον 700 άτομα. Σήμερα είναι άγνωστοι πόσοι δουλεύουν», δηλώνει στο Unfollow ο Νίκος Γεωργίου, πρόεδρος της Ένωσης Λιμενεργατών στον ΟΛΠ. «Κανείς δεν ξέρει πόσοι απασχολούνται λόγω του ότι οι προσλήψεις γίνονται μέσω 6 εργολάβων, οι οποίοι δίνουν τους εργαζόμενους σε μια εταιρεία ονόματι ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ που είναι θυγατρική της ΣΕΠ, όπως λέγεται η θυγατρική εταιρεία της Cosco. Σε ένα τέτοιο λαβύρινθο είναι αδύνατο να ελέγξεις τον αριθμό των εργαζομένων όπως και τα προσόντα για τα οποία ξέρουμε απλώς ότι δεν τηρούνται τα προβλεπόμενα. Οι εργαζόμενοι εκεί δουλεύουν κατά μέσο όρο 15 μέρες κάθε μήνα με ένα “κλειστό” ημερομίσθιο 50 ευρώ, χωρίς δηλαδή προσαυξήσεις υπερωριών, σαββατοκύριακων και νύχτας, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει όχι μόνο στο λιμάνι του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης αλλά και στα λιμάνια όλου του κόσμου», σύμφωνα με το Ν. Γεωργίου.

 

Απόλυση συνδικαλιστών από την Cosco

 

Εδώ αξίζει να προσθέσουμε την κριτική που άσκησε η διεθνής ένωση λιμενεργατών (IDC) στην ελληνική κυβέρνηση, μέσω επιστολών, επειδή εισάγει επισήμως στην ευρωπαϊκή ήπειρο τις κινέζικες εργασιακές σχέσεις, χωρίς ωστόσο να λάβει απάντηση. «Στον προβλήτα της Cosco καταπατείται κάθε έννοια εργατικού δικαίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο εργάτες που επιχείρησαν με κάθε μυστικότητα να φτιάξουν σωματείο απολύθηκαν. Οι επιθεωρητές εργασίας μάλιστα αναγνώρισαν τον τιμωρητικό χαρακτήρα των απολύσεών τους από τους Κινέζους κι όλες τις αιτιάσεις τους για ελλιπή συντήρηση των μηχανημάτων και άθλιες συνθήκες εργασίας. Η απόφαση του δικαστηρίου που αναμένεται από μέρα σε μέρα πιστεύουμε ότι θα τους δικαιώσει», μας είπε ο Ν. Γεωργίου.

 

Στη βάση όλων αυτών αποτελεί πρόκληση η ιδιωτικοποίηση του πρώτου λιμανιού της Ελλάδας να χαρακτηρίζεται ως παράδειγμα επιτυχημένης ιδιωτικοποίησης. Θλίψη επίσης προκαλεί η πολιτική ατολμία να υποστηριχθεί από τώρα η ανάγκη καταγγελίας της συμφωνίας με την Cosco κι η αμηχανία με την οποία απάντησε ο σημερινός επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλ. Τσίπρας, όταν ρωτήθηκε πρόσφατα από την Έλλη Στάη αν «δεσμεύεστε ότι δεν θα πάρει πόδι η Cosco». «Εγώ λοιπόν σας λέω με σαφήνεια ότι δεν θέλουμε να διώξουμε τους επενδυτές… Η Κίνα είναι πολύ σημαντική δύναμη», είπε μεταξύ άλλων. Κρίμα…

 

Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το νέο κούρεμα του δημόσιου χρέους (Επίκαιρα, 13-19 Ιουνίου 2013)

