Home » 2011 » Κρίση του καπιταλισμού και κρίση του χρέους (ομιλία στο διήμερο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το δημόσιο χρέος, Πάντειος, 25.2.2011)

Κρίση του καπιταλισμού και κρίση του χρέους (ομιλία στο διήμερο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το δημόσιο χρέος, Πάντειος, 25.2.2011)

Archives

Σε μια εξαιρετική συνέντευξη του σε μια ελληνική εφημερίδα ο Έρικ Χομπσμπάουμ τον Δεκέμβρη ρωτήθηκε ποιό τίτλο θα συνιστούσε σε έναν αγωνιστή που στο ένα του χέρι θα κρατούσε το όπλο και στο άλλο βιβλίο. Η απάντησή του ήταν: ένα βιβλίο που θα εξηγούσε την λειτουργία του όπλου. Αυτή ακριβώς την ιδεολογία και τη θεωρητική ανάλυση χρειαζόμαστε σήμερα: Ερμηνείες που να μπορούν να διευκολύνουν την ανάπτυξη ταξικών και μαχητικών αγώνων για την απόκρουση και την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου στην προοπτική της κοινωνικής επανάστασης.

Σε αυτό το πλαίσιο η πρωτοβουλία του διημέρου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να αποβεί καταλυτική στον βαθμό που θα συνδέσει την θεωρητική διερεύνηση με την διατύπωση των αναγκαίων στόχων για την ανάπτυξη της πάλης.

Τρεις πλευρές κατά τη γνώμη μου συγκεντρώνουν όλο το ενδιαφέρον στη σημερινή συζήτηση.

α) η ερμηνεία της σημερινής ευρύτερης καπιταλιστικής κρίσης και της ειδικότερης κρίσης χρέους,

β) η επιλογή και η διατύπωση στόχων που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη της πάλης, και

γ) το θέμα της εξουσίας, η απάντηση δηλαδή στο ερώτημα ποιός θα υλοποιήσει αυτούς τους στόχους.

1. Καπιταλιστική κρίση και κρίση χρέους

Η κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα δεν αποτελεί τη νέμεση για τον ελληνικό παρασιτισμό ή τις αθρόες παροχές του κράτους πρόνοιας των προηγούμενων χρόνων. Ούτε έχει την έδρα της στην χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία και την απορύθμιση των αγορών όπως επιμένει η σοσιαλδημοκρατία.

Είναι ειδική πλευρά της κρίσης όλων των ποιοτικών αντιδραστικών μετασχηματισμών του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, της απάντησης δηλαδή του κεφαλαίου στην παγκόσμια κρίση όπως ξεκίνησε στην καπιταλιστική παραγωγή πριν σαράντα χρόνια, υπό την μορφή της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ως ενδιάμεσους κρίκους σε αυτή τη μακρά αλυσίδα αντιδραστικών τομών (που ως σημείο αφετηρίας και τερματισμού μέχρι τώρα έχει την πτώση του ποσοστού κέρδους και την κρίση στην περιφέρεια της ευρωζώνης) παρατηρούμε: Από την μια τη μαζική τεχνολογική εφαρμογή των επιστημονικών επαναστάσεων, τη συνακόλουθη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και την εκτίναξη της εκμετάλλευσης. Από την άλλη, τη νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση με την αναίρεση βασικών πλευρών του κράτους πρόνοιας και την καταστρατήγηση εργατικών δικαιωμάτων, τη γεωγραφική επαν-ενοποίηση του κόσμου το 1989 υπό τον μανδύα του κεφαλαίου, την πιστωτική υπερέπεκταση και τη νομισματική ενοποίηση στην ΕΕ. Πρόκειται για εργαλεία που εν μέρει και κατά διαστήματα πέτυχαν, εν συνόλω όμως και στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου απέτυχαν να επιλύσουν οριστικά την κρίση του 1973. Προετοίμασαν ωστόσο και οδήγησαν στην σημερινή διεθνή κρίση στο τελευταίο ντόμινό της, την ιδιαίτερη κρίση στην περιφέρεια της ευρωζώνης και της Ελλάδας.

Ειδικότερα στην Ελλάδα οι οικονομικές αιτίες οι οποίους οδήγησαν σε τέτοιες διαστάσεις την κρίση, φθάνοντας σε σημείο παροξυσμού, είναι οι εξής, ξεκινώντας από τις λιγότερο σημαντικές:

Πρώτο, σκανδαλώδεις άμεσες παροχές προς το κεφάλαιο υπό την μορφή αποζημιώσεων για τις προβληματικές επιχειρήσεις τη δεκαετία του ’80, ιδιωτικοποιήσεων την δεκαετία του ’90, των Ολυμπιακών την δεκαετία του 2000 κοκ.

