Home » 2011 » February

Monthly Archives: February 2011

Πολιτικά στιχάκια κάνει το στοιχειό του Δ’ Ράιχ η Γαλλία (Επίκαιρα, 24/2-2/3/2011)

Το Παρίσι βάζουν μπροστά οι Γερμανοί για να εξωραΐσουν τις δραματικές κοινωνικές επιπτώσεις που θα έχει η υιοθέτηση του περίφημου Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η γερμανική πρόταση μέχρι στιγμής, που ισοδυναμεί με αιώνια λιτότητα, περιλαμβάνει την αποσύνδεση των αυξήσεων στους μισθούς από την πορεία του πληθωρισμού, την τροποποίηση των συνταγμάτων ώστε να περιληφθεί άρθρο που θα απαγορεύει τα χρέη και τα ελλείμματα και την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 67 έτη. Επιπλέον, η απόφαση που έλαβε την προηγούμενη Τετάρτη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με συντριπτική μάλιστα πλειοψηφία (535 ψήφοι υπέρ, έναντι 85 κατά και 57 αποχών) δείχνει την συναίνεση που έχει δημιουργηθεί σε κάθε είδους θεσμικό όργανο της ΕΕ (εκλεγμένο και μη) στην κατεύθυνση μετακύλησης του βάρους της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και καταστρατήγησης κυριαρχικών δικαιωμάτων των εθνικών κρατών.

Το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας που είναι πολύ πιο δεσμευτικό από προγενέστερες συνθήκες, όπως για παράδειγμα της Λισσαβόνας του 2000 ή το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που υιοθετήθηκε το 1996, συμπυκνώνει και μεταφράζει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα τεράστια οικονομικά οφέλη της Γερμανίας από την νομισματική ενοποίηση. Ταυτόχρονα αν γίνει δεκτό θα οξύνει στο έπακρο τις αντιθέσεις μεταξύ των χωρών του πυρήνα και ειδικότερα της Γερμανίας και αυτών της περιφέρειας της ευρωζώνης, από την άλλη. Αυτό θα είναι το αντίτιμο για να δώσει την έγκρισή της η Γερμανία στην αύξηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ώστε να στηρίξει επιπλέον επιχειρήσεις «διάσωσης» περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης.

Η συμμαχία του Βερολίνου με το Παρίσι στοχεύει να αμβλύνει αυτές ακριβώς τις εντυπώσεις και τις ανησυχίες. Στην πραγματικότητα η Γερμανία κρύβει τις οικονομικά επεκτατικές και εκ φύσεως αποσταθεροποιητικές της φιλοδοξίες πίσω από τα γαλλικά πολιτικά σχέδια, βάση των οποίων η οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ βαθαίνει εκ των πραγμάτων την πολιτική ενοποίηση, κλείνει δηλαδή το πολιτικό κενό που ανέκαθεν υπήρχε στην συγκρότηση της ΕΕ. Η συμμαχία μεταξύ τους εξαιρετικά βραχύ χρονικό ορίζοντα, στον βαθμό που η ομπρέλα προστασίας που απλώνει η Γερμανία πάνω από την Γαλλία, δεν μπορεί να κρύβει την πολυεπίπεδη και εξελισσόμενη υποβάθμισή της για πολύ καιρό.

Σαφές δείγμα της ανίερης συμμαχίας που έχει δημιουργηθεί με την Γαλλία να γίνεται «φερέφωνο» και εκλαϊκευτής των οπισθοδρομικών προτάσεων του Βερολίνου, χωρίς παρόλα αυτά να πείθει ούτε όμως και να γλιτώνει την ταπείνωση, αποτέλεσε η συνέντευξη που παραχώρησε η υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Κριστίν Λαγκάρντ, στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel. Από την πρώτη της ερώτηση η γερμανίδα δημοσιογράφος την ρωτάει κατά πόσο το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας «που καταστρώθηκε στην καγκελαρία στο Βερολίνο αποτελεί την αρχή της γερμανικής Ευρώπης». «Ευτυχώς, οι μέρες των διαταγών και των ηγεμονιών στην Ευρώπη έχουν περάσει», απαντάει η γαλλίδα υπουργός, αναλαμβάνοντας η ίδια να ανατρέψει την γερά εδραιωμένη πλέον αντίληψη για την «γερμανική Ευρώπη» που οικοδομεί το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας. Μια αντίληψη που υιοθετείται πλέον και από τον γερμανικό Τύπο, όπως η εφημερίδα Die Zeit που είχε κάνει πρωτοσέλιδο τίτλο την «γερμανική Ευρώπη». Παρόλα αυτά η γαλλίδα υπουργός το διαψεύδει. Η γερμανίδα δημοσιογράφος από την άλλη ανακαλεί παλιότερες δηλώσεις της Λαγκάρντ, όταν το Παρίσι καταδείκνυε – πολύ ορθά – τα γερμανικά πλεονάσματα ως απώτερη αιτία των ελλειμμάτων της ευρωζώνης. «Εσείς η ίδια επικρίνατε σφοδρά τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα πριν ένα χρόνο, αλλά έκτοτε έχετε αλλάξει γνώμη», της λέει η δημοσιογράφος! Η απάντηση της Κρ. Λαγκάρντ ωστόσο δεν έπεισε κανέναν: «Αυτό που έχει αλλάξει θεμελιωδώς τους λίγους τελευταίους μήνες είναι η προέλευση της γερμανικής μεγέθυνσης. Αντίθετα με ότι συνέβαινε μέχρι πριν λίγους μήνες, η μεγέθυνση στη χώρα σας δεν ωθείται πλέον αποκλειστικά από τις εξαγωγές, αλλά επίσης από την εγχώρια ζήτηση».

Η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της γαλλίδας υπουργού. Για την ακρίβεια, πράγματι η εγχώρια ζήτηση στη Γερμανία εμφάνισε μια αύξηση το προηγούμενο διάστημα. Κυρίως όμως ήταν αποτέλεσμα της ζήτησης επενδυτικών και όχι καταναλωτικών αγαθών. Δεν ήταν αποτέλεσμα δηλαδή της βελτίωσης του επιπέδου ζωής των γερμανών εργαζομένων ή τυχόν γενναίων μισθολογικών αυξήσεων, αλλά των σχεδίων επέκτασης ή εκσυγχρονισμού της γερμανικής βιομηχανίας ως αποτέλεσμα των κερδών που έχει συσσωρεύσει. Εντελώς χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η ανεργία, παρά τις συνεχείς μειώσεις, παραμένει στο 7,5%. Ενώ, η υλοποίηση του προγράμματος λιτότητας ύψους 80 δισ. ευρώ που ψηφίσθηκε το 2010 θα μειώσει ακόμη παραπέρα τις καταναλωτικές δαπάνες.

Τα επιχειρήματα της γαλλίδας υπουργού έρχονται σε σύγκρουση και με πρόσφατα στοιχεία που αφορούν το γερμανικό εμπορικό ισοζύγιο. Την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2010 συγκεκριμένα, το γερμανικό πλεόνασμα έφθασε τα 140 δισ. ευρώ, όταν τον αντίστοιχο 11μηνο του 2009 ήταν 126! Μέσα σε ένα χρόνο δηλαδή αυξήθηκε περισσότερο από 10%. Επρόκειτο μάλιστα για μια χρονική περίοδο που χαρακτηρίστηκε από συρρίκνωση του εισοδήματος και της παραγωγής στην περιφέρεια της ευρωζώνης, όπου προνομιακά εξάγει το Τέταρτο Ράιχ. Στην άλλη πλευρά της διελκυστίνδας βρίσκονται οι περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης που είδαν το εμπορικό τους έλλειμμα να μεγεθύνεται, προς όφελος φυσικά της Γερμανίας! Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται μόνο οι συνήθεις ύποπτοι, αλλά μαζί τους και η Γαλλία. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η θεμελιακή απόκλιση μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας που προσδίδει στο σχετικό πολιτικό άξονα όχι μόνο ευκαιριακό, αλλά και εντελώς πρόσκαιρο χαρακτήρα. Τα ανταγωνιστικά δε συμφέροντα μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, όπως φαίνονται από την κλιμάκωση των εμπορικών ελλειμμάτων της πρώτης και των πλεονασμάτων της δεύτερης, καθιστούν τους ισχυρισμούς της Κριστίν Λαγκάρντ εντελώς αυθαίρετους.