debtΒαριά εκτεθειμένη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τις κατηγορίες που δημόσια διατύπωσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για τα λάθη που έγιναν στο ελληνικό πρόγραμμα «διάσωσης». Στην έκθεσή του, έκτασης 51 σελίδων, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 5 Ιουνίου φέρνοντας σε πολύ άσχημη θέση τις Βρυξέλλες, επίσημα πλέον υποστηρίζει ότι το κούρεμα του δημόσιου χρέους έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα και όχι τον Μάρτιο του 2012, όπως επέβαλλε το ευρωπαϊκό κέντρο, προς όφελος των τραπεζών, για να μην υποστούν δηλαδή ζημιές οι ευρωπαϊκές τράπεζες που ήταν σημαντικά εκτεθειμένες στο ελληνικό δημόσιο χρέος. Έτσι αποδεικνύεται πλέον, και από τους πιστωτές, ότι το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ του Μαΐου 2010 (όταν υπογράφτηκε το πρώτο Μνημόνιο, ως όρος για την πρώτη δανειακή σύμβαση), αν όχι νωρίτερα, και του Μαρτίου 2012 (όταν υλοποιήθηκε το κούρεμα και υπογράφτηκε το δεύτερο μνημόνιο ως όρος για την δεύτερη δανειακή σύμβαση) οι τράπεζες απλώς αγόραζαν χρόνο και ξεφορτώνονταν ελληνικά ομόλογα, έτσι ώστε το αναπόφευκτο κούρεμα να τις βρει με όσο το δυνατό λιγότερα ελληνικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκια τους.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η απάντηση που έδωσε ο εκπρόσωπος του επιτρόπου Νομισματικών Υποθέσεων Όλι Ρεν (ότι «η έκθεση αγνοεί την αλληλοσύνδεση των κρατών μελών της ευρωζώνης» κι ό,τι τυχόν κούρεμα το 2010 «μπορεί να είχε θέσει σε κίνδυνο μια συστημική μετάδοση» της κρίσης) επιβεβαίωσε τις χειρότερες υποψίες: Πως η Ελλάδα θυσιάστηκε για να διασωθεί η ευρωζώνη. Ή, με άλλα λόγια, πως αντί της περιλάλητης επίδειξης αλληλεγγύης, η ευρωζώνη μετατράπηκε σε θηλιά που έπνιξε και συνεχίζει να πνίγει την ελληνική κοινωνία.

Οι ευθύνες του ΔΝΤ

Για το συνεχιζόμενο αυτό έγκλημα, ωστόσο, την ευθύνη την μοιράζονται από κοινού ΔΝΤ, ΕΕ και φυσικά οι ελληνικές κυβερνήσεις που συναίνεσαν στα Μνημόνια, αντί να προβούν σε στάση πληρωμών του δημόσιου χρέους χωρίς καμία συνεννόηση με τους πιστωτές. Το ΔΝΤ δηλαδή, δεν απαλλάσσεται των εγκληματικών του ευθυνών, επειδή στην περίπτωση της Ελλάδας βρέθηκε η ΕΕ (διαθέτοντας μάλιστα τα 2 από τα 3 μέλη της Τρόικας) που αποδείχθηκε σε βαθμό ακρότητας κυνική και πολύ πιο πιστός εκφραστής των συμφερόντων των τραπεζών. Οι ευθύνες του ΔΝΤ υπογραμμίζονται άλλωστε από το γεγονός ότι δεν εξέφρασε καμιά δημόσια αντίρρηση, τότε, στους στόχους που τέθηκαν κι απ’ το γεγονός επίσης ότι επανειλημμένες φορές στο παρελθόν έχει ενδυθεί τον μανδύα του μεταμελημένου, την ώρα της απόδοσης των ευθυνών για την κοινωνική γενοκτονία που ακολούθησε την εφαρμογή των πολιτικών του.

Αυτό ακριβώς έκανε για παράδειγμα μετά την αργεντίνικη τραγωδία, το 2004, στο πλαίσιο μιας έκθεσης αξιολόγησης που συντάχθηκε για την περίοδο 1991-2001 (The IMF and Argentina, Independent Evaluation Office) κι η οποία ως στόχο είχε, υποτίθεται, να διερευνήσει γιατί πήγαν όλα τόσα άσχημα… Διαβάζουμε λοιπόν απ’ αυτή την έκθεση, στην αναλυτική περίληψη που υπάρχει στις πρώτες σελίδες ότι «ελάχιστος ουσιαστικός διάλογος διεξήχθη με τις αρχές για το κατά πόσο η σύνδεση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του πέσο με το δολάριο ήταν κατάλληλη για την Αργεντινή μεσοπρόθεσμα, ενώ το θέμα ελάχιστα αναλύθηκε στο ΔΝΤ». Αλήθεια, αν το ΔΝΤ έχει μάθει από τα λάθη του όπως κατά κόρον λεγόταν από πολλούς έλληνες δημοσιογράφους το 2010, κι αν η ομολογία και η διερεύνηση των σφαλμάτων δεν αποτελούν εκτόνωση της δημόσιας κατακραυγής, τότε θα άξιζε να μάθουμε ποια συζήτηση και ποια ανάλυση έγινε για τις επιπτώσεις από την ένταξη και παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη; Ποιες ήταν οι επιπτώσεις στο δημόσιο χρέος από την συμμετοχή της Ελλάδας στο κοινό νόμισμα; Το θέμα αναλύθηκε στο ΔΝΤ;

Πίνακας Ι

Πορεία ελληνικού δημόσιου χρέους (ως % του ΑΕΠ)

2008     2009     2010     2011     2012     2013*   2014*

112,9    129,7    148,3    170,3    156,9    175,8    174,2

*: Πρόβλεψη

Πηγή: Greece: Third Review Under the Extended Arrangement Under the Extended Fund Facility, 20 May 2013.

