Home » 2012 » March

Monthly Archives: March 2012

Δανειακή σύμβαση υποτέλειας (Πριν, 24 Μαρτίου 2012)

Οι τράπεζες μεγάλοι κερδισμένοι

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Με την πληρωμή των συμβολαίων ασφάλισης πιστωτικού κινδύνου (CDS) ύψους 2,5 δισ. ευρώ την Δευτέρα 19 Μαρτίου ολοκληρώθηκε επί τη ουσίας η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων. Τυπικά το θέμα δεν έχει λήξει καθώς η διαδικασία ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί με τους κατόχους ελληνικών ομολόγων που διέπονται από διεθνές δίκαιο.

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους που σύμφωνα με την κυβέρνηση και τους πιστωτές οδήγησε στην διαγραφή χρέους ύψους 105 δις. ευρώ σηματοδότησε όχι μόνο την μεγαλύτερη σε έκταση αναδιάρθρωση χρέους σε ανεπτυγμένη χώρα αλλά και την πιο φιλική προς τους πιστωτές αναδιάρθρωση που έχει ποτέ συμβεί. Αρκεί μια πρώτη ματιά στα ποσά που άλλαξαν χέρια για να φανεί πως ο μεγάλος χαμένος ήταν το ελληνικό δημόσιο που βρίσκεται επιβαρυμένο με ένα πολύ μεγαλύτερο χρέος. Η διάσωση της Ελλάδας από το ΔΝΤ και την ΕΕ ανεβάζει το νέο, συνολικό δανεισμό της στα 247 δισ. ευρώ (73 δισ. ευρώ από το πρώτο δάνειο, 109 από ευρωζώνη, 28 από ΔΝΤ και 37 το υπόλοιπο του πρώτου δανείου των 110 δισ. ευρώ). Να θυμίσουμε ότι η τελευταία εκτίμηση για το δημόσιο χρέος της Ελλάδας το φέρνει στα 361 δισ. ευρώ. Τα δάνεια της διάσωσης επομένως εκπροσωπούν ένα ποσοστό που υπερβαίνει τα δύο τρίτα του συνόλου του δημόσιου χρέους.

Από τα 137 δισ. ευρώ του δεύτερου δανείου (109 ευρωζώνης και 28 ΔΝΤ) τα 113 (ή το 82%) θα πάνε στις τράπεζες. Ειδικότερα, πρώτο, τα 48 δισ. θα δοθούν στις ελληνικές τράπεζες οι τοποθετήσεις των οποίων σε ελληνικά ομόλογα ανέρχονταν σε 55 περίπου δισ. ευρώ. Παρότι λοιπόν τυπικά θα έπρεπε να αποζημιωθούν για τα 53% της ονομαστικής αξίας των ομόλογων που κατείχαν (29 δισ.) στην πραγματικότητα θα αμειφθούν για ολόκληρο το ποσό και με το παραπάνω μάλιστα. Στα υπ’ όψη πως η κεφαλαιοποίηση του κλάδου (τιμή μετοχής επί το σύνολο των μετοχών) στις 20 Μαρτίου ανερχόταν στα 6,9 δισ. ευρώ, ενώ η αξία όλων των καταθέσεων στις 31 Ιανουαρίου 2012 (όπως αναφέρεται στην έκθεση για τη νομισματική πολιτική που έδωσε στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδας την Τετάρτη) ήταν 172 εκ. ευρώ. Οι ελληνικές τράπεζες επομένως θα πάρουν 7 φορές την αξία της κεφαλαιοποίησής τους ή το ένα τρίτο της αξίας των καταθέσεών τους, χωρίς να μπορεί κανείς να εγγυηθεί πως στο τέλος δεν θα χρεοκοπήσουν ή δεν θα εξαγορασθούν. Δεύτερο, 36 δισ. ευρώ θα πάνε στις εθνικές κεντρικές τράπεζες που είχαν στην κατοχή τους ελληνικά ομόλογα για να αποζημιωθούν για τις απώλειες και τέλος, 30 δισ. ευρώ θα πάνε στους ιδιώτες πιστωτές που εκπροσωπούνταν μέσω του Διεθνούς Ινστιτούτου Χρηματοπιστωτικής κι οι οποίοι κατείχαν ομόλογα ύψους 30 δισ. ευρώ. Θα αποζημιωθούν δηλαδή κι αυτοί στο ακέραιο.

Αντίθετα, ασφαλιστικά ταμεία, ακόμη και πανεπιστήμια ή επιμελητήρια που είχαν στην Τράπεζα της Ελλάδας τις αποταμιεύσεις τους οι οποίες μετατράπηκαν σε ομόλογα παρά τη θέλησή τους, κι επίσης φυσικά πρόσωπα ομολογιούχοι υπέστησαν μόνο ζημιές. Γι’ αυτούς δεν προβλέπεται καμιά αποζημίωση. Σε όσους δεν ζημιώθηκαν καθόλου συγκαταλέγονται τα ευρωπαϊκά κράτη και το ΔΝΤ που έχουν υπό την κατοχή τους τα 73 δισ. ευρώ του πρώτου δανείου κι επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που είχε στο χαρτοφυλάκιό της από τις εμπορικές τράπεζες ομόλογα 50 περίπου δισ. ευρώ.

  • Τεράστιες αλυσιδωτές αντιδράσεις θα έχει η νέα δανειακή σύμβαση που ψηφίσθηκε στη Βουλή την Τρίτη 20 Μαρτίου. Η προτεραιότητα που δίνει στην αποπληρωμή των χρεών προς τα κράτη μέλη της ευρωζώνης και το ΔΝΤ σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα μπορεί να βγει στις αγορές για πολλά χρόνια και θα είναι εξαρτημένη μόνιμα από την Γερμανία, καθώς οι ιδιώτες πιστωτές θα ξέρουν πως στην επόμενη χρεοκοπία θα υποστούν πάλι τις μεγαλύτερες ζημιές.

  •                                                                     Κι επίσημα στο δίκαιο της Αγγλίας

και του κράτους-καρικατούρα του Λουξεμβούργου τα ελληνικά ομόλογα

Με 213 ψήφους (έναντι 79 βουλευτών που καταψήφισαν) προερχόμενους από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και την Δημοκρατική Συμμαχία ενσωματώθηκε την Τρίτη το βράδυ στην ελληνική νομοθεσία η νέα δανειακή σύμβαση που συνοδεύει το δεύτερο δάνειο της Τρόικας προς την Ελλάδα. Η νέα δανειακή σύμβαση είναι ένα νεο-αποικιακό κείμενο, που καθιστά την Ελλάδα «χρέους υποτελή» στους δανειστές της, τυπικά για 17,5 χρόνια όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 (με τίτλο «η δανειακή διευκόλυνση») του προσαρτήματος 1: «Η μέση διάρκεια της χρηματοδοτικής ενίσχυσης στα πλαίσια της παρούσας δανειακής διευκόλυνσης δεν θα υπερβαίνει τα 17,5 έτη». Στην πραγματικότητα η Ελλάδα μετατρέπεται σε κράτος – παρία για πάντα, όσο τουλάχιστον θα ισχύει η παρούσα σύμβαση, καθώς η νέα χρεοκοπία που έρχεται θα ενεργοποιήσει από την μεριά των δανειστών, δηλαδή των κρατών – μελών της ευρωζώνης (που πλέον θα κατέχουν πάνω από τα δύο τρίτα του ελληνικού δημόσιου χρέους), όρους και διατάξεις της παρούσας οι οποίοι θα σημάνουν ακόμη μεγαλύτερη υποτέλεια.

Χαρακτηριστικό στοιχείο για την άνιση σχέση που κατοχυρώνεται είναι το γεγονός ότι τα χρήματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να διεκδικηθούν από τους δανειστές μας: «Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δύναται με γραπτή ενημέρωση του δικαιούχου κράτους μέλους να ακυρώσει όλες ή κάποιο μέρος από τις διευκολύνσεις (ή οποιασδήποτε από αυτές) και ή να κηρύξει το συνολικό ποσό κεφαλαίου οποιασδήποτε ή όλων των χρηματοδοτικών ενισχύσεων που έγιναν και εκκρεμούν σύμφωνα με τους όρους των διευκολύνσεων άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους» αναφέρεται στο κεφάλαιο 9 με τίτλο «γεγονότα καταγγελίας». Οι περιπτώσεις που μπορεί να συμβεί το παραπάνω περιλαμβάνουν ακόμη και το ενδεχόμενο «το δικαιούχο κράτος μέλος, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή η Τράπεζα της Ελλάδας να αθετήσουν οποιαδήποτε υποχρέωσή τους»!

Η νέα δανειακή σύμβαση από τις πρώτες της κιόλας σελίδες θωρακίζει τα συμφέροντα των κρατών μελών που δάνεισαν την Ελλάδα, δίνοντάς τους προτεραιότητα έναντι άλλων ιδιωτών πιστωτών – ομολογιούχων. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 5 με τίτλο «Δηλώσεις, εγγυήσεις, και υποσχέσεις» ότι το δικαιούχο κράτος μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση «να μην χορηγήσει σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή ή κάτοχο του δημόσιου χρέους οποιαδήποτε προτεραιότητα έναντι των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση». Όρος που επαναλαμβάνεται στη συνέχεια αναφορικά με τις τράπεζες. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αναλαμβάνει μέχρι την πλήρη εκταμίευση του συνόλου του κεφαλαίου από την παρούσα σύμβαση και την αποπληρωμή όλων των πρόσθετων ποσών… να μην χορηγεί σε κανέναν άλλον πιστωτή καμία προτεραιότητα σε βάρος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας».

Οι παραπάνω όροι εξασφαλίζουν ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να βγει ποτέ στις αγορές! Γιατί, από τη στιγμή που τράπεζες και κάθε μεγέθους ιδιώτης επενδυτής ξέρει την προτεραιότητα που έχουν οι επίσημοι λεγόμενοι πιστωτές της Ελλάδας στην αποπληρωμή τους, σε περίπτωση χρεοκοπίας, δεν πρόκειται να μας δανείσουν ποτέ γιατί ξέρουν πως θα είναι οι τελευταίοι που θα εισπράξουν και οι πρώτοι που θα χάσουν τα λεφτά τους! Με την επίσημη χρεοκοπία της Ελλάδας δηλαδή, από την στιγμή που έπαψε να είναι εθελοντική κι έγινε υποχρεωτική όταν ενεργοποιήθηκαν οι Ρήτρες Συλλογικής Δράσης, συνέβη αυτό που κραδαίνουν απειλητικά ως φόβητρο απέναντι στο αίτημα της Αριστεράς και του κινήματος για την ανακήρυξη μονομερούς παύσης πληρωμών: Οι αγορές αποκλείουν την Ελλάδα, θεωρώντάς την επικίνδυνη για επενδύσεις χώρα. Δεν αποκλείεται μάλιστα να αποδειχθεί στο μέλλον πως η Ρωσία, μετά την παύση πληρωμών του 1998, και η Αργεντινή να επέστρεψαν γρηγορότερα στις αγορές από την Ελλάδα που ανέθεσε στους πιστωτές της να διαχειριστούν την βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους της. Παραπέρα, εδώ έχουμε δύο πολύ σοβαρά τετελεσμένα που αλλάζουν άρδην τους όρους του παιχνιδιού: Πρώτο, η μη αποζημίωση των ομολογιούχων – φυσικών προσώπων κλείνει τον δρόμο του εσωτερικού δανεισμού και δεύτερο, η αναγόρευση των «επίσημων» πιστωτών (κράτη – μέλη της ευρωζώνης, ΕΚΤ και ΔΝΤ) σε ανώτερης εξασφάλισης δανειστές κλείνει κι αυτή με τη σειρά της τον δρόμο του δανεισμού με όρους αγοράς. Αυτό το πλαίσιο (πρωτοφανές για αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα) μετατρέπει εκ νέου, με διαφορετικούς δηλαδή όρους την Ελλάδα σε αποικία της ευρωζώνης και του Τέταρτου Ράιχ! Πρόκειται επί της ουσίας για την διαμόρφωση ενός «κρατικού πτωχευτικού δικαίου» του σύγχρονου, ολοκληρωτικού καπιταλισμού που με θεσμικούς όρους υποβιβάζει ένα τύποις κυρίαρχο κράτος σε κράτος δεύτερης διαλογής.

