Home » 2012 » October

Monthly Archives: October 2012

Χάσμα εντός ΕΕ, το Ράιχ προελαύνει (Επίκαιρα 18-24 Οκτωβρίου, 2012)

Στο Βερολίνο η κατάρτιση των προϋπολογισμών στους αδύναμους της Ευρώπης ο λογαριασμός!

Στην αρχή ήταν οι χώρες που δήλωναν ότι αδυνατούν να αντέξουν τα επιτόκια που επέβαλε η αγορά για την δανειοδότησή τους και προσέφευγαν στον λεγόμενο «Μηχανισμό Στήριξης». Πρακτικά μέχρι σήμερα είναι η Ελλάδα, που άνοιξε τον δρόμο τον Μάιο του 2010 και κι επίσης η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα με την απόφαση της ΕΕ, στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, τα Μνημόνια χαρακτηρίστηκαν υποχρεωτικά και για εκείνες τις χώρες που θα προσέφευγαν στον Μηχανισμό Στήριξης για την χρηματοδότηση των τραπεζών τους. Η επιβολή των Μνημονίων δηλαδή, που πλήττει πρώτα και κύρια το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, ορίστηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την διάσωση των τραπεζών. Αυτή η απόφαση αφορούσε, στην πράξη, την Ιταλία και πρωτίστως την Ισπανία, που τον τελευταίο χρόνο τα επιτόκια δανεισμού τους βρίσκονται σχεδόν μόνιμα στην κόψη του ξυραφιού, ανάγοντας σε μια υπόθεση χρόνου την προσφυγή των κυβερνήσεων τους στον Μηχανισμό. Πρόκειται μάλιστα για μια κίνηση που θα είχε ολοκληρωθεί αν ο Μηχανισμός ήταν έτοιμος να υποδεχθεί τα δυσθεώρητα μεγέθη των δύο αυτών χωρών, που το δημόσιο χρέος τους (αθροιστικά) προσεγγίζει τα 3 τρισ. ευρώ! Το μήνυμα επομένως ήταν πως «δωρεάν γεύμα» δεν υπάρχει, ασχέτως μάλιστα αν άλλος τρώει (οι τράπεζες) κι άλλος πληρώνει (οι συνταξιούχοι)…

Το συγκεκριμένο σχήμα, παρά τον κραυγαλέα και προκλητικά άδικο χαρακτήρα του, κρίθηκε τόσο επιτυχημένο από τους ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε αποφασίστηκε να γενικευτεί σε ακόμη περισσότερες χώρες. Έτσι, στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 18 και 19 Οκτωβρίου, με βάση προσχέδιο απόφασης που κυκλοφόρησε φέροντας ημερομηνία 8 Οκτωβρίου, θέμα συζήτησης ήταν η ενοποίηση των κρατικών προϋπολογισμών των 17 κρατών μελών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια απόφαση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της ευρωζώνης και της ΕΕ για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, ξεκινώντας από την ορολογία, και μόνο η αναφορά στη «νέα οικονομική διακυβέρνηση», όπως επαναλαμβάνεται στο προσχέδιο, συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο και βαρύ, αρνητικό πολιτικό φορτίο. Η «διακυβέρνηση», όρος που αναδύθηκε ταυτόχρονα με την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού την δεκαετία του ’80, υποτίθεται πως σηματοδοτεί την «απο-ιδεολογικοποίηση» της εξουσίας και την επικέντρωσή της σε τεχνικά θέματα και μετρήσιμους στόχους, που στέκονται πάνω από πολιτικές αντιπαραθέσεις. Στην πράξη σήμανε ακριβώς το αντίθετο: Την εγκατάλειψη κάθε ίχνους αναδιανεμητικής, φιλολαϊκής πολιτικής και την μόνιμη και αποκλειστική ενασχόληση της πολιτικής με την εξυπηρέτηση των αγορών, δηλαδή των μεγάλων επιχειρήσεων και την διευκόλυνση του ανταγωνισμού, καταργώντας κάθε ρύθμιση, που χαρακτηριζόταν ως εμπόδιο. Διακυβέρνηση λοιπόν σημαίνει νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση.

«Μνημόνια παντού»

Το εχθρικό απέναντι στην κοινωνία περιεχόμενο της «νέας οικονομικής διακυβέρνησης» που υπόσχονται οι Βρυξέλλες αποκαλύπτεται από την προτεραιότητα που δίνεται στην δημοσιονομική πειθαρχία. Καθόλου τυχαίος δεν ήταν ο τίτλος της στήλης alphaville των Financial Times όταν αποκάλυψε πρώτη το επίμαχο προσχέδιο: «Μνημόνια για όλους». Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταφορά στις Βρυξέλλες ακόμη και της διαδικασίας σύνταξης κρατικού προϋπολογισμού (μετά την άσκηση νομισματικής πολιτικής) σημαίνει ότι μπροστά στον «υπέρτατο» στόχο της εξισορρόπησης των δημοσίων δαπανών και εσόδων, δεν θα αναγνωρίζεται καμιά άλλη κοινωνική προτεραιότητα! Μέχρι στιγμής, η αλήθεια είναι πως όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες που ήταν επιφορτισμένες με την σύνταξη του κρατικού προϋπολογισμού στα υπουργεία Οικονομικών κάθε χώρας, ήξερα τον τρόπο να πετύχουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Η παραμονή των ελλειμμάτων ακόμη και τη χρονιά που διανύουμε, με την κρίση να συνεχίζει να δείχνει τα δόντια της, δεν οφείλεται στην άγνοια ή την επιστημονική – τεχνική τους ανεπάρκεια. Οφείλεται στην κοινωνική ευαισθησία που επιδείκνυαν οι σχετικές υπηρεσίες και το ένστικτο αυτοσυντήρησης που κυριαρχούσε στις κυβερνήσεις ώστε να μεριμνούν για την κοινωνική συνοχή και να μην διαγράφουν με μια κίνηση το κονδύλι για τη χρηματοδότηση ενός μεγάλου νοσοκομείου, έτσι ώστε «να βγουν τα νούμερα». Ενδεχομένως να πρόκειται για το τρισκατάρατο «πολιτικό κόστος» που αναθεματίζει η πολιτική ελίτ… Αυτή τη βρόμικη δουλειά σκοπεύουν να βγάλουν οι Βρυξέλλες, ζητώντας να έχουν λόγο στην σύνταξη κάθε κρατικού προϋπολογισμού. Αν η πρώτη συνέπεια της «ενοποίησης των προϋπολογισμών» θα είναι η διαιώνιση της λιτότητας και των περικοπών, στην βάση των παραπάνω φαίνεται πως, δεύτερη αρνητική συνέπεια, θα είναι η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, τουλάχιστον θεμελιωδών παραμέτρων της όπως είναι η απόφαση επιμερισμού των δημοσίων δαπανών, για παράδειγμα. Εδώ μάλιστα πολύ σύντομα θα αποδειχθεί πως οι «ενιαίοι κανόνες στη σύνταξη των προϋπολογισμών» θα είναι εξ ίσου μεροληπτικοί με τους «ενιαίους κανόνες της ελεύθερης αγοράς», ευνοώντας στο τέλος αποκλειστικά και μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας… Αν για παράδειγμα αγοράσουν γερμανικές πολυεθνικές ελληνικά νοσοκομεία ή χτίσουν και δικά τους ακόμη, δεν είναι προφανές ότι στις περικοπές δημοσίων δαπανών προτεραιότητα θα έχει η δημόσια και δωρεάν υγεία, με τελικό στόχο οι ασθενείς να γίνουν πελάτες των Γερμανικών νοσοκομείων κι έτσι εκ του ασφαλούς οι γερμανικές επενδύσεις να αποβούν κερδοφόρες;

Αξίζει πάντως να αναφερθεί ότι μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί αντιδράσεις στο γερμανικό σχέδιο. Ο Ιταλός υπουργός Βιομηχανίας, για παράδειγμα, με βάση ρεπορτάζ των Financial Times στις 8 Οκτωβρίου απέρριψε κάθε σκέψη να αποκτήσει λόγο η ΕΕ σε θέματα που αφορούν τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις ή την δημοσιονομική πειθαρχία. Παρότι μένει να αποδειχθεί αν πρόκειται για πραγματική διαχωριστική γραμμή ή για προεκλογικές μεγαλοστομίες, δεν περνάει απαρατήρητη  η αντίδραση που καταγράφηκε.

Πουκάμισο αδειανό η «ανάπτυξη»

Οι Βρυξέλλες χρυσώνουν την μεταβίβαση της ευθύνης σύνταξης των κρατικών προϋπολογισμών στις υπηρεσίες των Βρυξελλών κι από ‘κει στην Γερμανία, παρουσιάζοντάς την ως προαπαιτούμενο για επενδύσεις και την εφαρμογή αναπτυξιακών υποτίθεται μέτρων που θα προωθήσουν την ενοποίηση των αγορών. Κι αυτά όμως τα μέτρα δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της δημιουργίας θέσεων εργασίας, όσο συνεχίζεται η πολιτική της λιτότητας και των περικοπών, που έχει οδηγήσει την ανεργία σε επίπεδα ρεκόρ (11,4% στην ευρωζώνη των 17 και 10,5% στην ΕΕ των 27 τον Αύγουστο) για τα τελευταία δέκα χρόνια.

Στην πραγματικότητα η Γερμανία, ζητώντας «γη και ύδωρ» από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης, κόβει απότομα την συζήτηση για την «αμοιβαιοποίηση» του δημόσιου χρέους, όπως περιγράφεται η πρόταση ανάληψης από την Γερμανία μέρους τουλάχιστον του δημόσιου χρέους των υπερχρεωμένων χωρών. Το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε από πέρυσι η γερμανίδα καγκελάριος: Πρώτα δημοσιονομικό συμμάζεμα και μετά ευρωομόλογα ή «αμοιβαιοποίηση» του δημόσιου χρέους. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα εύσχημο τρόπο για να δηλώσει η Μέρκελ, με την χαρακτηριστική γερμανική της διαλλακτικότητα, …«ποτέ»!