Παρότι η αποκάλυψη του ΔΝΤ περιέχει στοιχεία αλήθειας, η δημοσιοποίησή της την συγκεκριμένη περίοδο δεν στερείται σκοπιμοτήτων. Συγκεκριμένα, η ανακίνηση του θέματος για τους όρους της ελληνικής «διάσωσης» από τον μισητό διεθνή οργανισμό σχετίζεται με την συζήτηση που έχει ανοίξει ανεπίσημα αλλά μεθοδικά για το επικείμενο νέο κούρεμα του δημόσιου χρέους, που αποτελεί αδήριτη αναγκαιότητα για τον απλό λόγο ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, 3 χρόνια μετά το ξεκίνημα της επιχείρησης «διάσωσής» μας, κινείται σε ανεξέλεγκτη τροχιά. Όπως ανάγλυφα αποτυπώνεται στον Πίνακα Ι που παραθέτουμε, παρότι προηγήθηκε μία μεγάλη, γιγαντιαίων συγκριμένα διαστάσεων, αναδιάρθρωση (Μάρτιος 2012) και δύο μικρές (Μάρτιος 2011 και Νοέμβριος 2012), πάντα με ευθύνη των πιστωτών, το δημόσιο χρέος το 2013 θα είναι σχεδόν 50% πάνω από τα επίπεδα που βρισκόταν πριν ξεκινήσει η «διάσωσή» μας… Εν είδει παρενθέσεως δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε την προκλητική σιωπή με την οποία τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν την παταγώδη αποτυχία των πιστωτών και των Μνημονιακών κυβερνήσεων να χειριστούν το δημόσιο χρέος, που πλέον χρεώνονται την μεγαλύτερη αύξησή του στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Αρκεί να σκεφτούμε τι επιθέσεις στον «λαϊκισμό» θα εξαπέλυαν αν τυχόν κι αυτή η έκρηξη είχε σημειωθεί σε μια περίοδο που αυξήθηκε ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων ή είχαν δοθεί αυξήσεις σε συνταξιούχους… Σε αυτό το ναρκοπέδιο, οι διαβεβαιώσεις πως το 2020 το δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 124% του ΑΕΠ (εκεί δηλαδή σχεδόν που το παρέλαβε ο Γ. Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 2009) μάλλον μειδιάματα προκαλούν και απορία για το ποιός θα έχει ζήσει μέχρι τότε να γιορτάσει περιχαρής τον σπουδαίο «εθνικό» θρίαμβο.

Πίνακας ΙΙ

Σύνθεση ελληνικού δημόσιου χρέους

2010                 2011                 2012                 2013

Ομόλογα                                                                                    83,9%               73%                  34,8%               31,3%

Δάνεια Μηχανισμού Στήριξης                                         9,7%                 20,6%               56,5%              61,4%

Επεξεργασία: Επίκαιρα. Στοιχεία: Βουλή των Ελλήνων, γραφείο προϋπολογισμού του κράτους, Τριμηνιαία έκθεση, Ιανουάριος – Μάρτιος 2013

Κατά συνέπεια, μια νέα αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους είναι θέμα χρόνου. Αυτή τη φορά όμως η μείωσή του δεν θα είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στη σύνθεσή του, όπως την παραθέτουμε στον Πίνακα ΙΙ, όπου φαίνονται πεντακάθαρα τα αγκάθια που συνοδεύουν οποιαδήποτε προσπάθεια αναδιάρθρωσής του, μετά το PSI. Κι αυτό συμβαίνει επειδή πλέον το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους το οφείλουμε στους «επίσημους» λεγόμενους πιστωτές όπου συμπεριλαμβάνονται τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, το ΔΝΤ, κ.α. Δεν είναι δηλαδή κυρίως ομολογιακό το χρέος μας, από τη στιγμή που Ευρωζώνη και ΔΝΤ επέλεξαν να κρατικοποιήσουν επί της ουσίας το ελληνικό χρέος για να σώσουν τις τράπεζες που κατά βάση κατείχαν τα ελληνικά ομόλογα.