Ενδεικτικό στοιχείο της ολοκληρωτικής νοοτροπίας που διαπερνά την δανειακή σύμβαση είναι ότι απαγορεύει ρητά ακόμη και την αθέτηση πληρωμών, όρος αδιανόητος στον ιδιωτικό τομέα για παράδειγμα όπου κάθε επιχείρηση διατηρεί το «ιερό» δικαίωμα, ειδικά για τους νεοφιλελεύθερους που επαγγέλλονται την ανεμπόδιστη δράση των επιχειρήσεων, να αναστείλει τις πληρωμές της ακόμη και να μην πληρώσει. Ένα κράτος όμως ποτέ… Αναφέρεται έτσι πως: «τόσο το δικαιούχο κράτος μέλος όσο και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δηλώνει και εγγυάται… ότι η σύναψη και εκτέλεση από αυτό της παρούσας σύμβασης (συμπεριλαμβανομένων και των ειδικών όρων διευκόλυνσης ή οποιαδήποτε σύμβαση προχρηματοδότησης) και των συναλλαγών που προβλέπονται από αυτήν και του Μνημονίου (και των συναλλαγών που προβλέπονται σε αυτό)… δεν αποτελούν και δεν θα αποτελέσουν γεγονός αθέτησης υποχρέωσης ή καταγγελίας (με οποιοδήποτε τρόπο κι αν περιγράφονται)».

Δραματικές συνέπειες θα έχει επίσης το γεγονός ότι τα νέα ομόλογα συνολικής αξίας 46,5% επί της ονομαστικής αξίας των παλιών που «κουρεύονται» δεν θα διέπονται από το ελληνικό δίκαιο. Στο κεφάλαιο 15 με τίτλο «εφαρμοστέο δίκαιο και αρμόδια δικαστήρια» τονίζεται πως: «(1) Η παρούσα σύμβαση και οι ειδικοί όροι διευκόλυνσης (συμπεριλαμβανομένων των όποιων παραρτημάτων και προσαρτημάτων) και κάθε εξωσυμβατική υποχρέωση που απορρέει από ή γεννάται σε σχέση με κάθε μία από αυτές διέπονται και ερμηνεύονται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο. (2) Τα μέρη υποχρεούνται να υπαγάγουν κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τη νομιμότητα, εγκυρότητα, ερμηνεία ή εκτέλεση της παρούσας σύμβασης και καθενός από τους ειδικούς όρους διευκόλυνσης της (συμπεριλαμβανομένων των όποιων παραρτημάτων και προσαρτημάτων της) στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου». Η υπαγωγή των νέων ομολόγων  στο βρετανικό δίκαιο και σε αυτό του Λουξεμβούργου έρχεται να δυσκολέψει αφάνταστα, καθιστώντάς την δαπανηρότερη οποιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια του ελληνικού κράτους να τροποποιήσει τους όρους των ομολογιακών εκδόσεων, χωρίς την πλήρη συναίνεση και εκ των προτέρων έγκριση των πιστωτών που μετατρέπονται σε κράτος εν κράτει. Κι αυτός ο όρος ισοδυναμεί με αυτοκτονία στον βαθμό που στερεί από το ελληνικό δημόσιο ακόμη κι εκείνα τα νομικά μέσα τα οποία διέθετε τώρα η κυβέρνηση του δοτού Παπαδήμου χάρη των οποίων, όταν η εθελοντική συμμετοχή στο πρόγραμμα ανταλλαγής κρίθηκε μη ικανοποιητική, μετατράπηκε σε υποχρεωτική. Η εγγύηση που παίρνουν στην πραγματικότητα οι πιστωτές ισοδυναμεί με ένα συμβόλαιο νομισματικής εξασφάλισης, βάσει του οποίου στο μέλλον οποιαδήποτε νομισματική αλλαγή στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως μάλιστα αν θα γίνει κατόπιν λαϊκών αγώνων ή απόφασης του Βερολίνου, δεν πρόκειται να επηρεάσει αυτόματα τα ομόλογα. Αλλά αντίθετα, θα απαιτηθούν δικαστικοί αγώνες εν αντιθέσει, παραδείγματος χάριν με ότι εύκολα μπορεί να συμβεί στα δάνεια των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων τα οποία με μια απλή απόφαση της κυβέρνησης μπορούν να μετατραπούν στο νέο νόμισμα ώστε να μην υποστούν τις αρνητικές επιπτώσεις μιας πιθανής ανατίμησης.

Κατά συνέπεια οι παραπάνω δυσμενείς αλλαγές δεν καταργούν τα δικαιώματα που έχει ένα κυρίαρχο κράτος επάνω στα ομόλογα του, απλώς δυσκολεύουν τους όρους υπο τους οποίους μπορούν να σκηθούν αυτά τα δικαιώματα.

Κίνηση ματ αποτελεί και η παραίτηση του ελληνικού δημοσίου από κάθε ασυλία, όρος που επιτρέπει στους δανειστές να προχωρήσουν στην κατάσχεση δημόσιας περιουσίας. Αναφέρεται στο κεφάλαιο 15: «Το δικαιούχο κράτος μέλος, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η Τράπεζα Ελλάδας παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορεί να δικαιούνται σε σχέση με τα ίδια και τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι νομικών διαδικασιών σχετικά με την παρούσα σύμβαση και κάθε ένα από τα παραρτήματα και τα προσαρτήματά της (συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων σε αυτά τα προσαρτήματα) και κάθε σύμβαση προχρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά της ασυλίας έναντι άσκησης αγωγής, έκδοσης δικαστικής απόφασης ή άλλης διαταγής, κατάσχεσης, εκτέλεσης ή ασφαλιστικού μέτρου και έναντι κάθε εκτέλεσης και αναγκαστικού μέτρου σε βάρος των περιουσιακών τους στοιχείων». Με το συγκεκριμένο άρθρο οι πιστωτές μπορούν εύκολα να προβούν στην κατάσχεση δημόσιας περιουσίας, αν όχι στο εσωτερικό της χώρας όπου το εκτελεστικό δίκαιο παραμένει το εθνικό, με ευκολία στο εξωτερικό όπου υπάρχει δημόσιος πλούτος, όπως για παράδειγμα ο χρυσός της Τράπεζας της Ελλάδας, το σημαντικότερο μέρος του οποίου κρατείται στην κεντρική τράπεζα της Αγγλίας και στην κεντρική τράπεζα της Νέας Υόρκης.

Ψήφισαν το ακαταδίωκτο τους! 

ΔΙΑΤΡΗΤΟ ΚΙ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΠΑΡΟΤΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ 

Οι παραπάνω όροι δημιουργούν αναμφισβήτητα ένα ασφυκτικό νομικό πλαίσιο που στόχο έχει να αποτρέψει κάθε προσπάθεια ακύρωσης του στο πλαίσιο της μακρόχρονης πάλης για διαγραφή του δημόσιου χρέους. Πάλη που, ειρήσθω εν παρόδω, διευκολύνεται, στον βαθμό που τα διακρατικά και κάθε είδους «επίσημα» δάνεια, όπως το σύνολο των 247 δισ. ευρώ, πολύ πιο εύκολα αποδεικνύεται στο πλαίσιο ενός λογιστικού ελέγχου ότι συνιστούν παράνομο και απεχθή δανεισμό ο οποίος αντιβαίνει στις αρχές του διεθνούς δικαίου. Παρόλα αυτά η δανειακή σύμβαση στηρίζεται σε πήλινα πόδια. Και μια απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως έγραψε την προηγούμενη εβδομάδα στο Πριν ο συνταγματολόγος Γιώργος Κατρούγκαλος, κάλλιστα μπορεί να την ανατρέψει. Ας μην θεωρούν τίποτε δεδομένο, λοιπόν.

Η ανασφάλεια των συντακτών της νέας δανειακής σύμβασης αποτυπώνεται ανάγλυφα στο παράρτημα 2 που τη συνοδεύει με τίτλο υπόδειγμα νομικών γνωμοδοτήσεων όπου αναφέρεται στο άρθρο 5 ότι «η εκτέλεση της σύμβασης δεν είναι αντίθετη με ελληνικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με τη δημόσια τάξη στην ελληνική δημοκρατία, με τις διεθνείς συνθήκες ή τις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου που δεσμεύουν το δικαιούχο κράτος μέλος και την Τράπεζα της Ελλάδας». Πρόκειται για όρο που πιο πολύ θυμίζει τις δηλώσεις του νόμου 105 (και νυν 1599) με τις οποίες αποδεικνύεις ό,τι δεν μπορεί να αποδειχθεί με τον προφανή κι ενδεδειγμένο τρόπο. Στην προκειμένη έρχεται εκ των υστέρων να προσδώσει θεσμική ισχύ σε ένα σύνολο νομικά διάτρητων και αυθαίρετων δεσμεύσεων και καταναγκασμών.

Η ίδια ανασφάλεια εκδηλώνεται και στο κεφάλαιο υπ. αρ. 5 με τίτλο «δηλώσεις, εγγυήσεις και υποσχέσεις», όπου αναφέρεται: «Τόσο το δικαιούχο κράτος μέλος όσο και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δηλώνει και εγγυάται ότι… καμία δικαστική διαδικασία, διαιτησία, ή διοικητική διαδικασία ή έρευνα από ή ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, διαιτητικού οργάνου ή αρχής που ενδέχεται να θίξουν την υπογραφή ή υλοποίηση του Μνημονίου, της παρούσας σύμβασης ή των συναλλαγών που προβλέπονται στην παρούσα… δεν έχει εκκινήσει ή επαπειλείται γραπτώς κατά αυτού». Εδώ είναι προφανές ότι οι διαβεβαιώσεις της ελληνικής κυβέρνησης και η ψήφος των 213 νενέκων βουλευτών είναι για τα πανηγύρια. Από πού κι ως που ξέρουν ότι δεν επαπειλείται δικαστική διερεύνηση γι αυτή την γελοιότητα δικαίου που υπέγραψαν, η οποία πολύ γρήγορα θα περάσει στην ιστορία της εθνικής υποτέλειας και ταπείνωσης;

ΣΕ ΠΤΩΣΗ ΤΑ ΕΣΟΔΑ

Δημοσιονομικός εκτροχιασμός

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ

Τις σκηνές αποκάλυψης που υποτίθεται ότι θα ζούσαμε στις 20 Μαρτίου, οπότε μας έλεγαν ότι λήγουν ομόλογα αξίας 14,5 δισ. ευρώ, δεν τις ζήσαμε ποτέ. Για την ακρίβεια κανείς δεν έμαθε καν τι συνέβη με αυτά τα ομόλογα, βεβαιώνοντας έτσι ότι επρόκειτο για ένα ακόμη εκβιασμό που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της επιχείρησης ιδεολογικής τρομοκρατίας ώστε να επιβληθεί το δεύτερο μνημόνιο και η νέα δανειακή σύμβαση που καταστρατηγεί κάθε έννοια εθνικής ανεξαρτησίας.