Το σχέδιο ενοποίησης των κρατικών προϋπολογισμών, που αναμφισβήτητα σηματοδοτεί ένα μεγάλο βήμα μπροστά στην ευρωπαϊκή ενοποίηση – αλλά σε λάθος κατεύθυνση, δεν σημαίνει μόνο λιτότητα και πλήγμα στην κυριαρχία. Σημαίνει επίσης και νέα ρήγματα στην ΕΕ, δεδομένου ότι η απόσταση που χωρίζει τους 17 από τους 27 μεγαλώνει. Πρόκειται για την ντε φάκτο δημιουργία μιας ΕΕ δύο ταχυτήτων, που έχει ήδη προκαλέσει την αντίδραση του Λονδίνου, παρότι η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον, κάθε άλλο παρά αμφισβητεί την ανάγκη της λιτότητας. Οι πιθανότητες έτσι για ένα νέο βέτο, όπως έγινε και τον Δεκέμβριο του 2011 με αφορμή το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, στην προσεχή ή την επόμενη σύνοδο κορυφής (στις 22 Νοεμβρίου που θα ασχοληθεί με τον προϋπολογισμό) και θα εκπορεύεται από τα ανταγωνιστικά συμφέροντα του Σίτι δεν είναι καθόλου απίθανο. Το ερώτημα ωστόσο είναι πώς και πότε θα τεθεί το άλλο βέτο που θα εκφράζει τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών κοινωνιών…

Ξερονήσια λιτότητας, επίγειοι παράδεισοι κερδών (Unfollow, #10, Οκτώβριος 2012)

Μικρή ανάπαυλα ή την ηρεμία πριν την θύελλα θα θυμίζει σε λίγο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον σχηματισμό της κυβέρνησης Α. Σαμαρά και για την ακρίβεια από την αρχή του καλοκαιριού όταν, πράγματι, άλλαξε το κλίμα στις αγορές και η συμπεριφορά των Ευρωπαίων απέναντι στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση εμφανίζει αυτή την μεταβολή ως επιβράβευση των προσπαθειών της και δείγμα του ότι οι «κόποι πιάνουν τόπο», επιχειρώντας έτσι να υποστηρίξει και το νέο αντιλαϊκό πακέτο των 11,8 δισ. ευρώ. Ένα σύνολο μέτρων που θα βαθύνει τη φτώχεια και την απόγνωση στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα καθώς είναι μονομερώς προσανατολισμένο προς τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τα μεσαία στρώματα απ’ όπου θα προέλθει τουλάχιστον το 80% των χρημάτων.

Από την άλλη οι επιχειρήσεις θα δουν την θέση τους να βελτιώνεται. Η αναμενόμενη μείωση των εργοδοτικών εισφορών θα βάλει στα ταμεία τους 2,5 δισ. ευρώ, την ίδια ώρα που τα ασφαλιστικά ταμεία ψυχορραγούν λόγω της αύξησης της ανεργίας (στο 24,4% τον Ιούνιο του 2012 από 7,4% πριν τρία χρόνια) και της γενικευμένης παρακράτησης των εισφορών από τις επιχειρήσεις – μικρές και μεγάλες. Χωρίς τέλος είναι και οι διευκολύνσεις που γίνονται κάτω από το τραπέζι, κι οποίες ούτε εύκολο είναι να ποσοτικοποιηθούν, ούτε ορατή η στόχευσή τους δια γυμνού οφθαλμού. Όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το επάγγελμα του περιπτερά, το οποίο «απελευθερώνεται». Στην πράξη παραδίδεται μέρος του τζίρου τους στα σούπερ μάρκετ, που θα μπορούν να πουλούν για παράδειγμα τσιγάρα, κι επίσης σε εμπόρους ή βιομηχάνους κάθε κλάδου (από εκδότες μέχρι παρασκευαστές αναψυκτικών κι εισαγωγείς τσίχλας) οι οποίοι θα μπορούν να στήνουν τα δικά τους περίπτερα, με τους δικούς τους υπαλλήλους στη Σταδίου και την Πανεπιστημίου για όσο καιρό θέλουν και με ό,τι εμπόρευμα επιλέγουν. Οι πακτωλοί όμως θα έρθουν από τις ιδιωτικοποιήσεις. Παλιά και νέα τζάκια του επιχειρηματικού κόσμου, θαλασσοπόροι και στεριανοί σπεύδουν ασθμαίνοντας να «σώσουν» κι αυτοί την Ελλάδα από την …χρεοκοπία. Που θα ξαναβρούν τέτοια ευκαιρία, να βάλουν στην τσέπη με τόσο εύκολο τρόπο τόσο άφθονο χρήμα; Η περίπτωση των νησιών είναι η πιο κραυγαλέα. Οι επίδοξοι επενδυτές θα δημιουργήσουν μικρούς φορολογικούς παραδείσους και θύλακες παρανομίας στα εκατοντάδες νησιά που θα ξεπουληθούν κι ας δηλώνει η κυβέρνηση ότι πρόκειται για μίσθωση 40 ή 50 ετών κι όχι για οριστική μεταβίβαση. Ποια λιμενική αρχή θα ελέγχει τα πολυτελή σκάφη που θα μπαινοβγαίνουν στους μίνι παραδείσους που θα κατασκευάσουν όσοι αγοράσουν αυτές τις βραχονησίδες; Το λαθρεμπόριο, η διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και η πορνεία θα γνωρίσουν δόξες! Κι οι ελληνικές θάλασσες θα γεμίσουν υπερπολυτελή πειρατικά σκάφη, αυτά που προκαλούν δέος στους ανήξερους κι εμετό σε όσους μπορούν να φανταστούν τα ντιλ που κλείνονται στα σαλόνια τους. Όλοι δε εμείς θα γίνουμε ξένοι στον ίδιο μας τον τόπο που θα έχει μεταμορφωθεί σε παραθαλάσσιο Κόσσοβο, απέραντο ξερονήσι λιτότητας…

Κατά συνέπεια τα νέα μέτρα ύψους 11,8 δισ. ευρώ δεν μας θίγουν όλους το ίδιο! Θα βυθίσουν στη φτώχεια την πλειοψηφία, όπως ακριβώς συνέβη και με τα υπόλοιπα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί από το 2010 ύψους 49 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 22,6% του ΑΕΠ (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα 11,8 δισ.), κατ’ ομολογία του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στις 19 Σεπτέμβρη, και θα προσφέρουν για μια ακόμη φορά ζεστό χρήμα σε μια μειοψηφία. Την ίδια μειοψηφία που ωφελήθηκε τα μέγιστα αυτή την δραματική διετία. Η πρωτοφανής σε μέγεθος μετακίληση κοινωνικού φορτίου αποκαλύφθηκε και με μια ακόμη αφορμή: την αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ελληνικών ομολόγων. Τα στοιχεία που κατέθεσε το υπουργείο Οικονομικών απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή της ΝΔ, Προκόπη Παυλόπουλου, επιβεβαίωσαν τα χειρότερα: Η επιχείρηση διάσωσης της Ελλάδας στην πραγματικότητα ήταν μια συγκαλυμμένη επιχείρηση διάσωσης των ξένων τραπεζών. Οι Γαλλογερμανοί έσωσαν τις τράπεζες τους, με άλλα λόγια, στέλνοντας τον λογαριασμό στους έλληνες πολίτες. Προς επίρρωση τα ακόλουθα: Ενώ στις 31 Δεκεμβρίου 2009 (τρεις μήνες αφότου είχε κερδίσει τις εκλογές ο Παπανδρέου) οι ξένες τράπεζες κατείχαν ελληνικά ομόλογα ύψους 141,5 δισ. ευρώ, έναν χρόνο μετά, στις 31 Δεκεμβρίου 2010, στα χαρτοφυλάκιά τους είχαν απομείνει ελληνικά ομόλογα 45,9 δισ. ευρώ. Την  πρώτη χρονιά δηλαδή που εφαρμόστηκε το Μνημόνιο «ξεφορτώθηκαν» ομόλογα αξίας 95,6 δισ. ευρώ! Την δεύτερη χρονιά, το 2011, συνεχίστηκε το «ξεφόρτωμα» κι έτσι στις 31.12.2011 βρίσκονται με ελληνικά ομόλογα αξίας 35 δισ. ευρώ! Το σκάνδαλο συνεχίστηκε, με τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου να περνούν από τους ξένους πιστωτές στα χέρια των ελληνικών τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, τορπιλίζοντας την βιωσιμότητά τους. Έτσι, από 56,9 δισ. ευρώ που κατείχαν στις 31 Δεκεμβρίου 2009, δύο χρόνια μετά στις 31 Δεκεμβρίου 2011 βρέθηκαν με ομόλογα αξίας 86,16 δισ. ευρώ. Αλήθεια, με εντολές τίνων οι διορισμένες διοικήσεις των ασφαλιστικών ταμείων αγόραζαν τα ελληνικά ομόλογα, παρέχοντας αφειδώς ρευστό στις ξένες τράπεζες, που εγκατέλειπαν την Ελλάδα άρον – άρον; Δεν υπάρχουν νομικές ευθύνες για την απώλεια τόσων δισεκατομμυρίων ευρώ; Επίσης, δεν είναι υποκρισία και προσβολή στη νοημοσύνη μας να αφιερώνονται τόσες ώρες «αποκαλύψεων» για τους τυφλούς της Ζακύνθου και τις συντάξεις που έπαιρναν συγγενείς πεθαμένων και την ίδια ώρα τα δισ. που χάθηκαν από τα ασφαλιστικά ταμεία να κρύβονται κάτω από το χαλί;

Η αλήθεια είναι πως η κυβέρνηση του Α. Σαμαρά συγκαλύπτει τα όργια που έκανε η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου γιατί συνεχίζει να βαδίζει στον ίδιο δρόμο: αιματηρή και χωρίς όρια λιτότητα για τους πολλούς (μα ότι τους ζητήσουν το κάνουν!), κέρδη για τους λίγους και στο βάθος μια νέα χρεοκοπία, μετά απ’ αυτήν του Μαρτίου του 2012, όπως ήδη προδιαγράφεται. Το δεύτερο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» είναι προ των πυλών για τον απλό λόγο ότι το δημόσιο χρέος αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Οι υποσχέσεις κυβέρνησης και Τρόικας για την επίλυση του προβλήματος του δημόσιου χρέους με την αναδιάρθρωση του Μαρτίου αποδείχτηκαν κενό γράμμα. Από 165,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2011, φέτος, στο τέλος της χρονιάς θα φτάσει το 166%. Θα είναι δηλαδή υψηλότερο από πέρυσι, παρά το «κούρεμα» και παρά τις θυσίες που συνόδευσαν την αναδιάρθρωση. Κι εδώ οι ευθύνες της ΕΕ και της ευρωζώνης ως οργανωτών και αιχμής του δόρατος των πιστωτών, πέραν των ευθυνών της ελληνικής κυβέρνησης, ήταν καταλυτικές, με αποτέλεσμα να προκαλεί απορία η διάθεση αν όχι απόκρυψης, τουλάχιστον μη καταλογισμού των συγκεκριμένων ευθυνών τους, η οποία μάλιστα δικαιολογείται στο πλαίσιο μιας γενικόλογης αντικαπιταλιστικής καταγγελίας, που θα μπορούσε ωστόσο να ισχύει, εξ ίσου, σε οποιαδήποτε άλλη χώρα και σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Για την Ελλάδα όμως του 2012 ειδικότερα, τι;