Και κατάσχεση καταθέσεων;

Το ερώτημα όμως τώρα είναι ποιος θα πληρώσει τη νέα αναδιάρθρωση. Ποιανού χρέη δηλαδή θα κουρευτούν: του ΔΝΤ, των κρατών μελών της ευρωζώνης, της ΕΚΤ; Εδώ προφανώς κάθε πιστωτής θέλει να υποστεί τις λιγότερες ή και καθόλου απώλειες και πετάει το «μπαλάκι» του κόστους της αναδιάρθρωσης στον άλλο πιστωτή. Η επίθεση του ΔΝΤ στην ΕΕ ανοίγει επιθετικά τη συζήτηση, που στην από δω μεριά του Ατλαντικού εξακολουθεί να διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών κι εν αγνοία των άμεσα ενδιαφερομένων, των ελλήνων πολιτών. Δηλώσεις δε όπως του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σχετικά με την αναδιάρθρωση («δεν υπάρχει καμιά δέσμευση από πλευράς της ευρωζώνης») ή του Όλι Ρεν («η νέα ανακούφιση του ελληνικού χρέους δεν είναι στην ατζέντα») το μόνο που υπογραμμίζουν είναι την απροθυμία τους να ανοίξουν την συζήτηση με όρους δημόσιου διαλόγου, ξεκαθαρίζοντας έτσι πως και η επόμενη αναδιάρθρωση θα διεξαχθεί με όρους πιστωτών. Τα αποτελέσματά της επομένως δεν θα απέχουν σημαντικά απ’ αυτά των τριών προηγούμενων, όπως και το τίμημα που θα είναι ακόμη πιο απεχθές για την κοινωνία, μιας κι αυτή τη φορά θεωρείται πάρα πάνω από πιθανή κι η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, όπως έγινε στην Κύπρο.

Πλήγμα στο ευρώ, οι διαδηλώσεις του Blockupy στην Φρανκφούρτη (Επίκαιρα, 6-12 Ιουνίου 20013)

Blockupy FrankfurtΓια δύο ολόκληρες μέρες, την Παρασκευή 31 Μαΐου και Σαββάτο 1η Ιουνίου, η καρδιά του κινήματος ενάντια στην λιτότητα και την Τρόικα χτυπούσε στην Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επιπλέον το χρηματοπιστωτικό κέντρο της ηπειρωτικής Ευρώπης. Εκεί όπου το κίνημα Blockupy επέλεξε να διαδηλώνει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να καταγγείλει τις πολιτικές της λιτότητας και της φτωχοποίησης και να εκφράσει την αλληλεγγύη του στην δοκιμαζόμενη Ελλάδα.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ: ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η συμμετοχή σε πορεία διαμαρτυρίας στην Γερμανία αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία, που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη. Κι αυτό από πολλές απόψεις. Πρώτ’ απ’ όλα λόγω της απίστευτης αστυνομικής βίας. Όποιος νομίζει ότι επιρρεπή στην καταστολή και την βαρβαρότητα, δηλαδή την αλόγιστη, τιμωρητική χρήση βίας είναι μόνο καθεστώτα όπως του Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία ή της ευρωπαϊκής περιφέρειας, απλώς δεν έχει δει τι συμβαίνει στην Γερμανία, όπου η αστυνομία επιτίθεται γι’ ασήμαντη αφορμή και αρπάζει διαδηλωτές από το σώμα της πορείας ή τους βιντεοσκοπεί αδιάκοπα ώστε όσοι συμμετέχουν σε πορείες να φακελώνονται και να ξεχωρίζει η Ήρα των διαδηλωτών από το στάρι των νοικοκυραίων, όσων πολύ πιθανά πίστεψαν κι αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση μια γενιά πριν για το «χιλιόχρονο Ράιχ». Αυτό ακριβώς συνέβη στην Φρανκφούρτη την προηγούμενη εβδομάδα, αποδεικνύοντας ότι ευρώ δεν σημαίνει μόνο αέναη λιτότητα αλλά και τριτοκοσμική καταστολή. Οι διαδηλώσεις ωστόσο που διοργανώθηκαν στην Φρανκφούρτη «αδικήθηκαν» από την υπέρμετρη προβολή των αστυνομικών επιθέσεων τόσο από τα γερμανικά όσο κι από τα διεθνή Μέσα. Κι αυτό γιατί το σημαντικότερο χαρακτηριστικό τους ήταν η μαζική συμμετοχή του κόσμου, το γεγονός ότι για πρώτη φορά άνθρωποι που δεν συνήθιζαν να συμμετέχουν σε πορείες βγήκαν στον δρόμο να καταγγείλουν τις τράπεζες, το ευρώ και την Μέρκελ. Κι αυτό ήταν ένα μήνυμα που πολλοί ήθελαν να περάσει σε δεύτερη μοίρα ή να μην ακουστεί καν, παρότι ειπώθηκε με τους πιο διαφορετικούς και πρωτότυπους τρόπους. Γιατί, κι αυτό ήταν ένα επιπλέον χαρακτηριστικό, στο πλαίσιο των πολύωρων (σε βαθμό εξάντλησης!) διαδηλώσεων συνέβησαν πολλά και ασυνήθιστα πολιτιστικά δρώμενα, πέραν των συζητήσεων, που εμπλούτιζαν την πολιτική διαμαρτυρία.

