Home » 2010 » June

Monthly Archives: June 2010

Κυβέρνηση ανδρείκελων ΣΕΒ – ΔΝΤ – ΕΕ (Πριν, 27 Ιούνη 2010)

Πρώτη υποχώρηση για τα εργασιακά

ΒΡΑΖΕΙ ΤΟ ΠΑΣΟΚ

Μια μικρή ανακούφιση προσέφερε η απόφαση του υπουργού Εργασίας και ανδρείκελου του ΣΕΒ, Ανδρέα Λοβέρδου, να ακυρώσει το σχέδιο υλοποίησης των αλλαγών στα εργασιακά μέσω προεδρικού διατάγματος και να φέρει τις προτεινόμενες αλλαγές για ψήφιση στην Βουλή. Η αλλαγή αυτή ήλθε ως αποτέλεσμα των απρόβλεπτων σε έκταση, για τις Μαρίες Αντουανέτες του ΠΑΣΟΚ, μαζικών αντιδράσεων. Ταυτόχρονα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πετάει το μπαλάκι στους βουλευτές που πλέον δεν μπορούν να επικρίνουν την κυβέρνηση εκ του ασφαλούς και τίθενται έτσι προ των ευθυνών τους: Είτε να γίνουν φερέφωνα του ΔΝΤ και του ΣΕΒ ακολουθώντας τον δρόμο του Λοβέρδου, που έχει μετατραπεί σε παιδί για τα θελήματα της τρόικας (θυσιάζοντας εννοείται τις αρχηγικές του φιλοδοξίες στο βωμό του ΔΝΤ) είτε να ακολουθήσουν τον δρόμο που προς τιμήν τους επέλεξαν με αφορμή την ψήφιση στη Βουλή του μνημονίου της ντροπής οι ανεξάρτητοι πλέον βουλευτές Σ. Σακοράφα, Γ. Δημαράς και Β. Οικονόμου. Είναι αναγκαίο δε να τονιστεί ότι τυχόν ψήφιση του απαράδεκτου νόμου για τα εργασιακά χωρίς απώλειες θα ενισχύσει τη θέση του Παπανδρέου, επιταχύνοντας από την άλλη τη ραγδαία φθορά του κόμματος που ήδη καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις.

Η στάση της κυβέρνησης υπαγορεύτηκε επίσης και από τα μηνύματα που λάμβανε ότι ήταν πολύ πιθανό το Συμβούλιο Επικρατείας να έκρινε ως αντισυνταγματικές πολλές από τις προβλέψεις του προεδρικού διατάγματος κι έτσι να παγιδευόταν σε μια δικαστική διαμάχη αδυνατώντας να περάσει έγκαιρα τις επίμαχες αλλαγές. Κι εδώ ο χρόνος είναι που έχει την πρωτοκαθεδρία καθώς η κυβέρνηση βιάζεται να περάσει τα πλέον ακανθώδη μέτρα τώρα, πριν τον Αύγουστο δηλαδή, ώστε τον Σεπτέμβρη που η οργή της κοινωνίας θα χτυπήσει… κόκκινο να μη υπάρχουν αφορμές εντάσεων και απρόβλεπτων εκρήξεων.

Το κλίμα ωστόσο από τώρα είναι εκρηκτικό και προμηνύεται ένα καυτό καλοκαίρι, ανάλογο εκείνου που έζησε ο Μητσοτάκης με αφορμή την διάλυση της ΕΑΣ. Το γεύτηκε ο ίδιος ο γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, Σ. Ξυνίδης την προηγούμενη Τρίτη κατά τη διάρκεια σύσκεψης με συνδικαλιστικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, παρόντος και του προέδρου της ΑΔΕΔΥ, Σπ. Παπασπύρου. Δεδομένου ότι κι οι παραβρισκόμενοι δεν συγκαταλέγονται στους πλέον αναξιοπαθούντες, τα βρισίδια που άκουσε ο γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, που δεν λέγονται ούτε στα λαϊκά καφενεία τουλάχιστον χωρίς σοβαρές συνέπειες, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου της ογκούμενης κοινωνικής διαμαρτυρίας, που για να ξεσπάσει και να τα παρασύρει όλα περιμένει μονάχα μια μικρή αφορμή. Τίποτε άλλο…

  • Εκτίναξη της ανεργίας σε πρωτοφανή ποσοστά, αύξηση της φτώχειας μεταξύ των εργαζομένων που θα δουν τους μισθούς τους να πέφτουν σε τριτοκοσμικά επίπεδα και των ανέργων και κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας υπόσχεται ο νέος νόμος για τα εργασιακά που θα ψηφιστεί τις επόμενες δύο εβδομάδες.
  • Η αλλαγή των όρων προσφυγής στον Οργανισμό Διαιτησίας τορπιλίζει το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων

Εντελώς αδιάφορες και διακοσμητικού χαρακτήρα είναι οι αλλαγές που συνόδευσαν την δημοσιοποίηση και την κατάθεση στη Βουλή υπό μορφή νόμου του προεδρικού διατάγματος για τα εργασιακά. Οι μεταβολές έγιναν μόνο και μόνο για να δοθεί η δυνατότητα αναδίπλωσης σε εκείνους του βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που τις προηγούμενες μέρες αποδοκίμαζαν τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις και να μην γελάει μαζί τους ο κόσμος κι οι ψηφοφόροι τους για τη νέα τους κωλοτούμπα – άθλημα που έχει μετατραπεί σε δεύτερη φύση κάθε καλού ΠΑΣΟΚου βουλευτή. Πρόκειται για την αύξηση του χρόνου προειδοποίησης πριν την απόλυση που δεν στοιχίζει το παραμικρό στην εργοδοσία, την μείωση από τα 55 στα 57 χρόνια του ορίου ηλικίας που επιτρέπεται η αυτασφάλιση, κ.α.