Πέρα λοιπόν από το καθησυχαστικό κλίμα που δημιουργεί η κυβέρνηση, το εκρηκτικό υλικό μιας νέας υποτροπής της κρίσης τόσο στην Ελλάδα (με αφορμή ξανά το δημόσιο χρέος) όσο κι εκτός (με αφορμή ξανά την εξόχως ασταθή ισορροπία της ευρωζώνης) συνεχίζει να συγκεντρώνεται. Μάρτυρας η δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της γερμανικής Κόμερτζμπανκ στις 20 Σεπτεμβρίου ότι θεωρεί σίγουρο ένα δεύτερο «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους κι επίσης της αμερικάνικης Σίτιγκρουπ, που συνεχίζει να ποντάρει στην έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, λόγω του ότι η πορεία του δημόσιου χρέους συνεχίζει να κινείται ανεξέλεγκτα. Αυτή είναι η πραγματικότητα την οποία επιμελώς αποκρύπτουν κι η οποία δείχνει ότι τα αντιλαϊκά μέτρα των 11,8 δισ. ευρώ ακόμη κι αν εφαρμοστούν δεν θα έχουν κανένα ευεργετικό αποτέλεσμα στα δημόσια οικονομικά. Αντιθέτως, με την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, αργά ή γρήγορα, θα ακολουθήσουν και νέα αντιλαϊκά μέτρα. Μόνο που για να εκραγεί αυτό το υλικό κι η περίοδος ηρεμίας που ζούμε να αποδειχθεί ότι φέρνει θύελλες, χρειάζεται και κάτι ακόμη που τους τελευταίους μήνες μας έχει λείψει…

Το μεγάλο στοίχημα των ιδιωτικοποιήσεων (Πριν, 27 Οκτωβρίου 2012)

Τα έσοδα 6,9 δισ. ευρώ, όχι 50, ούτε καν 11,1 δισ.

ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Σημείο τομής για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας θα αποδειχθεί το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών το οποίο ξεκίνησε να συζητιέται στην Βουλή την εβδομάδα που μας πέρασε κι ως θέμα έχει την κύρωση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου που μεταξύ άλλων καταργούν το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του ελληνικού δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο δημοσίων επιχειρήσεων. Συνολικά πρόκειται για ένα νόμο τερατούργημα καθώς καταφέρνει ένα συντριπτικό πλήγμα σε κάθε έννοια δημοσίου συμφέροντος, κυριολεκτικά το εξαφανίζει, χαρίζοντας τα πάντα στους ιδιώτες.

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί προοίμιο του τρίτου μνημονίου που αναμένεται να ψηφιστεί μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, όπου θα περιέχονται και τα αντιλαϊκά μέτρα ύψους  13,5 δισ. ευρώ, καθώς η επιτυχία του στηρίζεται εν πολλοίς στα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων, τα οποία αναμένεται να καλύψουν τις μαύρες τρύπες που θα δημιουργηθούν. Να θυμίσουμε πως στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής που είχε ψηφιστεί το 2011 τα έσοδα που αναμένονταν από τις ιδιωτικοποιήσεις υπολογίζονταν στα 50 δισ. ευρώ. Στο νέο σχέδιο Μνημονίου οι προσδοκίες έχουν μετριασθεί σημαντικά. Τα έσοδα που αναμένονται για το 2012 είναι 1,7 δισ. ευρώ, 5 δισ. ευρώ μέχρι το 2013, 7,3 δισ. μέχρι το τέλος του 2014, 8,5 μέχρι το τέλος του 2015 και 11,1 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2016. Ακόμη όμως κι αυτά τα ποσά απέχουν σημαντικά από την πραγματικότητα, όπως αποτυπώθηκε σε μελέτη του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Ελληνικού Δημοσίου που κοινοποιήθηκε προς την Τρόικα κι η οποία αποκαλύφθηκε στις 15 Ιουλίου από την εφημερίδα Έθνος. Με βάση λοιπόν τις δικές τους εκτιμήσεις κι οι οποίες στηρίζονταν στις χρηματιστηριακές τιμές των εισηγμένων και τις προσφορές που είχαν ήδη υποβληθεί από ενδιαφερόμενους, τα αναμενόμενα έσοδα του δημοσίου από την πώληση των περιουσιακών του στοιχείων δεν πρόκειται να ξεπεράσουν τα 6,9 δισ. ευρώ! Ούτε 14% των αρχικών προβλέψεων! Ενδεικτικά, από την πώληση της ΕΥΔΑΠ το ελληνικό δημόσιο θα λάβει 200 εκ. ευρώ, από την ΕΥΑΘ 80 εκ., από το Ελληνικό στην καλύτερη περίπτωση 700 εκ., από την Εγνατία 250 εκ. ευρώ, από τα περιφερειακά αεροδρόμια 400 εκ., από την πώληση των λιμανιών Πειραιά Θεσσαλονίκης κ.α. 420 εκ., από την ΔΕΗ 350 εκ., κοκ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αρχιτέκτονας του σαρωτικού προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, αρνήθηκε να δώσει κι επίσημα στην δημοσιότητα τα παραπάνω στοιχεία. Τον Σεπτέμβριο συγκεκριμένα ο επίτροπος Όλι Ρεν επικαλούμενος λόγους απορρήτου αρνήθηκε να γνωστοποιήσει την παραπάνω λίστα, επιβεβαιώνοντας την άβυσσο που χωρίζει τις προβλέψεις από την πραγματικότητα. Η ελληνική περιουσία επομένως θα πουληθεί στους ιδιώτες με όρους σκανδαλώδεις για το δημόσιο συμφέρον ακόμη κι απαγορευτικούς αν στη θέση της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν για παράδειγμα ένας ιδιώτης που επιζητούσε την μεγιστοποίηση του οφέλους του!

Η επιτυχής υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων θα κρίνει την πορεία του τρίτου μνημονίου που είναι ακόμη σε στάδιο επεξεργασίας. Το νομοσχέδιο που είναι υπό συζήτηση στη βουλή δεν θα σημάνει μόνο το ξεπούλημα κερδοφόρων ΔΕΚΟ αλλά και την ραγδαία περιβαλλοντική υποβάθμιση της γης που θα δοθεί σε ιδιώτες.

Στρατηγικός ο ρόλος της ΕΕ στην προώθηση του ξεπουλήματος των ΔΕΚΟ

Με το πρώτο άρθρο επιχειρείται να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων η πρόσφατη αλλαγή διοίκησης στο ΤΑΙΠΕΔ, που έφερε στην ηγεσία του τον Τάκη Αθανασόπουλο, πρύτανη του Πανεπιστημίου Πειραιά την δεκαετία του ’90, πρόεδρο της Τογιότα Ευρώπης και πιο πρόσφατα επικεφαλής της ΔΕΗ. Λέγεται δε πως οι συνεργασίες που εξασφάλισε με τον γερμανικό ενεργειακό κολοσσό RWE κατά την παραμονή του στην ΔΕΗ, είναι αυτές που του εξασφάλισαν την θέση του προέδρου στο ταμείο ξεπουλήματος μετά την παραίτηση του Ι. Κουκιάδη τον Ιούνιο του 2012. Το δεύτερο άρθρο έχει την μεγαλύτερη σημασία καθώς με αυτό κυρώνεται πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία καταργείται το ελάχιστο ποσοστό που διέθετε το ελληνικό δημόσιο σε ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ και στους οργανισμούς Λιμένος Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Αλεξανδρούπολης, Βόλου, Ελευσίνας, Ηγουμενίτσας, Ηρακλείου, Καβάλας, Κέρκυρας, Λαυρίου, Πατρών και Ραφήνας. Παύοντας το δημόσιο να διαθέτει την πλειοψηφία των μετοχών μπορούν πλέον οι ΔΕΚΟ να πουληθούν σε ιδιώτες, ενώ τα λιμάνια να εκχωρηθούν προς μίσθωση σε ιδιώτες για 99 έτη.

Στο τρίτο άρθρο εισάγεται κι η έννοια του «παραθεριστικού – τουριστικού χωριού» και του «επιχειρηματικού πάρκου» με ένα καταστροφικό για το περιβάλλον μέσο συντελεστή δόμησης 0,4 που φτάνει και το 0,6, ενώ προβλέπεται κι η δυνατότητα παραχώρησης του αιγιαλού μέχρι και 99 χρόνια σε ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν να τον μεγεθύνουν με προσχώσεις. Αναγνωρίζεται επίσης η δυνατότητα στους ιδιώτες επενδυτές η δυνατότητα να προχωρήσουν σε απαλλοτριώσεις ζωνών ιδιωτικής έκτασης που υπερβαίνουν τη ζώνη της επένδυσης. Προς διευκόλυνση επίσης των επενδυτών εισάγεται ένα σκανδαλωδώς ελαστικό καθεστώς ιδιωτικής χωροταξίας και ευνοϊκής φορολογίας καθώς ο επενδυτής ναι μεν θα μπορεί να επεκτείνει το «δικαίωμα επιφάνειας» που αποκτά από τα 50 στα 99 χρόνια με δικαίωμα κυριότητας, αλλά θα φορολογείται με καθεστώς επικαρπίας. Η σημασία που έχουν στο πλαίσιο του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων οι καταστρατηγήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, …«χάριν της ανάπτυξης» διακρίνονται καλύτερα αν λάβουμε υπ’ όψη μας το ξεπούλημα που σχεδιάζεται στη δημόσια γη, απ’ όπου υπολογίζεται να προέλθουν ότι κενά διαπιστώνονται από τις προβλέψεις. Μέχρι σήμερα το ΤΑΙΠΕΔ εκτιμά ότι εμπορικό ενδιαφέρον εμφανίζουν 3.150 ακίνητα, τα οποία σταδιακά θα εκχωρούνται στο ταμείο ξεπουλήματος για να δοθούν σε ιδιώτες.