Περικύκλωση της ΕΚΤ

Την Παρασκευή η πορεία περικύκλωσε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην πλατεία Βίλυ Μπραντ της Φρανκφούρτης και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Ντόιτσε Μπανκ που απέχει λίγα τετράγωνα. Παρά την συνεχή βροχή και τις αστυνομικές απαγορεύσεις οι διαδηλωτές δεν υποχώρησαν, ενώ τον τόνο έδιναν οι ήχοι που ακούγονταν από τις κουτάλες που χτύπαγαν ρυθμικά τις κατσαρόλες. Στη συνέχεια κι ενώ μικρές πορείες διέτρεχαν όλη την πόλη, ο κεντρικός εμπορικός δρόμος, με τα επώνυμα μαγαζιά, γέμισε από διαδηλωτές που έκλειναν για λίγη ώρα εισόδους καταστημάτων, πραγματοποιούσαν καθιστικές διαμαρτυρίες ή διοργάνωναν συναυλίες παραφράζοντας γνώριμα τραγούδια με στίχους εναντίον του ευρώ και της Τρόικας, έχοντας μάλιστα εκ των προτέρων τυπωμένους σε φυλλάδιο τους νέους στίχους που μοίραζαν στον κόσμο ώστε να συμμετέχει, δημιουργώντας μια γιορτινή ατμόσφαιρα. Κι όλα αυτά φυσικά υπό το άγρυπνο βλέμμα της αστυνομίας. Το Σάββατο, η συγκέντρωση είχε οριστεί σε μια πλατεία δίπλα από τα γραφεία του συνδικάτου IG Metall και κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, στις 11.00 το πρωί. Και σχεδόν στο ίδιο σημείο κατέληξε στις 11.30 το βράδυ, μετά από μισή ημέρα! Η συμμετοχή σε αυτή την πορεία ξεπέρασε τους 20.000 διαδηλωτές. Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι συμμετείχαν 10.000. Με δικά τους μπλοκ και πίσω από το κεντρικό πανό του Blockupy που έγραφε «αντίσταση στην καρδιά του ευρωπαϊκού καθεστώτος κρίσης» συμμετείχαν: το κόμμα της Αριστεράς (Λίνκε), η μαζική οργάνωση Attac, τα εργατικά συνδικάτα IG Metall και Ver.di, το κομμουνιστικό κόμμα (DKP) αντιφασιστικές οργανώσεις κι ένα ετερόκλητο πλήθος διαδηλωτών που περιείχε από κόσμο ο οποίος διαμαρτυρόταν για ένα περιβαλλοντοκτόνο σχέδιο οικιστικής αναμόρφωσης στη Στουτγάρδη, μέχρι απολυμένους από εργοστάσια που έκλεισαν και αγωνιστές ενάντια στα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα της Μονσάντο.