Οι σημαντικότερες ωστόσο ανατροπές που έφερε το προεδρικό διάταγμα έμειναν ανέγγιχτες. Πρόκειται για ανατροπές που συνιστούν μια άνευ προηγουμένου κοινωνική οπισθοδρόμηση και σηματοδοτούν την καταστρατήγηση των πιο θεμελιωδών εργατικών κατακτήσεων. Αν τυχόν και γίνουν νόμος αυτές οι προτάσεις οι εργαζόμενοι θα δουν να εξαφανίζεται κάθε δίχτυ ασφαλείας που τους προστάτευε από την εργοδοτική αυθαιρεσία. Η εφαρμογή τους δε αποτελούσε επί χρόνια μύχια επιθυμία της ελληνικής αστικής τάξης κι υπ’ αυτή την έννοια ξεπερνάει τις δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στο μνημόνιο. Με την εφαρμογή αυτών των μέτρων το επίπεδο των κοινωνικών κατακτήσεων θα οδηγηθεί στην εποχή της πρώιμης βιομηχανικής επανάστασης. Κι αυτό μάλιστα σε μια εποχή συγκλονιστικών δυνατοτήτων που όλο και περισσότερος πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια. Χαρακτηριστικά, με βάση έρευνα της Μπανκ οφ Αμέρικα, ο αριθμός των πλουσίων με περιουσία άνω του 1 εκ. δολ. κατά το 2009 αυξήθηκε σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο κατά 17%, φθάνοντας τα 10 εκ. άτομα. Η δε περιουσία τους αυξήθηκε κι αυτή κατά 19% φθάνοντας τα 39 τρισ. δολ., ποσό που είναι τριπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Ας δούμε όμως πως δημιουργείται και πως συγκεντρώνεται – σπυρί, σπυρί! – αυτός ο πλούτος.

Οι προτεινόμενες αλλαγές στα εργασιακά όπως έγιναν γνωστές την Παρασκευή από τον εντολοδόχο υπουργό της τρόικας, Α. Λοβέρδο, αφορούν:

Πρώτα και κύρια την διευκόλυνση των απολύσεων. Στο εξής οι απολύσεις θα είναι πιο φθηνές και πιο εύκολες. Οι απολύσεις γίνονται συμφέρουσες για το κεφάλαιο από τη στιγμή που μειώνεται πιο κάτω κι από το 50% το κόστος της αποζημίωσης που στο εξής θα καταβάλλεται κι αυτό μάλιστα με… δόσεις. Χαρακτηριστικά, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ – μαριονέτες των βιομηχάνων προτείνει αντί του 1 μισθού με τον οποίο αποζημιωνόταν μέχρι τώρα ένας εργαζόμενος που δούλευε από 2 μήνες μέχρι 1 έτος, στο εξής να αποζημιώνεται με μισό μισθό. Η αποζημίωση 2 μηνών που αναλογούσε σε όσους απασχολούνταν από 1 έως 4 έτη, κόβεται στη μέση και μετατρέπεται σε αποζημίωση 1 μήνα, κοκ. Επίσης τα ανώτατα επιτρεπόμενα ποσοστά απολύσεων που υπήρχαν ως τώρα (2% για παράδειγμα για επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 200 ατόμων) αυξάνονται σημαντικά. Συνολικά πρόκειται για δώρο στο κεφάλαιο που θα έχει ως αποτέλεσμα ένα πρωτοφανές κύμα απολύσεων. Είναι άλλωστε κοινό μυστικό ότι οι επιχειρήσεις περίμεναν εδώ και καιρό τον συγκεκριμένο νόμο, καθυστερώντας τις απολύσεις, οπότε με την αύξησή του θα έχουμε ένα τσουνάμι απολύσεων. Για τους εργαζόμενους η σχετική διάταξη θα σημάνει αρχικά την εκτίναξη της ανεργίας σε επίπεδα πρωτοφανή για την μεταπολεμική Ελλάδα. Μάλιστα η ανεργία θα θίγει όλο και συχνότερα μεγάλους σε ηλικία εργαζόμενους που θα πληγούν με προνομιακό τρόπο από τις αλλαγές. Η σχετική διάταξη επίσης θα προκαλέσει την εξαθλίωση χιλιάδων ανέργων που με τη μισή πλέον αποζημίωση θα τους είναι αδύνατο ακόμη και να βιοποριστούν. Πώς θα καλύψουν το κόστος του ενοικίου, της διατροφής και της ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης σε ένα περιβάλλον συνεχών ανατιμήσεων και διάλυσης κάθε δημόσιας υποδομής παροχής κοινωνικών υπηρεσιών;