Το μόνο που είδαμε αντίθετα την προηγούμενη εβδομάδα ήταν την εκκίνηση των πρώτων εκβιασμών εν όψει του τρίτου μνημόνιου που θα έρθει τον Μάιο. Ο εκβιασμός προήλθε από το ΔΝΤ που έκανε γνωστό ότι ενδέχεται να καθυστερήσει την πρώτη δόση (ύψους 1,65 δισ. ευρώ) του δανείου του, επικαλούμενο τους κινδύνους που διατρέχει η υλοποίηση των πολιτικών λιτότητας στην Ελλάδα.

Οι κίνδυνοι έγιναν ορατοί από την νομισματική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας και τα στοιχεία για την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού που έδωσε στη δημοσιότητα το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών. Στη μελέτη της κεντρικής τράπεζας (όπου αναφέρεται ότι τη διετία 2010-2011 τα πραγματικά εισοδήματα μειώθηκαν κατά 15,5%, ενώ μαζί με το φετινό έτος η μείωση θα ξεπεράσει το 25%) το κεφάλαιο για τις δημοσιονομικές εξελίξεις ξεκινούσε με τα εξής: «Ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσίασε έλλειμμα 10,6% του ΑΕΠ (22.882 εκ. ευρώ) το 2011 έναντι ελλείμματος 9,8% του ΑΕΠ το 2010 (22.284 εκ. ευρώ)». Έπεσαν έξω δηλαδή τόσο στα ποσά όσο και στα ποσοστά. Ίδια αποτυχία παρατηρείται και τους δύο πρώτους μήνες του 2012. Το φιάσκο επικεντρώνεται σε δύο τομείς. Αρχικά στην απόκλιση των φορολογικών εσόδων, που κινήθηκαν χαμηλότερα απ’ όσο υπολογίζονταν. Διερευνώντας τις αιτίες αξίζει να ανατρέξουμε στην έκθεση της κεντρικής τράπεζας όπου αναφέρει (για μια διαφορετική μεν χρονική περίοδο που κάλλιστα όμως μπορεί να φωτίσει τις αιτίες και της τρέχουσας απόκλισης) πως «τα δύο τρίτα της χειροτέρευσης του συνόλου των εσόδων από έμμεσους φόρους και από φόρους εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων σε σύγκριση με το 2010 αποδίδονται στην κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας». Με άλλα λόγια η λιτότητα τινάζει στον αέρα τις προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα. Η δεύτερη αιτία του υπό εξέλιξη δημοσιονομικού εκτροχιασμού σχετίζεται με τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων που τα αναγκάζει να έχουν ήδη απορροφήσει ακόμη και το 66% της ετήσιας επιχορήγησης, όπως συνέβη για παράδειγμα στο ΙΚΑ. Αξίζει να αναφερθεί πως όλα τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αντλήσει πολύ μεγαλύτερο μέρος από την επιχορήγηση που αντιστοιχεί στους δύο μήνες που πέρασαν. Κι αυτό συνέβη χωρίς να βαρύνει τις ταμειακές τους ροές η απώλεια των 11 δισ. ευρώ από το κούρεμα των ομολόγων…

Ως απάντηση και στις δύο παραπάνω εξελίξεις κυβέρνηση και Τρόικα ετοιμάζονται μέχρι τον Σεπτέμβριο το πολύ να εξαγγείλουν μειώσεις στο εφ’ άπαξ και τις συντάξεις, κατάργηση 13ου και 14ου μισθού και μαζικές απολύσεις στο δημόσιο, υπό την επίκληση του γεγονότος ότι στο μέτωπο της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας δεν έχει συμβεί η παραμικρή πρόοδος – εξέλιξη που επιβεβαιώνει την αναποτελεσματικότητα της συνταγής που ακολουθήθηκε. Αυτά όμως τα μέτρα θα βυθίσουν ακόμη πιο βαθιά την ελληνική οικονομία στην υφεσιακή παγίδα που παραδέρνει την τελευταία 5ετία. Η ύφεση όπως συμβαίνει κάθε χρόνο θα αποδειχθεί μεγαλύτερη της προβλεπόμενης για φέτος (4,5%) καταδικάζοντας όχι μόνο κι άλλες εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων στη φτώχεια αλλά και τα φορολογικά έσοδα σε αποκλίσεις, δημιουργώντας στη συνέχεια νέα χρηματοδοτικά κενά και επιπλέον δανειακές ανάγκες. Το σημείο κορύφωσης αυτής της οικονομικής πορείας που θα εμφανιστεί το νωρίτερο το καλοκαίρι του 2012 και το αργότερο μέχρι τα μέσα του 2013 θα σημάνει, κατά τη γνώμη μας, ένα νέο σημείο παροξυσμού της κρίσης χρέους.

Νέα δανειακή σύμβαση: Και επισήμως αποικία η Ελλάδα (Επίκαιρα 22-28/3/2012)

Μια νέα σελίδα στην υποτέλεια της Ελλάδας απέναντι στους πιστωτές και την ξενοδουλεία της πολιτικής της ελίτ ανοίγει η δανειακή σύμβαση που συνοδεύει το δεύτερο δάνειο της Τρόικας ύψους 137 δισ. ευρώ (109 από ευρωζώνη, συν 28 από ΔΝΤ). Το άγχος που διαπερνά το πολυσέλιδο κείμενο σχετίζεται με την αποτροπή κάθε πιθανής αναθεώρησης ακόμη και αμφισβήτησης της λεόντειας αυτής συμφωνίας από μια μελλοντική κυβέρνηση που θα σέβεται τον εαυτό της και δεν θα λειτουργεί ως το μακρύ χέρι των πιστωτών. Οι προσπάθειες τους ωστόσο να πνίξουν τον ελληνικό λαό στα χρέη για να σώσουν τις τράπεζες πέφτουν στο κενό. Κι η νέα δανειακή σύμβαση μπορεί με μια απλή πλειοψηφία της Βουλής ανά πάσα στιγμή να καταγγελθεί και να χαρακτηριστεί παράνομη, λόγω του ότι βρίθει αντισυνταγματικοτήτων! Είναι επίσης έκδηλη και μαζί προκλητική η μεροληψία της υπέρ των τραπεζών καθώς από τα 137 δισ. ευρώ τα 113 δισ. πάνε στις τράπεζες (ελληνικές και ξένες), δηλαδή το 82% του νέου δανείου!!! Τι σεβασμού μπορεί να αξίζει μια τέτοια χρηματοδότηση που καλύπτει την πιο βαθιά διαπλοκή ΕΕ και τραπεζών με τον μανδύα της «διάσωσης»;

Ενδεικτικό του νομοθετικού αλαλούμ που έχει δημιουργηθεί, ως αποτέλεσμα  του άγχους τους να καλύψουν τις παρατυπίες τους, είναι ότι στη Βουλή εισήλθε προς κύρωση μετά το υπουργικό συμβούλιο της Τετάρτης 14 Μαρτίου μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου! Πληροφορούμαστε έτσι στο άρθρο πρώτο του σχεδίου νόμου που αναμενόταν να ψηφισθεί υπό την μορφή κατεπείγοντος την Τρίτη 20 Μαρτίου ότι «κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η από 14 Μαρτίου 20012 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου». Προς τι η ψήφιση επομένως από την Βουλή;

Απαγορεύουν την αθέτηση πληρωμών

Η αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση βάσει της οποίας εγκρίθηκε η χορήγηση των 109,1 δισ. ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ξεκινάει με μια δήλωση (υποταγής και συμμόρφωσης): «Τόσο το Δικαιούχο Κράτος Μέλος όσο και το ΤΧΣ δηλώνει και εγγυάται στο ΕΤΧΣ… ότι… ii) δεν αποτελούν και δεν θα αποτελέσουν γεγονός αθέτησης υποχρέωσης ή καταγγελίας (με οποιονδήποτε τρόπο κι αν περιγράφονται) για οποιοδήποτε από τα ζητήματα αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i). Στη συνέχεια οι πιστωτές μας ζητούν την εξαίρεσή τους από οποιαδήποτε «δικαστική διαδικασία, διαιτησία ή διοικητική διαδικασία ή έρευνα από ή ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, διαιτητικού οργάνου ή αρχής που ενδέχεται να θίξουν την υπογραφή ή υλοποίηση του Μνημονίου, της παρούσας Σύμβασης ή των συναλλαγών που προβλέπονται στην παρούσα»! Το άγχος τους εδώ είναι προφανές και το μοιράζονται με την ελληνική πολιτική ηγεσία: αυτό που θέλουν είναι να αποφύγουν την τύχη που είχαν ο πρώην Ισλανδός και ο πρώην Ούγγρος πρωθυπουργός που έκατσαν στο σκαμνί και κλήθηκαν να λογοδοτήσουν για την υπερχρέωση και τη χρεοκοπία της χώρας τους. Γι’ αυτό ψηφίζουν στη Βουλή ότι είναι υπεράνω του νόμου!

Οι «ευρωπαίοι εταίροι» μας επέβαλαν επίσης να αναγνωρίσουμε την απόλυτη προτεραιότητα που θα έχει η εξυπηρέτηση του χρέους τους. Στο κεφάλαιο με τίτλο «Υποχρεώσεις» αναφέρεται: «Το δικαιούχο κράτος μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση, σχετικά με το χρέος γενικής κυβέρνησης μέχρι την πλήρη εκταμίευση όλης της χρηματοδοτικής ενίσχυσης και την αποπληρωμή όλων των τόκων και πρόσθετων ποσών, εάν υπάρχουν, που οφείλονται από την παρούσα σύμβαση… να μην χορηγήσει σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή ή κάτοχο του δημοσίου χρέους οποιαδήποτε προτεραιότητα έναντι των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση».

Ο λεόντειος χαρακτήρας της συμφωνίας φαίνεται από τον όρο κατά τον οποίο το ΕΤΧΣ μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να απαιτήσει πίσω τα λεφτά του. Η παράγραφος 9 με τίτλο «Γεγονότα καταγγελίας» ξεκινά με τα εξής: «Το ΕΤΧΣ δύναται με γραπτή ενημέρωση του δικαιούχου κράτους μέλους να ακυρώσει όλες ή κάποιο μέρος από τις διευκολύνσεις (ή οποιαδήποτε από αυτές) και/ή να κηρύξει το συνολικό ποσό κεφαλαίου οποιασδήποτε ή όλων των χρηματοδοτικών ενισχύσεων που έγιναν και εκκρεμούν… άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, όλα τα άλλα ποσά που οφείλονται σχετικά με τα ανωτέρω εάν: (α) το δικαιούχο κράτος μέλος, το ΤΧΣ ή η Τράπεζα Ελλάδας δεν καταβάλλει στο ΕΤΧΣ οποιοδήποτε ποσό κεφαλαίου ή τόκων… (β) το δικαιούχο κράτος μέλος, το ΤΧΣ ή η Τράπεζα της Ελλάδας αθετήσουν οποιαδήποτε υποχρέωσή τους».