Καταλυτική παρέμβαση του Λαφοντέν

Η κόκκινη κλωστή ωστόσο που διαπερνούσε όλους τους διαδηλωτές και όλα τα συνθήματα ήταν η αντίθεση στην πολιτική της λιτότητας που συνοδεύει το ευρώ, στην κυριαρχία των τραπεζών και στον καταστροφικό ρόλο της Γερμανίας. Δύο από τα συνθήματα που ακούγονταν επανειλημμένως ήταν για παράδειγμα τα εξής: «Brecht die Macht der Banken und Konzerne (Σπάστε τη δύναμη των τραπεζών και των εταιρειών) και «Deutsche Waffen, deutsches Geld, morden mit in aller Welt» (Γερμανικά όπλα, γερμανικό χρήμα δολοφονούν σε όλο τον κόσμο). Κι αυτό είναι που έχει την μεγαλύτερη σημασία, λόγω του ότι πλέον δεν είναι μόνο οι λαοί της νότιας Ευρώπης αυτοί που εξεγείρονται ενάντια στα προγράμματα λιτότητας κι αμφισβητούν την καταστροφική κοινωνικά πολιτική που το συνοδεύει. Απέναντι στον οδοστρωτήρα του ευρώ τάσσονται με αυξανόμενο ρυθμό κι οι Γερμανοί. Το κάνουν μάλιστα από αριστερές θέσεις. Προασπίζοντας δηλαδή το δικαίωμα στην εργασία, την σύνταξη, το κοινωνικό κράτος και την αναδιανομή του εισοδήματος κι όχι από την οπτική γωνία που επιτίθενται στο ευρώ οι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι που πρόσφατα μάλιστα ίδρυσαν και το δικό τους κόμμα, ζητώντας την επιστροφή στο γερμανικό μάρκο. Καθοριστικό ρόλο στην μαζική αμφισβήτηση του ευρώ, από τα αριστερά, διαδραμάτισε η δημόσια παρέμβαση του Όσκαρ Λαφοντέν στις 30 Απριλίου, ο οποίος για μια ακόμη φορά ξάφνιασε ευχάριστα με τον πολιτικό του ριζοσπαστισμό, δηλωτικό στοιχείο του οποίου είναι η παραίτησή του το 1999 από την θέση του υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση του Σρέντερ. Με άρθρο που ανάρτησε στην ιστοσελίδα του, ευθέως ζητούσε την εγκατάλειψη του ευρώ, έτσι ώστε να είναι εφικτές μια σειρά από νομισματικές υποτιμήσεις για τις χώρες του Νότου (και ειδικότερα για την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία) κι η ανατίμηση του γερμανικού μάρκου. «Μια πραγματική ανατίμηση μέσω της ανόδου των μισθών, που θα ήταν αναγκαία στην περίπτωση της Γερμανίας, δεν είναι δυνατή από τις γερμανικές ενώσεις των εταιρειών κι επίσης το νεο-φιλελεύθερο μπλοκ κομμάτων CDU/CSU, SPD, FDP και τους Πράσινους που τους ακολουθούν. Μια πραγματική υποτίμηση μέσω της πτώσης των μισθών, που θα επιφέρει αναγκαίες απώλειες στα εισοδήματα της τάξης του 20-30% στη Ν. Ευρώπη – ακόμη και στη Γαλλία – θα οδηγήσει σε καταστροφή, όπως ήδη μπορούμε να δούμε στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Αν πραγματικές ανατιμήσεις και υποτιμήσεις δεν είναι εφικτές με αυτό τον τρόπο θα είναι αναγκαίο να εγκαταλείψουμε το κοινό νόμισμα», προτείνει ο Λαφοντέν που πλέον δεν διαδραματίζει ενεργό ρόλο στο κόμμα που ίδρυσε μαζί με τον Γκρέγκορ Γκίζι, για λόγους υγείας όπως έχει ισχυριστεί. Η τοποθέτησή του ωστόσο, επίδειξη ικανότητας πολιτικής επικοινωνίας με τον ανερχόμενο κοινωνικό ριζοσπαστισμό, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου γιατί έδειξε τα πραγματικά και ανυπέρβλητα όρια που θέτει το ενιαίο νόμισμα στην άσκηση νομισματικής πολιτικής καθιστώντας την λιτότητα, σε βαθμό κοινωνικής γενοκτονίας όπως συμβαίνει τα τρία τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αναπόφευκτη. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με το εθνικό νόμισμα.

Απρόσμενα μαζικές κινητοποιήσεις όπως του κινήματος Blockupy που συγκλόνισαν την έδρα των γερμανικών τραπεζών και η μεγαλύτερη ένταση με την οποία τίθεται πλέον το θέμα της εξόδου από το ευρώ διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, προμηνύοντας σύντομα σοβαρές ανακατατάξεις. Και κυρίως …ελπιδοφόρες.

Η χρεοκοπημένη Ελλάδα χαρίζει στο Ιράκ χρέη ύψους 132,9 εκ. δολ! (Επίκαιρα, 30.5-5.6.2013)

war-money_us_dollars-CopyΜε σκάνδαλο ισοδυναμεί το σχέδιο νόμου που προωθείται για ψήφιση στη Βουλή με την υπογραφή των υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, Δ. Αβραμόπουλου και Γ. Στουρνάρα, και τίτλο: «Κύρωση των συμφωνιών α) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας του Ιράκ για την αναδιάρθρωση των οφειλών του προς το Ελληνικό Δημόσιο και β) μεταξύ του υπουργικού συμβουλίου της Δημοκρατίας της Αλβανίας και του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (ΟΑΕΠ)».