Το πόσο σαθρό και ιδιοτελές είναι το γερμανικό επεκτατικό όραμα φαίνεται κι από τους κλυδωνισμούς που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση της Μέρκελ στο εσωτερικό της Γερμανίας. Η πανηγυρική ήττα που δέχτηκε την Κυριακή η γερμανική Δεξιά στις εκλογές στο κρατίδιο του Αμβούργου, όπου άνοιξε η αυλαία για τις επτά συνολικά κρατιδιακές εκλογές που θα γίνουν φέτος, αποτέλεσε το επισφράγισμα μιας σειράς εξελίξεων που περιορίζουν τη νομιμοποίηση της κυβέρνησης της Μέρκελ. Χαστούκι επίσης στην διεθνή αξιοπιστία και τη σοβαρότητα της Γερμανίας αποτέλεσε η αποκάλυψη πως ο υπουργός Άμυνας, Καρλ Θέοντορ Γκούτενμπεργκ, είχε αντιγράψει το διδακτορικό του! Αν συνυπολογίσουμε δε τις ακραίες περιπτώσεις, συστηματικής μάλιστα, χρόνιας διαφθοράς στις οποίες πρωταγωνιστούν κορυφαίες και όχι περιθωριακές γερμανικές πολυεθνικές, από την Siemens και την Ferrostaal μέχρι την Mercedes Benz φαίνεται πόσο μεγάλη υποκρισία και διπροσωπία κρύβουν οι απαξιωτικές και ρατσιστικές κατηγορίες της Γερμανίας απέναντι στις χώρες της περιφέρειας. Αποδεικνύουν επίσης πως η Γερμανία στερείται – ακόμη και σήμερα – του ηθικού πλεονεκτήματος για να επιβάλει την άποψή της στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Advertisements

Η επιστροφή της Αντιγόνης και οι Μαρίες Αντουανέτες της κυβέρνησης Παπανδρέου (Επίκαιρα, 17/2/11)

Εκ πρώτης όψεως, την πλατεία Ταχρίρ από την πλατεία Συντάγματος τη χωρίζουν έτη φωτός. Ο Γιώργος Παπανδρέου εκλέχτηκε ενώ ο Χόζνι Μουμπάρακ ήταν δικτάτορας. Οι εκλογές στην Ελλάδα δεν καταλήγουν σε όργιο νοθείας, όπως συμβαίνει εκ παραδόσεως στη χώρα του Νείλου, ενώ την εξουσία δεν την ασκεί ο στρατός, αλλά μια εκλεγμένη κυβέρνηση η οποία επικαλείται συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητες και διακριτούς ρόλους.

Κάπου εδώ τελειώνουν οι διαφορές κι αρχίζουν οι ομοιότητες. Κι είναι μάλιστα κραυγαλέες. Τις υπενθύμισε το πραγματικά ριζοσπαστικό, γνήσια δημοκρατικό κίνημα «δεν πληρώνω», που ξεκίνησε από τα διόδια, επεκτάθηκε στα κρατικά νοσοκομεία ενάντια στο χαράτσι των 5 ευρώ και πλέον στρογγυλοκάθισε στα μέσα μαζικής μεταφοράς, καταργώντας στην πράξη τις αυθαίρετες και αντικοινωνικές αυξήσεις στα εισιτήρια ύψους 40% που επέβαλλε η κυβέρνηση Παπανδρέου, κατ’ εντολή ΔΝΤ – ΕΕ. Ο άξαφνος χαρακτήρας με τον οποίο εισέβαλε στην πολιτική ζωή το κίνημα «δεν πληρώνω» ανατρέποντας την πολιτική ατζέντα δεν διαφέρει καθόλου από την ορμητικότητα και την αποφασιστικότητα του πλήθους που κατέλαβε την Πλατεία Ταχρίρ. Το ίδιο δέος που ένιωσε ο Μουμπάρακ – ο οποίος πίστευε ότι η δεσποτεία του θα διαρκέσει πολλές ακόμη 30ετίες – πρέπει να ένιωσε και η κυβέρνηση Παπανδρέου που πίστευε ότι ο λαός θα συνέχισε να πληρώνει αδιαμαρτύρητα τα χαράτσια που αυθαίρετα ανακοινώνει ο υπουργός Οικονομικών μετά από κάθε επίσκεψη της τρόικας στην Αθήνα.

Από σύνθημα, πράξη η αλληλεγγύη

Από μια σκοπιά το κίνημα «δεν πληρώνω» αποτελεί τη δικαίωση και την εκδίκηση όλων των μεγαλοστομιών που έχουν ανά εποχές αποτελέσει συνθήματα πρώτης γραμμής και για τα δύο κόμματα εξουσίας πολύ περισσότερο όμως για το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου, στην προσπάθειά τους να υποκινήσουν την υποτονική δραστηριοποίηση των πολιτών και να αντιστρέψουν την τάση ιδιώτευσης που γέννησε η δική τους πολιτική. Για παράδειγμα υπάρχει πιο απτή απόδειξη της «κοινωνίας της αλληλεγγύης» που προπαγάνδιζε προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ από την πρωτοβουλία των γιατρών να κλείσουν τα ταμεία των δημόσιων νοσοκομείων ώστε κανένας ασθενής να μην πληρώνει το χαράτσι των 5 ευρώ; Η ευαισθητοποίηση των γιατρών (από τους οποίους δεν λείπουν τα 5 ευρώ) που κάνουν υπόθεσή τους το δράμα των άνεργων και φτωχών οι οποίοι αδυνατούν να καταβάλουν το πεντάευρω αποτελεί κορυφαία στιγμή αλληλεγγύης, που ξεπερνάει την τάση απομόνωσης και διχασμού μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων.

Το ίδιο συμβαίνει και με το αίτημα της «συμμετοχικής δημοκρατίας»! Υλοποιήθηκε με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο, αν και έχουμε μια βάσιμη υπόνοια ότι κάτι άλλο είχε στο μυαλό του ο Παπανδρέου όταν εισήγαγε στην ελληνική πολιτική ζωή τον όρο «participatory democracy» – μια ακόμη μοντερνιά έψαχνε ο άνθρωπος για να χαϊδέψει τα αυτιά των πιο «ψαγμένων»… Ωστόσο, γιατί άραγε η ενεργό συμμετοχή του κόσμου όπως εκφράζεται στις συγκεντρώσεις που γίνονται σχεδόν κάθε Κυριακή στα διόδια, να μην αποτελεί σημάδι μιας άλλης, ανώτερου μάλιστα επιπέδου πολιτικοποίησης, η οποία υπερβαίνει την καθιερωμένη και παθητική αν όχι νοσηρή σχέση μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου; Γιατί είναι συμμετοχή στα κοινά το ανέμισμα των πλαστικών σημαιών και οι ιαχές «Γιώργο άλλαξέ τα όλα» και δεν είναι συμμετοχή η πρόθεση του κόσμου να έχει άποψη για το εισιτήριο που θα καταβάλλει στις συγκοινωνίες και, κατά βάθος, για το ποιος φταίει για τα ελλείμματα των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς; Καθώς επί της ουσίας η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δια στόματος του αρμόδιου υπουργού Δημ. Ρέππα, αυτό που δηλώνει είναι ακόμη πιο προκλητικό από το «μαζί τα φάγαμε» του αντιπροέδρου της, Θ. Πάγκαλου. Επιβάλλοντας αυξήσεις της τάξης του 40% στα εισιτήρια λέει στην πράξη ότι «εσείς τα φάγατε» και τώρα περάστε από το ταμείο. Η απροθυμία του κόσμου από την άλλη να λειτουργήσει σαν πρόβατο, που θα πάει να πληρώσει τα νέα εισιτήρια για να έχει πολύ πιο άθλιες συγκοινωνίες, αποτελεί τον αντίλογό του. Κορυφαία και υψηλού κινδύνου ενέργεια – αν σκεφτούμε τις πιθανές συνέπειες από τους κεφαλοκυνηγούς-ελεγκτές – που στο υπόβαθρό της έχει όλη την κριτική των τελευταίων μηνών για τα χρέη των κυβερνήσεων στην ΕΘΕΛ και τον ΟΣΕ, τα φέσια που τους φόρεσε η κάθε Ζίμενς κ.α.  

Τέλος, η εισβολή στα δελτία των ειδήσεων τόσο «ταπεινών» θεμάτων όπως το εισιτήριο στα λεωφορεία και το ύψος των διοδίων, γιατί να μην είναι η ενασχόληση με την περίφημη «καθημερινότητα των πολιτών», όπως την απαιτούν από τους υπουργούς του όλοι οι πρωθυπουργοί; Μόνο που αυτή τη φορά την καθημερινότητά τους, όπως είναι η υγεία και οι μετακινήσεις, αναλαμβάνουν να τη διαχειριστούν οι ίδιοι οι πολίτες παρά και ενάντια στη θέληση της κυβέρνησης.

Την επόμενη φορά λοιπόν που η κυβέρνηση θα εξαγγείλει την «κοινωνία της αλληλεγγύης», την «συμμετοχική δημοκρατία» και την «ενασχόληση με την καθημερινότητα του πολίτη» ας είναι πιο προσεχτική…

Κατοχικό καθεστώς

Ο σημαντικότερος ωστόσο λόγος που φέρνει ανέλπιστα κοντά τους έλληνες εργαζόμενους με τους Αιγύπτιους και τον «πρόεδρο» Μουμπάρακ (έτσι δεν αποκαλούταν ο δικτάτορας μέχρι την επανάσταση;) με τον «σύντροφό» του στη Σοσιαλιστική Διεθνή, Γιώργο Παπανδρέου, σχετίζεται με τις δραματικές, ιστορικής σημασίας αλλαγές που συντελούνται στην Ελλάδα εδώ και ένα χρόνο. Εν συντομία, το κατοχικό καθεστώς που έχει επιβάλλει στην Ελλάδα η τρόικα με την συναίνεση της κυβέρνησης δωσίλογων του Γ. Παπανδρέου έχει καταντήσει την δημοκρατία ένα πουκάμισο αδειανό, εξόφθαλμη αναίρεση και διασυρμό των πιο θεμελιωδών προβλέψεών της.