Κλητήρας το ελληνικό δημόσιο

Με την νέα δανειακή σύμβαση το ελληνικό δημόσιο αναλαμβάνει επίσης καθήκοντα γραμματέα και κλητήρα απέναντι στους πιστωτές, που πλέον θα γνωρίζουν όλα όσα σχετίζονται με την κατάσταση του ελληνικού δημόσιου χρέους: «Με ισχύ από την ημερομηνία της παρούσας σύμβασης το δικαιούχο κράτος μέλος οφείλει να παράσχει στο ΕΤΧΣ: (α) όλα τα έγγραφα που αποστέλλονται από το δικαιούχο κράτος μέλος στους κατόχους νέων ελληνικών ομολόγων ή στους πιστωτές γενικώς, την ίδια ακριβώς στιγμή που αποστέλλονται και πρέπει να παρέχει στο ΕΤΧΣ το συντομότερο δυνατό μετά την παραλαβή, όλα τα έγγραφα που έχουν εκδοθεί γενικά στους πιστωτές άλλων προσώπων από τα οποία προκύπτει χρέος γενικής κυβέρνησης, (β) μια τακτική τρίμηνη έκθεση της προόδου που έχει γίνει στην εκπλήρωση των όρων του μνημονίου συνεννόησης, (γ) εγκαίρως κάθε περαιτέρω πληροφορία που αφορά τη δημοσιονομική και οικονομική κατάσταση, την οποία εύλογα να ζητήσει το ΕΤΧΣ», κ.α.

Στη νέα δανειακή σύμβαση ακόμη προσδίδεται κι επίσημος, θεσμικός ρόλος στους …Γκαουλάιτερ: «Το δικαιούχο κράτος μέλος επιτρέπει στο ΕΤΧΣ να στείλει τους δικούς του αντιπροσώπους ή δεόντως εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους για να διεξάγουν τεχνικές ή οικονομικές αξιολογήσεις, ελέγχους ή επιθεωρήσεις τις οποίες θεωρεί απαραίτητες»!

Το επόμενο κεφάλαιο, υπ. αρ. 12, με τίτλο «Γνωστοποιήσεις» αποτελεί, επιτέλους, την δικαίωση της Άννας Διαμαντοπούλου καθώς προβλέπεται ότι «όλα τα έγγραφα, οι πληροφορίες και τα στοιχεία που παραδίδονται σύμφωνα με την παρούσα και τους ειδικούς όρους διευκόλυνσης είναι στην αγγλική γλώσσα»…

Υποτελείς στο …μεγάλο δουκάτο του Λουξεμβούργου

Ο απόλυτος εξευτελισμός του ελληνικού κράτους περιλαμβάνεται στο 15ο κεφάλαιο με τίτλο «Εφαρμοστικό δίκαιο και αρμόδια δικαστήρια». Εκεί αναφέρεται κατά λέξη: «Η παρούσα σύμβαση και οι ειδικοί όροι διευκόλυνσης (συμπεριλαμβανομένων των όποιων παραρτημάτων και προσαρτημάτων) και κάθε εξωσυμβατική υποχρέωση που απορρέει από ή γεννάται σε σχέση με κάθε μία από αυτές διέπονται και ερμηνεύονται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο»! Επίσης, «τα μέρη υποχρεούνται να υπαγάγουν κάθε διαφορά που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τη νομιμότητα, εγκυρότητα, ερμηνεία, ή εκτέλεση της παρούσας σύμβασης και καθενός από τους ειδικούς όρους διευκόλυνσης της (συμπεριλαμβανομένων των όποιων παραρτημάτων και προσαρτημάτων της) στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του μεγάλου δουκάτου του Λουξεμβούργου».

Ο συγκεκριμένος όρος που αποτελεί όνειδος για κάθε κυρίαρχο κράτος, όπως τυπικά είναι η Ελλάδα, σηματοδοτεί τον ακρωτηριασμό των αρμοδιοτήτων του. Σε συνδυασμό με την κατάργηση και της τυπικής ισότητας των κρατών μελών που επήλθε στο συμβούλιο κορυφής της ΕΕ, μέσω της ντε φάκτο θέσπισης της αρχής της πλειοψηφίας επ’ αφορμή την ψήφιση του Δημοσιονομικού Συμφώνου που κατοχυρώνει την νομοθετική απαγόρευση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η υπαγωγή της νέας δανειακής στο δίκαιο της Αγγλίας και του Λουξεμβούργου σηματοδοτεί την μετατροπή της Ελλάδας σε κράτος – παρία, περιορισμένης κυριαρχίας.

Εποφθαλμιούν τον χρυσό!

Οι δανειστές μας, δεν διστάζουν να δημιουργήσουν μέσα από τη νέα δανειακή κι εκείνο το πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να «βάλουν χέρι», σαν κλέφτες του κοινού ποινικού δικαίου, όχι μόνο στη δημόσια περιουσία και τον φυσικό πλούτο αλλά επίσης και στον χρυσό της Ελλάδας. Αναφέρεται συγκεκριμένα στο ίδιο (15ο) κεφάλαιο, στην παράγραφο 4: «Το δικαιούχο κράτος μέλος, το ΤΧΣ και η Τράπεζα Ελλάδας παραιτούνται με την παρούσα αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμα ασυλίας που ήδη έχουν ή μπορούν να δικαιούνται σε σχέση με τα ίδια και τα περιουσιακά τους στοιχεία έναντι νομικών διαδικασιών σχετικά με την παρούσα σύμβαση και κάθε ένα από τα παραρτήματα και τα προσαρτήματα της». Η συμπερίληψη στο άρθρο (περί παραίτησης από την ασυλία) της Τράπεζας της Ελλάδας δεν στοχεύει πουθενά αλλού παρά στα αποθέματα χρυσού που διατηρεί το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα βάρους 147,5 τόνων και αξίας 5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην έκθεση του διοικητή για το έτος 2010. Το γεγονός δε ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρυσού βρίσκεται εκτός Ελλάδας, στα θησαυροφυλάκια της κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας και της αμερικανικής ομοσπονδιακής τράπεζας, στη Νέα Υόρκη, επιτρέπει στους Σάιλοκ του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος σε περίπτωση πιθανής μελλοντικής αμφισβήτησης της δανειακής σύμβασης να επιχειρήσουν την κατάσχεσή του, καθώς εκεί το εκτελεστικό δίκαιο δεν είναι το ελληνικό!

Οι κίνδυνοι (κατάσχεσης) που ελλοχεύουν για την Ελλάδα έγιναν ορατοί πέρυσι. Όταν συγκεκριμένα ο εκλεγμένος πρόεδρος της Βενεζουέλας διέταξε τον επαναπατρισμό του χρυσού της χώρας του (βάρους 211 τόνων και αξίας 12 δισ. δολ.) ο οποίος βρισκόταν στα θησαυροφυλάκια της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας. Οι δικαστικές διαμάχες που έχει ο Ούγκο Τσάβες με ενεργειακούς πολυεθνικούς κολοσσούς, μετά την δημοφιλή απόφαση εθνικοποίησης των ενεργειακών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας, και ο κίνδυνος της εκδίκασης σοβαρών προστίμων που θα οδηγούσαν στην κατάσχεση του βενεζολάνικου χρυσού που κρατείται στο εξωτερικό, πιθανά να τον οδήγησαν να διατάξει την μεγαλύτερη μεταφορά στην πρόσφατη ιστορία χρυσού σε φυσική μορφή. Μια απόφαση που αμφισβήτησε και μια συνήθεια από την εποχή της αποικιοκρατίας που θέλει την Αγγλία να κρατάει τα αποθέματα χρυσού των κυρίαρχων κρατών, για να μπορεί φυσικά να τα εκβιάζει και να έχει τον τελικό λόγο για τις εσωτερικές τους εξελίξεις. Παράδοση που αλληλοσυμπληρούμενη με την πλανητική επικράτηση του αγγλικού δικαίου, όπως δείχνει και το παράδειγμα της Ελλάδας, αποδεικνύεται να έχει καταλυτική σημασία στην εποχή της αναβίωσης της οικονομικής αποικιοκρατίας.

Θέμα χρόνου η νέα χρεοκοπία (Επίκαιρα, 15 Μαρτίου 2012)

Η σκοτεινή πλευρά του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άμεσα, στην καθημερινή ζωή του έλληνα πολίτη το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, για την ολοκλήρωση του οποίου θριαμβολογούσε η κυβέρνηση την Παρασκευή, ισοδυναμεί με κοινωνική οπισθοδρόμηση και εθνική ταπείνωση. Το PSI ουδέποτε θα είχε προχωρήσει αν δεν είχε ψηφιστεί το τελευταίο Μνημόνιο που κατάργησε το εργατικό δίκαιο και ισοπέδωσε τις κοινωνικές κατακτήσεις του 20ου αιώνα. Μειώσεις μισθών ακόμη και 40% (αν δίπλα στην επίσημη μείωση μισθών 22% ή 32% για τους νέους υπολογίσουμε και τα επιδόματα που καταργούνται) μέχρι του σημείου που εργαζόμενοι να μην έχουν να φάνε, εκτίναξη της ανεργίας σε επίπεδα πολύ άνω του 21% όπου βρίσκεται σήμερα, σε σημείο ώστε να δημιουργηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα κατά την μεταπολεμική περίοδο μια πολυάριθμη υπο-τάξη εξαθλιωμένων που θα στερείται των στοιχειωδών μέσων για την αυτοσυντήρησή της, συμβολικοποίηση των επικουρικών συντάξεων και κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτελούν την κορυφή μόνο του παγόβουνου στο οποίο ήδη προσκρούει η Ελλάδα που ονειρευτήκαμε και επιθυμήσαμε.

Εθνικός εξευτελισμός

Ταυτόχρονα PSI δεν θα υπήρχε αν δεν είχε επιβληθεί ο εθνικός εξευτελισμός της Ελλάδας. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η υποβάθμισή της σε κράτος – παρία από το Τέταρτο Ράιχ, που και επίσημα πλέον από τις αρχές λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μετά την Σύνοδο Κορυφής που καθιέρωσε το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας) απεμπόλησε την αρχή της τυπικής ισότητας των κρατών. Ψιλά γράμματα και περιττές πολυτέλειες είναι βέβαια όλα αυτά για την ελληνική πολιτική ελίτ, που από τα γεννοφάσκια της εμφάνιζε την ξενοδουλεία της ως κοσμοπολιτισμό χαρακτηρίζοντας ως τριτοκοσμικό επαρχιωτισμό κάθε σκέψη εθνικής ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας. Έτσι φτάσαμε να θεωρείται το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο η έλευση στην Αθήνα δεκάδων εκπροσώπων της Κομισιόν και η εκχώρηση υπουργικών αρμοδιοτήτων σε γελοίους υπαλληλάκους τύπου Χορστ Ράιχενμπαχ και Χούφτελ ή Φούχτελ, γνήσιων συνεχιστών των πιο αυθεντικών γερμανικών ναζιστικών παραδόσεων. PSI επομένως σημαίνει ότι απέναντι σε αυτή την κατοχική στρατιά γραφειοκρατών ακόμη και άξια στελέχη της ελληνικής δημόσιας διοίκησης θα βαρούν προσοχή, υπακούοντας πειθήνια στις εντολές τους για να μην απολυθούν. Αν αυτό δεν είναι εθνικός εξευτελισμός τότε τι είναι;

Υπάρχουν όμως και χειρότερα από την κοινωνική εξαθλίωση και τον εθνικό διασυρμό, τα οποία αποδέχτηκε αναντίρρητα ο δοτός πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, και αφορούν την επόμενη μέρα. Τα χειρότερα που έπονται έχουν ως σημείο αφετηρίας τους την παταγώδη αποτυχία του προγράμματος ανταλλαγής ομολόγων – μια ακόμη πλευρά την οποία η ελληνική κυβέρνηση τεχνηέντως απέκρυψε. Αρχικά ως ορίσουμε την επιτυχία. Με τεχνικούς όρους μιλώντας, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρους τις κοινωνικές επιπτώσεις του προγράμματος ανταλλαγής, το πρόγραμμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένο αν εξασφάλιζε την ουσιαστική μείωση και τη μακροχρόνια διαχείριση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο! Το PSI όχι απλώς δεν έλυσε το πρόβλημα αλλά εξασφάλισε ότι την επόμενη φορά που οι ελληνικές αρχές θα κληθούν να διαχειριστούν το δημόσιο χρέος οι δυνατές επιλογές θα είναι πολύ πιο περιορισμένες και οι λύσεις ακόμη πιο επώδυνες. Η μνημονιακή συγκυβέρνηση ωστόσο απέκρυψε αυτή την πλευρά, εικάζοντας ότι κάποιος άλλος θα είναι τότε στα πράγματα για να διαχειριστεί το θέμα…

«Κρατικοποίηση» του δανεισμού

Η αποτυχία του PSI έγινε εμφανής πριν ακόμη πάρουν στα χέρια τους τα νέα, απομειωμένα κατά 53,5%, ομόλογα οι ιδιώτες κάτοχοί τους. Τρεις είναι οι αιτίες της αποτυχίας, πέραν φυσικά της πασιφανούς, ότι δηλαδή κατάφερε να αυξήσει το δημόσιο χρέος καθώς η διαγραφή χρέους ύψους 105 δις. ευρώ υπερκαλύπτεται κατά 25 δις. λόγω του νέου χρέους που αναλάβαμε ύψους 130 δις. ευρώ: Πρώτο, η μικρή μείωση του δημόσιου χρέους, ως αποτέλεσμα της πέρα για πέρα δικαιολογημένης (με βάση τα δικά της συμφέροντα) επιμονής της Γερμανίας να εξαιρεθούν τα διακρατικά δάνεια από το «κούρεμα». Δεύτερο, η αλλαγή του χαρακτήρα του ελληνικού δημόσιου χρέους που από χρέος προς ιδιώτες μετατράπηκε σε διακρατικό χρέος σε συνδυασμό με την απόφαση η έκδοση των νέων ομολόγων να διέπεται από αγγλικό δίκαιο και τέλος η πολιτική της χρόνιας ύφεσης που εξασφαλίζει ότι ελέω συνεχούς συρρίκνωσης του ΑΕΠ, ο λόγος δημόσιος χρέος προς ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται, με αποτέλεσμα ο στόχος μείωσης  του λόγου στο 120,5% το 2020 να αποδειχθεί όνειρο θερινής νυκτός. Αντίθετα, θα επιβεβαιωθούν τα σενάρια που αναφέρονταν στην εμπιστευτική έκθεση της Τρόικας και πρόβλεπαν ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα φτάσει το 140% ακόμη και το 160% το 2020. Το φιάσκο ωστόσο ήταν εμφανές από την ίδια κιόλας μέρα που έκλεισε η συμφωνία.

«Την επόμενη φορά η Ελλάδα θα πρέπει να εργαστεί ακόμη πιο σκληρά», ήταν ο πρωτοσέλιδος τίτλος της Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν το Σαββατοκύριακο 10-11 Μαρτίου 2012. Το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας ξεκίναγε ως εξής: «Η Ελλάδα μπορεί να κατάφερε κι ακόμη να θέλησε να χρησιμοποιήσει σκληρές τακτικές για να πείσει τους ομολογιούχους του ιδιωτικού τομέα να συμμετάσχουν στη συμφωνία ανταλλαγής που ολοκληρώθηκε την Παρασκευή απομακρύνοντας τη χρεοκοπία. Την επόμενη φορά όμως αυτές οι κινήσεις μπορεί να μην δουλέψουν τόσο καλά. Όταν το υπερχρεωμένο κράτος αντιμετωπίσει μια νέα έλλειψη ρευστού τα επόμενα χρόνια – όπως πολλοί ειδικοί και επιπλέον οι αγορές φαίνεται να πιστεύουν ότι θα συμβεί – η Ελλάδα δεν θα είναι σε θέση να στηριχτεί σε εξελιγμένα νομικά κόλπα, όπως οι ρήτρες συλλογικής δράσης, για να επιβάλλει απώλειες σε σχετικά εύκολους στόχους όπως οι τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου. Με την ολοκλήρωση της συμφωνίας, το ΔΝΤ και οι ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας θα κατέχουν το 77% του χρέους της. Από δω και στο εξής, από τους ξένους φορολογούμενους θα ζητηθεί να επωμιστούν το βάρος των απωλειών, την επόμενη φορά που η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση – και δεν θα συγχωρήσουν τόσο εύκολα. Η συμφωνία αναδιάρθρωσης του χρέους μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της την Παρασκευή δεν ήταν αξιοσημείωτη μόνο για τις απώλειες ύψους 100 δις. ευρώ και πλέον ή 75% που επέβαλε στους επενδυτές. Επιβεβαίωσε επίσης την ταχεία εξέλιξη της Ελλάδας από κράτος χρεώστη προς τον ιδιωτικό τομέα σε χρεώστη εξαρτώμενο από τον δημόσιο τομέα. Το 2008, όλο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας το κατείχαν ομολογιούχοι του ιδιωτικού τομέα. Πριν την συμφωνία που υπογράφτηκε την Παρασκευή, το 62% του χρέους ανήκε στον ιδιωτικό τομέα… Η Ελλάδα τελεί υπό την χρηματοπιστωτική κηδεμονία της Ευρώπης», συμπέραινε η εφημερίδα. Επ’ αυτών βέβαια δεν είπαν λέξη οι υπουργοί του Παπαδήμου.

Το PSI είναι νεκρό

Από τον ξένο Τύπο επίσης μάθαμε ότι το PSI είναι νεκρό πριν καν γίνει η ανταλλαγή των ομολόγων. Στο πλαίσιο της να υπενθυμίσουμε ότι από το εναπομείναν 46,5% της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, το 15% θα αντικατασταθεί με άμεσα ρευστοποιήσιμα διετή ομόλογα του EFSF, ενώ το υπόλοιπο 31,5% θα αντικατασταθεί από ομόλογα του ελληνικού δημοσίου με ημερομηνία λήξης 10-30 ετών. «Αυτά τα ομόλογα έχουν ήδη αρχίσει να εμπορεύονται σε μια “σκιώδη” αγορά δηλώνουν άνθρωποι που ξέρουν το θέμα», έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ του Σαββατοκύριακου. Και συνέχιζε: «Το νέο 30ετές ομόλογο αποτιμούταν μεταξύ 15 και 17 σεντς και το 11ετές μεταξύ 20 και 22 σεντς. Αυτά τα επίπεδα υποδεικνύουν ότι η Ελλάδα θα είναι απίθανο να ανταποκριθεί σε όλες της τις υποχρεώσεις μετά την αναδιάρθρωση». Το ίδιο ακριβώς συμπέρασμα υπογράμμιζε την Παρασκευή 9 Μάρτη και ο αρθρογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, Τζέιμς Μάκιντος, στη στήλη του «The Short View». «Ακόμη κι έπειτα από την μεγαλύτερη χρεοκοπία στην ιστορία η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολογίζεται για την επόμενη χρεοκοπία της. Αποδόσεις της τάξης του 17-19% κινούνται στα επίπεδα που βρίσκονταν τα παλιά ομόλογα το φθινόπωρο. Με όρους αγοράς, το μόνο που κατάφερε η Ελλάδα είναι να θέσει τον εαυτό της εκεί που ήταν πριν έξι μήνες. Δεν εκπλήσσει. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να χρεοκοπήσει ξανά. Το πακέτο διάσωσης ύψους 130 δις. ευρώ θα την αφήσει χωρίς χρήματα σε τρία χρόνια»…

Στο Μέγαρο Μαξίμου βέβαια εξακολουθούν να εμφανίζουν την αναδιάρθρωση, παρότι χαρακτηρίστηκε κι επίσημα χρεοκοπία, ως θρίαμβο…

Οι σωτήρες μας φέσωσαν 247 δισ. ευρώ! (Πριν 18 Μαρτίου 2012)

Σε παταγώδη αποτυχία εξελίχθηκε η πολυδιαφημισμένη ως επιτυχία συμφωνία αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Τα νέα ελληνικά ομόλογα (με διάρκεια αποπληρωμής 11 έως 30 χρόνια) που Ξεκίνησαν από την Δευτέρα να ανταλλάσσονται στις δευτερογενείς αγορές ομολόγων τιμολογούνταν μόλις στο 26% – 22% της νέας ονομαστικής τους αξίας. Μια αποτίμηση που δείχνει με τον πιο αδιάψευστο τρόπο πως οι ίδιες οι αγορές δεν πείσθηκαν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος έγινε βιώσιμο και διαχειρίσιμο μακροπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να θεωρούν θέμα χρόνου μια νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Γι’ αυτό τον λόγο και η αξία των νέων ομολόγων καταποντίστηκε με το …καλημέρα.

«Κανείς δεν πιστεύει ότι το 120% είναι ένα βιώσιμο νούμερο για την Ελλάδα» σχολίαζε στη Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Τρίτης χρηματιστής, αναφερόμενος στον στόχο που έχει τεθεί να φτάσει το ελληνικό δημόσιο χρέος το 2020, σύμφωνα με την δεύτερο δάνειο που δόθηκε στην Ελλάδα. «Αμέσως», συνέχιζε «η προσοχή δόθηκε στο επόμενο στάδιο που είναι: “Πότε θα γίνει η επόμενη αναδιάρθρωση;”». Κι όσο για τα νέα ομόλογα έλεγε πάλι ο ίδιος παράγοντας της αγοράς «δεν υπάρχει και μεγάλη εμπιστοσύνη ότι θα φθάσουν στην ημερομηνία λήξης τους». Πολύ νωρίτερα δηλαδή θα μαζευτούν για να υποστούν ένα νέο κούρεμα.