Η απόλυση των μεγάλων σε ηλικία εργαζομένων θα προσλάβει διαστάσεις χιονοστιβάδας καθώς ταυτόχρονα με το φθήνεμα αυτής της διαδικασίας γίνεται πολύ πιο συμφέρουσα οικονομικά (πέρα από αποδοτική) η πρόσληψη νέων. Η δυνατότητα αμοιβής νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας από 15 – 18 ετών με 518 ευρώ (75% του κατώτατου μισθού των 740 ευρώ) με 592 ευρώ για όσους είναι έως 21 ετών (το 80% του κατώτατου μισθού των 740 ευρώ) και με 629 ευρώ για όσους είναι 21 – 25 ετών (85% του κατώτατου μισθού) ισοδυναμεί με την επίσημη κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, με την δημιουργία εργαζομένων πολλαπλών ταχυτήτων, με τον περαιτέρω κατακερματισμό της αγοράς εργασίας, με την ακύρωση στην πράξη της συνταγματικής αρχής ίση αμοιβή για ίση εργασία! Είναι μια «πάσα» στην εργοδοσία που έτσι θα μπορεί να απολύει τους σχετικά «ακριβούς» λόγω προϋπηρεσίας και πολλών επιδομάτων μεγάλους σε ηλικία εργαζομένους και να προσλαμβάνει νέους, που θα καταδικάζονται να ζουν στη φτώχεια.

Όσο για την «υποχώρηση» του υπουργού των βιομηχάνων, Ανδρέα Λοβέρδου, που τελευταία στιγμή ανέθεσε στον ΟΑΕΔ να καταβάλει την διαφορά από τη συλλογική σύμβαση είναι στάχτη στα μάτια, μια κι ο ΟΑΕΔ κατ’ αρχήν είναι μόνιμα ελλειμματικός. Από πού θα βρει τα χρήματα για να πληρώσει τους νέους εργαζόμενους; Αν το εννοούσε αυτό που έλεγε θα έπρεπε ταυτόχρονα να προχωρούσε και στην εκταμίευση των σχετικών πόρων ο Λοβέρδος, ο οποίος στη συνέντευξη Τύπου προχθές όλο ξεδιαντροπιά και γλυκιά νοσταλγία προφανώς για τα μετεμφυλιακά χρόνια 1950 – 1974 δήλωσε πως “η σωτηρία της πατρίδας επιβάλλει το τέλος της μεταπολιτευτικής ευδαιμονίας”! Ακόμη όμως και να υλοποιηθεί αυτή η εξαγγελία θα πρόκειται για την απαλλαγή της εργοδοσίας από ένα κόστος το οποίο στο εξής μεταβιβάζεται στον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή στους φορολογούμενους και τελικά στους εργαζόμενους! Άραγε εδώ δεν ισχύει η συνήθης πειθαρχία για τα δημόσια έσοδα, που δεν επιτρέπει την παραμικρή σπατάλη; Προφανώς όχι. Παρατηρείται μάλιστα η εξής παραδοξότητα: Ένας νόμος που υποτίθεται πως εφαρμόζεται για την μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων (ενώ στην πραγματικότητα είναι άσχετος, με τη δημοσιονομική εξυγίανση να λειτουργεί απλώς ως μια καλή αφορμή) στην πράξη να αυξάνει τα δημοσιονομικά ελλείμματα προβλέποντας νέες δωρεές στην εργοδοσία! Υπάρχει πιο μεγαλειώδης απόδειξη για την υποκρισία τους και τις τεράστιες ευθύνες που φέρουν κυβέρνηση και αστική τάξη για τον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών;

Μείζονος σημασίας μεταβολή αποτελεί κι η κατάργηση στην πράξη του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας καθώς στο εξής για να γίνει προσφυγή θα απαιτείται συναίνεση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Δεν θα μπορούν δηλαδή να προσφεύγουν μόνοι τους οι εργαζόμενοι όπως συνέβαινε ανέκαθεν, μετά δηλαδή την ψήφιση του σχετικού νόμου το 1990. Ειδικότερα στο άρθρο 74 αναφέρεται: “Η προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να  γίνεται και μονομερώς από συνδικαλστικές οργανώσεις εργαζομένων, εφόσον αποδέχονται την πρόταση του μεσολαβητή που απορρίπτει ο εργοδότης, εφόσον δεν αφορά πρόταση για κλαδική, επιχειρηματική ή ομοιοεπαγγελματική σύμβαση εργασίας”! Και τότε τι άλλο θα μπορούσε να αφορά;

Οι δραματικές συνέπειες που θα έχει αυτή η αλλαγή στις ίδιες τις συλλογικές διαπραγματεύσεις τεκμηριώθηκε από τον αν. καθηγητή του ΔΠΘ, Γιώργο Κατρούγκαλο στην Ελευθεροτυπία της Τρίτης 22 Ιούνη: «Σήμερα οι διαιτητικές αποφάσεις αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συλλογικών ρυθμίσεων. Αυτό όμως συμβαίνει γιατί οι εργοδότες διαπραγματεύονται και καταλήγουν σε συμφωνία με τα εργατικά σωματεία ακριβώς γιατί γνωρίζουν ότι εάν δεν το κάνουν, υπάρχει κι η Διαιτησία ως έσχατο καταφύγιο. Εάν λείψει αυτή η δυνατότητα, ολόκληροι τομείς εργασιακών σχέσεων θα μείνουν αρρύθμιστοι, όπως επιθυμούν οι άγγελοι των νεοφιλελεύθερων άγριων αγορών. Θυμίζω ότι οι τράπεζες πρώτες έσυραν τον χορό αυτό, αρνούμενες να διαπραγματευτούν με την ΟΤΟΕ τη σύναψη κλαδικής συλλογικής σύμβασης και ότι μόνον ο ΟΜΕΔ έδωσε λύση στο αδιέξοδο».

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω μέτρα ο νέος νόμος για τα εργασιακά δίνει τη δυνατότητα στη εργοδοσία να επιβάλλει στις κλαδικές συμβάσεις εργασίας χαμηλότερους μισθούς απ’ αυτούς που προβλέπονται στη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ανατρέποντας μια πρακτική δεκαετιών που ήθελε τις επιμέρους συμβάσεις να βελτιώνουν τις κατακτήσεις της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, έστω και οριακά. Πλέον καταργείται και αυτό το δίχτυ προστασίας, προς όφελος της εργοδοσίας που θα μπορεί να εκβιάζει: ή τρεις κι εξήντα κατοχυρωμένες ή τα ίδια λεφτά στην πράξη, χωρίς καν σύμβαση εργασίας.

Τα παραπάνω μέτρα που θα οδηγήσουν σε κοινωνικό Μεσαίωνα δεν είναι παρά μόνο η αρχή! Το μνημόνιο προβλέπει κι άλλα μέτρα στο εργασιακό, όπως για παράδειγμα: «μείωση της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας και μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του χρόνου εργασίας. Τοπικά σύμφωνα που θέτουν τις μισθολογικές αυξήσεις χαμηλότερα από τις κλαδικές συμφωνίες και εισάγουν αμοιβές που θα συνδέονται με την παραγωγικότητα σε επίπεδο επιχείρησης». Στο ίδιο κεφάλαιο, «Ενέργειες για τον τρίτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του τέταρτου τριμήνου 2010)», αναφέρεται επίσης πως πρέπει «οι τρέχοντες κατώτατοι μισθοί να παραμείνουν σταθεροί σε ονομαστικούς όρους για τρία χρόνια», κάτι που θίχτηκε και στη συνέντευξη Τύπου της Παρασκευής προμηνύοντας άμεσες κρατικές παρεμβάσεις προς όφελος της εργοδοσίας.

  • Κατάργηση δημόσιων φορέων, διάλυση του ΟΣΕ 
  • ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΙ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Την κατάργηση 16 δημόσιων οργανισμών, 4 ανωνύμων εταιρειών και την συγχώνευση 13 δημόσιων φορέων ανακοίνωσε η κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα, εφαρμόζοντας έναν ακόμη όρο του μνημονίου. Πρόκειται για υπηρεσίες που μπορεί τα τελευταία χρόνια να μετατράπηκαν σε γραφειοκρατικά απολιθώματα ωστόσο ιδρύθηκαν για να στηρίξουν την κοινωνική πολιτική (Εθνικό Κέντρο Ερευνών Υγείας, Εθνικό Παρατηρητήριο Ατόμων με Αναπηρία, κ.α.), τον πολιτισμό (Εθνική Ακαδημία Γραμμάτων και Επιστημών, Ιόνιος Ακαδημία, κ.α.)  ή για να εφαρμόσουν μια στοιχειώδη βιομηχανική πολιτική μέσω της κρατικής παρέμβασης (Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, Κέντρο Ελληνικής Γούνας, κ.α.). Όλα αυτά πλέον τα σχέδια ανήκουν στο παρελθόν, μαζί με τις θέσεις εργασίας που περιελάμβαναν. Γιατί, μπορεί η απόλυση των 296 εργαζομένων από την ΑΓΡΟΓΗ που προσελήφθησαν στις 4 Αυγούστου με υπουργική απόφαση να μην προκαλεί κύματα αλληλεγγύης στους εργαζόμενους (ξέροντας ότι επρόκειτο για σκανδαλώδεις ρουσφετολογικές προσλήψεις) η κατάργηση ωστόσο ακόμη κι αυτών των θέσεων εργασίας μειώνει το συνολικό επίπεδο απασχόλησης κι αυξάνει τις στρατιές των ανέργων. Προετοιμάζει επίσης την απόλυση κι άλλων δημοσίων υπαλλήλων, με το σκεπτικό ότι καταργούνται οι οργανικές τους θέσεις.

Δραματικά αποτελέσματα στο επίπεδο της απασχόλησης θα έχει και η σχεδιαζόμενη αναδιάρθρωση – συρρίκνωση του ΟΣΕ, η οποία επίσης προβλέπεται από το μνημόνιο της ντροπής. Στις εξαγγελίες που θα γίνουν αυτή την εβδομάδα θα περιλαμβάνεται η αύξηση των εισιτηρίων, η μείωση των δρομολογίων κι επίσης του προσωπικού κατά 2.000 που θα φτάσει τους 4.000 αν και σύμφωνα με τις δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού Δ. Ρέππα το «πλεονάζον» προσωπικό δεν θα απολυθεί, αλλά θα μεταταχθεί σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου. Η υποβάθμιση του ΟΣΕ (αφού πρώτα έπαιξε μια χαρά για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ το ρόλο του ως οχήματος για τις μίζες από τη Ζίμενς) θα οδηγήσει στην αύξηση του κόστους μετακινήσεων για τα πιο φτωχά στρώματα της ελληνικής υπαίθρου και τους φοιτητές.

Οι χειρότερες αλλαγές όμως δεν αφορούν το επίπεδο τιμών, που είναι ήδη απαγορευτικό, όπως μαρτυρά η αύξηση του πληθωρισμού στο 5,4% και θα ανέβει κι άλλο από την 1η Ιουλίου όταν θα εφαρμοστεί ο αυξημένος ΦΠΑ. Το χειρότερο είναι το οικονομικό μοντέλο που συνειδητά μεν, σιωπηρά δε σχεδιάζει το ΠΑΣΟΚ με αυτές τις αλλαγές. Προετοιμάζοντας το έδαφος για την εξαγορά του ΟΣΕ από την κινέζικη COSCO (ή κάποια άλλη πολυεθνική επιχείρηση) αποψιλώνουν το έδαφος επί του οποίου μπορεί να αναπτυχθεί η παραγωγή κοινωνικά αναγκαίων προϊόντων και υπηρεσιών. Τα δισ. από την άλλη που υπόσχεται η κάθε COSCO αποτελούν δηλητηριασμένο φρούτο καθώς λειτουργούν ως πολιορκητικός κριός που ενοποιεί χωρικά και καθετοποιεί παραγωγικά τις οικονομικές δραστηριότητές της εις βάρος της εγχώριας παραγωγής και των θέσεων εργασίας. Ταυτόχρονα το ντάμπινγκ των τιμών αποκτά νέα ώθηση με μοναδικούς χαμένους τις ανώτερες μισθολογικές κατακτήσεις των εργαζομένων στη Δύση. Πολλαπλά επομένως είναι τα οφέλη που δρέπει το κεφάλαιο από τέτοιες μεταβιβάσεις. Αντίθετα με τους εργαζομένους…

  • ΥΠΕΡΕΞΟΥΣΙΕΣ ΣΤΟ ΥΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
  • Δημιουργική λογιστική και μαγειρέματα αριθμών
  • ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Όπως ακριβώς αναμενόταν, η πορεία υλοποίησης του μνημονίου πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Για την ακρίβεια ό,τι αφορά τους ονομαστικούς του στόχους όπως είναι η μείωση των ελλειμμάτων, καθώς η επίτευξη του στόχου μείωσης του κατά το πρώτο πεντάμηνο οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά 30%, την μεταφορά των πληρωμών ακόμη και για εξοπλιστικά προγράμματα τους επόμενους μήνες και την άρνηση του υπουργείου να επιστρέψει, όπως υποχρεούται, φόρους προς τις επιχειρήσεις. Το υπουργείο Οικονομικών κοινώς επιδίδεται στην ίδια δημιουργική λογιστική, την οποία μετέτρεψαν σε επιστήμη οι προκάτοχοί του Γ. Παπακωνσταντίνου προκαλώντας μύριες όσες καταγγελίες του, τον πρώτο καιρό που ανέλαβε τα καθήκοντά του. Τώρα όμως σιγή ιχθύος. Πώς αλλιώς θα καλυπτόταν η αναπάντεχη υστέρηση των εσόδων του προϋπολογισμού λόγω της ύφεσης;

Από την άλλη οτιδήποτε περιλαμβάνεται στο μνημόνιο και αφορά αντιλαϊκές πολιτικές εφαρμόζεται πολύ πιο γρήγορα κι από τα χρονοδιαγράμματα. Όπως για παράδειγμα οι υπερεξουσίες με τις οποίες θωρακίζεται ο υπουργός Οικονομικών ο οποίος θα έχει λόγο για τα οικονομικά κάθε δημόσιου φορέα. Το σχετικό νομοσχέδιο προκάλεσε την αντίδραση της Βάσως Παπανδρέου καθώς επιταχύνει την περιθωριοποίηση της Βουλής και την αναβάθμιση των οικονομικών υπουργείων κι ιδιαίτερα του Οικονομικών, που μετατρέπεται σε υπουργείο δοσίλογων συνεργατών της τρόικας.

Με βήμα ταχύ επίσης προχωρά και η νομοθετική κατοχύρωση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που προβλέπεται στο μνημόνιο το οποίο θα προικισθεί με 10 δισ. που θα πάνε στις τράπεζες από τα 110 δισ. δια της συνολικής δανειοδότησης. Στο παράρτημα 2 του μνημονίου περιλαμβάνεται κι ο εξής αποικιοκρατικός όρος που δίνει στην τρόικα εξουσίες που θα ζήλευαν κι οι Ναζί την περίοδο της γερμανικής κατοχής: «Η νομοθεσία θέσπισης του Ταμείου θα προβλέπει ότι κατά την εκτέλεση των υπό του νόμου καθηκόντων τους, ούτε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ούτε κάποιο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου θα αναζητήσουν ή θα λάβουν οδηγίες από την ελληνική κυβέρνηση ή από άλλο κρατικό φορέα»! Τα 10 δισ. θεωρείται βέβαιο από στελέχη του κλάδου πως δεν θα παίξουν έναν παθητικό ρόλο καλύπτοντας απλώς και μόνον κενά που θα δημιουργηθούν, αν τεθεί σε κίνδυνο η φερεγγυότητα κι η σταθερότητα του συστήματος. Αντίθετα λέγεται πώς θα αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση επιτάχυνσης των διαδικασιών εξαγορών και συγχωνεύσεων στο τραπεζικό σύστημα μέχρι η σημερινή πολυδιάσπαση να οδηγήσει στις 2,5 τράπεζες που κατά τον πρόεδρο της Άλφα Μπανκ, Γιάννη Κωστόπουλο, χωράει η ελληνική αγορά. Σε αυτή την προοπτική είναι πολύ πιθανό η αύξηση του ορίου απολύσεων που περιλαμβάνεται στο εργασιακό νομοσχέδιο να φανεί πολύτιμη πρώτα και κύρια στους τραπεζίτες ώστε τα σχέδια συγκεντροποίησης του κεφαλαίου να προχωρήσουν με το μικρότερο δυνατό κόστος: απολύοντας δηλαδή όσους εργαζόμενους χαρακτηρισθούν ακόμη μια φορά «πλεονάζοντες». Ρόλο επιταχυντή σε αυτή την πορεία βίαιης αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος έπαιξε η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων από την Μούντι’ς την προηγούμενη εβδομάδα. Η υποβάθμιση τους κατά 4 ολόκληρες θέσεις, στην κατηγορία των σκουπιδιών δεν έπληξε μόνο το ελληνικό χρέος όπως φάνηκε από την εκτίναξη των ασφαλίστρων κινδύνου έναντι χρεοκοπίας σε ιστορικά επίπεδα και τις μαζικές ρευστοποιήσεις κρατικών ομολόγων από διεθνείς επενδυτές με αποτέλεσμα η απόδοση του δεκαετούς την περασμένη Τετάρτη να υπερβεί το 10%. Έπληξε αυτόματα και τις ελληνικές τράπεζες που είδαν τις μετοχές τους να γίνονται κι αυτές σκουπίδια, υπογραμμίζοντας έτσι για μια ακόμη φορά τις καταστρεπτικές συνέπειες από την προσφυγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ.

Advertisements

Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας (Επίκαιρα 24/6-30/6/2010)

Μοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας κι οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας. Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% κι ως προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει την διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων. Αφορμή γι αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες δε ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της που ανέρχονται σε 16 δισ. μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στον «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που ναι μεν διαψεύστηκαν επισήμως, καθόλου όμως πειστικά. Η επίσκεψη μάλιστα του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος Καν στην Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος κι εν τέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, κι είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53% όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια μια συνεχή προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να την συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ – προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα της που στο τέλος του 2009 έφθασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι του δημόσιου τομέα, αλλά του… ιδιωτικού! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβρη του 2008 όμως, ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, όπου η εν λόγω αγορά είχε φθάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 9 Ιούνη, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της φούσκας κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φθάνουν το 1 εκ.! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δισ. ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιούνη) με ονομαστικό στόχο την μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμισι χρόνο μετά βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια μαύρη τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέγηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο ιδιωτικός τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας, επίσης, προβληματικός.

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο τον Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν όπως φάνηκε για αυτή την «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, ως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, …μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας από την μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ από την άλλη φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα (όπως ακριβώς συμβαίνει στην Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες) βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιούνη οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στην ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δισ. ευρώ, τις μαύρες τρύπες τους, σύμφωνα με την El Pais στις 16 Ιούνη, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής, περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος την μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους – αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία – θα διευρύνεται.

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Θαπατέρο στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων» που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας την χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από την Βουλή. Άλλωστε μια μόλις μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο την μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011, πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μιας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιούνη ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας άλλωστε έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.

Στροφή υπέρ λιτότητας και ΗΠΑ στην Ιαπωνία (Επίκαιρα, 17-23 Ιούνη 2010)

Στην πλήρη νόθευση της λαϊκής βούλησης όπως αποτυπώθηκε στις εκλογές της 30ης Αυγούστου συντείνει η ενδοκυβερνητική αλλαγή σκυτάλης που πραγματοποιήθηκε πριν δύο εβδομάδες στην Ιαπωνία. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών που πραγματοποιήθηκαν πριν δέκα μήνες στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου θεωρήθηκε ορόσημο καθώς σήμανε την ήττα του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος που κυβερνά την δεύτερη οικονομία του πλανήτη εδώ και 50 χρόνια με μοναδική εξαίρεση την 11μηνη θητεία μιας συμμαχικής κυβέρνησης. Η νίκη του αντιπολιτευόμενου ως τότε Δημοκρατικού κόμματος προμηνυόταν ιστορικές αλλαγές στην πορεία της Ιαπωνίας γιατί στην προμετωπίδα του είχε δύο αιτήματα που ανάτρεπαν εκ βάθρων την ακολουθούμενη πολιτική. Το πρώτο αφορούσε την επανεξέταση της προνομιακής σχέσης με τις ΗΠΑ, ουσιαστικά τον απεγκλωβισμό της ιαπωνικής εξωτερικής πολιτικής από την πρόσδεση στην Ουάσιγκτον. Και το δεύτερο, την άσκηση μιας επεκτατικής οικονομικής πολιτικής με την στήριξη της ενεργού ζήτησης στο εσωτερικό της χώρας, ακόμη και την διερεύνηση της δυνατότητα επιστροφής στο κράτος ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου που αποτελούσε τον κόμβο γύρω από τον οποίο αρθρωνόταν η οικονομική ζωή της χώρας.

Όλα αυτά τα σχέδια αποτελούν πλέον παρελθόν. Η εγκατάλειψή τους μάλιστα συντελέστηκε πριν αναλάβει την πρωθυπουργία ο Ναότο Καν, υπουργός Οικονομικών μέχρι πρόσφατα. Ενώ ακόμη κυβερνούσε ο Γιουκίο Χατογιάμα, που κέρδισε την θριαμβευτική νίκη του προηγούμενου Αυγούστου, μια συμφωνία που υπέγραψε με τους Αμερικανούς στις 28 Μαΐου με βάση την οποία παρατείνεται η παραμονή της αμερικανικών βάσεων στην Οκινάουα, παρά κι ενάντια στην θέληση των κατοίκων του νησιού που μάχονται εδώ και χρόνια για την απομάκρυνσή της, επισφράγισε την εγκατάλειψη των προεκλογικών του υποσχέσεων. Και φυσικά την απογοήτευση των Ιαπώνων από την κυβέρνησή του, που καταγράφτηκε με τον πιο αδιάψευστο τρόπο με την ελεύθερη πτώση της δημοτικότητάς του.

Η επανάκαμψη της Ιαπωνίας στην αγκαλιά του μεγάλου αδελφού (που διατηρεί 90 στρατιωτικές βάσεις και 50.000 στρατιώτες στη νησιώτικη χώρα) επισημοποιήθηκε με το τηλεφώνημα που έκανε ο νέος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας στον αμερικανό πρόεδρο, Μπαράκ Ομπάμα, το σαββατοκύριακο 5-6 Ιούνη, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του για να τον διαβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν στρατηγικός σύμμαχος της Ιαπωνίας. Κι επίσης ό,τι κάθε σκέψη για άσκηση μιας περισσότερο ανεξάρτητης και πολυμερούς διπλωματίας παραπέμπεται πλέον στις ελληνικές καλένδες, μαζί με τα σχέδια παρεμπόδισης των αμερικανικών παρεμβάσεων στην ασιατική πλευρά του Ειρηνικού.

Εξ ίσου θεαματική είναι η στροφή που υπόσχεται η νέα πολιτική ηγεσία της Ιαπωνίας και στο θέμα της οικονομίας. Με δύο λόγια: Τα προγράμματα εξοντωτικής λιτότητας τώρα και στην… Ιαπωνία. Το πρελούδιο της λιτότητας αποτέλεσε μια δραματική ομιλία του νέου πρωθυπουργού, με την οποία κινδυνολογούσε ότι η Ιαπωνία θα γίνει… Ελλάδα. Ως φόβητρο εμφάνισε την αύξηση του δημόσιου χρέους που πλέον είναι διπλάσιο του ΑΕΠ κι ως φάρμακο τον διπλασιασμό του καταναλωτικού φόρου από 5% στο 10%. Κι όμως το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας που το 2009 έφθασε το 192% του ΑΕΠ δεν δημιουργεί κινδύνους. Αδιάψευστος μάρτυρας τα πολύ χαμηλά επιτόκια με τα οποία απορροφώνται οι νέες εκδόσεις κρατικών ομολόγων. Για παράδειγμα τα δεκαετή ομόλογα αγοράζονται με επιτόκιο 1,3%, ενώ τα 30ετή με επιτόκιο μόλις 2%!

Το παραπάνω παράδοξο (παγκόσμιο χρυσό στο δημόσιο χρέος – με μοναδική εξαίρεση την Ζιμπάμπουε όπου το χρέος φθάνει το 304% του ΑΕΠ – με ταυτόχρονο χαμηλό ρεκόρ στις αποδόσεις) ερμηνεύεται αν πάρουμε υπ’ όψη μας την προέλευση των χρημάτων που καλύπτουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το 2008 στην Ιαπωνία , με βάση πρόσφατη έκθεση της εταιρείας συμβούλων McKinsey, από το συνολικό χρέος που έφθανε το 188% του ΑΕΠ, το 175% προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό! Καμία άλλη δυτική χώρα δεν έχει τέτοιες επιδόσεις. Στην Ιταλία για παράδειγμα όπου το δημόσιο χρέος ανερχόταν το 2008 στο 101% του ΑΕΠ μόνο το 52% προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό. Στη Γαλλία από το 73% του ΑΕΠ μόνο το 33%. Αντίστοιχες με τις ιαπωνικές επιδόσεις συναντάμε μόνο στον Καναδά όπου από το 60% του ΑΕΠ, που ήταν το δημόσιο χρέος το 2008, προερχόταν από εσωτερικό δανεισμό το 57% και στη Νότια Κορέα όπου από το 28% του ΑΕΠ, οι ίδιοι οι νοτιοκορεάτες κατείχαν το 26%. Το γεγονός ότι το ιαπωνικό δημόσιο προσφεύγει στην εσωτερική αγορά για να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες, όπως είναι εμφανές το καθιστά σχεδόν απρόσβλητο από την κερδοσκοπική βουλιμία των αγορών και των κάθε λογής παρασίτων που αναπτύσσονται στη σκιά της: οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, συμβόλαια πιστωτικού κινδύνου, κ.λπ. Κατ’ επέκταση κίνδυνος να κλείσουν οι κρουνοί του δανεισμού και να μην μπορέσει να καλύψει τι δανειακές της ανάγκες η Ιαπωνία δεν υφίσταται, όπως μαρτυρούν και τα πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Γίνεται εύκολα επομένως αντιληπτό πως αν κάτι εξυπηρετεί αυτή η κινδυνολογία είναι την δικαιολόγηση των αντιλαϊκών φορομπηχτικών μέτρων, όπως ο διπλασιασμός των φόρων επί της κατανάλωσης. Η απόφαση μάλιστα της κυβέρνησης προκάλεσε την δημόσια κατακραυγή επειδή είναι πολύ νωπές ακόμη οι μνήμες από την προηγούμενη αύξηση (από 3% στο 5% το 1997) που έδωσε την χαριστική βολή στην οικονομία. Όπως υπενθύμιζαν κι οι Financial Times στις 10 Ιούνη «η οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση κι οι λιανικές πωλήσεις έπεφταν σταθερά τα επόμενα επτά χρόνια».