Δεύτερο, οι ασυνήθιστα υψηλές δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς, σε σύγκριση πάντα με άλλες χώρες παρόμοιου οικονομικού δυναμισμού.

Τρίτο, η ιστορικά χαμηλή φορολογία του κεφαλαίου που προκάλεσε την δημιουργία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και μετέπειτα την κρίση χρέους. Προς επίρρωση, οι αλλεπάλληλες μειώσεις των συντελεστών φορολόγησης του κεφαλαίου από τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου και επίσης η ανύπαρκτη φορολογία στον εφοπλισμό, τις τράπεζες και την εκκλησία.

Τέταρτο, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και την ευρωζώνη πριν δέκα χρόνια, που όξυνε στο έπακρο τις δομικές αδυναμίες του παραγωγικού μηχανισμού, αυξάνοντας σε δυσθεώρητα επίπεδα το εμπορικό έλλειμμα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

2. Στόχοι πάλης

Με βάση την παραπάνω ιεράρχηση η κρίση είναι δημιούργημα της αστικής πολιτικής και, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, της προσπάθειάς της να υπερβεί την χρόνια και υποκείμενη κρίση.

          Τα αιτήματα που πρόβαλε πέρυσι τον Μάη η Πρωτοβουλία Οικονομολόγων, παρά τις σφοδρές κριτικές που δέχτηκε, θέτει ένα στέρεο έδαφος για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Τα επαναλαμβάνω:

  • Ριζική αναδιανομή του πλούτου με αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, μείωση του χρίονου εργασίας, σταθερή δημιουργική εργασία για όλους.
  • Γενναίες κρατικές επιχορηγήσεις σε παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, σύστημα υποδομών και μεταφορές.
  • Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους.
  • Έξοδος από το ευρώ και την ΟΝΕ, σε σύγκρουση με την ΕΕ και – θα πρόσθετα – με προοπτική την έξοδο από αυτήν.
  • Ανατροπή του μνημονίου και των φορέων αυτής της πολιτικής κάτω από λαϊκούς και εργατικούς αγώνες
  • Αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου.
  • Εθνικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.
  • Φραγμοί στην διεθνή κίνηση κεφαλαίων.
  • Άσκηση βιομηχανικής πολιτικής στην κατεύθυνση στήριξης της απασχόλησης και της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, κ.α.

Αν στα παραπάνω έστω, και μετά από πολλά, επήλθε μια βασική συμφωνία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις αφορούν το θέμα της παύσης πληρωμής του δημόσιου χρέους. Ποιά δηλαδή είναι δηλαδή η ενδεδειγμένη τακτική ώστε ο λαός να μην πληρώσει το δημόσιο χρέος;

          Οι βασικές πολιτικές παράμετροι του προβλήματος του δημόσιου χρέους είναι οι εξής:

Το δημόσιο χρέος αποτελεί:

  • μέσο μεταφοράς δημόσιων πόρων στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο,
  • εμβάθυνσης των ιμπεριλασιτικών δεσμών επιβολής  
  • εργαλείο διαιώνισης της πολιτικής της λιτότητας και
  • αναίρεσης οποιασδήποτε πιθανότητας άσκησης φιλολαϊκής, αναδιανεμητικής πολιτικής.

Ακόμη και με την υπάρχουσα, βαθιά αναποτελεσματική λόγω ταξικής μεροληψίας φορολογία, τα 53 δις. ευρώ των φορολογικών εσόδων φθάνουν και περισσεύουν για να ικανοποιηθούν οι κοινωνικές ανάγκες των 47 δις. που περιγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2011 και αφορούν υγεία, παιδεία, σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πληρωμές δημοσίων και συνταξιούχων, υπό έναν πολύ αυστηρό όρο: Να πάψει να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος που μόνο φέτος θα απορροφήσει 16 δισ. ευρώ, βάση του κρατικού προϋπολογισμού.

Το αίτημα της παύσης πληρωμών νομιμοποιείται στη βάση πρώτο, των βαθύτερων και άμεσων αιτιών της κρίσης χρέους. Επίσης νομιμοποιείται λόγω των πακτωλών που έχουν ήδη δοθεί για την αποπληρωμή του χρέους και μόνο την τελευταία 20ετία είναι σχεδόν διπλάσιοι του τρέχοντος ύψους του χρέους.

Το κρίσιμο όμως είναι ότι οι δύο αυτοί όροι δεν αρκούν. Κι αυτό λόγω της φύσης του προβλήματος.