Στο τρίτο άρθρο περιλαμβάνεται κι η πρόβλεψη να περάσει στο ΤΑΙΠΕΔ όλη η ακίνητη περιουσία οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟΤΑ, νοσοκομείων, πανεπιστημίων, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικών ταμείων, κ.α.) προφανώς για να ιδιωτικοποιηθεί. Η συγκεκριμένη διάταξη προκάλεσε σάλο μόλις έγινε γνωστή με τους πρυτάνεις να δηλώνουν την κάθετη διαφωνία τους και να καταγγέλλουν την δήμευση της περιουσίας τους, καθώς μετά το υποχρεωτικό «κούρεμα» των τοποθετήσεών τους στην Τράπεζα της Ελλάδας (που είχε ως αποτέλεσμα απώλειες ακόμη και της τάξης του 90%) η εκχώρηση στο ΤΑΙΠΕΔ της ακίνητης περιουσίας τους θα άνοιγε τον δρόμο για την ιδιωτικοποίησή τους. Γιατί τότε, αν έπρεπε να πληρώνουν ενοίκιο για την χρήση των κτιριακών υποδομών στο ΤΑΙΠΕΔ ή σε όποιον αγοράσει τις εγκαταστάσεις τους θα ήταν μονόδρομος η επιβολή διδάκτρων στους φοιτητές και η διακοπή της διανομής δωρεάν συγγραμμάτων. Οι οξύτατες αντιδράσεις οδήγησαν την κυβέρνηση, δια στόματος του υπουργού Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλου, να διαψεύσει τις σχετικές ανησυχίες λέγοντας πως το ζητούμενο ήταν να δημιουργηθεί ένα περιουσιολόγιο και ένα μητρώο και τίποτε παραπάνω, ενώ χαρακτήρισε την επίμαχη διάταξη ως «κακοδιατυπωμένη». Δήλωσε επίσης ότι η περιουσία των σχολών ακόμη «και αν περάσει στο ΤΑΙΠΕΔ θα πρέπει να υπάρξουν διυπουργική απόφαση και η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπουργού» για να ξεπουληθούν. Το ερώτημα όμως είναι γιατί να περάσουν στο ΤΑΙΠΕΔ αν δεν πρόκειται να ξεπουληθούν. Το ΤΑΙΠΕΔ δεν αναλαμβάνει την συντήρηση ή τον καλλωπισμό των κτιρίων, αλλά την εκχώρησή τους σε ιδιώτες… Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αυτή η μισή κυβερνητική υπαναχώρηση συνιστά μικρή νίκη του κινήματος ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.

Τις προηγούμενες μέρες ωστόσο η κυβέρνηση επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, διαψεύδοντας σχετικά δημοσιεύματα και σε ένα επιπλέον θέμα: την ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος διέψευσε τις φήμες επικαλούμενος τις διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού στο πλαίσιο των προγραμματικών δηλώσεων ότι τα δίκτυα θα παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο. Κι εδώ όμως δημιουργήθηκε το ίδιο ερώτημα: Αν δεν υπάρχει σχέδιο ιδιωτικοποίησης προς τι η μεταβίβαση των δικτύων στο ΤΑΙΠΕΔ, που ως έργο δεν έχει την …συντήρηση τους, αλλά την ιδιωτικοποίησή τους κι επίσης τι άλλο μπορεί να εξυπηρετεί ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός των δικτύων από την ΔΕΗ; Το σχέδιο πώλησης του δικτύου επιβεβαιώνεται επίσης κι από δημοσίευμα της εφημερίδας Καθημερινή που εμφανίζει κινέζικη πολυεθνική που εξειδικεύεται στην διαχείριση δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (SGCC) να έχει εκδηλώσει επίσημα το ενδιαφέρον της για την εξαγορά του δικτύου και να βρίσκεται ήδη σε επαφή με την κυβέρνηση εν όψει της ιδιωτικοποίησης. Η δυνατότητα πώλησης του δικτύου μεταφοράς ουδέποτε θα είχε δημιουργηθεί αν η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, πολύ πριν την έλευση της Τρόικας, δεν επέβαλλε τον διαχωρισμό της παραγωγής από την μεταφορά, έτσι ώστε το δίκτυο που συνοδεύεται από σχετικά χαμηλό κόστος συντήρησης και δεν έχει ανάγκη σημαντικών επενδύσεων (όπως η παραγωγή ενέργειας) να μπορεί να πουληθεί.

Τα ίχνη των Βρυξελλών υπάρχουν έντονα και στην ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης, ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, που θα πουληθούν σύντομα μετά την ψήφιση του νόμου που καταργεί την υποχρέωση του δημοσίου να συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών με 51%. Ρόλο επιταχυντή στην πορεία ιδιωτικοποίησης της ΕΥΔΑΠ αναμένεται να διαδραματίσει ο προερχόμενος από το κόμμα του Στέφανου Μάνου ΔΡΑΣΗ, Στέλιος Σταυρίδης, που στη συνέχεια μετακόμισε στη ΝΔ και την Τετάρτη 24 Οκτώβρη διορίστηκε στη θέση του πρόεδρου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας από το υπουργείο Οικονομικών, ως επιβράβευση πιθανά των χυδαιοτήτων που εκστόμισε εναντίον του υποψήφιου (τότε) βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Πέτρου Τατσόπουλου, σε προεκλογική τηλεοπτική συζήτηση. Κάλλιστα εδώ βέβαια μπορούμε να θαυμάσουμε πόσο υποκριτές και τυχοδιώκτες είναι οι «αντι-κρατιστές» νεοφιλελεύθεροι που από την μια καταγγέλλουν το δημόσιο και τις μεγάλες κυβερνήσεις κι από την άλλη αποδέχονται σαν ξελιγωμένοι κι ορμούν σαν κοράκια στις καλοπληρωμένες δημόσιες θέσεις. Προφανώς οι καταγγελίες τους για ευνοιοκρατία στο δημόσιο μέσω του διορισμού ημετέρων ισχύει για χαμηλόμισθους, ενώ οι μάνατζερ διατηρούν το δικαίωμα να διορίζονται χάρη γνωριμιών… Ή πιθανά λόγω προϋπηρεσίας, μιας κι ο νέος επικεφαλής της ΕΥΔΑΠ έχει δική του εταιρεία που κατασκευάζει πισίνες. Τόσο σχετικός με το αντικείμενο είναι…

Το ξεπούλημα όμως των εταιρειών ύδρευσης γίνεται με την ανοιχτή υποκίνηση της ΕΕ, που συνεχίζει επί ευρωπαϊκού εδάφους το έργο του ΔΝΤ, το οποίο σε κάθε χώρα που «διασώζει» επιβάλλει στη συνέχεια και την ιδιωτικοποίηση των νερών, λειτουργώντας προφανώς ως ατζέντης των ιδιωτικών εταιρειών ύδρευσης. Ο σκανδαλώδης ρόλος των Βρυξελλών αποκαλύφθηκε σε μια επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου και παραλήπτη κοινωνικές οργανώσεις, που ως αφετηρία των προβληματισμών τους είχαν τις ευθύνες της Τρόικας και κατ’ επέκταση της ΕΕ στην ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και άλλες χώρες που χρηματοδοτούνται από τους Μηχανισμούς Στήριξης. Στην επιστολή τους ζητούσαν να σταματήσει η Επιτροπή κάθε περαιτέρω πίεση για την ιδιωτικοποίηση, ενώ επικαλούνταν πρόσφατα παραδείγματα από την Ευρώπη που επιβεβαιώνουν την αποτυχία των ιδιωτικοποιήσεων. Μεταξύ άλλων το Παρίσι όπου η υπηρεσία ύδρευσης πέρασε στον δήμο, την απόφαση της ολλανδικής κυβέρνησης που απαγορεύει την ιδιωτικοποίηση στον συγκεκριμένο τομέα, άλλη απόφαση του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου βάσει του οποίου κάθε μελλοντική απόπειρα ιδιωτικοποίησης στα νερά κρίνεται εκ προοιμίου αντισυνταγματική, κ.α. Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν αποστομωτική και πέρα για πέρα ενδεικτική της αβυσσαλέας απόστασης που χωρίζει το λεγόμενο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» από τις διαθέσεις της κοινωνίας: «Η ιδιωτικοποίηση δημοσίων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των εταιρειών ύδρευσης, μπορεί να αποφέρει οφέλη στην κοινωνία, να γίνει με προσοχή»! Αυτή ήταν η απάντηση του Όλι Ρεν που αποκάλυψε ότι η εκχώρηση των υδάτινων πόρων στην ευρωπαϊκή ήπειρο (στις γαλλικές εταιρείες Veolia και Suez κατά πάσα πιθανότητα) γίνεται στο πλαίσιο ενός μελετημένου σχεδίου, όπου καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι Βρυξέλλες.

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ως πρόσχημα

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΩΝ

Ο αναντικατάστατος ρόλος του κράτους στις υπό εξέλιξη διεργασίες που ως απώτερο στόχο έχουν την βίαιη και ταχεία απομάκρυνσή του από την παροχή κοινωφελών υπηρεσιών (και την επικέντρωσή του σε δραστηριότητες μεγαλύτερης “κοινωνικής χρησιμότητας” όπως η καταστολή και τα βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ) φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της Ολυμπιακής Εταιρείας. Μετά από περιπέτειες ετών, ο πάλαι ποτέ “εθνικός μας αερομεταφορέας“ κινδυνεύει να εξαγορασθεί από την Ετζίαν. Με βάση την συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των κύριων μετόχων, η Ολυμπιακή, που το 2009 είχε εξαγορασθεί από τον όμιλο MIG, θα πουληθεί στην Ετζίαν έναντι 72 εκ. ευρώ.