Η αποτυχία της αναδιάρθρωσης είναι πρώτ’ απ’ όλα αποτέλεσμα της υπέρμετρης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδας. Το κατόρθωμα του δοτού πρωθυπουργού Παπαδήμου και του «μίστερ PSI» όπως αποκαλούσε η εφημερίδα Τα Νέα τον Βαγγέλη Βενιζέλο από την πρώτη τους κιόλας σελίδα (επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να του προσδώσουν λίγο από την λάμψη του ντιλ, την οποία φυσικά μόνο αυτοί είδαν) είναι ότι για να διαγράψουν ένα χρέος 105 δισ. ευρώ φόρτωσαν στις πλάτες μας όχι 130 δισ. ευρώ, αλλά 174! Το ποσό αυτό προκύπτει αν αθροίσουμε: Πρώτο, τα 109,1 δισ. ευρώ του νέου δανείου από την ευρωζώνη. Δεύτερο, τα 28 δισ. που θα μας δανείσει το ΔΝΤ, το οποίο ποσό μάλιστα είναι μικρότερο του αναμενόμενου, δημιουργώντας ερωτηματικά για τη μελλοντική στάση του μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού απέναντι στην Ελλάδα. Και τέλος είναι τα χρήματα που περίσσεψαν από το πρώτο δάνειο που δόθηκε στην Ελλάδα συνολικού ύψους 110 δισ. ευρώ, από τα οποία λάβαμε ως τώρα τα 73 δισ. Έχουμε να λαβαίνουμε επομένως 37 δισ. επιπλέον. Άρα, η διαγραφή 105 δισ. ευρώ μας στοιχίζει 174 δισ. ευρώ!!! Είπατε τίποτε;

Ο πρώτος άθλος επομένως του δοτού πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου είναι ότι για να σβήσει ένα χρέος 105 δισ. ευρώ μας φόρτωσε ένα χρέος 174 δισ. ευρώ. Αν δε αθροίσουμε σε αυτά τα χρήματα και τα 73 δισ. που πήραμε από το πρώτο δάνειο της Τρόικας, βγάζουμε ένα σύνολο 247 δισ. ευρώ που έχουμε μέχρι στιγμής αναλάβει για να σωθούμε. Κι έρχονται κι άλλα…

Ενδιαφέρον όμως έχει να δούμε και το που πάνε αυτά τα χρήματα. Τα 113 δις. από το νέο δανεισμό ύψους 174 δισ. (δηλαδή το 65%) θα πάει στις τράπεζες, ελληνικές και ξένες. Ειδικότερα, η μερίδα του λέοντος, 48 δισ. ευρώ, θα πάει σε δύο δόσεις στις ελληνικές τράπεζες, υπό την μορφή ανακεφαλαιοποίησης, για να καλύψουν τα κενά που δημιούργησε στους ισολογισμούς τους το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων, ύψους 53%. Αξίζει εδώ μάλιστα να προσέξουμε ότι μόνο μία τράπεζα δεν πρόλαβε να γευτεί την απλοχεριά των πιστωτών μας κι αυτή είναι η Αγροτική Τράπεζα, η οποία παρότι έχασε περίπου 3 δισ. από το εθελοντικό κατά τ’ άλλα κούρεμα των ομολόγων που είχε στο χαρτοφυλάκιό της, με άμεση ευθύνη της διοίκησής της, δεν της επιτράπηκε να προσφύγει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αντίθετα με τις άλλες ιδιωτικές τράπεζες, που θα δουν τα ταμεία του σαν ξεχειλίζουν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη κι αυτός ο πολυδιαφημισμένος γάμος της Άλφα με την Γιούρομπανκ κρίθηκε περιττός και ακυρώθηκε. Για την Αγροτική τράπεζα αντίθετα λεφτά …δεν υπήρχαν με αποτέλεσμα τώρα να οδεύει προς συρρίκνωση και πιθανά κατάτμηση, πώληση θυγατρικών της, κ.α. Να σημειωθεί πως είναι κι άλλες φορές που η διοίκηση Παντελάκη, εκτελώντας προφανώς άνωθεν εντολές, έχει με συγκεκριμένες ενέργειες δυσχεράνει την θέση της τράπεζας… Ένα δεύτερο πακέτο, ύψους 35 δις. ευρώ, θα δοθεί στις εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της ευρωζώνης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εν είδει αποζημίωσης για τις ζημιές που υπέστησαν από το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων. Τέλος ένα ποσό της τάξης των 30 δισ. ευρώ θα πάει στους ιδιώτες πιστωτές για να χρυσωθεί το χάπι του κουρέματος.

Στον αντίποδα αυτής της απλοχεριάς βρίσκεται η απροθυμία της ελληνικής κυβέρνησης και της Τρόικας φυσικά να αποζημιώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία και τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν ελληνικά ομόλογα, που κατ΄ εκτίμηση ανέρχονται σε 11.000 άτομα. Στην πλειοψηφία τους δε πρόκειται για μικρο-καταθέτες. Κόβοντας κάθε συζήτηση για την αποζημίωσή τους, όπως έγινε το βράδυ της Δευτέρας μετά το συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης δια στόματος του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, οι πιστωτές μας έκαναν μια κίνηση – ματ. Γιατί από την στιγμή που τα φυσικά πρόσωπα υπέστησαν τόσο εκτεταμένες ζημιές, ύψους 53%, κλείνει ο δρόμος της προσφυγής στον εσωτερικό δανεισμό ως μια εύκολη και ασφαλής λύση για την υποκατάσταση του διεθνούς ή ως μια εναλλακτική πηγή εύρεσης χρήματος στην περίπτωση που οι αγορές «κλείσουν» για την Ελλάδα. Παπαδήμος και Βενιζέλος λοιπόν, εξασφάλισαν ότι η Ελλάδα θα τελεί μόνιμα υπό τη κηδεμονία της Goldman Sachs, της JP Morgan και άλλων ευαγών ιδρυμάτων…

Ο εξωφρενικά ετεροβαρής χαρακτήρας της συμφωνίας ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων προς όφελος των τραπεζών υπογραμμίστηκε ακόμη κι από το πρακτορείο Μπλούμπεργκ, που επεσήμανε την Πέμπτη σε ανάλυσή του πως «όταν θα έχει εκταμιευθεί όλη η βοήθεια από την ΕΕ και το ΔΝΤ προς την Ελλάδα 66%-75% του χρέους της χώρας θα το έχει αναλάβει το δημόσιο. Το 2010, πριν από το πρώτο πακέτο στήριξης, η Ελλάδα είχε χρέος 310 δις. ευρώ που εξ ολοκλήρου ανήκε σε ιδιώτες», ανέφερε το πρακτορείο. Προς επίρρωση, να αναφερθεί πως κι άλλες πηγές, για παράδειγμα η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν του προηγούμενου Σαββατοκύριακου, στο ίδιο ποσοστό περίπου (77%) εκτιμούσε ότι θα ανέλθει το μέρος του δημόσιου χρέους που θα οφείλει η Ελλάδα προς άλλα κράτη και το ΔΝΤ με την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Το αμερικανικό πρακτορείο παρουσίαζε επίσης και με συγκεκριμένα παραδείγματα το όφελος που έχουν δεχτεί συγκεκριμένες τράπεζες, μέσω της ιδιότυπης αυτής «κρατικοποίησης» του δημόσιου χρέους. Η γερμανική τράπεζα Commerzbank για παράδειγμα μείωσε την έκθεσή της σε ομόλογα Ελλάδας, Ιρλανδίας και Πορτογαλίας κατά 70%, στα 1,6 δισ. ευρώ και η γαλλική BNP Paribas κατά 61% στα 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2011. Η ελάφρυνση των τραπεζών προωθούταν μάλιστα αργά και μεθοδικά από το πρώτο Μνημόνιο, τον Μάιο του 2010, όταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν ελληνικούς τίτλους ύψους 68 δισ. δολ. «Εάν η Ελλάδα κήρυσσε τότε χρεοκοπία οι τράπεζες θα έχαναν περί τα 51 δισ. ευρώ, τόνιζε το Μπλούμπεργκ και συμπλήρωνε: «Τους επόμενους 15 μήνες, οι τοποθετήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών σε ελληνικά ομόλογα μειώθηκαν περισσότερο από 50%, στα 31 δισ. δολ.».

Φαίνεται επομένως ποιος ήταν ο μεγάλος κερδισμένος των «πακέτων διάσωσης» της Ελλάδας: Οι τράπεζες, εντός κι εκτός Ελλάδας, αλλά κυρίως εκτός γιατί το μέλλον των ελληνικών τραπεζών εξακολουθεί να είναι άδηλο! Οι ξένες τράπεζες αντίθετα ξεφορτώθηκαν έγκαιρα τα ομόλογα με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να μην αντιμετωπίζουν κινδύνους. Ταυτόχρονα με τις τράπεζες, μεγάλος κερδισμένος των πακέτων διάσωσης ήταν και το ελληνικό κεφάλαιο που πέτυχε ένα συντριπτικό πλήγμα σε βάρος της εργατικής τάξης. Η διεθνών και ιστορικών διαστάσεων συντριβή που έχουν δεχτεί μισθοί και ημερομίσθια, (υπό την έννοια ότι σε καμία άλλη χώρα και ποτέ άλλοτε στην ιστορία δεν έχει καταγραφεί σε τόσο σύντομο χρόνο τέτοια μείωση) όπως φαίνεται και στον πίνακα που δημοσιεύουμε, ουδέποτε θα είχε συμβεί χωρίς το Μνημόνιο. Το ίδιο φυσικά ισχύει και στις άλλες δύο χώρες (Ιρλανδία, Πορτογαλία) που «διασώθηκαν».

Μισθολογικό, ονομαστικό ωριαίο κόστος εργασίας

                        Οκτ. – Δεκ. ‘10       Ιαν. – Μαρτ. ‘11      Απρ. – Ιουν. ‘11      Ιούλ. – Σεπτ. ‘11     Οκτ. – Δεκ. ‘11

Ευρωζώνη 17 (μ.ο.) +1,6%                   +2,2%                                    +3,1%                    +2,4%             +2,5%

ΕΕ 27 (μ.ο.)                  +2%                        +1,8%                                    +3,1%                    +2,5%            +2,6%

Ελλάδα                          -5,5%                      -6,2%                                      -3%                         -6%                 – *

Ιρλανδία                     -0,6%                      -2,2%                                      -3,4%                      -0,4%            -1,9%

Πορτογαλία**            4,1%                       0,3%                                       -0,9%                      0,6%             -1,7%