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το σχέδιο νόμου, που συζητήθηκε στην Επιτροπή Οικονομικών και αναμένεται να εισαχθεί στην ολομέλεια, προβλέπει εν ολίγοις ότι η χρεοκοπημένη Ελλάδα, που εξακολουθεί να έχει ένα μη βιώσιμο δημόσιο χρέος – κρατηθείτε – θα χαρίσει 132,9 εκ. δολ.! Συγκεκριμένα, με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο κυρώνεται η διμερής συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ της Ελλάδας και του Ιράκ, στις 11 Οκτωβρίου 2008, πριν δηλαδή η Ελλάδα υπαχθεί στο ατιμωτικό καθεστώς των Μνημονίων και τεθεί υπό τον άμεσο έλεγχο των πιστωτών μέσω της Τασκ Φορς και των γκαουλάιτερ Φούχτελ και Ράιχενμπαχ. Συμφωνήθηκε δηλαδή σε μια εποχή που «λεφτά υπήρχαν»… Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας συνολικές οφειλές του Ιράκ ύψους 259.074.255,07 δολ. «κουρεύονται» κατά το ποσό των συμβατικών τόκων και των τόκων υπερημερίας (11.485.957,36 και 121.402.635,50) που ισούται με 132.888.592,86 δολ. για να αποπληρωθεί μόνο το ύψος του κεφαλαίου που ανέρχεται σε 126.185.662,21 δολ. Θα πληρωθούμε δηλαδή μόνο τα μισά κι αυτά μάλιστα με όρους που ισοδυναμούν με παραγραφή: Σε 44 εξαμηνιαίες ίσες και διαδοχικές δόσεις, που θα ξεκινήσουν να καταβάλλονται το 2019 και θα τελειώσουν το 2040! Αλήθεια γιατί δεν ζητάει κι η Ελλάδα να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος της με τους ίδιους όρους, αντί να πρέπει να απολύσει χιλιάδες δημόσιους υπάλληλους ώστε να εμφανίσει δημοσιονομικό πλεόνασμα;

Η παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους του Ιράκ προς την Ελλάδα προκαλεί σημαντική βλάβη στο ελληνικό δημόσιο και γι’ αυτό τον λόγο δεν πρέπει να κυρωθεί από την Βουλή. Το ύψος των ζημιών, με βάση την έκθεση του γενικού λογιστηρίου του κράτους που συνοδεύει το σχέδιο νόμου, επιμερίζεται ως ακολούθως: «Πρώτο, επί του προϋπολογισμού της εταιρείας Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΒΕΕ απώλεια εσόδων ύψους 125.967.740,04 δολ. από την ακύρωση των συμβατικών τόκων (10.998.801,36 δολ.) και των τόκων υπερημερίας (114.968.938,68) που συνεπάγεται η αναδιάρθρωση της οφειλής του Ιράκ. Δεύτερο, επί του προϋπολογισμού του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων απώλεια εσόδων ύψους 6.920.852,82 δολ. από την ακύρωση των συμβατικών τόκων (487.156,00) και των τόκων υπερημερίας (6.433.696,82) που συνεπάγεται η αναδιάρθρωση της οφειλής του Ιράκ».

Παιχνίδια στην πλάτη των απλήρωτων της ΕΑΣ

Η ψήφιση του παραπάνω σχεδίου νόμου αποτελεί πρόκληση και ακραία περίπτωση υποκρισίας της Μνημονιακής κυβέρνησης λόγω της δεινής θέσης στην οποία βρίσκονται η εταιρεία Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (πρώην ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ), οι εργαζόμενοι της οποίας πληρώθηκαν τελευταία φορά το 2012 και από τις 15 Ιανουαρίου έχουν προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας. Με βάση μάλιστα εκτιμήσεις το ύψος των δεδουλευμένων ανέρχεται σε 2,85 εκ. ευρώ. Τα λεφτά δηλαδή που χρωστάει η τρικομματική κυβέρνηση Α. Σαμαρά στους εργαζόμενους στην ΕΑΣ είναι ένα μικρό κλάσμα των όσων χαρίζει στο Ιράκ!

Υπό διαφορετικές ωστόσο οικονομικές συνθήκες, αν δηλαδή η Ελλάδα δεν τελούσε υπό καθεστώς ουσιαστικής χρεοκοπίας, ένα σχετικό αίτημα θα μπορούσε να συζητηθεί, στον βαθμό όμως που θα προερχόταν από μια κυβέρνηση που εκπροσωπούσε τα λαϊκά συμφέροντα και αποδείκνυε τον αθέμιτο ή απεχθή χαρακτήρα του συγκεκριμένου χρέους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο νόμου αναφέρεται ότι «ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Γ. Αλογοσκούφης, προέβη στην υπογραφή της ανωτέρω διμερούς συμφωνίας λαμβάνοντας υπ’ όψη: Πρώτο, τη δεινή οικονομική κατάσταση του Ιράκ. Δεύτερο, τη δυσαρέσκεια των πιστωτών του Paris Club (Λέσχης των Παρισίων), καθώς η Ελλάδα είναι η μόνη εκ των 56 χωρών – πιστωτών που δεν έχει καταλήξει σε συμφωνία με το Ιράκ. Την αναγκαιότητα επίτευξης Συμφωνίας στα πλαίσια που ορίζει το Paris Club μέλος του οποίου αποτελεί το Ιράκ».

Προφανώς το κριτήριο «της δεινής οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται το Ιράκ» χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση προσχηματικά. Εάν αποτελεί τόσο σημαντικό κριτήριο για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους ώστε να προβαίνει σε παραγραφή δημόσιου χρέους άλλων κρατών, τότε θα έπρεπε η ίδια η κυβέρνηση Α. Σαμαρά να προχωρήσει στην μονομερή παύση πληρωμών απέναντι στους πιστωτές μας επικαλούμενη την κοινωνική κόλαση που έχουν προκαλέσει τα Μνημόνια με την αύξηση της ανεργίας στο 27% (από 8% που ήταν πριν τα μνημόνια), την εκρηκτική αύξηση των αυτοκτονιών που το 2011 καταγράφηκε ρεκόρ 50ετίας στην Ελλάδα, κ.λπ.

Εξυπηρέτηση στους Αμερικάνους

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση Σαμαρά διαγράφει το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους του Ιράκ, υπακούοντας στη Λέσχη των Παρισίων και μέσω αυτής στις οδηγίες των ΗΠΑ. Όπως αναλυτικά περιγραφόταν στο ντοκιμαντέρ Χρεοκρατία (Debtocracy) και στο ομώνυμο βιβλίο (εκδ. Λιβάνης) οι ΗΠΑ για να βοηθήσουν το νέο κατοχικό καθεστώς που διορίστηκε στο Ιράκ μετά την στρατιωτική εισβολή τους το 2003 – που προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών σε όλο τον κόσμο ακόμη κι από πολλές κυβερνήσεις με σημαντικότερες αυτές της Γαλλίας και της Γερμανίας – θέλησαν να στηρίξουν το νέο, υποτελές καθεστώς ελαφρύνοντάς το από τα δάνεια του προηγούμενου καθεστώτος. Στο πλαίσιο αυτού του «φιλικού διακανονισμού» η κυβέρνηση Σαμαρά προχωράει στην διαγραφή μέρους του χρέους του Ιράκ (κι ενδεχομένως λόγω ενός αισθήματος αλληλεγγύης που νιώθει απέναντι σε κάθε άλλη κυβέρνηση υποτελών ανά τον κόσμο…). Η επιβάρυνση δηλαδή που προκύπτει για τα ελληνικά δημόσια οικονομικά (έστω υπό την μορφή των διαφυγόντων κερδών) δεν απορρέει από κάποιο αίσθημα αλληλεγγύης απέναντι σε έναν λαό ή από μια αίσθηση δικαίου, αλλά λόγω δουλικότητας. Η ίδια δουλοπρέπεια που κάνει την κυβέρνηση Σαμαρά, όπως έκανε πριν τις κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου να συναινούν σε κάθε αίτημα των δανειστών – από την έκδοση των ελληνικών ομολόγων στο δίκαιο του …«Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου» μέχρι την πώληση της ΔΕΗ – η ίδια δουλικότητα τώρα τους κάνει να ψηφίζουν νόμους για την διαγραφή χρεών άλλων όμως κρατών, όχι του ελληνικού. Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο…

Πρόκληση επίσης αποτελεί και ο επιτακτικός χαρακτήρας με τον οποίο παρουσιάζονται στην αιτιολογική έκθεση οι αποφάσεις της Λέσχης του Παρισιού. Το συγκεκριμένο σώμα που απαρτίζεται από 19 κράτη και αποτελεί όργανο επίλυσης των διαφορών μεταξύ κρατών δανειστών και οφειλετών (αντίθετα με την Λέσχη του Λονδίνου όπου λύνονται διαφορές μεταξύ ιδιωτών πιστωτών, πχ τραπεζών) δεν έχει επίσημο, θεσμικό ρόλο. Επανειλημμένες φορές δε στο παρελθόν έχει επικριθεί ως όργανο επιβολής του δίκαιου του ισχυρού, σε βάρος αδύναμων κρατών. Κανένα κράτος δεν δεσμεύεται από κάποια διεθνή συμφωνία να ακολουθεί τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο εσωτερικό του, μέσω εντελώς αδιαφανών διαδικασιών. Γιατί επομένως η Ελλάδα να πρέπει να εφαρμόσει τις αποφάσεις του; Προφανώς από κεκτημένη ταχύτητα, δείχνοντας για μια ακόμη φορά πως είναι ο υπάκουος μαθητής των δανειστών, ακόμη κι αν της στοιχίζει…