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε στον ιδρυτή του ομίλου MIG, τον Ανδρέα Βγενόπουλο, ότι είναι μεγάλος …πασαδόρος. Μια αντίστοιχη με την σημερινή πάσα είχε κάνει πάλι επί κυβέρνησης Καραμανλή, όταν βρέθηκε με τις μετοχές του ΟΤΕ στα χέρια του και στη συνέχεια, προς όφελος της …εθνικής οικονομίας πάντα, οι μετοχές του βρέθηκαν στα χέρια της Ντόιτσε Τέλεκομ κι ο ΟΤΕ δια της τεθλασμένης στα χέρια των Γερμανών. Η υπηρεσία που είχε προσφέρει ήταν ανεκτίμητη, μιας και η απ’ ευθείας πώληση του ΟΤΕ στην γερμανική πολυεθνική θα προκαλούσε κύματα αντιδράσεων…

Ανεκτίμητη χαρακτηρίζεται κι η υπηρεσία που προσφέρει τώρα. Αν η Ολυμπιακή αγοραζόταν απ’ ευθείας από την Ετζίαν, θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος όλο το οικοδόμημα που δικαιολογούσε το “κόντυμα” της Ολυμπιακής. Θυμίζουμε: ως μονοπώλιο στρεβλώνει την αγορά η οποία για να λειτουργήσει χρειάζεται δύο ή και περισσότερους ανταγωνιστές. Είναι όπως το τάνγκο ή το καλαματιανό. Έτσι οδηγηθήκαμε στη  συνύπαρξη των δύο εταιρειών, που στην πραγματικότητα ήταν μία γιατί είχε επέλθει οργανική συγχώνευση με την μία εταιρεία να μην πετάει εκεί που πέταγε η άλλη, την οποία φυσικά διαπίστωναν δια γυμνού οφθαλμού άπαντες, με μοναδική εξαίρεση αυτούς που έχουν ως έργο την διαφύλαξη των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού, δηλαδή την σχετική επιτροπή και την ΕΕ. Στη περίοδο αυτής της “μεσοβασιλείας”, ο Ανδρέας Βγενόπουλος συρρίκνωσε το πτητικό της έργο μετατρέποντας την Ολυμπιακή σε τοπικό ανταποκριτή. Ανεκτίμητα μέρη δε της περιουσίας της όπως κερδοφόρες γραμμές σε μεγάλα αεροδρόμια σε προνομιούχες ώρες που διέθετε λόγω παλαιότητας, πουλήθηκαν.

Το ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο όταν πρόκειται να πληγούν τα κρατικά μονοπώλια φάνηκε περίτρανα και στην περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας που πουλήθηκε στην Πειραιώς. Όπως αναφέρει προσφυγή που κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας από εργαζόμενους, μετόχους και συνταξιούχους της Αγροτικής, η μεταβίβαση συνιστά σκάνδαλο γιατί πραγματοποιήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσια προκήρυξη και με διαδικασίες που δεν εξασφάλιζαν τις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σε άλλο σημείο των προσφυγών τονίζεται ότι ή κλήση μόνο μιας τράπεζας προς υποβολή προσφορών δεν συνάδει με τις αρχές της διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, αφού οι ως άνω αρχές επιβάλουν την κλήση του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού υποψηφίων αγοραστών”.

Τα δύο συγκεκριμένα παραδείγματα της Ολυμπιακής και της Αγροτικής βεβαιώνουν ότι οι ύμνοι των νεοφιλελεύθερων στον ελεύθερο ανταγωνισμό είναι προπαγανδιστικοί και το μόνο που εξυπηρετούν είναι να συγκαλύψουν την συγκέντρωση πλούτου που επιτυγχάνεται μέσω των ιδιωτικοποιήσεων.

ΠΛΗΓΜΑ ΣΕ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Μέσο υπέρβασης της χρόνιας κρίσης

ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΟΦΕΛΗ

Οι ιδιωτικοποιήσεις, όπως ακριβώς συνέβη και σε άλλες χώρες από την Ρωσία και την Αγγλία μέχρι την Λατινική Αμερική, αν ολοκληρωθούν φυσικά, θα αποτελέσουν τον ιδανικό μοχλό για  μια πρωτοφανή αντιδραστικοποίηση του κράτους. Ας δούμε την πραγματικότητα χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς που επινοούν Τρόικα, ΕΕ και η ελληνική αστική τάξη για να συγκαλύψουν το πλιάτσικο που επιχειρούν. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν φέρνουν δημόσια έσοδα, αφού για μια σειρά από λόγους (πτώση χρηματιστηριακών τιμών, συρρίκνωση εγχώριας αγοράς, αβεβαιότητα για παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, κ.α.) οι τιμές των ΔΕΚΟ και του φυσικού πλούτου βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Ακόμη όμως και να “έπιαναν τιμή” τα χρήματα αυτά θα πήγαιναν στους πιστωτές καθώς με νόμο τα χρήματα από τις ιδιωτικοποιήσεις κατευθύνονται μέχρι τελευταίου ευρώ στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και πουθενά αλλού. Οι ιδιωτικοποιήσεις επίσης δεν ”ανοίγουν” αλλά κλείνουν την αγορά. Οι εξελίξεις στις τράπεζες είναι πολύ χαρακτηριστικές, καθώς η τάση είναι να δημιουργηθούν 2,5 τράπεζες και την 1 απ’ αυτές την Εθνική τράπεζα που είναι η μεγαλύτερη μάλιστα να την έχουν οι Γερμανοί, μέσω της Ντόιτσε Μπανκ. Η Γερμανία θα αποδειχτεί ο μεγαλύτερος κερδισμένος του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, μιας και από τώρα έχει δημιουργήσει θέσεις για να εξαγοράσει ό,τι κινείται: από λιμάνια και αεροδρόμια μέχρι την παραγωγή ενέργειας.

Μια εξ ίσου σημαντική συνέπεια από την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, πέρα από την δημιουργία μονοπωλίων και το πρόκριμα που θα αποκτήσει η Γερμανία μετατρέποντας την Ελλάδα σε προτεκτοράτο, σχετίζεται με την ραγδαία επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Με βάση δημοσιεύματα, το νέο Μνημόνιο προβλέπει πως οι δημόσιες επιχειρήσεις θα υιοθετήσουν καθεστώς λειτουργίας εφάμιλλο του ιδιωτικού τομέα “συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τις εργασιακές σχέσεις”. Οι συνέπειες από την κατάργηση του ευνοϊκού εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ αφορούν όλη την εργατική τάξη, καθώς η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται μόνο στα πιο προνομιούχα στρώματα, αλλά μεταφέρεται σε όλη την έκταση της εργατικής τάξης. Συντριπτικό επίσης είναι ήδη το πλήγμα στο επίπεδο της απασχόλησης. Η μείωση του προσωπικού της ΕΥΔΑΠ στο μισό μέσα σε λίγα μόνο χρόνια (από 5.200 εργαζομένους σε 2.600), μαζί με το γεγονός ότι οι εναπομείνασες θέσεις εργασίας είναι πολύ πιο φτηνές και πολύ πιο ευέλικτες, αντανακλά μια ευρύτερη τάση που ως συνέπεια έχει την σταθεροποίηση της ανεργίας σε εφιαλτικά ποσοστά.

Αυτό που εν τέλει επιχειρείται είναι μια ανάσα ζωής στο λιμνάζον ιδιωτικό κεφάλαιο που έναντι πινακίου φακής θα οικειοποιηθεί αξίες δισεκατομμυρίων ευρώ. Το ζητούμενο δηλαδή είναι να βοηθηθεί ο ιδιωτικός τομέας για να ξεπεράσει την συστημική, ιστορικών διαστάσεων κρίση που αντιμετωπίζει και να μπορέσει με την ώθηση της ιδιοποιημένης δημόσιας περιουσίας να ξεκινήσει έναν νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Σε αυτό το βωμό θυσιάζονται εργατικά δικαιώματα, δημόσια έσοδα και το ίδιο το κράτος πρόνοιας που υπήρχε, ως αποκρυστάλλωση ταξικών συσχετισμών άλλων εποχών, και λειτουργούσε χάρη σε αυτές ακριβώς τις υποδομές. Ενδεικτικό της υποβάθμισης που θα επέλθει στον έμμεσο μισθό της εργατικής τάξης, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, είναι το πλιάτσικο στην περιουσία του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας που μεταξύ πολλών άλλων περιλαμβάνει οικόπεδα πέντε εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων, πολυιατρεία, πολιτιστικούς συλλόγους, παιδικούς σταθμούς, κ.α.

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους οι ιδιωτικοποιήσεις αποδεικνύονται σήμερα μεγάλο στοίχημα τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για το κεφάλαιο!

Γιατί δεν το κάνουμε όπως η Γερμανία; (Nexus, Οκτώβριος 2012)

Ξεχείλιζε από ανακρίβειες και μισές αλήθειες η αναφορά στην Ελλάδα και την μεταπολεμική Γερμανία του Χανς Βέρνερ Σιν σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε αρχικά στην γαλλική Λε Μοντ και στη συνέχεια στα Νέα (14 Αυγούστου 2012) με τίτλο, «Η Γερμανία και η Κρίση, Οι αδυσώπητοι αριθμοί και οι οδυνηρές λύσεις». Ανέφερε κατά λέξη ο πρόεδρος του Διεθνούς Ινστιτούτου Δημόσιων Οικονομικών και καθηγητής Οικονομίας και Δημόσιων Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Μονάχου, που τον έχουμε ακούσει πολλές φορές να επιχειρηματολογεί γιατί η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την ζώνη του ευρώ: «Η Γερμανία είναι ακόμη και σήμερα ευγνώμων για το σχέδιο Μάρσαλ. Μέσα σε μερικά χρόνια έλαβε από αυτό το σχέδιο βοήθεια που άλλοι εκτιμούν στο 2% και άλλοι στο 5% του ΑΕΠ μιας και μόνο χρονιάς. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η διαγραφή του γερμανικού εξωτερικού χρέους, όπως προβλεπόταν στη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953. Χωρίς να συμπεριλαμβάνουμε την διάλυση της γερμανικής βιομηχανίας, ακόμη και από τις δυτικές χώρες, το συνολικό ποσό του χρέους που διαγράφηκε, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου Μάρσαλ, ανερχόταν στο 22% του γερμανικού ΑΕΠ. Η Ελλάδα έχει λάβει συνολική εξωτερική βοήθεια ύψους 460 δισ. ευρώ, ισοδύναμο του 214% του ΑΕΠ της, άρα δεκαπλάσια εκείνης που έλαβε η Γερμανία χάρη στο σχέδιο Μάρσαλ. Το ένα τέταρτο της βοήθειας αυτής, κάπου 115 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί με τουλάχιστον  10 σχέδια Μάρσαλ, το εισέφερε το Βερολίνο».