*: Μη διαθέσιμα στοιχεία **: Προσωρινά

Πηγή: Eurostat, 15 Μαρτίου 2012

Εν είδει συμπεράσματος μπορούμε να πούμε ότι το PSI αποτέλεσε μια εύσχημο αφορμή έτσι ώστε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας να αλλάξει χαρακτήρα και από ιδιωτικό να γίνει δημόσιο. Αυτή η «νέα τάξη πραγμάτων» γύρω από το ελληνικό δημόσιο χρέος δημιουργεί ένα νέο ισοζύγιο χαμένων και κερδισμένων. Οι τράπεζες – κάτοχοι έως τώρα ελληνικών ομολόγων συγκαταλέγονται στους κερδισμένους. Το ελληνικό δημόσιο στους μεγάλους χαμένους, καθώς οι υποχρεώσεις που ανέλαβε το ελληνικό δημόσιο, δηλαδή οι φορολογούμενοι, με βάση το νόμο που κύρωσε την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, είναι πραγματικά χωρίς πρόσφατο προηγούμενο: πλήρης υποταγή στους πιστωτές. Στους μεγάλους χαμένους ωστόσο συγκαταλέγονται πλέον και οι φορολογούμενοι των κρατών μελών της ευρωζώνης, καθώς αυτοί θα κληθούν να αναλάβουν το κόστος της επόμενης διάσωσης που είναι θέμα χρόνου. «Η ευρωζώνη ενδέχεται να πρέπει να προετοιμαστεί ώστε να δανείσει ακόμη περισσότερα χρήματα στην Αθήνα» ανέφερε ανάλυση για το ελληνικό δημόσιο χρέος της Τρόικας, που είδε το φως της δημοσιότητας από το πρακτορείο Ρόιτερς την Τρίτη 13 Μαρτίου. Υπ’ αυτή την προοπτική, θα ενταθούν το επόμενο διάστημα οι ρατσιστικές επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων και όχι μόνο. Με άρθρο του στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την Πέμπτη ο Λορέντζο Σμάγκι, πρώην μέλος του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έσπασε το ταμπού γράφοντας ότι η Πορτογαλία και η Ιρλανδία θα χρειαστούν νέα δάνεια και μάλιστα σύντομα, καθώς οι προβλέψεις επιστροφής τους στις αγορές έχουν διαψευστεί. Το «κουστούμι» μάλιστα που έραψε για την Πορτογαλία είναι 100 δισ. ευρώ και για την Ιρλανδία γύρω στα 80 δισ. ευρώ. Τα κράτη του ευρωπαϊκού κέντρου επιχειρώντας να κρύψουν ότι σε τελική ανάλυση οι απρόβλεπτα και απίστευτα δαπανηρές, όπως εξελίσσονται, «προσπάθειες διάσωσης» της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά έμμεσες μορφές στήριξης των δικών τους τραπεζών θα ενοχοποιούν όλο και συχνότερα τους λαούς της περιφέρειας, αποδίδοντάς τους την ευθύνη για τα νέα δάνεια και τον υποτιθέμενο «εκτροχιασμό» των προσπαθειών δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Επομένως, το καθεστώς οικονομικής κατοχής και πλήρους κατάλυσης της ανεξαρτησίας που έχει ήδη προωθηθεί (με τους Ολλανδούς να αναλαμβάνουν το κτηματολόγιο, τους Σουηδούς την αναδιάρθρωση στο υπουργείο Υγείας, τους Γάλλους την δημόσια διοίκηση και τους Γερμανούς τη συνολική εποπτεία της οικονομίας και τα σύνορα όπου θα εγκατασταθούν και επίσημα γερμανοί μπάτσοι) προετοιμάζει την αποικιοποίηση της Ελλάδας. Η νέα, ταπεινωτική δανειακή σύμβαση κατέχει εξέχοντα ρόλο σε αυτή την πορεία που θα εντείνεται όσο η ύφεση θα οδηγεί σε ακύρωση τους φιλόδοξους σχεδιασμούς για μείωση του δημόσιου χρέους και θα πλησιάζει η νέα αναδιάρθρωση του χρέους.

Οι ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα: Από τον Μητσοτάκη στον Παπαδήμο (Unfollow #3)

Ο κύκλος των ιδιωτικοποιήσεων που φθάνει στο απόγειό του τώρα, με τις ρητές εντολές της Τρόικας για άνευ όρων και ορίων ξεπούλημα και του τελευταίου ίχνους δημόσιας περιουσίας, άνοιξε επί κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη (1990-1993). Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα από τις αγγλοσαξονικές χώρες όπου η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση έκανε τα νηπιακά της βήματα, λίγο – πολύ όμως σε συγχρονισμό με τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Τα τεράστια βήματα που πραγματοποιήθηκαν προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου και σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος εκείνα τα χρόνια καθιστούν την συγκεκριμένη χρονική περίοδο χωρίς υπερβολή καθοριστική για την μετέπειτα πορεία των ιδιωτικοποιήσεων.

Αξίζει αρχικά να δούμε τις κοινωνικές δυνάμεις που υπαγόρευσαν αυτή τη ρήξη με το παρελθόν των προηγούμενων μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Επί Μητσοτάκη έφθασε στο αποκορύφωμά της η οικονομική κρίση που σοβούσε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Η βιομηχανική παραγωγή το 1990 σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο μειώνεται κατά 2,8%, το 1991 κατά 0,9%, το 1992 κατά 1,3% και το 1993 μειώνεται κατά 3,3%. Οι άνεργοι από 254.000 το 1990 αυξάνονται κατά 100.000 και το 1993 φθάνουν τους 351.000. Φαίνεται επομένως ότι η όξυνση της οικονομικής κρίσης έδωσε ώθηση στις ιδιωτικοποιήσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Κι αυτό συνέβη για δύο κυρίως λόγους: Πρώτο, ως ένα τρόπο αύξησης της λιμνάζουσας κερδοφορίας με τα ιδιωτικά κεφάλαια να βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο σε «παρθένους» μέχρι τότε τομείς οικονομικής δραστηριότητας που ως γνώρισμα έχουν τα υψηλά ποσοστά κέρδους. Κατά δεύτερο, οι κρίσεις ευνοούν τις ιδιωτικοποιήσεις γιατί η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μειώνει το κόστος εργασίας καθώς με ισχύ φυσικού νόμου κάθε μεταβίβαση κρατικής περιουσίας στον ιδιωτικό τομέα συνοδεύεται από ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων κι επίσης από μειώσεις προσωπικού ακόμη και απολύσεις.

Ο νόμος που καθόρισε το πλαίσιο και το περιεχόμενο των ιδιωτικοποιήσεων ήταν ο Ν.2000/91. Της ψήφισής του προηγήθηκαν δύο άλλοι νόμοι (1892/1990 και 1914/1990) οι οποίοι σύντομα κρίθηκαν ανεπαρκείς. Με βάση τον συγκεκριμένο νόμο περιγράφηκαν οι ακόλουθες μορφές ιδιωτικοποίησης: πώληση του συνόλου ή μέρους των μετοχών εταιρείας που ανήκει στο δημόσιο, εισαγωγή στο χρηματιστήριο και πώληση του συνόλου ή μέρους των μετοχών, πώληση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, μίσθωση στοιχείων, ανάθεση της διαχείρισης (του μάνατζμεντ στα …ελληνικά), κ.α. Πρόβλεψε επίσης την άρον – άρον εκκαθάριση των προβληματικών επιχειρήσεων και όρισε ασφυκτικές προθεσμίες στο πλαίσιο των οποίων έπρεπε να δράσουν οι αρμόδιοι υπουργοί. Συνολικά ιδιωτικοποιήθηκαν 111 επιχειρήσεις στις οποίες απασχολούνταν 129.000 εργαζόμενοι από τους 208.000 που απασχολούσε τότε ο δημόσιος επιχειρηματικό τομέας[1], ενώ καταργήθηκε η επίσημη τιμή πώλησης στα καύσιμα, στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» της αγοράς, που μοναδικό αποτέλεσμα είχε την εκτόξευση της τιμής της.

Δύο, από τις σημαντικότερες έτσι κι αλλιώς, προσπάθειες ιδιωτικοποίησης της περιόδου 1990-1993 αποδεικνύονται πολύτιμες σήμερα για να αντιληφθούμε τις αντιφάσεις και τα όρια του εγχειρήματος. Το πρώτο σχετίζεται με την προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των αστικών λεωφορείων της Αθήνας (ΕΑΣ). Η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη επιχειρώντας να δώσει φιλολαϊκό προφίλ στην πολιτική της ιδιωτικοποίησης, παραχώρησε τα λεωφορεία σε μεμονωμένους ιδιώτες στο πρόσωπο των οποίων επιχειρήθηκε να ενσαρκωθεί ο λαϊκός καπιταλισμός, μέσω πολυμετοχικών εταιρειών. Πολύ γρήγορα ωστόσο η απότομη επιδείνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών μετακίνησης και η αλληλεγγύη που δημιουργήθηκε προς τους απολυμένους οδηγούς της ΕΑΣ (όταν έγινε αντιληπτός κι ένας επιπλέον στόχος της ιδιωτικοποίησης που ήταν η συντριβή πρωτοπόρων εργατικών σωματείων) έστρεψε το κοινωνικό ρεύμα εναντίον της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα οι καθημερινές ιδεολογικές – πολιτικές αντιπαραθέσεις ακόμη και συμπλοκές για τα αστικά λεωφορεία να αποτελούν πυορροούσα πληγή για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το δεύτερο πολύ διδακτικό παράδειγμα σε ό,τι αφορά τα διακυβεύματα των ιδιωτικοποιήσεων σχετίζεται με την προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρήκε απέναντί της όχι μόνο την κοινωνική πλειοψηφία που ήθελε ο τηλεπικοινωνιακός οργανισμός να παραμείνει δημόσιος αλλά και τμήματα της εγχώριας οικονομικής ελίτ. Η σύγκρουση μαζί τους ήταν τόσο σφοδρή που παρήγαγε και το νεολογισμό τότε περί διαπλεκομένων, με αφορμή σχετική δήλωση του πρωθυπουργού. Στο κέντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν οι προμήθειες του ΟΤΕ από εγχώριες επιχειρήσεις που διατηρούσαν προνομιακή σχέση με τον οργανισμό και κατ’ αυτό τον τρόπο λυμαίνονταν τους δημόσιους πόρους. Πλευρές τις οποίες η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα αναδείκνυε στην προσπάθεια της να δυσφημίσει το δημόσιο τομέα εμφανίζοντας τον ως ταυτόσημο της διαφθοράς, παραγνωρίζοντας βέβαια πως ο άλλος πόλος της σχέσης διαφθοράς ήταν ιδιωτικός.

Το παράδειγμα του ΟΤΕ (που δεν γλύτωσε στη συνέχεια την ιδιωτικοποίηση από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ) υπογραμμίζει πως τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, υπό ένα πρίσμα, είναι πορώδη. Στην πραγματικότητα οι δημόσιες επιχειρήσεις επιτελούσαν ανέκαθεν ένα διττό ρόλο: προήγαγαν μεν το δημόσιο συμφέρον, παρέχοντας φθηνή και αποτελεσματική ενέργεια, μετακινήσεις και τηλεπικοινωνίες, ταυτόχρονα όμως οι ίδιες αυτές υπηρεσίες που αποτελούν ταυτόχρονα και πρώτη ύλη για τον ιδιωτικό τομέα συνέβαλαν στην κερδοφορία του. Ενίοτε οι ΔΕΚΟ, ειδικότερα, προσέφεραν την κρίσιμη εκείνη μάζα παραγγελιών, στο πλαίσιο σχέσεων διαφθοράς και κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος, που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη εθνικών βιομηχανιών (βλέπε Ιντρακόμ). Κατά συνέπεια αν και η ιδιωτικοποίηση μιας δημόσιας επιχείρησης ισοδυναμεί αδιαμφισβήτητα με την υπονόμευση του δημόσιου συμφέροντος, η κρατική ιδιοκτησία της ποτέ δεν εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο το δημόσιο συμφέρον.