Η απαίτηση του Τέταρτου Ράιχ να τροποποιηθούν τα συντάγματα των χωρών της ευρωζώνης αποτελεί την πιο κραυγαλέα περίπτωση. Τέτοιο αίτημα δεν είχαν διατυπώσει ούτε οι Ναζί πρόγονοι των σημερινών ηγετών της Γερμανίας – που να σημειωθεί ότι αποδεδειγμένα είναι η πιο διεφθαρμένη χώρα της Ευρώπης, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ζίμενς και των υποβρυχίων. Η Μέρκελ παρόλα αυτά θεωρεί φυσικό δικαίωμά της να απαιτήσει να χαρακτηριστούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ως παραβίαση του καταστατικού χάρτη των χωρών της ευρωζώνης και ο Κεϋνσιανισμός ως αντισυνταγματικός, παρότι αποτέλεσε την μοναδική περίοδο γενικής κοινωνικής ευημερίας και ταχύρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης στην ιστορία του καπιταλισμού.

Δημοκρατία, κατ’ ευφημισμό

Δεν είναι όμως μόνο η συνταγματική τροποποίηση που θα απαιτήσει το Βερολίνο στην Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον Μάρτιο. Είναι ταυτόχρονα και μια σειρά άλλες αλλαγές, που ως κοινό τους παρανομαστή έχουν την απίσχναση της Δημοκρατίας και την μετατροπή της σε ένα κέλυφος, που όχι μόνο μονιμοποιούν πρωτότυπες κοινωνικές διαμαρτυρίες όπως αυτές του κινήματος «δεν πληρώνω», αλλά κάνουν τον Παπανδρέου να ομοιάζει επικίνδυνα με τον Μουμπάρακ και άλλους δικτατορίσκους που έχει μαζέψει στη Σοσιαλιστική του Διεθνή. Ας αποτιμήσουμε το βάθος της σημερινής δημοκρατίας αναλογιζόμενοι:

  • Την υφαρπαγή της ψήφου των ελλήνων ψηφοφόρων τον Οκτώβρη του 2009, όταν επέλεξαν την κυβέρνηση Παπανδρέου για να πάρουν αυξήσεις και ως αποτέλεσμα είδαν τη  χώρα να εντάσσεται στο ΔΝΤ. Ποτέ άλλοτε δεν στήθηκε τόσο μεγάλη πολιτική απάτη σε βάρος των ψηφοφόρων!
  • Το καθεστώς οικονομικής κατοχής που επέβαλλαν ΔΝΤ και ΕΕ, με αφορμή την δανειοδότηση της Ελλάδας μέσω του μνημονίου, αφήνοντας ανοιχτό με την Δανειακή Σύμβαση ακόμη και το ενδεχόμενο εκποίησης της Ακρόπολης.
  • Η μετατροπή της Βουλής σε μια ασήμαντη λέσχη συζητήσεων, δεδομένου ότι οι σημαντικότερες αποφάσεις λαμβάνονται από τον υπουργό Οικονομικών, που «τυχαίνει» να είναι μη εκλεγμένος, όπως και οι περισσότεροι της πρωθυπουργικής παρέας.
  • Τα γεγονότα στην Κερατέα όπου κουκουλοφόροι αστυνομικοί εισβάλουν σε σπίτια και συλλαμβάνουν, άλλοι με πολιτικά προτάσσουν τα περίστροφά τους κατά πολιτών και όλοι μαζί φωνάζουν «Αλέξης»…
  • Την πρόσφατη, χουντικής νοοτροπίας απαγόρευση «κάθε συνάθροισης και πορείας» στην Εθνική Οδό που ανακοίνωσε ο αστυνομικός Διευθυντής Σερρών, κατόπιν φυσικά οδηγίας του πολιτικού προϊσταμένου του, υπουργού Χρίστου Παπουτσή, με μοναδικό σκοπό να αποτραπούν οι αγροτικές κινητοποιήσεις.
  • Την κατάφωρη παραβίαση και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων στη δίκη των κατηγορουμένων για συμμετοχή στους «Πυρήνες της Φωτιάς», που οδήγησαν τον πρώην πρόεδρο της Βουλής, Απόστολο Κακλαμάνη, να δηλώσει την προηγούμενη εβδομάδα από την Βουλή ότι παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητας στη δίκη και πολλά ακόμη περιστατικά.

Πρόκειται για κρούσματα που βεβαιώνουν ότι η περίοδος αναγνώρισης και σεβασμού των πολιτικών δικαιωμάτων που ξεκίνησε την δεκαετία του ’80, παράλληλα με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, κλείνει οριστικά. Μαζί τους και μια ολόκληρη περίοδο διεκδίκησης και κατοχύρωσης των δικαιωμάτων εθνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, την Κύπρο και αλλού. Η κατοχική κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου επομένως με την ίδια βιαιότητα που καταστρατηγεί τις πολιτικές ελευθερίες (ξεκινώντας από τους πιο ευάλωτους), εγκαινιάζει μια περίοδο ενδοτισμού και υποχωρήσεων στα κυριαρχικά δικαιώματα και κονιορτοποιεί το κοινωνικό συμβόλαιο που λειτουργούσε ως υπόβαθρο και εγγυητής της κοινωνικής σταθερότητας. Επάνω σε αυτό το κενό που διαμόρφωσε η διάλυση του κοινωνικού συμβολαίου αναπτύσσονται και μορφές μαζικής και λαϊκής αντίδρασης του τύπου «δεν πληρώνω». Δεν είναι δυνατό η κατοχική κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου να αλλάζει αυθαίρετα τους όρους του παιχνιδιού και να έχει την απαίτηση ο άλλος παίκτης να συνεχίζει να παίζει με τους προηγούμενους κανόνες…

Θεραπεία σοκ αλά Ελληνικά

Τα τελευταία καρφιά στο φέρετρο του ελληνικού κοινωνικού συμβολαίου ήταν τα παρακάτω ολέθρια μέτρα της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου: Αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μείωση των συντάξεων, μείωση των μισθών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, μείωση της αποζημίωσης των απολυμένων, απελευθέρωση των απολύσεων, μείωση της αμοιβής των υπερωριών, αύξηση του ΦΠΑ και των τιμολογίων της ΔΕΗ, διάλυση του ΟΣΕ και δεκάδες άλλα μέτρα. Η ταχύτητα δε με την οποία εφαρμόστηκαν όλα τα παραπάνω μέτρα ξεπέρασε εκείνη που χρειάστηκαν τα «Σικάγο μπόις» στη Χιλή του Πινοσέτ.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η κατοχική κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου δεν είχε καμιά νομιμοποίηση για να εφαρμόσει αυτό το βάρβαρο και οπισθοδρομικό πρόγραμμα. Οι εργαζόμενοι επομένως που πληρώνουν χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο σε άμεσους, έμμεσους φόρους και τέλη κυκλοφορίας έχουν όχι μόνο το δημοκρατικό δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να προασπίσουν τα συμφέροντά τους και το ίδιο το δημόσιο συμφέρον – γιατί αυτό αμφισβητούν και καταργούν τα διόδια και οι μπάρες της αυθαιρεσίας στις εθνικές οδούς – ακόμη και να αψηφήσουν τους νόμους, όπως ακριβώς η Αντιγόνη παρέβη τις εντολές της αυθαίρετης και εκδικητικής εξουσίας του Κρέοντα.

Σήμερα, ο θαρραλέος και ηρωικός δρόμος της Αντιγόνης γίνεται κάτι  περισσότερο από επιτακτικός, γίνεται μονόδρομος, λόγω της γενικευμένης φτώχειας και ανεργίας που προκαλεί η κυβέρνηση Παπανδρέου, με αποτέλεσμα ο κόσμος απλώς να μην έχει για να πληρώνει τα χαράτσια. Απέναντι σε μια κυβέρνηση που το μόνο το οποίο αντιτείνει, όπως η Μαρία Αντουανέτα, είναι «πληρώστε πρόστιμο» η Αντιγόνη αποτελεί αντίπαλο δέος και παράδειγμα προς μίμηση.

Με οδύνες γεννιέται η νέα Μέση Ανατολή (Επίκαιρα, 10-16/2/2011)

Σε αγώνα δρόμου έχουν επιδοθεί οι πολιτικές ελίτ του αραβικού κόσμου και της Δύσης για να προδιαγράψουν από τώρα, όσο ακόμη είναι καιρός, το σχήμα της νέας Μέσης Ανατολής που γεννιέται στην Πλατεία Ταχρίρ της αιγυπτιακής πρωτεύουσας. Η τελευταία φορά που έκανε την εμφάνισή του ο όρος της «νέας Μέσης Ανατολής» ήταν τον Ιούλιο του 2006, στο αποκορύφωμα της εισβολής του Ισραήλ στον μαρτυρικό Λίβανο. Ειπώθηκε δε από την προκάτοχο της Χίλαρι Κλίντον, την Κοντολίζα Ράις, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ όταν τα υπόλοιπα μέλη του ζητούσαν από τις ΗΠΑ να βάλουν ένα φρένο στην βαρβαρότητα του Ισραήλ. Η ξεχειλίζουσα ειρωνείας απάντηση τότε της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών ήταν πως αυτό που συνέβαινε στο νότιο Λίβανο ήταν οι οδύνες γέννησης της νέας Μέσης Ανατολής. Γιατί να τις διακόψουν; Σήμερα ωστόσο άπαντες κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους ώστε το τζίνι που βγήκε από το λυχνάρι της Πλατείας Απελευθέρωσης (Ταχρίρ) να ξαναμπεί στη θέση του και να χειραγωγηθούν οι πολιτικές εξελίξεις πριν λάβουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα, τόσο εντός όσο και εκτός της Αιγύπτου.