Περισσότερα ψεύδη δεν θα μπορούσαν να υπονοηθούν σε ένα τόσο μικρό κείμενο. Πρακτικά ο Σιν, γνωστός για τις νεοφιλελεύθερες απόψεις του, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει ωφεληθεί από τους πιστωτές της (με προεξάρχουσα μάλιστα την Γερμανία) πολύ περισσότερο απ’ ότι ωφελήθηκε η Γερμανία με την Συμφωνία του Λονδίνου, του 1953. Στην πραγματικότητα το μεταπολεμικό της θαύμα η Γερμανία το οφείλει, πέρα από τους μετανάστες, στην διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους της, κατόπιν πρωτοβουλίας των δυτικών χωρών. Η Γερμανία επομένως είναι η τελευταία χώρα που έπρεπε να μιλάει για την ανάγκη τήρησης των υποχρεώσεων απέναντι στους πιστωτές!

Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε πιο προσεκτικά την Συμφωνία του Λονδίνου που υπογράφτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1953 κι η οποία αποτελεί υπόδειγμα ευνοϊκής αντιμετώπισης οφειλέτριας χώρας από τους πιστωτές της. Μακάρι μάλιστα να μοιραζόντουσαν την ίδια τύχη κι άλλες χώρες έκτοτε, μεταξύ αυτών κι η Ελλάδα… Καθοριστική σημασία για να γίνει αντιληπτό το περιεχόμενο της Συμφωνίας, γιατί δηλαδή οι νικητές του Πολέμου που τόσο είχαν υποφέρει από την γερμανική θηριωδία την δεκαετία του ’40 στάθηκαν απέναντί της τόσο θετικά χωρίς ίχνος ρεβανσισμού, έχει ένα ιστορικό προηγούμενο. Επίσης καθοριστική σημασία για να ερμηνεύσουμε την στάση των «συμμάχων» έχει και το γεωπολιτικό περιβάλλον της εποχής.

Συνθήκη των Βερσαλλιών

Το ιστορικό προηγούμενο που επηρέασε τις αποφάσεις των συνέδρων ήταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία είχε υπογραφεί τον Ιούνιο του 1919, πέντε ακριβώς χρόνια μετά την δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου που έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Με την Συνθήκη των Βερσαλλιών τερματίστηκε κι επίσημα. Συνοδεύτηκε ωστόσο από πολλές ισχυρές διαφωνίες. Σημαντικότερη εξ αυτών ήταν η αντίρρηση που είχε εκφράσει ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, μέλος τότε της βρετανικής αποστολής που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις. Οι απόψεις του αποκρυσταλλώθηκαν στο σπουδαίο βιβλίο του, Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, το οποίο συνάντησε τεράστια εμπορική επιτυχία με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι απόψεις που εξέφραζε κάθε άλλο παρά περιθωριακές μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ήταν όμως αδιαμφισβήτητα αιρετικές. Σε πολύ αδρές γραμμές αποδοκίμαζαν τους όρους που επέβαλλαν στο ηττημένο Βερολίνο (από εδαφικές παραχωρήσεις, μέχρι οικονομικές αποζημιώσεις) με το επιχείρημα ότι έτσι δεν διασφαλίζεται η ευημερία των Γερμανών κι ως αποτέλεσμα της ανέχειας και της εθνικής ταπείνωσης αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε σε νέες περιπέτειες, λόγω ακριβώς της συνθήκης ειρήνης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι πολύ χαρακτηριστικό των απόψεών του και πολύ χρήσιμο για ευρύτερα συμπεράσματα:

«Η πολιτική του υποβιβασμού της Γερμανίας σε υποτέλεια για μια γενιά, της υποβάθμισης της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων και της αποστέρησης ενός ολόκληρου έθνους από την ευτυχία θα έπρεπε να είναι αποκρουστική και απεχθής, ακόμη κι αν ήταν δυνατή, ακόμη κι αν πλούτιζε εμάς, ακόμη κι αν δεν έσπερνε την παρακμή σε ολόκληρο τον πολιτισμένο βίο της Ευρώπης. Μερικοί την κηρύττουν εις το όνομα της δικαιοσύνης. Στα μεγάλα γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας, στο ξετύλιγμα των πολύπλοκων πεπρωμένων των εθνών, η δικαιοσύνη δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Και αν ήταν, τα έθνη δεν είναι εξουσιοδοτημένα, από τη θρησκεία ή από τα φυσικά ήθη, να πλήττουν τα παιδιά των εχθρών τους με τα αδικήματα των γονιών ή των κυβερνητών τους».

Δεν περνούν απαρατήρητες οι ομοιότητες των όσων περιγράφει ο Κέινς με όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα. Θα επανέλθουμε όμως…

Σημασία έχει ότι η πορεία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ακόμη κι αν οι απαιτήσεις των συμμάχων δεν ήταν η αποκλειστική αιτία για την άνοδο του Ναζισμού, δικαίωσε τις αιτιάσεις του βρετανού οικονομολόγου. Κανείς την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου δεν μπορούσε να παραβλέψει τις αρνητικές εμπειρίες της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Πολύ περισσότερο που στην κρίση των νικητών βάραινε κι ο νέος χάρτης που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη.

Ψυχρός πόλεμος

Οι γεωπολιτικές ισορροπίες που άφησε πίσω της η ήττα του Ναζισμού με την δημιουργία του μπλοκ του αποκαλούμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεν άφηναν κανένα περιθώριο για πειραματισμούς, σε ό,τι αφορά το μέλλον και τον ρόλο της Γερμανίας. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία όφειλε να είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο του υπαρκτού καπιταλισμού. Επίσης όφειλε να αποτελεί πόλο έλξης, με ένα επίπεδο ζωής ζηλευτό. Κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αν η μεταπολεμική Γερμανία έπρεπε να αποζημιώσει τις χώρες που ερήμωσε. Αυτό λοιπόν το πλαίσιο (αρνητικό προηγούμενο Συνθήκης Βερσαλλιών και επαυξημένη χρησιμότητα της Γερμανίας στη νέα κι εν πολλοίς απρόβλεπτη εποχή σκληρών διακρατικών ανταγωνισμών που ξημέρωνε) προσδιόρισε το περιεχόμενο της Συνθήκης κι ότι η Ομοσπονδιακή Γερμανία θα ‘πεφτε στα χαμηλά.

Πριν δούμε τους όρους της Συμφωνίας του Βερολίνου, αξίζει να σταθούμε και σε μια ακόμη λεπτομέρεια που ελάχιστα προβάλλεται από την επίσημη βιβλιογραφία. Επικεφαλής της γερμανικής αποστολής ήταν ο Χέρμαν Γιόσεφ Αμπς (1901-1994). Ιερό τέρας του τραπεζικού τομέα της Γερμανίας κατά τη διάρκεια όλου σχεδόν του 20ου αιώνα, καθώς ακόμη κι όταν είχε για τα καλά πατημένα τα ’80 του, συμμετείχε σε πολλά ΔΣ εταιρειών στα οποία η τράπεζα η οποία ταυτίστηκε μαζί της, η Deutsche Bank, διατηρούσε συμμετοχές. Και δεν μιλούμε για μικρές εταιρείες, αλλά για την Lufthansa, την Daimler Benz, την Siemens, την εταιρεία σιδηροδρόμων, κ.λπ. Η παρουσία του ήταν τόσο πληθωρική ώστε όταν το 1965 ψηφίστηκε νόμος, βάσει του οποίου απαγορευόταν σε ένα πρόσωπο να συμμετέχει σε ΔΣ άνω των δέκα εταιρειών, υπήρξε σαφής εξαίρεση για τον Άμπς! Κυκλοφορούσε μάλιστα κι ένα ανέκδοτο για το πρόσωπό του, χαρακτηριστικό του συγκεντρωτικού τρόπου με τον οποίο εργαζόταν: Όταν μετά τον θάνατό του πήγε στον παράδεισο κι είδε το οικονομικό χάος που επικρατούσε, προσφέρθηκε να βάλει μια τάξη με την εκπόνηση ενός σχεδίου οικονομικής ανασυγκρότησης. Η εφαρμογή του όμως δεν προχώρησε γιατί κανένας Αρχάγγελος δεν μπορούσε να αναλάβει να πείσει τον Ύψιστο ότι στο Διοικητικό Συμβούλιο της νεοσυσταθείσας «Παράδεισος ΑΕ» θα έχει τη θέση του αντιπροέδρου…

Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη όψη του τραπεζίτη Αμπς που είναι πολύ πιο γκρίζα και απεχθής, καθώς είχε κατηγορηθεί για ταμίας του Χίτλερ! Η συμμετοχή του στη διοίκηση της Deutsche Bank ξεκίνησε από το 1937 χωρίς να γνωρίσει κανένα διάλλειμα την περίοδο που η Γερμανία σκορπούσε τον τρόμο στην Ευρώπη. To 1940 μάλιστα ανέλαβε πρόεδρος της Deutsche Bank η οποία στήριζε ποικιλοτρόπως το ναζιστικό καθεστώς εντός της Γερμανίας και τη ναζιστική κατοχή στις χώρες της Ευρώπης. Γι αυτό τον λόγο και μεταπολεμικά ο Άμπς βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ερήμην από δικαστήριο της Γιουγκοσλαβίας για συμμετοχή σε ναζιστικά εγκλήματα. Ενώ ένας άλλος τίτλος «τιμής» δηλωτικός της δημοκρατικής του ευαισθησίας ήταν η παρασημοφόρησή του το 1960 από τον ισπανό δικτάτορα Φράνκο… Αυτός λοιπόν ο Ναζί εκπροσώπησε την Γερμανία στις διαπραγματεύσεις για τα χρέη της, που στο μεταξύ είχε γίνει και σύμβουλος του πρώτου μεταπολεμικού καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ, και καθόλου χωρίς σημασία δεν είναι το γεγονός ότι αυτόν αποδέχτηκαν οι Δυτικοί στις διαπραγματεύσεις… Εάν επομένως κάποιος περίμενε η μεταπολεμική Γερμανία να εκφράσει αισθήματα συμπόνιας ή να διακατέχεται από ένα αίσθημα απόδοσης δικαιοσύνης απέναντι στα θύματα του Χιτλερισμού, απλώς δεν έχει καταλάβει πόσο επιφανειακή ήταν η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της Ναζιστικής και της μετέπειτα Γερμανίας, ειδικά στον «θαυμαστό» κόσμο των επιχειρήσεων. Μάρτυρας επίσης το γεγονός ότι το 1952-1953 το 80% των γερμανικών εξαγωγών αφορούσε brand names της προπολεμικής Γερμανίας.