Ειδικότερα, σε αντίθεση με αιτήματα όπως αυξήσεις στους μισθούς και αύξηση των δαπανών για την παιδεία, που όσο και να επηρεάζεται η υλοποίησή τους από υπερεθνικές πολιτικές, τον τελικό λόγο τον έχουν οι πολιτικοί και ταξικοί συσχετισμοί στην Ελλάδα – το αίτημα δηλαδή υλοποιείται ή δεν υλοποιείται από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου εν προκειμένω – οι δανειακές υποχρεώσεις είναι θωρακισμένες με νομικούς όρους που απηχούν διεθνείς συσχετισμούς. Οι ομολογιακοί τίτλοι που κυκλοφορούν εντός και εκτός της χώρας αφορούν υποχρεώσεις και γεννούν δεσμεύσεις στο διηνεκές.

Μάρτυρας οι περιπέτειες που περιγράφει ο Μπελογιάννης στο βιβλίο του «το Ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» για τους εκπροσώπους του ελληνικού αστισμού κάθε φορά που έβγαιναν για δανεικά στο εξωτερικό και εμφανίζονταν κάτοχοι τίτλων προηγούμενων δανείων που έθεταν ως προϋπόθεση την εξόφλησή τους. Μάρτυρας είναι επίσης και η σοβιετική εξουσία που αναγκάστηκε την δεκαετία του ’70 να αποπληρώσει τσαρικά ομόλογα, τα οποία οι κάτοχοί τους δεν πέταξαν.

Το περιθώριο των ελιγμών περιορίζεται επίσης ασφυκτικά από τις αποτυχημένες προσπάθειες θεελίωσης της ρήτρα της μη συνέχειας στη ζωή ενός κράτους. Αντίστοιχες προσπάθειες απέτυχαν τόσο από την Σοβιετική Ένωση όσο και πολύ πρόσφατα από τα θραύσματά της το 1989 και την καταρρέουσα Γιουγκοσλαβία λίγα χρόνια αργότερα.

Δεδομένων επομένως των δύο παραπάνω περιορισμών που δεν εμπίπτουν στους εσωτερικούς ταξικούς συσχετισμούς, ακόμη και μια εργατική εξουσία είναι υποχρεωμένη να δώσει μία λύση στο πρόβλημα δανεισμού του προηγοιύμενου καθεστώτος, μαζεύοντας τα ομόλογα που κυκλοφορούν στις διεθνείς αγορές, υπό τους δικούς της φυσικά όρους. Μόνο έτσι θωρακίζεται από την απειλή κατασχέσεων στοιχείων κρατικής περιουσίας.

Περιττό να πούμε πως μια διεθνής επανάσταση που θα σαρώσει όλα τα κράτη και ειδικά τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά, καταργώντας ομολογιακές αγορές και αντίστοιχα συστήματα προσφυγής και απονομής δικαιοσύνης θα έλυνε το πρόβλημα οριστικά. Τότε θα είχε πρακτικό νόημα η μη αναγνώριση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο αν θέλουμε να μιλήσουμε με πραγματικούς όρους δεν είναι κάτι τέτοιο εφικτό επί του παρόντος.

Τα παραπάνω αφορούν τους περιορισμούς που θέτει η φύση του προβλήματος του ομολογιακού χρέους, που αποτελεί το 80% του ελληνικού χρέους – κάτι που φυσικά δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό με τον διμερή δανεισμό. Επίσης επιπλέον βαθμούς δυσκολίας προσθέτει το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες κατέχουν μόνο 45 δισ. όπως δήλωσε στη Βουλή τη Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Προβόπουλος.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται αναντικατάστατη η ρήτρα του «απεχθούς χρέους» και της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του δημόσιου χρέους. Χρήσιμο μέχρι τώρα παράδειγμα είναι ο Ισημερινός – χωρίς φυσικά η ταξική πάλη σε κάθε χώρα που θα επιχειρηθεί κάτι αντίστοιχο να μην αφήνει ανοιχτό το μέλλον για ακόμη πιο φιλολαϊκές λύσεις.

Προλαβαίνω τις επιφυλάξεις και τις κριτικές που έχουν μέχρι στιγμής καλόπιστα διατυπωθεί από τα αριστερά:

1.     «Αφορά μόνο το μέρος που είναι αποτέλεσμα διαφθοράς κι έτσι νομιμοποιεί το υπόλοιπο».

Η πραγματικότητα είναι πως η διαφθορά αποτελεί μοχλό απονομιμοποίησης του χρέους στην λαϊκή συνείδηση και τη δικαιοσύνη. Στον Ισημερινό, πολιτικού χαρακτήρα χειρισμοί της κεντροαριστερής κυβέρνησης οδήγησαν στην διαγραφή πολύ μεγαλύτερου μέρους του χρέους από αυτό που κηρύχθηκε «παράνομο».

2.     «Αφορά μόνο τριτοκοσμικές χώρες, με δομή κατά βάση διμερούς διακρατικού κι όχι ομολογιακού δανεισμού».