Ορισμένες εξελίξεις είναι πράγματι εντυπωσιακές, σηματοδοτώντας μια μεγάλη στροφή στον πολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής. Εκφράζουν δε με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τον φόβο που νιώθουν οι πολιτικές ελίτ μπροστά στον κίνδυνο επέκτασης της Αιγυπτιακής επανάστασης.

Είναι πρώτο, η βιασύνη όλων των δικτατόρων να προβούν σε φιλολαϊκές οικονομικές παραχωρήσεις και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Από τον βασιλιά Αμπντάλα της Ιορδανίας και τον πρόεδρο της Συρίας Μπασίρ αλ Άσαντ που κληρονόμησε τη χώρα από τον πατέρα του μέχρι τον εμίρη του Κατάρ και τον πρόεδρο της Υεμένης, όλοι οι άραβες ηγέτες, ανακοίνωσαν αυξήσεις στους μισθούς και μέτρα πιο γνήσιας πολιτικής αντιπροσώπευσης όλων των θρησκευτικών και πολιτικών δυνάμεων στο σύστημα εξουσίας.

Εξαίρεση δεν αποτέλεσε ούτε η Παλαιστινιακή Αρχή που – χωρίς καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση – έχει επιβάλλει μια ιδιότυπη δικτατορία στη Δυτική Όχθη, με τις πλάτες φυσικά των Ισραηλινών που ανταμείβουν την ενδοτικότητά της με την εκχώρηση μεριδίων από το μονοπώλιο της βίας που διατηρούν. Είναι άλλωστε τόσο δεσπόζουσα και καταχρηστική η θέση του που περισσεύουν πολλά ψίχουλα βίας για να παραχωρηθούν. Αρκεί να στρέφονται κατά των ίδιων των Παλαιστινίων… Οι αλλαγές που συντελούνται στο Παλαιστινιακό είναι τόσο σοβαρές που ουδέποτε άλλοτε είχαν παρατηρηθεί την τελευταία δεκαετία. Κι αυτή είναι η δεύτερη σοβαρή επίπτωση της αιγυπτιακής επανάστασης. Κοινή τους συνισταμένη είναι η στήριξη της Παλαιστινιακής Αρχής, έτσι ώστε η αφύπνιση των Αράβων να μην οδηγήσει τον Αμπάς και τους συνεργάτες του στην ίδια θέση που βρίσκεται ο Μπεν Αλί της Τυνησίας και πολύ σύντομα ο Μουμπάρακ, με αποτέλεσμα η Χαμάς και άλλες ριζοσπαστικές παλαιστινιακές οργανώσεις, όπως το Λαϊκό Μέτωπο, να καλύψουν το κενό τους. Μόλις την προηγούμενη Παρασκευή ο Σαλάμ Φαγιάντ, διορισμένος πρωθυπουργός της Παλαιστινιακής Αρχής επισκέφθηκε το Παρίσι, όπου συνομίλησε με τον γάλλο πρόεδρο και πρωθυπουργό, Νικολά Σαρκοζύ και Φρανσουά Φιγιόν. Η επίσκεψη αυτή και η πρωτίστως η πρόσκληση σηματοδοτούν αναβάθμιση της Αρχής, δεδομένου ότι μέχρι τώρα (όταν η σιωπή των Αράβων ήταν δεδομένη όπως και η εθελοτυφλία των Δυτικών στα εγκλήματα των αγαπημένων τους δικτατόρων) ποτέ άλλοτε δεν είχε προσκληθεί ξανά παλαιστίνιος ηγέτης στη γαλλική πρωτεύουσα για επίσημες συνομιλίες. Ο Σαλάμ Φαγιάντ, στο ίδιο κλίμα κι αυτός με τους άλλους άραβες ηγέτες, ανακοίνωσε από το Παρίσι την πρόθεση της Αρχής να ορίσει ημερομηνία διεξαγωγής δημοτικών εκλογών.

Εξ ίσου σημαντικές όμως είναι ακόμη δύο εξελίξεις στο μέτωπο του Παλαιστινιακού. Η πρώτη αφορά την ανακοίνωση του γάλλου πρωθυπουργού να φιλοξενήσει η Γαλλία τον Ιούνη διεθνή διάσκεψη για την Μέση Ανατολή, με σκοπό να αποφασιστούν συγκεκριμένα «πολιτικά βήματα» για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. Η Γαλλία έτσι παίρνει τη σκυτάλη από τις ΗΠΑ που λάμβαναν παραδοσιακά αντίστοιχες πρωτοβουλίες, δημιουργώντας ελπίδες για την επίλυση του Παλαιστινιακού. Η δεύτερη, εξ ίσου απρόσμενη, εξέλιξη προήλθε από τον σιωνιστή ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος την ίδια ώρα που πίεζε τις δυτικές κυβερνήσεις να στηρίξουν τον αιγύπτιο δικτάτορα Χόζνι Μουμπάρακ (αφήνοντάς μας με την απορία πώς μπορεί να υπέπεσε σε ένα τέτοιο ολίσθημα «η μοναδική δημοκρατία της Μέσης Ανατολής»…) την ίδια ώρα ανακοίνωσε μια σειρά από οικονομικά μέτρα βελτίωσης της ζωής των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη. Όσο κι αν ειπώθηκε πως ήταν πρωτοβουλίες που συζητιόνταν εδώ και μήνες, είναι εμφανές ότι ανακοινώθηκαν κατεπειγόντως για να λειτουργήσουν ως ανάχωμα και το ντόμινο να μην φτάσει στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη.

Το μεγαλύτερο πολιτικό παζάρι όμως, με διακύβευμα την επιβολή μιας «βελούδινης μετάβασης» ανάλογης αυτή που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, τη Χιλή και την Τουρκία πιο πρόσφατα – όπου οι ΗΠΑ συνέχισαν να διατηρούν τις προσβάσεις τους – πραγματοποιείται στο εσωτερικό της ίδιας της Αιγύπτου. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές και ο χρόνος τρέχει με ιλιγγιώδεις και πρωτοφανείς ρυθμούς – πολύ περισσότερο αν συγκρίνουμε με ό,τι συνέβαινε τα προηγούμενα τριάντα χρόνια – το καθεστώς προωθεί ένα σχέδιο μετάβασης που θα συμφωνηθεί από τη διαβούλευση 50 προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Η πρώτη συνεδρίαση έγινε την προηγούμενη Παρασκευή, υπό την προεδρία ενός ανθρώπου του Μουμπάρακ, του αντιπροέδρου Ομάρ Σουλεϊμάν. Με βάση δηλώσεις του, εξετάσθηκε η διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη για τις μεταρρυθμίσεις που θα περιλαμβάνει την κατάργηση των Τυπο-κτόνων νόμων, την αποφυλάκιση των αγωνιστών και την κατάργηση σταδιακά όλων των νόμων που ορίζουν το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Πάνω απ’ όλα όμως οι προτάσεις του καθεστώτος Μουμπάρακ αφορούσαν την παραμονή του ίδιου του δικτάτορα στην εξουσία για αρκετούς μήνες ακόμη. Και στη συνέχεια την απόσυρση του ίδιου και της οικογένειάς του από τα πολιτικά πράγματα.

Η αντιπολίτευση από την άλλη μεριά απέρριψε την ατζέντα. Ο Μοχάμεντ ελ Μπαραντέι, επικεφαλής της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας του ΟΗΕ και κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης, αντιπρότεινε την άμεση αποχώρηση του δικτάτορα και την ταχύτατη διενέργεια εκλογών που θα οργανωθούν από ένα συμβούλιο το οποίο θα αποτελείται από 2 έως 5 άτομα, όπου ο Μουμπάρακ θα έχει 1 μόνο αντιπρόσωπο. Την ίδια στάση υιοθέτησαν επίσης οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και η Αριστερά. Ενδεικτικό στοιχείο για την συνεργασία που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους – για όσο καιρό τουλάχιστον τους ενώνει ο στόχος ανατροπής του δικτάτορα – είναι η κοινή πορεία, έμπλεη συμβολισμών και υπό τις επευφημίες των χιλιάδων συγκεντρωμένων, που πραγματοποίησαν στην πλατεία Ταχρίρ εκπρόσωποι της ηγεσίας του κινήματος του Ελ Μπαραντέι, των κομμουνιστών και των Αδελφών Μουσουλμάνων, όπως μεταφέρθηκε από τις στήλες των New York Times του σαββατοκύριακου. Εν είδει παρενθέσεως και ως απάντηση στις κατηγορίες της ισραηλινής ηγεσίας ότι στην Πλατεία Απελευθέρωσης εκκολάπτεται η εμφάνιση ενός σκοταδιστικού καθεστώτος ανάλογο αυτού που ξεπήδησε από την επανάσταση του Ιράν το 1979, να αναφερθεί ότι η Αλ Κάιντα επανειλημμένες φορές έχει κατηγορήσει τους Αδελφούς Μουσουλμάνους για προδοσία του Ισλάμ, κρίνοντας τους πιθανά ως πολύ «σοφτ».