Η Συμφωνία του Λονδίνου

Στις τρεις παραπάνω λοιπόν διαστάσεις κινήθηκε η Συμφωνία του Λονδίνου η οποία αφορούσε όλα μα όλα τα δάνεια που είχαν συναφθεί: Πρώτο, ομοσπονδιακά, κρατιδίων και τραπεζών, δεύτερο, δάνεια από ιδιώτες και κράτη και τρίτο, δάνεια που είχε συνάψει όχι μόνο η Δημοκρατία της Βαϊμάρης για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις καταβολής επανορθώσεων που απέρρεαν από την Συνθήκη των Βερσαλλιών αλλά επίσης και δάνεια που είχε συνάψει η μεταπολεμική Ομοσπονδιακή Γερμανία κυρίως από τις ΗΠΑ. Επρόκειτο επομένως για μια συνολική επαναδιευθέτηση στο πλαίσιο της οποίας όλοι οι πιστωτές κρίθηκαν ίσοι, καταργήθηκε δηλαδή η προτεραιότητα που έχουν ορισμένα χρέη κι ορισμένοι πιστωτές στην εξόφλησή τους έναντι άλλων. Αυτό ήταν το πρώτο της γνώρισμα.

Δεύτερο, το ποσό του δημόσιου χρέους που ρυθμίστηκε ανερχόταν σε 29,7 δισ. γερμανικά μάρκα κι η διαγραφή ήταν της τάξης του 50%. (Αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με ορισμένες άλλες πηγές, εξ ίσου αξιόπιστες, η διαγραφή ήταν πολύ μεγαλύτερη, της τάξης του 62,5% του χρέους). Έτσι, το χρέος που απέμεινε για πληρωμή την επομένη της Συμφωνίας ήταν 14,45 δισ. μάρκα. Από αυτό το ποσό 2,5 δισ. δεν επιβαρύνονταν με τόκους, 5,5 δισ. επιβαρύνονταν με ένα επιτόκιο της τάξης του 2,5% και το υπόλοιπο ποσό με επιτόκιο μεταξύ 4,5% και 5%. Σημαντικό ήταν επίσης ότι υπήρχε 5ετής περίοδος χάριτος, από το 1953 ως το 1957, στην οποία καταβάλλονταν μόνο οι τόκοι.

Αυτό όμως που κάνει την Συμφωνία του Λονδίνου να ξεχωρίζει είναι οι ποιοτικοί όροι οι οποίοι τέθηκαν για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Το τρίτο λοιπόν χαρακτηριστικό ήταν ότι η Γερμανία αναλάμβανε να αποπληρώσει τα χρέη της υπό τον όρο ότι πρώτα θα εξασφάλιζε ένα υψηλό επίπεδο μεγέθυνσης της οικονομίας της και θα ανέβαζε το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της. Τυχόν δηλαδή επιδείνωση των όρων ζωής των Δυτικογερμανών σήμαινε την αυτόματη παύση εξυπηρέτησης του χρέους.

Τέταρτο, η Δυτική Γερμανία θα αποπλήρωνε το χρέος της στο εθνικό της νόμισμα κι ανεξαρτήτως τι έλεγε η δανειακή σύμβαση με την οποία το είχε αναλάβει.

Πέμπτο, με την έγγραφη άδεια και των 22 υπόλοιπων κρατών που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις και συμφώνησαν, η Γερμανία θα αναλάμβανε την υλοποίηση μιας οικονομικής στρατηγικής υποκατάστασης εισαγωγών, με στόχο να παράγει στο έδαφός της αγαθά τα οποία εισήγαγε και να μπορεί με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίζει πόρους για να αποπληρώνει τους πιστωτές της.

Έκτο και σημαντικότερο οι ρυθμοί εξυπηρέτησης του χρέους ήταν συνάρτηση της πορείας της οικονομίας. Έτσι για παράδειγμα η εξυπηρέτηση του χρέους δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 5% των εσόδων από εξαγωγές και στην πράξη ποτέ δεν ξεπέρασε το 4,2%.

Αξίζει λοιπόν να μείνουμε σε αυτά και να τα αντιπαραβάλλουμε με ότι συμβαίνει στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες, όπου:

Πρώτο, η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τον Μάρτιο δεν αφορούσε το σύνολο του δημόσιου χρέους κι ούτε καταργήθηκε η προτεραιότητα ορισμένων δανειστών, των λεγόμενων θεσμικών (κράτη, ΔΝΤ, ΕΚΤ), που έμειναν εκτός «κουρέματος» έναντι άλλων, των ιδιωτών, που σήκωσαν το βάρος.

Δεύτερο, η διαγραφή ήταν πολύ μικρότερη: 50% όχι όμως όλου του δημόσιου χρέους, όπως έγινε στη Γερμανία, αλλά του δημόσιου χρέους που κατείχαν οι ιδιώτες. Είχαμε δηλαδή αναδιάρθρωση των 200 από τα 360 περίπου δισ. που σημαίνει διαγραφή του ήμισυ του 55% ή, τελικά, στο 27,5% του δημόσιου χρέους. Διαγράφτηκαν μάλιστα 100 δισ. (και για την ακρίβεια 105) και φορτωθήκαμε με νέα δάνεια 130 δισ. γιατί τώρα που βρήκαν παπά Γερμανοί και Γάλλοι αποφάσισαν να μας φορτώσουν και την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με αποτέλεσμα να αποζημιωθούν για το διπλάσιο των απωλειών τους ή για ολόκληρο το ύψος των επενδύσεών τους σε ελληνικά ομόλογα.

Επίσης, το επιτόκιο των κεφαλαίων «διάσωσης» (4-5%) ήταν απαράδεκτα υψηλό αν το συγκρίνουμε με το γεγονός ότι η Γερμανία για παράδειγμα (αλλά και οι περισσότερες βορειοευρωπαϊκές χώρες όπως η Φινλανδία και η Αυστρία) πληρώνει σχεδόν μηδενικό κόστος για να δανείζεται. Επομένως η «διάσωσή» μας αποδείχτηκε μια πολύ προσοδοφόρα δουλειά. Αν δε, υπολογίσουμε την μείωση του κόστους δανεισμού της Γερμανίας όπως προκύπτει συγκρίνοντας το μέσο κόστος δανεισμού της τα τελευταία 3,5 χρόνια που διαρκεί η κρίση, με τον μέσο όρο της περιόδου 1999-2008 τότε, σύμφωνα με υπολογισμούς του γερμανού οικονομολόγου του Πανεπιστημίου του Κιέλου που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Χάντελσμπλαντ στις 21 Αυγούστου, η Γερμανία κέρδισε 68 δισ. ευρώ.

Στην Ελλάδα, δεν δόθηκε καμία περίοδο χάριτος με πάγωμα της αποπληρωμής του χρέους. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την δημιουργία πιστωτών πολλών ταχυτήτων (λόγω για παράδειγμα της απόφασης ιδιωτών που είχαν ομόλογα σε αγγλικό δίκαιο να εξαιρεθούν) είχε ως αποτέλεσμα να πρέπει μεσούσης της πιο σφοδρής ύφεσης, το καλοκαίρι του 2012 συγκεκριμένα, να καταβάλουμε: στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Αύγουστο 3,2 δισ. ευρώ και στα «πιράνχας» στις 15 Μαΐου 450 εκ. ευρώ, δημιουργώντας προηγούμενο για να αποπληρωθούν με τη λήξη τους κι άλλα ομόλογα ύψους 6,4 δισ. ευρώ που προτίμησαν να μην ενταχθούν στην αναδιάρθρωση. Ποσά που η χρεοκοπημένη Ελλάδα βρήκε καταφεύγοντας, με την υπόδειξη των πιστωτών μας, σε βραχυχρόνιο δανεισμό, 13 εβδομάδων, με ένα επιτόκιο που αν το ανάγουμε σε ετήσια βάση βγαίνει 17%!!! Αυτός μάλιστα ο έκτακτος δανεισμός δεν έχει συμπεριληφθεί στο αρχικό σχεδιασμό με αποτέλεσμα να τον τινάζει στον αέρα, φέρνοντας πιο κοντά την δεύτερη χρεοκοπία. (Για την οποία, ως γνωστό, θα φταίνε φυσικά οι μαϊμού συνταξιούχοι…).

Τρίτο, στην Ελλάδα όχι απλά δεν υπήρξε πρόβλεψη για το επίπεδο ζωής των πολιτών, όπως έγινε στην Γερμανία, αλλά τέθηκε ρητά ως όρος η ραγδαία επιδείνωσή του μέσω μείωσης μισθών και συντάξεων, απολύσεων, διάλυσης του συστήματος υγείας, κ.λπ.

Τέταρτο, η αλλαγή του δικαίου που διέπει τα ομόλογα στην περίπτωση της Ελλάδας έγινε με αποκλειστικό κριτήριο αν ποτέ αλλάξει νόμισμα (κατόπιν δικής της επιλογής ή όχι) να συνεχίσουμε να αποπληρώνουμε τα ομόλογα σε ευρώ κι όχι στο (ενδεχομένως υποτιμημένο) εθνικό της νόμισμα.

Πέμπτο, στην Ελλάδα όπως και σε όλη την υπόλοιπη ευρωζώνη όχι απλώς δεν επιτράπηκε μια οικονομική πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών, αλλά το εμπορικό ισοζύγιο τινάχτηκε στο αέρα από την Γερμανία και τις άλλες βορειοευρωπαϊκές χώρες με αποτέλεσμα συνεχώς να συρρικνώνεται η παραγωγική βάση κι η ικανότητα αποπληρωμής των δανείων. Οι ρυθμοί αυτοί επιταχύνθηκαν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα μόνο κατά την τελευταία πενταετία, από το δεύτερο τρίμηνο του 2007 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 2012, να έχουν χαθεί από την βιομηχανία 200.000 θέσεις εργασίας!

Έκτο, για την Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ καμιά μέριμνα να τεθεί μια οροφή για τα χρήματα που θα πληρώνει για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους της ως συνάρτηση των εσόδων από τις εξαγωγές, δηλαδή του δυναμισμού της οικονομίας, όπως τέθηκε για την Γερμανία το όριο του 5%. Αξίζει όμως να δούμε τι πλήρωνε η Ελλάδα για να καταλάβουμε όχι μόνο γιατί, αλλά και χάρη ποιών χρεοκοπήσαμε. (Τα μεγέθη προέρχονται από κρατικούς προϋπολογισμούς και εκθέσεις του διοικητή της Τράπεζας Ελλάδας). Το 2007 οι εξαγωγές μας ήταν 17,44 δισ. ευρώ και για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (για τόκους και χρεολύσια δηλαδή μαζί) πληρώσαμε 31,92 δισ. ευρώ, άρα χρέος προς εξαγωγές 183%! Το 2008 ο ίδιος λόγος αυξήθηκε στο 189% (37,45 / 19,81 δισ.), το 2009 η σχέση εξυπηρέτησης χρέους προς εξαγωγές εκτινάχθηκε στο 270% (41,46/15,31 δισ.), το 2010 μειώθηκε στο 193% (33/17,08 δισ.) και το 2011 αυξάνεται πάλι στο 223% (45,23/20,23 δισ.). Τα ποσά που πλήρωνε και πληρώνει η Ελλάδα (υπολογίζοντάς τα ως λόγο εξυπηρέτηση χρέους προς εξαγωγές) ήταν εξωφρενικά όχι μόνο σε σχέση με ότι πλήρωνε η Γερμανία αλλά και άλλες χώρες που έχουν βρεθεί σε παρόμοια θέση. Για παράδειγμα στην Αργεντινή ο ίδιος λόγος το 2000 ήταν 71%, στη Βραζιλία 91% και στην Ινδονησία, που είχε επίσης βρεθεί στη δίνη κρίσης, ήταν μόλις 25%.

Αξίζει όμως σε αυτό το σημείο να κάνουμε ένα υποθετικό σενάριο: Τι θα είχε συμβεί στα ελληνικά δημόσια οικονομικά αν μόνο μια χρονιά είχαμε την τύχη της Γερμανίας και την προνομιακή θέση να βρίσκεται στο τιμόνι της οικονομίας ένας άνθρωπος τόσων βαθιών και διεθνώς αναγνωρισμένων δημοκρατικών πεποιθήσεων όπως ο Χέρμαν Γιόζεφ Αμπς… Αν για παράδειγμα το 2007 πληρώναμε για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους όχι 183% των εξαγωγών μας αλλά ό,τι προέβλεπε η Συμφωνία του Λονδίνου: 5%! Τότε για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους δεν θα πληρώναμε όχι 31,92 δισ. ευρώ αλλά μόνο 870 εκ. Οπότε η διαφορά, των 31,04 δισ. ευρώ, θα έμενε στα δημόσια ταμεία και το πρωτογενές έλλειμμα εκείνης της χρονιάς, ύψους 721 εκ. ευρώ θα μετατρεπόταν σε πλεόνασμα ύψους 30,33 δισ. ευρώ. Ακόμη κι αν για μια μόνο χρονιά συνέβαινε αυτό, χωρίς να τοκίζονται φυσικά τα καθυστερούμενα, μπορούμε να φανταστούμε τι ευεργετικές επιδράσεις θα είχε στην πορεία της οικονομίας!

Με βάση τα παραπάνω φαίνεται πόσο προνομιακή ήταν η Συμφωνία του Λονδίνου για την Γερμανία, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει για την Ελλάδα. Περαιτέρω, η Γερμανία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απαιτεί από την Ελλάδα να τιμήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις λόγω του ότι η ίδια μονομερώς παραιτήθηκε ακόμη κι αυτών των ελάχιστων υποχρεώσεων που ανέλαβε με αποτέλεσμα απέναντι στην χώρα μας, με βάση δηλώσεις του γάλλου οικονομολόγου και σύμβουλου της γαλλικής κυβέρνησης, Ζακ Ντελπλά, να οφείλει 575 δισ. ευρώ. Μέρος μάλιστα αυτών των υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα το λεγόμενο αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, είχε αναγνωριστεί από τον Χίτλερ. Με άλλα λόγια η σημερινή Γερμανία αρνείται αυθαίρετα να τιμήσει υποχρεώσεις που είχε αναγνωρίσει ακόμη και το Τρίτο Ράιχ. Το ποσό αυτό όπως δήλωσε πρόσφατα στην αυστριακή εφημερίδα Der Standart ο καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χάγκεν Φλάισερ, σε σημερινές τιμές είναι 6-7 δισ. ευρώ, χωρίς τους τόκους, που αν τους συνυπολογίσουμε τότε το ποσό γίνεται αστρονομικό.

Αξίζει να αναφέρουμε πως με βάση το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα το σύνολο των υποχρεώσεων της Γερμανίας (από την αποζημίωση που εκδίκασε η Διάσκεψη του Παρισιού το 1946 για την αποκατάσταση των ζημιών, το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις των θυμάτων της κατοχής) πλησιάζουν το 1 τρισ. ευρώ. Αν η Γερμανία εκμεταλλευόμενη την δύναμη της δεν τα αναγνωρίζει γιατί τότε κι εμείς να συνεχίσουμε να εξυπηρετούμε τα δημόσιο χρέος μας και να μην το κάνουμε όπως η Γερμανία;

Για τη συγγραφή του παρόντος αξιοποιήθηκαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθες πηγές:

Τζον Μέιναρντ Κέινς (2009 [1919]), Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης, εκδ. Παπαζήση. 

Brenner Robert (2006), The Economics of Global Turbulence, Verso. 

Kaiser Jurgen, 1953-2003 On the fiftieth Anniversary of the London Debt Agreement, Debts are not Destiny, www.erlassjahr.de

Eric Toussaint (2006), The World Bank a Critical primer, Pluto Press.

Ενθαρρύνουν την φοροκλοπή (Πριν, 21 Οκτωβρίου 2012)

Η Τρόικα θα μπορούσε να θέσει ως όρο για την καταβολή της δόσης την είσπραξη των οφειλών ύψους 13 δισ. ευρώ

Μόνο οργή πλέον προκαλούν οι γερμανικές λοιδορίες και τα κροκοδείλια δάκρυα για την εκτεταμένη, σχεδόν θεσμοθετημένη και άνωθεν καλυμμένη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα. Η ίδια η Μέρκελ, για παράδειγμα, στην Γερμανική Βουλή την Πέμπτη δήλωσε ότι κατανοεί τον θυμό πολλών Ελλήνων που «βλέπουν τους εύπορους συμπατριώτες τους να μην καταβάλουν το μερίδιό τους για την λύση του προβλήματος της χώρας». Ενώ το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ στις αρχές της εβδομάδας έγραφε πως «ενώ η Αθήνα αναμένει τη νέα δόση από την ΕΕ η χώρα συνεχίζει να διοικείται με τον ίδιο άφρονα τρόπο». Και στη συνέχεια αναφερόταν σε διεφθαρμένους πολιτικούς και πλούσιους που βρίσκονται στο απυρόβλητο της εφορίας.

Δεν είναι ότι δεν συμβαίνουν όσα περιγράφουν. Και λίγα λένε, θα μπορούσαμε να πούμε. Δύο μόνο πρόσφατα περιστατικά αποδεικνύουν ότι η Εφορία την ίδια στιγμή που ξεζουμίζει εργαζόμενους, ανέργους και συνταξιούχους κάνει τα στραβά μάτια απέναντι σε κορυφαίες περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Αυτό ακριβώς συμβαίνει για παράδειγμα με τα 13 δισ. ευρώ που οφείλουν στην εφορία περίπου 1.500 μεγαλοοφειλέτες του δημοσίου. Απ’ αυτό το ποσό έχουν εισπραχθεί μόνο 19 εκ. ευρώ, όταν είναι εμφανές πως αν η εφορία έκανε την δουλειά της και εισέπραττε ακόμη κι αυτά τα ελάχιστα που αναλογούν ως φορολογική υποχρέωση στην αστική τάξη, θα ήταν περιττή, για παράδειγμα, η επιβολή του νέου πακέτου αντιλαϊκών μέτρων που θα οδηγήσει τους εργαζόμενους σε μεγαλύτερη φτώχεια και την οικονομία σε ακόμη βαθύτερη ύφεση. Ειρήσθω εν παρόδω, η Γιούρομπανκ εκτιμά ότι η συρρίκνωση του ΑΕΠ την διετία 2013-2014 από την εφαρμογή των νέων μέτρων θα ανέλθει σε 8,3 δισ. ευρώ. Η Τρόικα εσωτερικού ωστόσο επιλέγει να απολύσει δημόσιους υπαλλήλους και να κόψει δώρα Χριστουγέννων από τους συνταξιούχους παρά να απαιτήσει από τους μεγαλοοφειλέτες να καταβάλουν όσα οφείλουν. Από την άλλη, αξίζει να συγκρίνουμε τι επιφυλάσσει σε ένας φτωχό πολίτη η εφορία αν τυχόν και δεν πληρώσει: κατάσχεση ακινήτων και δέσμευση ακόμη και τραπεζικών καταθέσεων… Η προκλητική εύνοια της Εφορίας και της κυβέρνησης απέναντι στους φοροφυγάδες αποκαλύφθηκε επίσης και με αφορμή τις 184 υπεράκτιες εταιρείες του Κρανιδίου! Δεν πρόκειται για ανέκδοτο. Οι συγκεκριμένες μάλιστα εταιρείες που έχουν στην κατοχή τους ακίνητα εκατομμυρίων δεν έχουν πληρώσει καν φόρο ακινήτων! Το αδίκημά τους μάλιστα θα παραγραφόταν αν δεν έβγαινε στην δημοσιότητα, οπότε το υπουργείο ανακοίνωσε την παράταση του χρόνου παραγραφής!

Τα παραδείγματα φοροκλοπής αφθονούν και αποτελούν σταθερά του ελληνικού φορολογικού συστήματος. Η Γερμανία δεν δικαιούται όμως να μιλάει γιατί τα ανέχεται. Αν πραγματικά ενδιαφερόταν να εξαλειφθούν τέτοια φαινόμενα διαφθοράς θα μπορούσε να θέσει ως όρο για την εκταμίευση της δόσης των 31,5 δισ. ευρώ την είσπραξη των ανείσπρακτων οφειλών. Επιλέγει ωστόσο να κόβονται μισθοί και συντάξεις, αποδεικνύοντας πόσο δημαγωγικό είναι το ενδιαφέρον της…