Η ακύρωση από τις μετέπειτα κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (και συγκεκριμένα της βραχύβιας του Α. Παπανδρέου) των ιδιωτικοποιήσεων στα αστικά λεωφορεία και την Ολύμπικ Κέτερινγκ, όσο κι αν πρόσφερε μια πρόσκαιρη ανακούφιση καθώς ικανοποίησε ένα λαϊκό αίτημα, δεν σήμανε την αναίρεση της πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων της ΝΔ. Το ΠΑΣΟΚ και ειδικότερα οι κυβερνήσεις Κ. Σημίτη έδωσαν μεγαλύτερο βάθος σε αυτή την πολιτική και προετοίμασαν τους όρους για τη σημερινή σχεδιαζόμενη εκποίηση. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραμάτισε ο νόμος 2414/1996 που μετέτρεψε σε Ανώνυμες Εταιρείες 31 ΔΕΚΟ. Τέθηκε σε κίνηση έτσι ένα ντόμινο που στη συνέχεια οδήγησε στην εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο, επίσης στην κατάργηση της μονιμότητας των εργαζομένων τους με νόμο του υπουργού Οικονομικών, Γ. Αλογοσκούφη, το Νοέμβριο του 2005 και τέλος στην σημερινή τους συρρίκνωση (ΟΣΕ) ή πλήρη ιδιωτικοποίηση (ΟΤΕ), κατά διαταγή των έξι μέχρι σήμερα Μνημονίων.

Εκείνη την εποχή βέβαια τα στελέχη της κυβέρνησης Κ. Σημίτη υποστήριζαν ότι οι «μετοχοποιήσεις» ή μερική δηλαδή εισαγωγή μετοχικού τους κεφαλαίου στο χρηματιστήριο δεν σημαίνουν ιδιωτικοποίηση. Επί αυτού έχουν ιδιαίτερη σημασία οι επισημάνσεις της Συμβούλου Επικρατείας, Μαρίας Καραμανώφ[2]:

«…Πρέπει να διευκρινιστεί ένα ζήτημα, ως προς το οποίο υπάρχει σήμερα κάποια σύγχυση. Αφορά την λεγόμενη «μερική ιδιωτικοποίηση, την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία το κράτος εξακολουθεί να μετέχει μιας μερικώς ιδιωτικοποιημένης δημοσίας επιχειρήσεως, διατηρώντας κάποιο ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου. Ωρισμένοι αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην συμμετοχή αυτή, με την αντίληψη ότι η κατοχή από το κράτος του 51% ή έστω του 34% του μετοχικού κεφαλαίου έχει κρίσιμη σημασία, διότι εγγυάται την υπέρ του δημοσίου συμφέροντος λειτουργία της επιχειρήσεως και διασφαλίζει τον δημόσιο χαρακτήρα της. Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Το ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο μιας εν μέρει ιδιωτικοποιημένης επιχειρήσεως έχει μεν κρίσιμη σημασία, πλην όμως αποκλειστικώς και μόνο εξ επόψεως συνεπειών του εμπορικού νόμου, ο οποίος και διέπει την λειτουργία της (έλεγχος της πορείας της επιχειρήσεως, δικαιώματα μειοψηφίας κ.λπ). Σε καμμία όμως περίπτωση η ιδιότης ενός εκ των μετόχων ως δημοσίου φορέως δεν μπορεί να μετατρέψει την φύση της εταιρείας από ιδιωτική σε δημοσία, ή έστω δημοσίου ενδιαφέροντος. Και τούτο, διότι στον σημερινό νομικό κόσμο δεν είναι δυνατόν μια επιχείρηση να δουλεύει δυοίν κυρίοις, να λειτουργεί δηλαδή ταυτόχρονα με κριτήρια ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος. Από τη στιγμή που μια δημόσια επιχείρηση ιδιωτικοποιείται, έστω και σε ελάχιστο ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου, μεταπηδά αναγκαίως ως αδιάσπαστο σύνολο από τον χώρο του δημοσίου στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα αν το αντικείμενο των εργασιών της επιχειρήσεως παραμένει ονομαστικά το ίδιο (λ.χ. παραγωγή και διανομή ενέργειας, ταχυδρομικές υπηρεσίες κοκ) η φύση της αλλάζει ριζικά και ο σκοπός της καθίσταται αποκλειστικά και μόνον κερδοσκοπικός. Σε αυτό το κέρδος και μόνον αποβλέπουν και δικαιούνται να αποβλέπουν οι μέτοχοι, είτε κατέχουν το 51% είτε το 34% είτε το 5% της επιχειρήσεως, η δε έννομη τάξη, τόσο η ελληνική όσο και η ευρωπαϊκή, τους έχει εξοπλίσει με ολόκληρο πλέγμα εγγυήσεων, οι οποίες διασφαλίζουν ότι κάθε εμπορική εταιρεία, όπως είναι η έστω και μερικώς ιδιωτικοποιημένη δημόσια επιχείρηση, θα λειτουργεί με σκοπό το μέγιστο δυνατό κέρδος».

Οι κυβερνήσεις του Κ. Σημίτη δεν χρεώνονται μόνο ότι έθεσαν σε τροχιά ιδιωτικοποίησης όλες τις ΔΕΚΟ, αλλά επίσης και την εισβολή του ιδιωτικού τομέα στα δημόσια έργα ή τις υπηρεσίες. Ποιος θυμάται για παράδειγμα σήμερα την προσπάθεια εξυγίανσης της Ολυμπιακής Αεροπορίας από την θυγατρική της Μπρίτις Αιργουέις, Σπίντγουινγκ, το 1999, έναντι αδρού τιμήματος, που κατέληξε σε φιάσκο; Παρότι μάλιστα η σύγκρουση συμφέροντος – με τη θυγατρική ενός ανταγωνιστή να αναλαμβάνει ρόλο συμβούλου – ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Επίσης, ποιος λογοδότησε για την αποτυχία του συγκεκριμένου προγράμματος εξυγίανσης που ήταν ένα από τα πολυάριθμα που «έτρεξαν» από το 1975 όταν αγόρασε την εταιρεία το ελληνικό δημόσιο από τον Αριστοτέλη Ωνάση μέχρι τον Μάρτιο του 2009, που πέρασε στα χέρια του Ανδρέα Βγενόπουλου;

Ακόμη περισσότερες αντιφάσεις έρχονται στην επιφάνεια αν δούμε ποια εταιρεία είναι αυτή που αγόρασε την Ολυμπιακή. Η MIG λίγο ακόμη και θα δημιουργήσει το «υπερμονοπώλιο». Έχοντας στο χαρτοφυλάκιο της την ιδιοκτησία τραπεζών, χρηματιστηριακών, εταιρειών πληροφορικής και ακίνητης περιουσίας, αλυσίδων έτοιμου φαγητού, ναυτιλιακής, νοσοκομείου, ξενοδοχειακής και άλλων, υπάρχει κάποιος που μπορεί να υποστηρίξει χωρίς να προκαλέσει γέλιο ότι οι ιδιωτικοποιήσεις συμβάλουν στην ανάπτυξη τον ανταγωνισμού; Η ίδια απορία γεννάται αν δούμε και την τύχη που είχαν η Ιονική Τράπεζα και η Εργασίας. Η εξαγορά τους από την Άλφα Μπανκ και την Γιούρομπανκ αντίστοιχα δεν ενόχλησε κανέναν υπέρμαχο των ελεύθερων αγορών που χαιρέτησαν την εξαφάνισή τους από τον τραπεζικό χάρτη εγκωμιάζοντας την δημιουργία λίγων και καλών τραπεζών. Τα ιδιωτικά μονοπώλια προφανώς ακόμη κι αν δεν υπάρχουν πρέπει να δημιουργηθούν, με την αρωγή του κράτους. Τα κρατικά μονοπώλια αντίθετα οφείλουν να εξαφανιστούν γιατί προκαλούν στρεβλώσεις στην αγορά.

Οι κυβερνήσεις του Κ. Σημίτη επίσης έδωσαν μια μεγάλη ώθηση στις ιδιωτικοποιήσεις μέσω της ανάθεσης των λεγόμενων μεγάλων και των ολυμπιακών έργων στους ιδιώτες, αναπροσαρμόζοντας ταυτόχρονα το πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών που ανέλαβαν την διαχείρισή τους. Η δημιουργία ιδιωτικών εταιρειών άλλωστε ήταν προϋπόθεση από την μεριά της ΕΕ για την παραχώρηση των χρηματοδοτήσεων μέσω των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης την δεκαετία του ’90 και μετέπειτα. Ο ρόλος της ΕΕ στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων ήταν καθοριστικός πολύ πριν η Τρόικα απαιτήσει την μαζική ιδιωτικοποίηση όσων μετοχών των ΔΕΚΟ έχουν απομείνει στα χέρια του δημοσίου. Αναφέρει χαρακτηριστικά το Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ[3] σε ειδική μελέτη του για το δημόσιο ιδιοκτησιακό καθεστώς στα λιμάνια και στον κλάδο πετρελαίου:

«Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση διαδραματίζει από την πλευρά της πρωταρχικό ρόλο στην υλοποίηση των παραπάνω εξελίξεων (σσ. απελευθέρωση αγορών, προγράμματα ιδιωτικοποίησης). Η οικοδόμηση της ενιαίας αγοράς, η απελευθέρωση των αγορών (και ειδικότερα των δραστηριοτήτων δικτύου, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, κ.λπ) καθώς και η επιβολή περιοριστικών μακροοικονομικών πολιτικών, διαμορφώνουν έναν περιοριστικό πλαίσιο για τις δημόσιες επιχειρήσεις. Η τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού, η απαγόρευση των επιδοτήσεων και σε γενικές γραμμές η γενίκευση του ανταγωνισμού, θέτουν σήμερα σε αμφισβήτηση την ικανότητα των δημόσιων επιχειρήσεων να εκπληρώσουν την αποστολή που θεμελιώνει την ίδια τους την ύπαρξη, δηλαδή την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, την παροχή της καθολικής υπηρεσίας, την υλοποίηση μακροπρόθεσμων επενδυτικών έργων καθώς και την διασφάλιση της κοινωνικής αλληλεγγύης και της γεωγραφικής συνοχής».

Αν δίπλα από την ΕΕ (η οποία από την Συνθήκη της Ρώμης ακόμη, το 1957, πολύ πριν δηλαδή την Συνθήκη του Μάαστριχτ προωθούσε τις ιδιωτικοποιήσεις και την απελευθέρωση της αγοράς) βάλουμε και το ΔΝΤ (που εργολαβικά προωθεί τις ιδιωτικοποιήσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη) τότε αντιλαμβανόμαστε τις Συμπληγάδες στις οποίες θα συντριβούν οι ελληνικές ΔΕΚΟ. Ο στόχος που είχε τεθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο, τον Ιούλιο του 2011, εν είδει όρου για να εγκριθεί η δόση του δανείου, ήταν το ελληνικό δημόσιο να συγκεντρώσει 50 δις. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις μέχρι το 2015. «Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι αυτή την περίοδο το μεγαλύτερο στον κόσμο», αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2012, όπου αποσιωπάται όμως το τεράστιο κοινωνικό κόστος που θα συνοδεύσει το ξεπούλημα της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Αυτό πολύ σύντομα αποκλειστικά στην …Catastroika!


[1] Καζάκος Π. (2001), Ανάμεσα σε κράτος και αγορά, Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, εκδ. Πατάκη, σελ. 468.

[2] Καραμανώφ Μ. (2010), Τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων, βιώσιμο κράτος και δημόσια κτήση, (Εκδ. Π. Κυριακίδη), σελ. 138.

[3] ΙΝΕ ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, (2007) Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Ετήσια έκθεση 2007. Σελ. 236-237.