Η πραγματικότητα είναι πως στον Ισημερινό δεν διαγράφηκε διμερές διακρατικό χρέος, αλλά το 70% του ομολογιακού.

3.     “Χωρίς την πλήρη παραγραφή το πρόβλημα του δανεισμού αργά ή γρήγορα επανέρχεται, όπως συνέβη στην Αργεντινή”.

Η πραγματικότητα είναι πως η πορεία του δημόσιου δανεισμού αποτελεί συνάρτηση της πορείας του κινήματος. Όπως δεν μπορεί να ευθύνεται η προγενέστερη μείωση των ωρών εργασίας για την υπάρχουσα ελαστικοποίηση έτσι δεν μπορεί να ευθύνεται και η διαγραφή μέρους του χρέους για την εκ νέου βύθιση στο χρέος, όπως έγινε στην Αργεντινή με την υποχώρηση του Αργεντινάζο. Το παράδειγμα από την άλλη του Ισημερινού δείχνει το αντίθετο. Η ενσωμάτωση στο σύνταγμα της χώρας άρθρων που σχεδόν απαγορεύουν τον διεθνή δανεισμό δείχνει την δυνατότητα του κινήματος να επιβάλλει τους όρους του.

4. “Αναθέτει την επίλυση του προβλήματος σε ειδικούς χωρίς τη δυνατότητα λαϊκής παρέμβασης”.

          Η πραγματικότητα είναι πως όπου δημιουργήθηκαν επιτροπές η παρέμβαση του λαϊκού στοιχείου ήταν άμεση. Οι ΕΛΕ σε όλο τον κόσμο αναδείχθηκαν σε προνομιακό πεδίο της ταξικής πάλης. Γι’ αυτό και οι περισσότερες δεν κατάφεραν να φτάσουν τον τελικό σκοπό τους, όπως έγινε στις Φιλιππίνες, την Βραζιλία, κοκ.

5. “Το αίτημα για δημόσιο, λογιστικό έλεγχο υπονομεύει το αίτημα της παύσης πληρωμών και διαγραφής του χρέους”.

          Στην πραγματικότητα το αίτημα μας τίθεται παράλληλα: Παύση πληρωμών μέχρι να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους. Από κει και πέρα η λαϊκή πίεση στην κατεύθυνση της διαγραφής του χρέους και οι ευρύτεροι ταξικοί συσχετισμοί θα αποφασίσουν μέχρι που θα φτάσει το αίτημα.

3.     Το ζήτημα της εξουσίας

Οι παραπάνω στόχοι γεννούν αυτόματα το ερώτημα: ποιος θα υλοποιήσει αυτά τα μέτρα;

Δεν πρέπει να έχουμε καμμιά αυταπάτη ότι το παραπάνω πρόγραμμα, στο σύνολό του, θα υλοποιηθεί μόνο από μια εργατική εξουσία, μετά την επανάσταση. Καμμιά αστική κυβέρνηση δεν έχει το συμφέρον να τα υλοποιήσει στο σύνολό του. Πιθανή «αριστερή» κυβέρνηση στο πλαίσιο του συστήματος ακόμη και να θελήσει να τα υλοποιήσει δεν θα μπορέσει γιατί θα πρέπει να έρθει σε σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» που θα την εποπτεύει. Θα πρέπει να συγκρουστεί επίσης και με τα πιο επιθετικά αστικά συμφέροντα που βρίσκονται σήμερα στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης κατά των εργαζομένων (π.χ. τραπεζίτες, διεθνοποιημένο κεφάλαιο).

Το επόμενο ερώτημα είναι: έστω και μερικά, πώς θα υλοποιηθούν;

Αιτήματα, όπως η ΕΛΕ ή ριζικές αυξήσεις μισθών θα υλοποιηθούν κάτω από τον μαζικό λαϊκό εκβιασμό ενός ανεξάρτητου ταξικού λαϊκού κινήματος και μετώπου ανατροπής, στο βαθμό που θα οξύνεται η ταξική πάλη παρά και ενάντια στα σχέδια των αστικών κυβερνήσεων ή στους αντικειμενικούς περιορισμούς και συμβιβασμούς «αριστερών» κυβερνήσεων.

Το σημαντικότερο όμως όλων είναι πως οι παραπάνω στόχοι και μαζί το αίτημα για άνοιγμα των βιβλίων του δημοσίου χρέους, αποτελούν αιτήματα που διευκολύνουν την είσοδο των εργαζομένων στην πάλη, έχοντας τη δύναμη να συγκρούονται με τα όρια της αστικής κυριαρχίας. Ανοίγουν το δρόμο για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Και γι’ αυτό τον λόγο αξίζει να υποστηριχθούν από την επαναστατική Αριστερά.

Ευχαριστώ.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

%d bloggers like this: