Home » 2011 » November

Monthly Archives: November 2011

Νέα μέτρα φτώχειας επιταχύνουν την συντριβή (Πριν, 27.11.2011)

«Οι κόποι των ετών 2009 – 2011 δεν πήγαν χαμένοι» ήταν ο τίτλος της πρώτης διαφάνειας που παρουσίασε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Φίλιππος Σαχινίδης στο υπουργικό συμβούλιο της Πέμπτης 24 Νοέμβρη. Ο άνθρωπος που πρώτος, εν τη ρήμη του λόγου του, αποκάλυψε σε τηλεοπτική του συνέντευξη πως η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν προαποφασισμένη, από την πρώτη κιόλας μέρα που κέρδισε τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ, έρχεται τώρα να εμφανίσει το άσπρο – μαύρο, με δύο στόχους: Πρώτο, να συγκαλύψει το γιγαντιαίο μέγεθος της αποτυχίας και δεύτερο να εξασφαλίσει την απαραίτητη συναίνεση για την επιβολή νέων αντιλαϊκών μέτρων που θα συνοδεύσουν την εφαρμογή της απόφασης της 26ης Οκτωβρίου 2011. Μιας συμφωνίας που θεωρείται ήδη παρωχημένη…

Η πιο κραυγαλέα διάψευση στον ισχυρισμό του αναπληρωτή υπουργού και πρώην τραπεζικού στελέχους, όπως γράφει στο βιογραφικό του, ήλθε μια μέρα πριν, από την υπηρεσία στην οποία προΐσταται. Σε ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών για την πορεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται πως στα τέλη του Οκτωβρίου η μαύρη τρύπα έφθασε τα 3,3 δισ. ευρώ ενώ τα έσοδα μειώθηκαν κατά 4%. Και η ομιλία του όμως στο υπουργικό συμβούλιο έδειξε πως η καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων γίνεται για ένα πουκάμισο αδειανό, ούτε καν για μια …Ελένη. Τα νέα, επιπλέον μέτρα που προανήγγειλε ύψους 7 δισ. ευρώ μέχρι το 2015, θα έχουν ως στόχο να φτάσει το δημόσιο χρέος το 126% του ΑΕΠ. Μα τον Οκτώβριο του 2009, πριν ξεκινήσουν οι αλχημείες της Στατιστικής Υπηρεσίας σε συνεργασία με την Γιουροστάτ έτσι ώστε να εμφανιστεί ως αναγκαία η υπαγωγή στο μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ, το δημόσιο χρέος ήταν πιο χαμηλά, στο 115%. Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι θα υλοποιηθεί ο στόχος που θέτει η κυβέρνηση, ποιος χαρακτηρίζει αυτό το χρέος ως βιώσιμο; Η Ιταλία δανείζεται με επιτόκια ύψους 7% έχοντας μικρότερο δημόσιο χρέος, στο ύψος του 118%, ενώ η νέα δεξιά κυβέρνηση της Ισπανίας δηλώνει πως εξετάζει την προσφυγή στη διεθνή βοήθεια, σύμφωνα με προχθεσινή είδηση του πρακτορείου Ρόιτερς, έχοντας δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μόλις 61%, πιο χαμηλά κι από της Γερμανίας! Κατά συνέπεια όχι μόνο πήγαν χαμένες οι θυσίες που έγιναν, αλλά επίσης χαμένες θα πάνε και οι νέες θυσίες που ζητά η τρικομματική κυβέρνηση, καθώς το τέλος αυτής της διαδρομής θα είναι η αρχή ενός νέου εφιάλτη.

Τι προβλέπουν τα νέα μέτρα; Πρώτα και κύρια ένα συντριπτικό πλήγμα στο ασφαλιστικό σύστημα ή τέλος πάντων σε ότι έχει απομείνει απ’ αυτό μετά τους αντι-ασφαλιστικούς νόμους της τελευταίας διετίας και την ελεύθερη πτώση στην οποία βρίσκονται τα έσοδά του λόγω της ύφεσης της οικονομίας και της έκρηξης της ανεργίας που θα ξεπεράσει κατά πολύ τις προβλέψεις του προϋπολογισμού για 17,1%. Ανέφεραν χαρακτηριστικά οι τίτλοι των διαφανειών που παρουσίασε ο αναπληρωτής στο υπουργικό: «Η αύξηση δαπανών της γενικής κυβέρνησης οφείλεται κυρίως στα ασφαλιστικά ταμεία», «οι επιχορηγήσεις ταμείων είναι η βασική αιτία αύξησης των κοινωνικών δαπανών», ενώ από άλλη διαφάνεια πληροφορούμαστε ότι «η μεγαλύτερη αύξηση πρωτογενών δαπανών προέρχεται από τις κοινωνικές δαπάνες», επίσης ότι «η έκρηξη των επιχορηγήσεων οφείλεται κυρίως σε τέσσερα ασφαλιστικά ταμεία» (για όποιον δεν το κατάλαβε) και τέλος (για εμπέδωση): «η εξάρτηση των ταμείων από επιχορηγήσεις έχει αυξηθεί». Κι όλα αυτά φυσικά …εμπεριστατωμένα με πλήθος στοιχείων και διαγραμμάτων, από τα οποία λείπει οποιαδήποτε αναφορά στα χρήματα που έχει καταχραστεί το κράτος από τα ταμεία, στις εισφορές που δεν έχει δώσει για την ασφαλιστική κάλυψη των δημοσίων υπαλλήλων ή στις απώλειες ύψους 11,5 δισ. ευρώ που θα εγγράψουν τα ταμεία από το κούρεμα ως αποτέλεσμα μιας επένδυσης η οποία τους επιβλήθηκε από την ίδια αυτή κυβέρνηση. Αυτό ωστόσο που με βεβαιότητα προκύπτει είναι ότι η κυβέρνηση έχει έτοιμο έναν νέο αντι-ασφαλιστικό νόμο ο οποίος θα αποτελέσει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος.

Η κυβέρνηση επίσης έβαλε μπροστά την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, αξιοποιώντας μεθόδους που τουλάχιστον στην αρχή (μέχρι δηλαδή να επιβληθεί το σχέδιο Εύρηκα και να περάσει όλη η δημόσια περιουσία σε ένα χαρτοφυλάκιο το οποίο θα διαχειρίζονται από τις Βρυξέλλες) θα ξεπερνούν το πρόβλημα των πολύ χαμηλών αποτιμήσεων των μετοχών στο χρηματιστήριο, που έφτασαν στα επίπεδα 20ετίας. Ακράδαντο κι αυτό τεκμήριο πως οι θυσίες μια διετίας δεν πήγαν χαμένες… Ειδικότερα, στη συνάντηση που είχε ο υπουργός Γιώργος Παπακωνσταντίνου με τον επίτροπο Ανταγωνισμού Χοακίν Αλμούνια συμφωνήθηκε, με βάση δημοσιεύματα, η πώληση τεσσάρων λιγνιτικών μονάδων που με κριτήριο την ισχύ τους αντιστοιχούν στο 23% της συνολικής παραγωγής. Το ραντεβού του αρμόδιου υπουργού με τον Αλμούνια δείχνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραματίζει η ΕΕ στην προώθηση του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Σειρά παίρνουν επίσης και τα Ελληνικά Πετρέλαια με στόχο εντός του Ιανουαρίου να έχει ξεκινήσει η διαδικασία της εκποίησης…

Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη η λιτότητα

και οι μειώσεις μισθών βαθαίνουν την ύφεση

Στο στόχαστρο της κυβέρνησης θα βρεθούν επιπλέον και οι μισθοί των εργαζομένων σε 14 ΔΕΚΟ που με βάση το νέο Μεσοπρόθεσμο θα μειωθούν ακόμη και κατά ένα τρίτο. Το μέτρο αφορά του εργαζόμενους στις ακόλουθες επιχειρήσεις: ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΕΛΤΑ, ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΔΕΣΦΑ, ΛΑΡΚΟ, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Αγροτική Τράπεζα και Τράπεζα Αττικής όπως και στον ΟΠΑΠ. Το μέτρο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι συνεχίζει την πολιτική καταβαράθρωσης των μισθών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα των τελευταίων δύο χρόνων. Η «πρόοδος» που έχει συντελεστεί στο μέτωπο της «κινεζοποίησης» μισθών και εργασιακών σχέσεων αποτυπώθηκε, μάλλον με χαρά, και στην έκθεση του διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας όπου αναφέρεται ότι την τελευταία διετία οι μισθοί έχουν μειωθεί κατά 15,4%. Ειδικότερα όμως τώρα οι μειώσεις μισθών που ανακοινώθηκαν για τις ΔΕΚΟ δεν στοχεύουν μόνο στην βελτίωση των αποτελεσμάτων τους ώστε να εμφανίσουν υψηλότερα κέρδη ή να περιορίσου τις ζημιές. Το «ψαλίδι» του 35% είναι και μια διευκόλυνση που κάνει η κυβέρνηση στους επίδοξους αγοραστές των παραπάνω επιχειρήσεων, οι οποίοι δεν θα μπουν στον κόπο να μειώνουν τους μισθούς. Το κάνει πριν απ’ αυτούς γι’ αυτούς η τρικομματική κυβέρνηση πείθοντας άπαντες ότι το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι η εξαθλίωση των εργαζομένων σε αυτές. Επίσης και η εκτόξευση των τιμολογίων τους. Μάρτυρας οι αναμενόμενες αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ περίπου κατά 10% από την αρχή του χρόνου και επίσης η συζήτηση για καθιέρωση μηχανισμού αυτόματης αναπροσαρμογής των τιμών, με βάση την διακύμανση της τιμής χονδρικής. Πρόκειται για σκάνδαλο! Σε μια εποχή που οι μισθοί μειώνονται από μήνα σε μήνα και το διαθέσιμο εισόδημα εξαφανίζεται λόγω των αυθαίρετων φόρων η μοναδική μέριμνα για την τιμαριθμική αναπροσαρμογή αφορά τα τιμολόγια της ΔΕΗ. Την ίδια ώρα αν κάποιος τολμούσε να αντιπροτείνει την επαναφορά του μηχανισμού τιμαριθμικής αναπροσαρμογής μισθών και ημερομισθίων, όπως περίπου ίσχυε τη δεκαετία του ’80, θα έπρεπε να απολογηθεί ότι έτσι δεν θα αυξηθεί ο πληθωρισμός και δε θα δημιουργηθεί μια σπείρα συνεχών ανατιμήσεων. Αυτά είναι τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της περίφημης ΑΤΑ και τα ίδια αυτά επιχερήματα επανέρχονται κάθε τρεις και λίγο απέναντι στο αίτημα για αυξήσεις σε μισθούς που να καλύπτουν τις απώλειες των ανατιμήσεων. Κάτι που μετά βεβαιότητας δεν πρόκειται να συμβεί με την τιμή του ρεύματος παρότι αποτελεί πρώτη ύλη για κάθε είδος παραγωγικής δραστηριότητας, σύμφωνα με την πολύ ελαστική ομολογουμένως λογική των εισηγητών της σχετικής πρότασης.

Είναι εμφανές ότι ακόμη και στο ακέραιο να εφαρμοστούν όλα τα παραπάνω μέτρα που θα εξειδικευθούν στο πλαίσιο του επικαιροποιημένου Μεσοπρόθεσμου, η κοινωνική οδύνη που θα συνοδεύει την εφαρμογή τους θα πηγαίνει χέρι – χέρι με την ασφυξία της ελληνικής οικονομίας και τελικά την χρεοκοπία. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη: όπου κάθε βήμα στην προώθηση της πολιτικής τους βυθίζει τις οικονομίες όλο και πιο βαθιά στην ύφεση. Έτσι, η ενθρόνιση του Παπαδήμου στην Ελλάδα, του Μόντι στην Ιταλία και του Ραχόι στην Ισπανία όχι απλώς δεν αποθάρρυνε τις αγορές, αλλά λειτούργησαν σαν λάδι στη φωτιά: επιτάχυναν την άνοδο των επιτοκίων (Ισπανία, Ιταλία ακόμη και Γερμανία) και έφεραν νέες υποβαθμίσεις (στην Ιταλία των τραπεζών και στο Βέλγιο του ίδιου του δημοσίου).

Σε αυτό το πλαίσιο η ανατροπή της πολιτικής λιτότητας, του Μνημονίου και της νέας λαίλαπας που φέρνει η προσπάθεια της Γερμανίας να επιβάλει ένα δημοσιονομικό Νταχάου, αλλάζοντας ακόμη και τις συνταγματικές συνθήκες της ΕΕ ερήμην των λαών, είναι ο μοναδικός τρόπος για να πιάσουν τόπο οι κόποι των εργαζομένων και οι θυσίες να γίνουν περιττές.

Advertisements

Απειλή η γερμανική Ευρώπη για την παγκόσμια οικονομία (Επίκαιρα, 24.11.2011)

Εκ παραδόσεως η Ευρώπη αποτελούσε παράγοντα σταθερότητας για την διεθνή οικονομία, χάρη στο υψηλό επίπεδο ρυθμίσεων που χαρακτήριζε την οικονομία της και κυρίως της μεγάλης – από άποψη βάθους – αγοράς της. Ως αποτέλεσμα, για όλες τις εξαγωγικές οικονομίες αποτελούσε ασφαλές καταφύγιο και σίγουρο προορισμό. Πλέον όμως όχι. Η λυσσαλέα άρνηση της Γερμανίας να δώσει το πράσινο φως στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να τυπώσει νέο χρήμα από κοινού με την επιβολή αιματηρών προγραμμάτων λιτότητας δεν έχει προκαλέσει μόνο στο εσωτερικό της γηραιάς ηπείρου πρωτοφανείς τριγμούς. Εξ ίσου σοβαρούς κλυδωνισμούς έχει προκαλέσει και στον διεθνή οικονομικό χάρτη. Το γεγονός δε ότι τουλάχιστον μέρος τους συντείνει στην υποβάθμιση της θέσης της Ευρώπης στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού υπογραμμίζει τον αντιφατικό χαρακτήρα του υπό εξέλιξη σχεδίου συντηρητικής αναμόρφωσης της Ευρώπης.

Η θεμελιώδης αιτία για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της ΕΕ βρίσκεται στην οικονομική ύφεση που πλήττει όλη σχεδόν την ήπειρο. Τα προγράμματα λιτότητας που επέβαλλαν οι Βρυξέλλες και στις 27 χώρες της ένωσης οδήγησαν στην αναθεώρηση επί τα χείρω όλων των προβλέψεων για τις οικονομικές επιδόσεις των κρατών μελών. Σε πολλά δε από αυτά, όπως στην Ελλάδα, την Πορτογαλία κ.α., οδήγησαν σε αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης που σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, όπως στην ελληνική, ισοδυναμούν με κατάρρευση της εσωτερικής αγοράς. Το μέλλον προβλέπει την μετάδοση του ιού της ύφεσης, με την εστία της μόλυνσης όμως να βρίσκεται στο Βερολίνο και όχι στις περιφερειακές χώρες όπως θέλει το Τέταρτο Ράιχ.

Δυσοίωνες προβλέψεις 

Πρόσφατες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκεκριμένα αναπροσαρμόζουν την προβλεπόμενη μεγέθυνση για τις 27 χώρες της ΕΕ το 2012 στο επίπεδο του 0,6% από 1,9% που ανέμεναν μόλις πριν έξι μήνες. Για την ευρωζώνη οι προβλέψεις είναι πως η μεγέθυνση θα φτάσει στο 0,5% το 2012 από 1,8% που ήταν οι αρχικές προβλέψεις.

Εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου ο μεγαλύτερος χαμένος από αυτή την αλλαγή, που συνεπάγεται μειωμένη αγοραστική ικανότητα για εκατομμύρια καταναλωτές, θα είναι οι αμερικανικές επιχειρήσεις. Η αμερικανική οικονομία ως αποτέλεσμα των πρωτείων που διατηρεί στις εξαγωγές κεφαλαίου, του γεγονότος δηλαδή ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις είναι διασκορπισμένες στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, δεν στηρίζεται τόσο πολύ στις εξαγωγές όπως άλλες. Τη στιγμή για παράδειγμα που οι εξαγωγές συμβάλουν στο 30% των οικονομικών επιδόσεων της Γαλλίας και της Γερμανίας, στην περίπτωση των ΗΠΑ συμβάλουν στο 14% (ενώ μόλις το 2004 ήταν στο 10%). Το μερίδιο ωστόσο των εξαγωγών που κατευθύνεται στην ευρωζώνη δέχεται την μεγαλύτερη επιβράδυνση το τελευταίο διάστημα. Μόνο τον Σεπτέμβρη σε σχέση με τον Αύγουστο η αύξηση ήταν της τάξης του 0,5% όταν τον προηγούμενο μήνα είχε αυξηθεί κατά 5,9%. Η εισαγωγική διείσδυση των αμερικανικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά το επόμενο διάστημα προβλέπεται να επιβραδυνθεί πολύ παραπέρα λόγω της αλλαγής που είναι σε εξέλιξη στην συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ – δολαρίου. Βασικό της γνώρισμα είναι η πτώση της αξίας του ευρώ (λόγω των τριγμών στην ευρωζώνη) έναντι του δολαρίου που θα δυσχεράνει τις αμερικανικές εξαγωγές και θα δώσει ώθηση, έστω οριακή στις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Η Ευρώπη και οι εμπορικοί εταίροι 

Η Ευρώπη αποτελεί πονοκέφαλο και για την Κίνα. Οι εξαγωγές προς την ΕΕ, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της αχανούς ασιατικής χώρας, τον μήνα Οκτώβριο αυξήθηκαν κατά 8%, πολύ πιο χαμηλά από τις επιδόσεις που είχαν καταγραφεί έναν χρόνο πριν, όταν οι κινέζικες εξαγωγές είχαν αυξηθεί κατά 25%. Κι αυτό παρότι η επέλαση της Κίνας προς άλλες αγορές, όπως η αμερικανική, συνεχίστηκε αμείωτη προκαλώντας μάλιστα την οργή της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας που προσανατολίζεται στην εφαρμογή κυρώσεων εναντίον του Πεκίνου. Το Βερολίνο δεν έχει τέτοια ανάγκη και αποφεύγει την φθορά των εμπορικών πολέμων, επιβάλλοντας κυρώσεις στους λαούς της Ευρώπης. Έτσι η ΕΕ τιμωρεί το Πεκίνο, εξ αντανακλάσεως…

Και το Τόκιο όμως χαρακτήρισε την Ευρώπη κι ιδιαίτερα τις εξελίξεις γύρω από το δημόσιο χρέος των κρατών μελών της, ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο που αντιμετωπίζει. Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας κι έγινε στις 16 Νοέμβρη επ’ αφορμή ανακοίνωση του ότι το επιτόκιο παρέμβασης θα παραμείνει στα εντυπωσιακά χαμηλά επίπεδα του 0 και 0,1%.

Σοβαρές ανατροπές προκαλεί η κρίση στην ευρωζώνη και στην (έτσι κι αλλιώς χαοτική) αγορά των βασικών εμπορευμάτων (commodities). Το 2005 οι οικονομίες της ευρωζώνης κατανάλωσαν 11,5 εκ. βαρέλια πετρελαίου την μέρα, που αντιστοιχούσαν στο 13,6% της παγκόσμιας ζήτησης. Το 2010 η ζήτηση μειώθηκε στα 10,6 εκ. βαρέλια που ισοδυναμούσαν με το 12,1% της παγκόσμιας ζήτησης. Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής περιγράφηκαν ως εξής από την αμερικανική εφημερίδα Γουόλ Στριτ Τζέρναλ στις 26 Οκτώβρη: «Η επιρροή της ευρωζώνης στις τιμές των πρώτων υλών μειώνεται. Αυτά τα 850.000 βαρέλια πετρελαίου που χάθηκαν κατά ημέρα από το 2005 ως το 2010 είναι σαν η Καλιφόρνια να έσβησε τις μηχανές της. Αλλά τώρα, η ζήτηση της ευρωζώνης δεν είναι πολύ μεγαλύτερης της Κίνας. Όσο η δίψα της τελευταίας για πετρέλαιο μεγαλώνει, μπορεί να αντισταθμίσει τα προβλήματα της ευρωζώνης. Ανάλογη εικόνα με αυτή που παρατηρείται στο πετρέλαιο ισχύει και σε όλες τις υπόλοιπες αγορές πρώτων υλών. Για παράδειγμα, η κατανάλωση χάλυβα στην ευρωζώνη έχει μειωθεί μεταξύ 2000 και 2010 κατά 14,4% με το μερίδιο των 17 στην παγκόσμια ζήτηση να πέφτει από το 17,4% στο 8,6%. Η ζήτηση χαλκού μειώθηκε την ίδια περίοδο κατά 13,8% με το μερίδιο της ευρωζώνης στην παγκόσμια κατανάλωση να περιορίζεται από 22,7% στο 15,4%, κοκ.

Η κρίση της ΕΕ

Η εικόνα που συνθέτουν όλες αυτές οι αλλαγές υπογραμμίζει ότι η κρίση στην οποία βυθίζεται η ΕΕ δεν αναπληρώνεται από το αυξημένο ειδικό βάρος της Γερμανίας. Γιατί, όλη αυτή η περίοδος που ξεκίνησε με την απλή υπόδειξη για επιβολή προγραμμάτων λιτότητας κι έφθασε στα «τραπεζικά πραξικοπήματα» της Ελλάδας και της Ιταλίας, σύμφωνα με το περιοδικό Τάιμ, μπορεί στην μία όψη να είχε την καταβαράθρωση των περιφερειακών χωρών στην άλλη όψη όμως είχε την βελτιωμένη θέση της Γερμανίας. Από την μια δηλαδή συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 5% και 3% στην Ελλάδα και την Πορτογαλία αντίστοιχα, κι από την άλλη όμως μεγέθυνση της γερμανικής οικονομίας κατά 2,9%, προς επιβεβαίωση του βαθιά ανταγωνιστικού χαρακτήρα της νομισματικής ενοποίησης. Η «επόμενη μέρα» θέλει την Γερμανία να πληρώνει ένα τίμημα για την επιτυχία της, στο βαθμό που οι εξαγωγές κι επομένως η παραγωγή της θα υποστούν πλήγμα από την συρρίκνωση των οικονομιών που παραδέρνουν στην κρίση και φθάνουν να εκλιπαρούν την στήριξη πρώην αποικιών τους, όπως συνέβη με την επίσκεψη του πορτογάλου πρωθυπουργού Πέδρο Κοέλιο στην Αγκόλα, που από πηγή σκλάβων για την Λισαβόνα μετατρέπεται σε πηγή άντλησης κεφαλαίων. Ως αποτέλεσμα τοποθετούμενη η (Γερμανική πλέον) Ευρώπη στο διεθνές κάδρο θα έχει μικρότερο οικονομικό ειδικό βάρος και λιγότερη πολιτική επιρροή.

Περιττό δε να ειπωθεί πως επ’ ουδενί δεν αποτελεί θετική εξέλιξη το γεγονός ότι μπαίνει σε κρίση ένα βαθιά νοσηρό μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης που στηρίζει την αύξηση της παραγωγής και των εισοδημάτων στις εξαγωγικές επιδόσεις και την άλωση του εμπορικού ισοζυγίου του …γείτονα. Ένα μοντέλο δηλαδή που θεωρεί δεδομένη την συντριβή της εσωτερικής κατανάλωσης. Γιατί αυτό το μοντέλο δεν αμφισβητείται από την διεύρυνση της εγχώριας αγοράς των εξαγωγικών κρατών, αλλά από την συρρίκνωση της αγοράς του «κράτους – στόχου», οπότε αυτό το μοντέλο έρχεται αντιμέτωπο με τις αντιφάσεις που γεννάει η εξάπλωσή του. Θύμα της επιτυχίας του κι αυτό…

Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές με πρωτοβουλία της Γερμανίας και κοινό παρανομαστή την αφαίρεση εξουσιών από τα κράτη μέλη και την μεταφορά τους στις Βρυξέλλες και επί της ουσίας στο Βερολίνο δεν ανατρέπουν την εικόνα συρρίκνωσης της θέσης της Ευρώπης. Απλώς υπογραμμίζουν (και αυτές…) τον αντιφατικό χαρακτήρα των δρομολογούμενων αλλαγών.

Το δημόσιο χρέος δεν είναι μαύρο κουτί (Πριν, 20 Νοέμβρη 2011)

«Οποιοσδήποτε αγώνας για τον έλεγχο και την ακύρωση του δημόσιου χρέους δεν γίνεται στο όνομα και στη βάση των κοινών (ταξικών) συμφερόντων των “από κάτω”, πέρα από εθνικά σύνορα, είναι καταδικασμένος σε αποτυχία», τονίζει ο Γιώργος Μητραλιάς στην εισαγωγή του αποκαλυπτικού και χρήσιμου βιβλίου Ανοίγουμε τα βιβλία του δημόσιου χρέους (εκδ. Αλεξάνδρεια).
Προϊόν της κοινωνικής ριζοσπατικοποίησης και της πολύμορφης πάλης ενάντια στο χρέος είναι η έκδοση Ανοίγουμε τα βιβλία του δημόσιου χρέους – Τι είναι και πώς γίνεται ο λογιστικός έλεγχος του δημόσιου χρέους, που κυκλοφόρησε την άνοιξη από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Συγγραφείς του είναι ο βέλγος πολιτικός επιστήμονας που έχει πρωτοστατήσει στην πάλη ενάντια στο δημόσιο χρέος, Ερίκ Τουσέν, η βραζιλιάνα φοροτεχνικός Μαρία Λουσία Φατορέλι, συντονίστρια στη χώρα της, της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που έχει συγκροτηθεί με πρωτοβουλία των πολιτών και επίσης οι οργανώσεις CADTM και Jubilee South.  Η μετάφραση, η επιμέλεια και τα προλεγόμενα ανήκουν στον Γιώργο Μητραλιά.
Στα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου υπάρχει αρχικά μια πολιτική τοποθέτηση για το ρόλο που διαδραματίζει το δημόσιο χρέος στις διεθνείς σχέσεις. «Είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο να τοποθετήσουμε ξανά την ιστορία του χρέους των χωρών του Νότου μέσα στο πλαίσιο μιας στρεβλής ανάπτυξης, ενός καπιταλιστικού συστήματος σε κρίση και μιας άνισης κατανομής του πλούτου», αναφέρεται εισαγωγικά. Στο δεύτερο κεφάλαιο υπογραμμίζεται η ανάγκη πολιτικής δραστηριοποίησης εναντίον του χρέους: «Οι λογιστικοί έλεγχοι πρέπει να υποστηρίζονται από πλατιά κινητοποίηση», αναφέρουν οι συγγραφείς. Στα επόμενα δύο κεφάλαια παρέχονται τεχνικά στοιχεία για την πραγματοποίηση του λογιστικού ελέγχου (εφιστώντας την προσοχή για παράδειγμα στις εξαγωγικές πιστώσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις κ.ά.) και παρουσιάζονται οι νομικές πτυχές. Η Μαρία Λουσία Φατορέλι παρουσιάζει την πολύτιμη (και ολότελα διαφορετική) εμπειρία από τον Ισημερινό και τη Βραζιλία, ενώ τέλος ο Ε. Τουσέν παραθέτει τη νομική επιχειρηματολογία για την ακύρωση του χρέους. «Τα χρέη των κρατών που συνάφθηκαν ενάντια στα συμφέροντα των ντόπιων πληθυσμών είναι νομικά άκυρα», τονίζει από την αρχή κιόλας του κειμένου του ο Ε. Τουσέν.
Η αξία του βιβλίου έγκειται στον πρωτότυπο συνδυασμό μεταξύ θεωρητικής ανάλυσης του χρέους (με βάση την εμπειρία των χωρών του Νότου για τον απλό λόγο ότι στο βόρειο ημισφαίριο εμφανίστηκε στην παρούσα εκρηκτική μορφή του μόνο το 2009) και των πολύμορφων αγώνων για την ακύρωσή του, όπως αναπτύχθηκαν με βασικό άξονα τις Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου. Μια διαδικασία που σε κάθε περίπτωση στόχευε να υποστηρίξει τον πολιτικό, μαζικό αγώνα για την ακύρωση του χρέους, αποτελούσε δηλαδή όργανο του κινήματος. «Στο σύνολό του το χρέος του Τρίτου Κόσμου εξοφλήθηκε με το παραπάνω, αλλά ο βραχνάς δεν εξαλείφθηκε, το αντίθετο μάλιστα. Απομένει ωστόσο να παρουσιάσουμε τις αδιάσειστες αποδείξεις του γεγονότος, πράγμα που σημαίνει πλήρεις και εξονυχιστικούς ελέγχους», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Σε άλλο δε σημείο τονίζεται η ανάγκη επικέντρωσης στις ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών και επικερδών δημόσιων επιχειρήσεων που πουλήθηκαν σε πολύ χαμηλές τιμές.
Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η εισαγωγή του Γιώργου Μητραλιά, που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στο σχηματισμό και της ελληνικής πρωτοβουλίας για τη συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου. Συνοψίζοντας κατά ένα μέρος και αυτή την εμπειρία αναφέρει: «Και μόνο λοιπόν το γεγονός ότι αυτή η εξουσία αρνείται πεισματικά να πραγματοποιήσει το λογιστικό έλεγχο του δικού της χρέους και φρίττει ακόμα και στην ιδέα ότι κάποιοι παρείσακτοι “εξωθεσμικοί” θα τολμούσαν να το πράξουν, είναι ενδεικτικό της άρρωστης και βαθύτατα ελλειμματικής (αστικής και νεοφιλελευθερης) δημαοκρατίας μας».
Το αίτημα ωστόσο του ελέγχου του χρέους πάει πολύ πιο μπροστά καθώς «θίγει ζητήματα ποιοτικά ανώτερα και ανοίγει το δρόμο σε διαδικασίες που μπορούν να αποδειχθούν άκρως επικίνδυνες για το κατεστημένο και εν δυνάμει απελευθερωτικές για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Πράγματι, απαιτώντας να ανοίξει και να ελέγξει τα βιβλία του δημόσιου χρέους και ακόμη καλύτερα, ανοίγοντας και ελέγχοντάς τα, το κίνημα του λογιστικού ελέγχου των πολιτών τολμά το “ανήκουστο”: Μπαίνει στην απαγορευμένη ζώνη, στα άδυτα των αδύτων των καπιταλιστικού συστήματος, εκεί όπου, εξ ορισμού, δεν γίνεται ανεκτός κανένας “παρείσακτος”».
 «Ταυτόχρονα όμως», συνεχίζει ο Γιώργος Μητραλιάς, «έρχεται αντιμέτωπο, κατευθείαν και χωρίς καμιά διαμεσολάβηση, με το ίδιο σύστημα καθώς αμφισβητεί την πιο κεντρική από τις εξουσίες του: Τη μονοπώληση του δικαιώματος να αποφασίζει για όλα τα σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας… Εδώ δεν πρόκειται ούτε για σκέτη διαφάνεια, ούτε καν για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας. Πρόκειται για κάτι πολύ πιο βαθύ και καίριο, για το άνοιγμα μιας πελώριας ρωγμής στο τείχος της εξουσίας που μας περικυκλώνει. Μιας ρωγμής μέσα από την οποία γίνεται δυνατό να διαφαίνεται, έστω και θολά, ο “άλλος εφικτός κόσμος” του προσφιλούς χειραφετητικού οράματος των συνεταιρισμένων παραγωγών».  Υπ’ αυτή την έννοια, ο έλεγχος του δημόσιου χρέους είναι μόνο η αφορμή…

Η επικοινωνία στο απόσπασμα

Ομιλία σε ημερίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Η επικοινωνία στο απόσπασμα: Κρίση, παραπληροφόρηση, απολύσεις στα ΜΜΕ», Τρίτη 22 Νοέμβρη

Θα ήθελα αρχικά να τονίσω ότι η σημερινή εκδήλωση τιμά τους διοργανωτές της καθώς αποδεικνύει ότι τα πανεπιστήμια δεν μένουν αμέτοχα των εξελίξεων που διαδραματίζονται, αλλά παρεμβαίνουν ενθαρρύνοντας την βαθύτερη διερεύνηση των αλλαγών, την ανταλλαγή ιδεών και την ανάπτυξη της κριτικής.

Οι ραγδαίες μεταβολές που συντελούνται στο χώρο της ενημέρωσης και των ΜΜΕ κατά την τελευταία διετία δεν μπορούν παρά να ειδωθούν κάτω από ένα διπλό πρίσμα: τη λειτουργία τους ως καπιταλιστικές επιχειρήσεις από την μια και από την άλλη το ρόλο τους ως ιδεολογικών μηχανισμών με σημαντικά αναβαθμισμένο ρόλο στην διαμόρφωση, καλύτερα την χειραγώγηση, της κοινωνικής συνείδησης. Πρόκειται φυσικά για δύο πλευρές που αλληλοκαθορίζονται. Ποιος ιδιοκτήτης ΜΜΕ θα αναδείξει ως θέμα την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, όταν και τα δικά του κέρδη προέρχονται κατά μείζονα λόγο από αυτή την πηγή; Η βιασύνη άλλωστε των εκδοτών να εφαρμόσουν πρώτοι τις ατομικές συμβάσεις εργασίας εξηγεί την ανοχή και την υποστήριξη που προσέφεραν στο Μνημόνιο. Ενώ, η απ’ ευθείας πρόσβαση των εκδοτών στην εξουσία δίνει τη δυνατότητα σε έναν εκδότη να εξασφαλίζει έργα για τις κατασκευαστικές του, πιέζοντας με τα μέσα που διαθέτει, και σε άλλον να μπλοκάρει κοινοτική οδηγία που θα σήμαινε τον παροπλισμό του στόλου του (αναφέρομαι σε αυτή για τα διπύθμενα). Την ίδια ώρα, φυσικά, τα Μέσα του διοργανώνουν την μια φιλο-περιβαλλοντική εκστρατεία μετά την άλλη καλλιεργώντας στην κοινωνία την εντύπωση πως πρόκειται για ένα συγκρότημα με αυξημένη κοινωνική ευαισθησία.

Ξεκινώντας από τη δεύτερη λειτουργία τους, ως διαμορφωτές γνώμης και μηχανισμοί διαμεσολάβησης μεταξύ της πραγματικότητας και της κοινωνίας, τα ΜΜΕ προσπαθούν κι αυτά με τον τρόπο τους να απαντήσουν στον σύγχρονο γόρδιο δεσμό όπως τον διατύπωσε πρόσφατα ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρος του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης: «Ξέρουμε πώς να το κάνουμε. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι πως θα ξαναεκλεγούμε αν το κάνουμε». Το πρόβλημα με άλλα λόγια του σημερινού πολιτικού κόσμου έγκειται στο πως θα προωθήσει τις απαραίτητες αντιδραστικές αλλαγές στην οικονομία (περικοπές κοινωνικών δαπανών, μειώσεις μισθών, ιδιωτικοποιήσεις, κ.α.) και να μπορεί ταυτόχρονα να κυκλοφορεί στην οδό Πανεπιστημίου χωρίς να έχει ανάγκη να μεταμφιεστεί όπως είχε κάνει τον Μάιο του 2010 η υπουργός Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου, φορώντας παλτό και κράνος για να μπει στη Βουλή απαρατήρητη. Τα ΜΜΕ επομένως, ως ο μοναδικός δημόσιος χώρος στον οποίο εμφανίζονται οι πολιτικοί χωρίς να κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα, έχουν αναλάβει το καθήκον να εμφανίσουν ως αναγκαία, χρήσιμη και επωφελής στην κοινωνία την πιο αντιλαϊκή, ταξική και κτηνώδη πολιτική, αναστηλώνοντας επίσης το κύρος των φορέων της, των ίδιων των πολιτικών. Καλούνται να βγάλουν την βρόμικη δουλειά. Να βοηθήσουν ώστε να ξαναεκλεγούν οι πολιτικοί αφού πρώτα κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Γιούνκερ.

Το καθήκον αυτό, της διευκόλυνσης δηλαδή της επιβολής των αντιλαϊκών μέτρων με το ελάχιστο πολιτικό κόστος, έρχονται να επιτελέσουν οι αλλαγές στα ΜΜΕ, που κυρίως περιλαμβάνουν:

  • Πρώτο, την συνεχή πίεση σε όλους τους δημοσιογράφους να μην αποκλίνουν από έναν επίσημο λόγο που αναμασά τα «προφανή», πως «όλοι μαζί τα φάγαμε», πως το «ΔΝΤ είναι μονόδρομος», κλπ. Πρόκειται για έναν εκ πρώτης όψεως αόρατο μηχανισμό αυτο-πειθάρχησης και αυτο-λογοκρισίας που αποτελεί την βασιλική οδό από την οποία αναπαράγεται η κυρίαρχη άποψη.
  • Δεύτερο, τον σφιχτότερο έλεγχο επί της πληροφορίας που εξασφαλίζεται μέσω της αποσιώπησης, της διαστρέβλωσης ή της κατάφωρης παραποίησης ακόμη και κορυφαίων γεγονότων.
  • Τρίτο, το κλείσιμο μικρών αλλά και μεγάλων μέσων (περιοδικών π.χ.) που σε ένα βαθμό ήταν ανεξέλεγκτα. Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το γεγονός πως η μόνη φορά που ο πρώην πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, επέκρινε τις τράπεζες ήταν επειδή χρηματοδοτούσαν τον Άλτερ.
  • Τέταρτο, την βίαιη αναδιάρθρωση του διαφημιστικού κυκλώματος ώστε να ελέγχεται μέχρι τελευταίου ευρώ ποιος παίρνει χρηματοδότηση και
  • Πέμπτο, την απόλυση ή τον εξαναγκασμό σε παραίτηση αριστερών κι εν γένει ενοχλητικών δημοσιογράφων ακόμη κι από κερδοφόρα μέσα.

Οι επιπτώσεις των παραπάνω δεν αποτυπώνονται μόνο σε εντυπωσιακές στατιστικές και πάντα χρήσιμα στοιχεία για το κλείσιμο μέσων και την ανεργία. Αποτυπώνονται και σε ένα αίσθημα ταπείνωσης που διατρέχει δεκάδες αξιοπρεπείς εργαζόμενους σε μια απέραντη μοναξιά που κατακλύζει κάθε απολυμένο όταν πρέπει να αναμετρηθεί με τα όνειρά του. Πλευρά που πολύ εύστοχα επισημαίνεται στο δελτίο τύπου της σημερινής ημερίδας.

Τα φαινόμενα αυτά, που ως κοινή επιδίωξη έχουν τη διαμόρφωση ενός πολύ μικρότερου κλάδου ενημέρωσης ο οποίος θα ελέγχεται όμως πολύ πιο αποτελεσματικά, δεν είναι νέα. Πολλές φορές στο παρελθόν είχαμε γίνει μάρτυρες ανάλογων γεγονότων. Αν η κρίση της ενημέρωσης στα χρόνια του ΔΝΤ θα συμβολίζεται από την εξαφάνιση της συζήτησης για την σκοπιμότητα παραμονής στο ευρώ, την αποσιώπηση της Δανειακής Σύμβασης ή του ντοκιμαντέρ Χρεοκρατία και την είδηση που μάθαμε από τα Wikileaks πως η αμερικανική πρεσβεία διαθέτει τμήμα μοντάζ ενημερωτικών, τηλεοπτικών εκπομπών, η προγενέστερη κατάσταση χαρακτηρίζεται από απολύσεις δημοσιογράφων κατά διαταγή της αμερικανικής πρεσβείας, παροχές σε δημοσιογράφους από τα μαύρα κονδύλια της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και του υπουργείου Εξωτερικών και το αίσχος των γραφείων Τύπου τραπεζών και άλλων εταιρειών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που απασχολούσαν πολλές εκατοντάδες δημοσιογράφους. Πολλές φορές σήμερα οι πιο διαπρύσιοι υποστηρικτές του Μνημονίου και εκλαϊκευτές της ανάγκης «να κάνουμε όλοι θυσίες» είναι δημοσιογράφοι που ευνοήθηκαν πολλαπλώς από την διαφθορά του παρελθόντος κι εξακολουθούν και σήμερα να είναι υπηρέτες πολλών αφεντάδων και κυρίως τραπεζών. «Όλοι διαφθείρουν ή διαφθείρονται» θα λέγαμε κι εμείς σήμερα, παρότι αυτή η γενίκευση υποτιμάει όσους αντιστέκονται, επαναλαμβάνοντας τη ρήση ενός ήρωα από τα Χαμένα όνειρα του Μπαλζάκ που αναφερόταν φυσικά στον χώρο του Τύπου και της επικοινωνίας.

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος δημοσιογράφων που αποτελούν υπόδειγμα διαφθοράς στην υποστήριξη της σημερινής πολιτικής αποδεικνύει ότι το σημερινό ξεκαθάρισμα στον χώρο του Τύπου δεν θα καταργήσει τις σχέσεις διαπλοκής. Απλώς θα τις εκσυγχρονίσει πετώντας στο καλάθι των αχρήστων την παλιά φουρνιά προθύμων, λόγω του ότι πλέον δεν τους χρειάζονται άλλο. Αν και κανείς ποτέ δε χάνεται σε αυτούς τους περίεργους, δαιδαλώδεις και, σε κάθε περίπτωση, αδιαφανείς μηχανισμούς.

Επιστρέφοντας στο σημείο από το οποίο ξεκίνησα, τις δύο εποχές της ενημέρωσης, η σημαντικότερη αιτία της απότομης μεταστροφής που συντελέστηκε στο χώρο των ΜΜΕ πρέπει να αναζητηθεί κατά την άποψή μου στην πρώτη τους λειτουργία, ως καπιταλιστικές επιχειρήσεις, έστω ιδιόμορφες. Η τρέχουσα οικονομική κρίση τα έπληξε με προνομιακό τρόπο στον βαθμό που οι βάσεις της κερδοφορίας τους ήταν πολύ πιο σαθρές από τις βάσεις κερδοφορίας μιας τυπικής καπιταλιστικής επιχείρησης. Η ανάγκη τους να λειτουργήσουν υπό τους αδυσώπητους νόμους του κέρδους, αποτέλεσμα πολύ συχνά του υψηλού ποσοστού συμμετοχής που διαθέτουν οι τραπεζίτες στα μετοχικά κεφάλαια των επιχειρήσεών τους, έκανε τους καναλάρχες να πετάξουν το φιλολαϊκό προσωπείο, να σταματήσουν να προσποιούνται ότι υπηρετούν τον πλουραλισμό και να πρωταγωνιστήσουν με τη σειρά τους στην μητέρα των μαχών, που είναι αυτό που συχνά λέγεται «να κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης»: Μεθερμηνευόμενο, επιστροφή στα μετεμφυλιακά χρόνια με τις ιδέες της Αριστεράς και της κοινωνικής χειραφέτησης να τελούν υπό συνεχή διωγμό και τους φορείς αυτών των ιδεών να οδηγούνται στα όρια της βιολογικής εξόντωσης. Αυτή είναι η δημοκρατία του πιο καθαρόαιμου νεοφιλελευθερισμού, που εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα.

Κατά συνέπεια οποιαδήποτε συζήτηση για επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση (που όσο περνάει ο καιρός θα μοιάζει με παράδεισο) δεν είναι μόνο αντι-ιστορική, αλλά παραγνωρίζει ότι η σημερινή οπισθοδρόμηση αποτελεί υποτροπή και μετεξέλιξη της.

Απέναντι λοιπόν σε αυτό το ζόφο, τι; είναι το ρώτημα που εγείρεται. Ερώτημα – πρόκληση που πρέπει να το απαντήσουμε όχι μόνο ως επαγγελματίες της ενημέρωσης αλλά κι ως κοινωνικά όντα που γνωρίζουν με προνομιακό τρόπο τις απελευθερωτικές ή καθηλωτικές δυνάμεις της γνώσης και της ενημέρωσης. «Με το να ενσπείρετε την επίγνωση στις καρδιές των κατωτέρων τάξεων θα θερίσετε την επανάσταση», επεσήμανε ο γερμανός διπλωμάτης στο αριστούργημα του Ονόρε ντε Μπαλζάκ, υποδεικνύοντας πόσο σημαντικό είναι να κυριαρχήσει η ευτέλεια στον Τύπο.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα προσδιορίζεται από δύο συντεταγμένες:

Πρώτα και κύρια από τις συγκλονιστικές δυνατότητες της εποχής μας. Τα τεχνολογικά άλματα και την ικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να μαθαίνει, να κρίνει και να παράγει ο ίδιος γνώση, ενημέρωση, πολιτισμό. Πρόκειται για δυναμική που ξεχωρίζει την εποχή μας από οποιαδήποτε άλλη, όταν η επαγγελία της χειραφέτησης στερούταν των υλικών δυνατοτήτων για να γίνει πράξη.

Κατά δεύτερο από την πορεία της ταξικής πάλης και τη δύναμη των κοινωνικών αγώνων. Στον αντίποδα του ενημερωτικού ζόφου και της επικοινωνιακής ευτέλειας βρίσκεται:

  • Η μείωση των ωρών εργασίας και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου που θα επιτρέψει στον κάθε εργαζόμενο να διαβάζει και να ενημερώνεται.
  • Ο κοινωνικός έλεγχος και η δημόσια λογοδοσία σε κάθε πηγή γνώσης, από τον Τύπο μέχρι τα πανεπιστημιακά τμήματα που διδάσκουν το αντικείμενο.
  • Η βελτίωση των συνθηκών εργασίας (υψηλότερες αποδοχές, λιγότερες ώρες) των εργαζομένων στον Τύπο στο πλαίσιο της βελτίωσης συνολικά της θέσης της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο και σε σύγκρουση με αυτό.

Προβάλλοντας αυτό το τρίπτυχο, η αισιοδοξία θα πάψει να είναι «ένα χέλι που γλιστρά πάντοτε στην επόμενη φάση» για να θυμηθούμε το Νίκο Καρούζο από τη Νεολιθική Νυχτωδία.

Αύξηση φόρων φυσικών προσώπων κατά 29% (Πριν, 20 Νοέμβρη 2011)

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: Μειώνουν τους φόρους στα νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις) κατά 22%!

Πολλές δεκαετίες πίσω γυρίζει ο κρατικός προϋπολογισμός του 2012 την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Ο προϋπολογισμός που δόθηκε στη δημοσιότητα την Παρασκευή δεν είναι ένας προϋπολογισμός κρίσης ή παρακμής. Είναι πρώτα και κύρια ένας προϋπολογισμός βαθιάς ταξικής αναδιανομής, που επιβαρύνει με ληστρικό τρόπο τους εργαζόμενους και την κοινωνία ελαφρύνοντας με σκανδαλώδη τρόπο το κεφάλαιο. Για να εξυπηρετηθεί αυτός ο στόχος αξιοποιείται η οικονομική κρίση, που βαθαίνει και δεν μετριάζεται λόγω αυτής της πολιτικής.

Η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων φαίνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στο σκέλος των φορολογικών εσόδων. Εδώ ξεχνάμε όσα λένε τα εγχειρίδια για τον εξισορροπητικό ρόλο του κράτους, που με την παρέμβασή του έρχεται να αμβλύνει τις ταξικές αντιθέσεις και άλλα τέτοια. Στην περίπτωσή μας, που είναι πλέον ο κανόνας και το μέλλον, η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑΟΣ τοποθετεί το κράτος στην πλευρά της εργοδοσίας και απέναντι από την κοινωνία. Μάρτυρας η προβλεπόμενη αύξηση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για το 2012 κατά 29% σε σχέση με το 2011 (από 8,3 δισ. ευρώ σε 10,7 δισ.) την ίδια στιγμή που τα νομικά πρόσωπα, δηλαδή οι εταιρείες, μειώνουν την συμμετοχή τους στα δημόσια έσοδα κατά 22% (από 2,8 δισ. ευρώ σε 2,2 δισ.). Να σημειωθεί πως οι εταιρείες μείωσαν την συμμετοχή τους στα φορολογικά έσοδα και το 2011 σε σχέση με το 2010, κατά 13%.

Αυτή η τεράστια μετατόπιση φορολογικού φορτίου από την μεριά του κεφαλαίου προς την μεριά της κοινωνίας (που συντελείται μάλιστα σε ένα περιβάλλον συνεχών μειώσεων σε μισθούς, ημερομίσθια και συντάξεις) είναι αποτέλεσμα τεσσάρων βασικά παραγόντων: Πρώτο, των ληστρικών φορολογικών επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν στην κοινωνία την τελευταία διετία (μείωση αφορολόγητου από 12.000 ευρώ στα 5.000, κατάργηση φοροαπαλλαγών, αύξηση ΦΠΑ, χαράτσια, κ.α.), δεύτερο, της θεσμοθετημένης φορολογικής ελάφρυνσης των ανωνύμων εταιρειών μέσω για παράδειγμα του φορολογικού νόμου του 2010 που μείωσε τον συντελεστή φορολόγησης των ΑΕ από 24% στο 20% (αφού λεφτά υπήρχαν…) τρίτο, της εμπεδωμένης φοροδιαφυγής από τα ανώτερα εισοδηματικά και ταξικά στρώματα που συνεχίζεται υπό την ανοχή της κυβέρνησης και της Τρόικας πλέον (ανεξαρτήτως των σκηνοθετημένων και προς άγρα εντυπώσεων επιχειρήσεων σύλληψης μεγαλοφοροφυγάδων που λίγες ώρες μετά απελευθερώνονται) και τέταρτο, του κλεισίματος δεκάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι τα μόνα κονδύλια που δεν συρρικνώνονται στον προϋπολογισμό του 2012 είναι αυτά που σχετίζονται με την καταστολή. Για παράδειγμα το 2012 οι δαπάνες για το ΝΑΤΟ αυξάνονται κατά 16,8% (100 εκ. ευρώ), για εξοπλιστικά προγράμματα κατά 67% (1 δισ.) και για το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (λέμε τώρα…) κατά 4,4% (2,2 δισ. ευρώ).

Αποτέλεσμα όλων αυτών των ταξικών, φιλο-εργοδοτικών πολιτικών είναι το 2011 το δημοσιονομικό έλλειμμα να συνεχίζεται να κινείται στο 9% του ΑΕΠ. Μια απόκλιση που ερμηνεύεται «λόγω της υστέρησης εσόδων που οφείλεται στην μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη ύφεση, η οποία επηρεάζει τη συνολική ζήτηση, περιορίζει τη ρευστότητα και εμποδίζει την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων πολιτών και επιχειρήσεων», όπως πολύ εύστοχα αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού. Ο λόγος δε για τον οποίο συνεχίζεται αυτή η πολιτική παρότι είναι ορατά τα επιζήμια αποτελέσματά της στα δημόσια έσοδα εντοπίζεται στην σημασία, την προτεραιότητα που έχει η προώθηση των ταξικών συμφερόντων του κεφαλαίου, ακόμη κι όταν θυσιάζεται η δημοσιονομική ισορροπία!

Συνεχίζεται ακόμη πιο εντατικά η αναδιανομή πλούτου στο έδαφος της βαθύτερης ύφεσης

Παρότι όμως τα δημόσια έσοδα όλο και περισσότερο προέρχονται από την μεριά των δυνάμεων της εργασίας, όλο και λιγότερο κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών. Προς επίρρωση, η μείωση κατά 672 εκ. ευρώ ή 3,3% των δαπανών για αποδοχές και συντάξεις (19,4 δισ. ευρώ από 20,1 δισ.) όταν μάλιστα και το 2011 είχε μειωθεί το αντίστοιχο κονδύλι σε σχέση με το 2010 κατά 1,1%. Η κάθετη μείωση των δαπανών για μισθούς οφείλεται στην απόλυση χιλιάδων συμβασιούχων, την εφαρμογή του νέου μισθολογίου και την μαζική αξιοποίηση ευέλικτων μορφών εργασίας στο δημόσιο. Προς επίρρωση επίσης και η σημαντική μείωση των επιχορηγήσεων στα ασφαλιστικά ταμεία που το 2012 θα φθάσουν τα 15,08 δισ. μειωμένες κατά 9% σε σχέση με φέτος, μειωμένες ακόμη και σε σχέση με το 2010. Η ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής της βάρβαρης, αντιλαϊκής πολιτικής υπογραμμίζει ότι «κοινωνικό μέρισμα» από την προβλεπόμενη μείωση των χρημάτων που θα δοθούν για τόκους το 2012 στο πλαίσιο εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, εάν και εφ’ όσον φυσικά υλοποιηθούν οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, δεν υφίσταται ή, καλύτερα, είναι αρνητικό. Άλλοι θα ωφεληθούν από τα 5,15 δισ. ευρώ που θα εξοικονομηθούν αν προχωρήσει ομαλά το κούρεμα ομολόγων και όχι οι εργαζόμενοι που θα δουν τις μισθοδοσίες τους στον δημόσιο τομέα ή τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες να μειώνονται. Ωστόσο, ακόμη κι αν υλοποιηθεί η ανταλλαγή των ομολόγων (εξέλιξη σε κάθε περίπτωση καταστρεπτική για τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας) για την πληρωμή τόκων θα φύγουν από τον κρατικό προϋπολογισμό 12,7 δισ. ευρώ ή το 6% του ΑΕΠ. Και τότε δηλαδή θα συνεχίσουμε να είμαστε οι καλύτεροι πελάτες των χρηματοπιστωτικών αγορών. Γιατί να μην μας κάνουν και έναν διακανονισμό;

Παρότι τα παραπάνω μεγέθη και η εξέλιξή τους στον χρόνο είναι πέρα για πέρα αντιπροσωπευτικά της πορείας των πραγμάτων, η υλοποίηση του προϋπολογισμού είναι αδύνατη, λόγω της εκρηκτικής και ανεξέλεγκτης δυναμικής που έχει προσλάβει η οικονομική κρίση. Ακόμη όμως και να ανατραπεί ο προϋπολογισμός δεν πρόκειται να τεθεί υπό συζήτηση η χρόνια και κλιμακούμενη προσπάθεια της αστικής τάξης να αλλάξει την ταξική ισορροπία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο από ένα μαχητικό εργατικό κίνημα το οποίο άμεσα πρέπει να βάλει στο στόχαστρό του το αίτημα να μην ψηφισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός και να ανατραπεί εκ βάθρων η αντεργατική επίθεση.