Η τακτική του καθεστώτος Μουμπάρακ, εξέχον μέλος κι αυτός μαζί με τον έκπτωτο δικτάτορα της Τυνησίας Μπεν Αλί της Σοσιαλιστικής Διεθνούς που ηγείται ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου, δεν εξαντλήθηκε ωστόσο στις διαπραγματεύσεις και σε σημαντικές πολιτικές παραχωρήσεις όπως η ντε φάκτο αναγνώριση των Αδελφών Μουσουλμάνων. Περιλαμβάνει επίσης τις αιματηρές επιθέσεις και συνεχείς απειλές κατά των συγκεντρωμένων μέσω ανθρώπων του καθεστώτος και του υποκόσμου που ελέγχει η κυβέρνηση και επίσης τις πρωτοφανείς σε βιαιότητα οργανωμένες επιθέσεις εναντίον πολλών διεθνών ανταποκριτών. Μεταξύ αυτών και του εξαίρετου συνάδελφου και συγγραφέα Πέτρου Παπακωνσταντίνου, ειδικού σε θέματα Μέσης Ανατολής. Απώτερος στόχος των επιθέσεων η απομάκρυνσή τους από την Αίγυπτο ώστε να πάψει η διεθνής κατακραυγή κατά του καθεστώτος.

Σαφής ωστόσο παρά τη ρευστότητα είναι και η στάση των ΗΠΑ. Παρότι επί δεκαετίες ο Μουμπάρακ αποτέλεσε στρατηγικό σύμμαχο για την Ουάσινγκτον, η επανάσταση της 26ης Ιανουαρίου και οι 300 άνθρωποι που – επισήμως – έχουν χάσει μέχρι στιγμής τη ζωή τους ανάγκασαν τον Λευκό Οίκο να αποσύρει το χρίσμα του και να ζητήσει την άμεση απομάκρυνσή του από την εξουσία. Η πίεση που άσκησαν οι Αμερικάνοι στον εκλεκτό τους, φθάνοντας στο σημείο να τον απειλήσουν ακόμη και με διακοπή της γενναίας χρηματοδότησης των 1,3 δις. δολ. ετησίως, δεν ήταν αποτέλεσμα των «δημοκρατικών τους ευαισθησιών». Αντίθετα γνωρίζουν ότι όσο οι καταστάσεις κινδυνεύουν να οδηγηθούν στα άκρα, από μια ενδεχόμενη σφαγή στην Πλατεία Απελευθέρωσης για παράδειγμα, τόσο πιο μακρινά θα φαντάζουν τα σχέδια ομαλής και ελεγχόμενης μετάβασης σε ένα καθεστώς που θα συνεχίσει να είναι υποτελές στις ΗΠΑ, να συνεργάζεται με το εβραϊκό κράτος και να συμμετέχει στον αποκλεισμό των Παλαιστινίων της Γάζας. Παρόλα αυτά δεν έχουν αποκλείσει την ιδέα να συμβιβαστούν με την παραμονή του Μουμπάρακ στην εξουσία και το χρονοδιάγραμμα που προτείνει ο δικτάτορας. Φάνηκε από τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο Μπαράκ Ομπάμα στο δίκτυο Fox όπου δήλωσε πως «μόνο ο Μουμπάρακ γνωρίζει τι πρέπει να πράξει». Φάνηκε επίσης και από τις δηλώσεις της Χίλαρι Κλίντον που έγιναν από το Μόναχο όπου παραβρέθηκε σε συνέδριο για την ασφάλεια, όπου έδειξε να κατανοεί ότι οι διαδικασίες της μετάβασης χρειάζονται… χρόνο.

Το μόνο που ξέχασε να πει η αμερικανίδα υπουργός, παρότι οι δηλώσεις της έγιναν πολύ κοντά από κει που γράφτηκε ο Γατόπαρδος, ήταν το ζητούμενο για την πίστωση χρόνου: να αλλάξουν ακόμη και όλα για να μείνουν τελικά ίδια. Μόνο που αυτή τη φορά η νέα Μέση Ανατολή δεν σχεδιάζεται στα υπόγεια του αμερικανικού Πενταγώνου, αλλά με το φως του ήλιου και τη θέληση εκατομμυρίων απλών ανθρώπων στην Πλατεία Απελευθέρωσης.

Η πτώση του τελευταίου Φαραώ και οι αϋπνίες ΗΠΑ – Ισραήλ (Επίκαιρα 3-9/2/2011)

Ποιός θυμάται άραγε το όραμα του Μπους και των αμερικάνων νεοσυντηρητικών; Ένα απέραντο ντόμινο που θα ξεκίναγε από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, με τη βοήθεια των αμερικανικών επεμβάσεων που έγιναν με πρόσχημα την αντιμετώπιση της λεγόμενης τρομοκρατικής απειλής, για να καταλήξει στη δυτική Αφρική που βρέχεται από τον Ατλαντικό, παρασέρνοντας όλα τα αραβικά καθεστώτα. Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, τα όνειρα παίρνουν την εκδίκησή τους και το ντόμινο ξεκίνησε. Με δύο διαφορές όμως: η πρώτη, και λιγότερη σημαντική, αφορά την κατεύθυνση του. Σημείο εκκίνησης δεν ήταν το Ιράκ ή το Αφγανιστάν αλλά η Τυνησία στη δυτική Αφρική όπου στις 14 Ιανουαρίου σημειώθηκε η πιο εκπληκτική «αλλαγή καθεστώτος» (regime change για να θυμηθούμε και την Μπουσική ορολογία) των τελευταίων ετών. Ο αιμοσταγής δικτάτορας, Μπεν Άλι, μέλος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και από τους καλύτερους πελάτες του ΔΝΤ εγκατέλειψε τη χώρα κυνηγημένος από τον λαό του, που – κυριολεκτικά – τον «πήρε με τις πέτρες». Κι αυτή είναι η δεύτερη και πιο ουσιώδης διαφορά από το σχέδιο των αμερικάνων νεοσυντηρητικών. Καθώς, η αφύπνιση των αραβικών λαών από την Αλγερία και την Τυνησία μέχρι την Αίγυπτο, την Ιορδανία και την Υεμένη επαγγέλλεται την πιο γνήσια και ανόθευτη δημοκρατία αμφισβητώντας τις δικτατορίες, την ίδια ώρα που γκρεμίζει τα πιο ακλόνητα μέχρι χθες στηρίγματα της αμερικανοκρατίας, του Ισραήλ και της Νέας Τάξης στη Μέση Ανατολή και το Μαγκρέμπ.

Αρκεί μια γρήγορη ματιά στα χαρακτηριστικά του καθεστώτος του Χόζνι Μουμπάρακ, έτερου εκλεκτού μέλους της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, ώστε να φανεί γιατί Αμερικάνοι και Ισραηλινοί έχουν χάσει τον ύπνο τους τις δέκα τελευταίες μέρες που διαρκεί αυτή η πρωτοφανής σε μαζικότητα και αποφασιστικότητα λαϊκή επανάσταση. Η Αίγυπτος ήταν η πρώτη αραβική χώρα που υπέγραψε Συνθήκη Ειρήνης με το Ισραήλ, το 1979, προκαλώντας ένα ρήγμα στον αραβικό κόσμο που ακόμη μένει ανοιχτό – παρότι στα βήματα της Αιγύπτου βάδισε γρήγορα και το βασίλειο της Ιορδανίας. Η Αίγυπτος ακόμη και σήμερα αποτελεί το μακρύ χέρι του Ισραήλ και πολύτιμο βοηθό του στην πολυετή προσπάθεια εξόντωσης του λαού της Γάζας. Τελευταίο της «κατόρθωμα» το υπόγειο ατσάλινο τείχος που θα έριχνε κατά μήκος των συνόρων με την Γάζα, ώστε ο αποκλεισμός των Ελεύθερων Πολιορκημένων Παλαιστίνιων να γίνει πλήρης και ο εξευτελισμός του Μουμπάρακ, που κατάντησε δεσμοφύλακας του Ισραήλ και τιμωρός των Παλαιστινίων, τέλειος. Εξ ίσου άτεγκτος αποδείχθηκε ο δικτάτορας Μουμπάρακ και στις διώξεις που εξαπέλυσε εναντίον κι άλλων αραβικών οργανώσεων που έχουν επιλέξει το δρόμο της αντίστασης απέναντι στον Σιωνισμό, όπως η Χεζμπολάχ. Οι δίκες στελεχών της στην Αίγυπτο προ διετίας προκάλεσαν την οργή των αραβικών πληθυσμών και πολύ περισσότερο των ίδιων των Αιγυπτίων.

Ωστόσο, η καταστολή που επέδειξε στο εσωτερικό της Αιγύπτου, ειδικότερα απέναντι στους Αδελφούς Μουσουλμάνους που βρίσκονται σε καθεστώς παρανομίας εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, αποτέλεσε την μεγαλύτερη συμβολή του Μουμπάρακ στη Δύση και τον λόγο για τον οποίο τόσο η Ουάσινγκτον όσο και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον θεωρούσαν προνομιακό τους σύμμαχο, αμείβοντάς τον στη συνέχεια για τις υπηρεσίες του πλουσιοπάροχα. Αρκεί μια ματιά στα υπερσύγχρονα τανκς του αιγυπτιακού στρατού που πάνω τους οι διαδηλωτές έγραφαν «κάτω ο Μουμπάρακ», «κάτω ο τύραννος», «έξω ο Φαραώ», ενώ οι στρατιώτες από τους πυργίσκους απολάμβαναν το θέαμα αρνούμενοι να υπακούσουν στις εντολές και να επιτεθούν στο πλήθος!

Οι φιλοαμερικανοί δικτάτορες της Μέσης Ανατολής, από τον Μπεν Άλι μέχρι τον Μουμπάρακ, αποτέλεσαν όλα αυτά τα χρόνια το αποτελεσματικότερο ανάχωμα απέναντι στην άνοδο του πολιτικού Ισλάμ. Προς απόδειξη οι απηνείς διώξεις και τα φριχτά βασανιστήρια που υπέμεναν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι στην Αίγυπτο, η «απαγορευμένη οργάνωση», όπως συχνά αναφέρεται. Επίσης οι παροιμιώδεις και χονδροκομμένες εκλογικές νοθείες έτσι ώστε να μην καταγραφεί στα εκλογικά αποτελέσματα η τεράστια επιρροή που διαθέτει στα 81 εκ. Αιγυπτίων – για τις οποίες φυσικά η Δύση ποτέ δεν διατύπωσε κάποια επίσημη διαμαρτυρία. Αποτέλεσμα αυτών των διώξεων ήταν και η εκλογική εξαφάνιση των Αδελφών Μουσουλμάνων στις τελευταίες εκλογές (όπου το κόμμα του Μουμπάρακ κέρδισε και τις 518 σχεδόν βουλευτικές έδρες!) όταν στις εκλογές του 2005, όπου ούτε και τότε έλειψε η νοθεία, είχαν κερδίσει το 20% των εδρών.

Παρόλα αυτά η υπερμεγέθυνση του ισλαμικού κινδύνου δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Στην μεν Τυνησία η επιστροφή του ηγέτη των ισλαμιστών σεΐχη Ραχίντ Γκανουχί από το Παρίσι, όπου ήταν εξόριστος επί 22 χρόνια, συνέπεσε με πλήθος ενδείξεων και δηλώσεων που βεβαιώνουν ότι το κόμμα του αν από κάπου αντλεί παράδειγμα είναι από το ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν και όχι την Αλ Κάιντα. Και στην Αίγυπτο, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι περισσότερο φαίνεται να έχουν επηρεαστεί από την δράση της Χαμάς στη Γάζα και της Χεζμπολάχ στον Λίβανο παρά από ακραίες φονταμενταλιστικές οργανώσεις.

Ακόμη κι έτσι όμως, το έναυσμα και το ζητούμενο της μεγάλης αφύπνισης των αραβικών λαών που θα γράψει με κεφαλαία γράμματα το 2011 στην πολιτική τους ιστορία, δεν αφορά τις θρησκευτικές διαφορές, αλλά το κοινωνικό ζήτημα. Αιτία ήταν η φτώχεια. Ας θυμηθούμε αρχικά την αφορμή για όλα αυτά. Ήταν η αυτο-πυρπόληση ενός νεαρού πτυχιούχου όταν η αστυνομία επιχείρησε να του κατασχέσει τον πάγκο που είχε για να εμπορεύεται μικροπράγματα και να μπορεί έτσι να βιοπορίζεται. Η Αίγυπτος από την άλλη αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ξεπεσμού στην πρόσφατη πολιτική ιστορία – υπόμνηση επίσης για το τι θα συμβεί και στην Ελλάδα αν συνεχίσουν τα ηνία της οικονομίας να βρίσκονται στα χέρια του ΔΝΤ και της ΕΕ. Από «φάρος της Μέσης Ανατολής» και υπόδειγμα ταχύρυθμης ανάπτυξης που μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες κατέληξε να είναι η μεγαλύτερη χωματερή ανθρώπων. Ενδεικτικά, το 90% των νέων είναι άνεργοι, το 40% του πληθυσμού ζει με λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και το 1/3 είναι αναλφάβητοι – σε μια χώρα μάλιστα όπου άνθισε ένας από τους λαμπρότερους αρχαίους πολιτισμούς! Αναρωτιόμαστε μετά για το διακύβευμα της επανάστασης;

ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία παρότι στήριξαν ανεπιφύλακτα και επί δεκαετίες τον εκλεκτό τους σύμμαχο – αφήνοντας κατά μέρους τις διακηρύξεις για δημοκρατία ή σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα – παρότι μάλιστα δεν δίστασαν και στις αρχές της επανάστασης να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον Μουμπάρακ, από τη στιγμή που φάνηκε η απροθυμία των Αιγυπτίων να υποχωρήσουν, παρά μάλιστα τους δεκάδες νεκρούς, ανέβασαν τους τόνους ζητώντας μεταρρυθμίσεις. Και επί της ουσίας την παράδοση της εξουσίας στον πρώην επικεφαλής της Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Ελ Μπαραντέι, που επέστρεψε στην Αίγυπτο την προηγούμενη εβδομάδα για να τεθεί αμέσως σε κατ’ οίκον περιορισμό με απόφαση του Μουμπάρακ.

Παρότι τόσο το περιεχόμενο όσο και η μορφή της επόμενης μέρας θα περάσει καιρός για να κριθούν, χαρακτηριστική είναι η ρευστότητα που υπάρχει ακόμη στην Τυνησία, το σίγουρο είναι πως ΗΠΑ και Ισραήλ ποτέ ξανά δεν θα νιώσουν τόση σιγουριά όση ένιωθαν επί Μουμπάρακ, την τελευταία 30ετία.

Συνέντευξη Κ. Λαπαβίτσα, Στ. Κουβελάκη (Πριν, 30 Ιανουαρίου 2011)

Κώστας Λαπαβίτσας: Έξοδος από ευρώ, βήμα για το σοσιαλισμό

Ο στόχος της Γερμανίας είναι να σώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος χωρίς όμως να το επωμιστεί η ίδια, τονίζει ο Κώστας Λαπαβίτσας (καθηγητής Οικονομικών στο Λονδίνο) στη συνέντευξη που μας έδωσε με αφορμή τη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Ο Στάθης Κουβελάκης (καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Λονδίνο επίσης) τονίζει πως η απροθυμία της Αριστεράς στην Ευρώπη να θέσει θέμα εξόδου από το ευρώ φέρνει στην επιφάνεια τα στρατηγικά της αδιέξοδα.

– Η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να συμβάλει σε μια λύση για την ανακοπή της κρίσης στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Αυτή η γραμμή δε σηματοδοτεί μια στροφή του Βερολίνου σε μια περισσότερο φιλική προς την ΕΕ πολιτική;

– Κ.Λ. Δεν ήταν ποτέ εχθρική προς την ΕΕ η πολιτική του Βερολίνου. Τη στιγμή αυτή οι αστικές τάξεις της περιφέρειας έχουν ανάγκη από ευνοϊκή χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουν το χρέος τους και να αποφύγουν την επίσημη χρεοκοπία. Παρουσιάζουν λοιπόν την ανάγκη τους ως το βαθύτερο νόημα του ευρωπαϊσμού. Είναι η φυσική αντίδραση του αδύνατου.

Τα πράγματα φαίνονται πολύ διαφορετικά από το Βερολίνο. Η αδυναμία της περιφέρειας απειλεί τους δανειστές με πραγματική οικονομική ζημία, που μπορεί να φτάνει τις πολλές εκατοντάδες δις ευρώ. Δεδομένου ότι οι δανειστές είναι κυρίως οι τράπεζες του κέντρου, υπάρχει κίνδυνος ευρωπαϊκής τραπεζικής κατάρρευσης που μπορεί να συμπαρασύρει και το ευρώ. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να αναλάβει τη ζημία, απαλλάσσοντας τις τράπεζες, ώστε να σωθεί το ευρώ. Η ευνοϊκή χρηματοδότηση που ζητάνε οι χώρες της περιφέρειας δεν είναι παρά η ανάληψη της ζημίας από το κέντρο. Ο ευρωπαϊσμός, όπως όλα τα μεγάλα καπιταλιστικά οράματα, έχει στην καρδιά του τάλιρα και δεκάρικα.

Η Γερμανία έχει φυσικά από καιρό αντιληφθεί ότι θα κληθεί να σηκώσει το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας. Τα πλαίσια δράσης της είναι όμως πολύ στενά. Η γερμανική οικονομία δεν είναι τόσο μεγάλη όσο συχνά νομίζεται στην Ελλάδα. Ζημία ύψους εκατοντάδων δις ευρώ θα ήταν εξαιρετικά δυσβάστακτη και για την ίδια. Αν προσθέσουμε το παγωμένο εργατικό εισόδημα και τη γενική απροθυμία της εργατικής τάξης να σώσει το ευρώ, τα περιθώρια γίνονται ασφυκτικά.         

Το πρόβλημα που έχει να λύσει η Γερμανία είναι λοιπόν εξαιρετικά σύνθετο. Πρέπει να διασώσει το ευρώ, απαλλάσσοντας τις τράπεζες από το βάρος του χρέους, αλλά και να αποφύγει να σηκώσει η ίδια τη ζημία στο μέτρο του δυνατού. Δεν της χρειάζονται βεβαίως μαθήματα ευρωπαϊσμού, ιδίως από τους Έλληνες, ή τους Πορτογάλους. Ο ευρωπαϊσμός είναι δικιά της εφεύρεση, το καλύτερο περιτύλιγμα για τα εθνικά της συμφέροντα.  

Η γερμανική πολιτική έχει δύο σκέλη. Πρώτον, η ΕΚΤ παρέχει ρευστότητα στις τράπεζες και δέχεται τα προβληματικά ομόλογα της περιφέρειας ως εγγύηση. Δηλαδή οι τράπεζες σιωπηλά μεταφέρουν το πρόβλημα στην ΕΚΤ, και άρα στο δημόσιο τομέα της Ευρώπης. Δεύτερον, το Ταμείο Σταθερότητας παρέχει έκτακτο δανεισμό, αλλά με αντίτιμο σκληρή λιτότητα. Διασώζει τις τράπεζες, ενώ παράλληλα μεταφέρει τη ζημία στις πλάτες των εργαζομένων της περιφέρειας.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική λιτότητας καταστρέφει τις οικονομίες της περιφέρειας και άρα φέρνει τη χρεοκοπία πιό κοντά. Η μεταστροφή που παρατηρείται στη γερμανική πολιτική το τελευταίο διάστημα είναι φυσική απόρροια αυτής της αντίφασης. Όσο θα κινδυνεύουν οι τράπεζες, η γερμανική αστική τάξη θα πρέπει να παρεμβαίνει ώστε να μη χρεοκοπήσουν οι χώρες της περιφέρειας. Εξετάζει λοιπόν την προοπτική να επιτρέψει στο Ταμείο Σταθερότητας να αγοράσει ένα μέρος των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αφού πρώτα δανειστεί για το σκοπό αυτό. Μπορεί να συγκατανεύσει στην επιμήκυνση του δανεισμού, ή και σε μείωση επιτοκίων. Δεν πρόκειται να αλλάξει την ουσία του προβλήματος, αλλά θα συμβάλλει στο να απαλλαγούν οι τράπεζες από το χρέος. Όταν θα εκλείψει ο κίνδυνος για τις τράπεζες, η Γερμανία θα επιβάλλει όρους στην περιφέρεια που θα είναι τρομακτικοί. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ‘φιλικής’ στροφής της.  

– Τελικά η Γερμανία θέλει και τις 17 χώρες στην ευρωζώνη, ή όχι; Έχει επιλέξει δηλαδή να πετάξει έξω τους δημοσιονομικά «απείθαρχους»;

– Κ.Λ. Κατά τη γνώμη μου η γερμανική άρχουσα τάξη έχει μετανιώσει πικρά που επέτρεψε στις χώρες της περιφέρειας να συμμετάσχουν στην ευρωζώνη. Η αποβολή των προβληματικών χωρών είναι όμως εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία, οικονομικά και πολιτικά. Με κανένα τρόπο δε μπορεί να γίνει όσο θα κινδυνεύουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Όταν θα περάσει ο κίνδυνος, η Γερμανία θα θέσει την περιφέρεια μπροστά σε ακόμη δυσκολότερες επιλογές. Ήδη έχει θεσμοθετήσει μόνιμο μηχανισμό χρεοκοπίας από το 2013. Για να επιτραπεί στην Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, θα πρέπει να αποδεχτεί σκληρή λιτότητα για πολλά χρόνια. Παράλληλα θα δανείζεται με υψηλά επιτόκια, δεδομένου ότι τον κίνδυνο χρεοκοπίας θα τον φέρουν πλέον και ιδιώτες. Με λίγα λόγια, οι δημοσιονομικά ‘απειθαρχοι’ θα παραμείνουν στην ευρωζώνη μόνον αν είναι διατεθειμένοι να υποστούν κοινωνική και εθνική καθίζηση.

– Από την κυβέρνηση Παπανδρέου και την φιλική προς την ΕΕ Αριστερά (ΣΥΝ) προτάθηκε ως λύση η έκδοση ευρωομολόγου. Η ‘κοινοτικοποίηση’ του δανεισμού κάθε κράτους-μέλους θα μειώσει το κόστος δανεισμού. Δεν αποτελεί επομένως έστω μία πρόσκαιρη λύση στην υπάρχουσα κρίση;

– Κ.Λ. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι ακριβώς εννοούν οι διάφοροι υπέρμαχοι του ευρωομόλογου. Αυτό που φαίνεται να θέλει ο ΣΥΝ, δηλαδή ουσιαστικά η χρηματοδότηση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, κάτι σαν ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, θα μείνει στο χώρο της φαντασίας. Αυτό που προτείνουν οι Τρεμόντι-Γιουνκέρ, από την άλλη, είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο επέκτασης του δανεισμού του Ταμείου Σταθερότητας. Θα απορροφήσει τον κύριο όγκο των προβληματικών ομολόγων της περιφέρειας, αλλά και θα χρηματοδοτήσει το νέο δανεισμό της περιφέρειας. Το σχέδιο πάσχει από δύο μεγάλες αδυναμίες από την πλευρά της Γερμανίας. Πρώτον, δεν ξεκαθαρίζει το ποιός θα σηκώσει την πιθανή ζημία από τα προβληματικά ομόλογα και, δεύτερον, κάνει ακριβότερο το νέο δανεισμό των χωρών του κέντρου. Δεν πρόκειται να το δεχτεί η κ. Μέρκελ με τις παρούσες συνθήκες.

Ο ευρωδανεισμός που είναι πιθανόν να δούμε θα συμβεί μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια του Ταμείου Σταθερότητας. Δηλαδή θα δανείζεται το Ταμείο για να δανείζει με τη σειρά του στις χώρες με προβλήματα. Με το νέο δανεισμό θα μπορούν, για παράδειγμα, είτε να αντιμετωπίσουν άμεσες πιέσεις κρίσης, είτε ακόμη και να αγοράσουν μέρος των παλιών τους ομολόγων, όπως λέγεται τώρα για την Ελλάδα. Αποκλείεται να υπάρξει ουσιαστική μείωση του συνολικού όγκου χρέους με τον τρόπο αυτό. Ο δε νέος δανεισμός από το Ταμείο θα γίνεται με σκληρούς όρους λιτότητας. Δεν υπάρχει τίποτε αισιόδοξο για την περιφέρεια στην προοπτική αυτή.

– Η έξοδος από το ευρώ δεν θα οδηγήσει την Ελλάδα στην πολιτική απομόνωση και την οικονομική περιθωριοποίηση.

Κ.Λ. Η ΟΝΕ είναι μία νομισματική ένωση που έχει σκοπό να δημιουργήσει μιά νέα μορφή παγκοσμίου χρήματος. Δεν είναι ούτε η πραγμάτωση της αφηρημένης έννοιας της Ευρώπης, ούτε η εκπλήρωση της μοίρας της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο. Για πολιτικούς λόγους έχει επενδυθεί στη χώρα μας με ένα ιδεολογικό περιεχόμενο που δεν το έχει από τη φύση της. Η συμμετοχή της Ελλάδας αποδείχτηκε αποτυχημένη και αν η χώρα επιμένει να συμμετέχει θα αντιμετωπίσει μαρασμό.

Η έξοδος είναι επιβεβλημένη από τα πράγματα. Το αν θα καταλήξει σε απομόνωση και περιθωριοποίηση εξαρτάται από το πως θα γίνει. Στο μέτρο που θα γίνει με όρους που θα επιβάλλει η εργατική τάξη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα. Θα χρειαστεί δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία στις τράπεζες και γενικότερα στα μέσα παραγωγής, όπως επίσης και στο διεθνές εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Αλλά η Ελλάδα μπορεί να μείνει ανοιχτή στις παγκόσμιες τεχνολογίες, στις γνώσεις και δεξιότητες της παγκόσμιας εργατικής τάξης και στην παγκόσμια κουλτούρα. Μπορεί ακόμη να θέσει τις διεθνείς της πολιτικές σχέσεις σε άλλη βάση, χωρίς αναγκαστικά να περάσει στην απομόνωση. Να θυμίσω ότι η Αργεντινή είναι μέλος του G20 παρότι έκανε στάση πληρωμών το 2001. Στην πράξη, αν η Ελλάδα βγει από την ΟΝΕ με εργατική και λαϊκή πρωτοβουλία, θα δώσει μεγάλο χτύπημα στον παγκόσμιο καπιταλισμό και θα βάλει στο προσκήνιο τον εργατικό διεθνισμό για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Πρόκειται για το αντίθετο της απομόνωσης και περιθωριοποίησης. Θα δώσει νέα πνοή στο όραμα του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο.

Στάθης Κουβελάκης: Η αποδοχή της ΕΕ αποδιοργανώνει κάθε διεθνισμό

– Το γεγονός ότι σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από την Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δεν περιορίζει αντικειμενικά την εμβέλεια του στόχου; Επίσης δεν υπονομεύει την αναγκαία διεθνιστική αλληλεγγύη;

– Σ.Κ. Το γεγονός ότι, όπως σωστά επισημαίνεις στην ερώτησή σου, σε καμιά άλλη χώρα της Ευρώπης δεν προβάλλεται από φορείς της Αριστερά το αίτημα της εξόδου από το ευρώ, δείχνει κυρίως την έκταση της πολιτικής ανημπόριας και  της στρατηγικής αμηχανίας στην οποία έχει σήμερα περιέλθει η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ευρώ, η στάση απέναντι στο ευρώ αποτελεί δείκτη της γενικότερης στάσης απέναντι στην ΕΕ. Το μεγαλύτερο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς, όπως φαίνεται από τις θέσεις του ονομαζόμενου Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), στο οποίο συμμετέχουν οι περισσότερες δυνάμεις που κινούνται στα Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας (με κύρια εξαίρεση τα ΚΚ Ελλάδας και Πορτογαλίας), πιστεύει ότι οι λύσεις πρέπει να βρεθούν εντός των πλαισίων της ΕΕ. Δεν εξηγεί βέβαια με ποιόν τρόπο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και δεν βλέπει ότι, στον κόσμο της υπαρκτής ΕΕ στον οποίο ζούμε, όσο πιο “ευρωπαϊκή” είναι μια λύση, τόσο πιο αντιδραστική γίνεται. Πολύ απλά γιατί αυτό απορρέει από την ίδια τη δομή και το λόγο ύπαρξης της “ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης”.

Να επισημάνω επίσης και το κυριότερο: αυτές οι δυνάμεις δεν αρνούνται μόνο να θέσουν θέμα ευρώ αλλά και στάσης πληρωμών προτείνοντας στόχους όπως επαναδιαπραγμάτευση. Αποφεύγουν δηλαδή να τοποθετηθούν ευθέως πάνω στο ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης του χρέους, άρα και του ποιός θα πληρώσει το κόστος της ζημίας σε περίπτωση παραγραφής του μεγαλύτερου μέρους του, και αν κάτι τέτοιο είναι όντως συμβατό με τα πλαίσια της ΕΕ και της ΟΝΕ. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο αν αυτού του τύπου οι προτάσεις ούτε πείθουν την κοινωνία, ούτε δυναμική υπέρ της Αριστεράς δημιουργούν.

Σ’ αυτή τη λογική καλλιεργείται και η ιδέα ότι ο στόχος της εξόδου από το ευρώ, και γενικότερα οι μονομερείς κινήσεις όπως η στάση πληρωμών, πάσχουν από έλλειψη διεθνισμού, και, ότι ως εκ τούτου, αδυνατούν να λειτουργήσουν ως βάση σύγκλισης αριστερών δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο. Πρέπει να αντιστρέψουμε το επιχείρημα: αυτό που αποδιοργανώνει κάθε ουσιαστικό διεθνισμό είναι η αποδοχή των πλαισίων της ΕΕ, για τη διατήρηση των οποίων οι εργαζόμενοι και οι λαοί όλων των χωρών μελών καλούνται να πληρώσουν ένα υπέρογκο τίμημα, με διαφορετικούς και άνισους έστω όρους. Ας μη ξεχνάμε το μακρόχρονο πάγωμα των μισθών και το ροκάνισμα του κοινωνικού κράτους που υφίστανται οι Γερμανοί εργαζόμενοι, προς χάρην της προώθησης των εξαγωγικών δυνατοτήτων της Γερμανίας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας που αποτελούν τα θεμέλια της ΟΝΕ. Γι αυτό και αντί να ευνοεί τη σύγκλιση και τη συνεννόηση των λαών, η ΕΕ στρέφει τους μεν εναντίον των δε, ανασύροντας και διαδίδοντας κάθε είδους ρατσιστικά στερεότυπα (τα “γουρουνάκια”/PIIGS των χωρών της περιφέρειας, οι «τεμπέληδες» Έλληνες, κλπ).

Η Αριστερά έχει ζωτική ανάγκη από σοβαρή διεθνιστική στρατηγική, αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη λογική της ρήξης με την ΕΕ και της πάλης για ένα ριζικά διαφορετικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ας εμπνευστούμε εδώ από το πως προωθήθηκαν διεθνιστικοί στόχοι στη Λατινική Αμερική από μια σειρά προοδευτικών κυβερνήσεων : ανατρέποντας τα σχέδια των ΗΠΑ για επέκταση της ζώνης ελεύθερου εμπορίου, ανακτώντας κρίσιμα εργαλεία άσκησης εθνικής πολιτικής και δημιουργώντας εναλλακτικούς θεσμούς συνεργασίας μεταξύ κρατών (τράπεζα του Νότου, Μπολιβαριανή Ενωση ALBA, κοινό τηλεοπτικό κανάλι), σε μια κατεύθυνση ολοκλήρωσης σε ηπειρωτική κλίμακα.

– Για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους προκρίνεται η λύση της δημιουργίας Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ). Δεν υπάρχει ο κίνδυνος αυτή η πρόταση να καταλήξει σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή – κολυμβήθρα αμαρτιών, μακριά από την συμμετοχή των εργαζομένων;

– Σ.Κ. Ας διευκρινίσουμε κατ’ αρχήν ότι σε καμιά περίπτωση δε μιλάμε για κοινοβουλευτική επιτροπή, δηλαδή για υποχείριο των δύο κομμάτων που κυριαρχούν στο Κοινοβούλιο, αλλά για ανεξάρτητη επιτροπή, στην οποία θα έχουν όμως εκχωρηθεί αρμοδιότητες που θα της επιτρέπουν να προχωρήσει στο έργο της. Δηλαδή να έχει πρόσβαση στις δανειακές συμβάσεις και τους λογαριασμούς, να μπορεί να καλεί μάρτυρες κτλ.

Για να έχει αποτελεσματικότητα στον άμεσο στόχο της, τη διαφάνεια στο θέμα του δημόσιου χρέους, η ΕΛΕ πρέπει να συσπειρώσει δυνάμεις πέραν των γραμμών της Αριστεράς, ειδικούς σε μια σειρά από τομείς, προσωπικότητες ευρύτερης αποδοχής αλλά και εκπροσώπους κοινωνικών φορέων (συνδικάτα, επιστημονικοί σύλλογοι). Για να λειτουργήσει όμως πολιτικά πρέπει να κινηθεί παράλληλα με την παρέμβαση από τα κάτω των κινημάτων, των εργατικών οργανώσεων και της Αριστεράς, που οφείλουν να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα για ένα πολύ απλό λόγο: εκ των πραγμάτων, η ΕΛΕ θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός, θέτοντας υπό αμφισβήτηση συνολικά το χρέος, υποσκάπτοντας την ίδια τη νομιμότητα του. Όπως πολύ σωστά τόνισε η Σοφία Σακοράφα σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Δρόμο της Αριστεράς «η ΕΛΕ, επί της ουσίας, είναι ένα τακτικό βήμα στα όρια των αστικών θεσμών και της διαφάνειας και παράλληλα ένα στρατηγικό βήμα συγκρότησης ενός κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά».

– Όλοι αυτοί οι στόχοι δεν δημιουργούν αυταπάτες ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αποκτήσει ανθρώπινο πρόσωπο; Η Αριστερά και το εργατικό κίνημα τι ρόλο μπορούν να παίξουν σε αυτή τη διαδικασία;

– Σ.Κ. Πολύ συχνά στην Αριστερά η συζήτηση γύρω από το θέμα της μεταρρύθμισης ή της ρήξης με τον καπιταλισμό τείνει να αποκτήσει έναν μεταφυσικό, μη-ιστορικό, χαρακτήρα, σα να υπάρχει από τη μια πλευρά το στρατόπεδο αυτών που λένε “θέλουμε έναν καλύτερο καπιταλισμό” και από την άλλη το επαναστατικό στρατόπεδο που λέει “εμείς θέλουμε να τον ανατρέψουμε”. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν γίνονται έτσι, οι ταξικές αντιθέσεις θέτουν συγκεκριμένα προβλήματα, γύρω από τα οποία αντιπαρατίθενται επιλογές, που στηρίζονται σε ένα συσχετισμό δύναμης, αλλά και τον τροποποιούν. Θέμα πολιτικής εξουσίας, δηλαδή ρήξης επαναστατικού χαρακτήρα, τίθεται σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης του κυρίαρχου μπλοκ και ανόδου των αγώνων, πάντα γύρω από τα επίδικα ζητήματα της συγκεκριμένης συγκυρίας. Δε βρισκόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση σήμερα, κυρίως λόγω της αδύναμης θέσης των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων. Παρά την ιστορική του χρεοκοπία, ο ταξικός αντίπαλος είναι σε θέση επίθεσης και διεξάγει με επιτυχία τον δικό του αγώνα. Αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει.

Για να το πούμε διαφορετικά, ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με πολύ μεγάλη ικανότητα προσαρμογής. Μπορεί να επιβιώσει, ακόμη και να αναπτυχθεί, κάνοντας παραχωρήσεις στους εργαζόμενους, όταν εξαναγκάζεται βέβαια να το κάνει από ένα συσχετισμό δύναμης. Το απέδειξε εξ’άλλου τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, σε ένα περιορισμένο τμήμα του πλανήτη είναι αλήθεια. Αυτό έχει βέβαια και ένα όριο, και εδώ βρίσκεται το νοήμα των κρίσεων: για να ανασυγκροτηθεί προς όφελος των ισχυρών, το σύστημα πρέπει να πάρει πίσω όλες αυτές τις παραχωρήσεις που έκανε στο παρελθόν. Σε τέτοιες συνθήκες, αιτήματα όπως η ατζέντα που προτάσσουμε για το θέμα του χρέους, που, σε άλλες εποχές μπορεί να μην είχαν τίποτε το ανατρεπτικό, λειτουργούν με έναν εξαιρετικά ριζοσπαστικό τρόπο. Γιατί αναμετριούνται με τα κεντρικά επίδικα της κατάστασης, με την καρδιά της στρατηγικής του αντιπάλου. Αποτελούν μεταβατικούς στόχους, γύρω από τους οποίους μπορούν να δημιουργηθούν συμμαχίες και μέτωπα που είναι αναγκαία για να αλλάξει ο σημερινός συσχετισμός. Είναι μεταβατικοί στόχοι όμως και με την έννοια ότι η υλοποίησή τους ισοδυναμεί με διαδικασία μεγάλων συγκρούσεων, με εγχώρια και διεθνή εμβέλεια, που ανοίγουν με έναν απτό τρόπο την προοπτική μιας γενικότερης κοινωνικής αλλαγής, του σοσιαλισμού.