Οι αιτίες άλλωστε του δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας εκεί ακριβώς αντοπίζονται, στην χρόνια ύφεση. Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι ο αριθμητής (το δημόσιο χρέος), αλλά ο παρανομαστής (το ΑΕΠ). Έχοντας καταγράψει την τελευταία 12ετία κατά μέσο όρο ετήσια άνοδο το ΑΕΠ μόλις 0,5% (ενώ για φέτος προβλέπεται μείωση άνω του 5%) και τα προηγούμενα χρόνια ελεύθερη πτώση, ένα σχετικά σταθερό ως ποσό δημόσιο χρέος, όταν αποδίδεται ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχώς αυξάνει. Κι η κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην καρδιά του, την χρόνια και παρατεταμένη ύφεση, το επιδεινώνει με μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης, που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο του δημόσιου χρέους, όπως μετριέται σαν ποσοστό του ΑΕΠ.

Ο κίνδυνος όμως ξεπερνάει την μακρινή μας Ιαπωνία. Τις τελευταίες εβδομάδες όλες μα όλες οι μεγάλες χώρες του κόσμου κηρύσσουν ανένδοτο στα δημοσιονομικά ελλείμματα, ανακοινώνοντας άγριες περικοπές δημοσίων δαπανών. Για την Ευρώπη, από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, μέχρι την Ιρλανδία, την Αγγλία, την Ουγγαρία και τη Δανία, με τελευταίο κρούσμα την Γερμανία όπου η Μέρκελ ανακοίνωσε πρόγραμμα περικοπών ύψους 80 δισ. ευρώ και απολύσεων 15.000 δημοσίων υπαλλήλων, έχουμε αναφερθεί εκτενώς. Το κακό όμως μεταδίδεται. Η Ρωσία πριν μια εβδομάδα ανακοίνωσε ότι θα μειώσει τους δημόσιους υπαλλήλους κατά 20%. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου φαινόταν να υιοθετείται μια πιο πραγματιστική προσέγγιση, το κλίμα αλλάζει με τους ιέρακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας να παίρνουν το πάνω χέρι. «Σε μια στιγμή κατά την οποία πολλοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ είναι πιθανό να κινδυνεύσει από παρατεταμένη υψηλή ανεργία και χαμηλή μεγέθυνση, ο Ομπάμα ανακαλύπτει πως τα εργαλεία που διέθετε πέρυσι – μεγάλα πακέτα δημοσιονομικής στήριξης και παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας – δεν διαθέτουν πλέον πολιτική στήριξη», ανέφερε η International Herald Tribune στις 10 Ιούνη. Και συνέχιζε: «Το κλίμα και στα δύο κόμματα του Κογκρέσου έχει αλλάξει σημαντικά σε μια κατεύθυνση κατά των ελλειμμάτων, υπό την έννοια πως τα προγράμματα δημιουργίας θέσεων εργασίας, που προωθούνταν από τον Λευκό Οίκο και τη δημοκρατική ηγεσία του Κογκρέσου περικόπτονται ξανά και ξανά. Είναι χαρακτηριστικό πώς ο Ομπάμα την Τρίτη χαιρέτησε μια πρωτοβουλία μείωσης των προϋπολογισμών των μεγαλύτερων κρατικών υπηρεσιών κατά 5%, όταν η συμβατική θεωρία θα απαιτούσε περισσότερες κρατικές δαπάνες για να ανορθωθεί η οικονομία». Εναντίον της «απλουστευτικής λιτότητας», με αφορμή τις δρακόντειες περικοπές δαπανών τάχθηκε κι ο καθηγητής Τζέφρεϋ Σακς, με άρθρό του στους Financial Times στις 8 Ιούνη, το οποίο προαναγγελλόταν από την πρώτη σελίδα της βρετανικής εφημερίδας με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Αποχαιρετισμό στον Κέυνς»…

Το πρόβλημα έτσι είναι πολύ μεγαλύτερο από την κραυγαλέα αθέτηση των προεκλογικών υποσχέσεων των πολιτικών ελίτ από την Ουγγαρία μέχρι την Ιαπωνία που εκλέγονται πανηγυρικά υποσχόμενες ακύρωση των προγραμμάτων λιτότητας και ανακούφιση των ψηφοφόρων και …εντελώς ξαφνικά ανακαλύπτουν τον κίνδυνο να γίνουν Ελλάδα. Ο κίνδυνος πλέον είναι όλος ο κόσμος να βυθιστεί σε μια παρατεταμένη ύφεση κι η φτώχεια σε Ανατολή και Δύση, ελέω δημοσιονομικής σταθερότητας, να αγγίξει επίπεδα χωρίς προηγούμενο για ειρηνικές περιόδους.

Η υποβάθμιση τεκμήριο αποτυχίας των μέτρων ΔΝΤ-ΕΕ-ΠΑΣΟΚ (Πριν, 20/6/2010)

Τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία προοιωνίζεται η απόφαση της αμερικανικής Μούντι’ς 

Την γνωστή κινηματογραφική ατάκα, «αν είναι τόσο έξυπνος γιατί είναι νεκρός;», θύμισε η άτυπη διαβεβαίωση των ελεγκτών της τρόικας για την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά την επίσκεψή τους την προηγούμενη εβδομάδα, μετά την ανακοίνωση της υποβάθμισης της από τον οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Μούντι’ς. Η απόφαση του αμερικανικού οίκου να υποβαθμίσει την ελληνική οικονομία κατά τέσσερις ολόκληρες κατηγορίες, που ισοδυναμεί με κατακρήμνιση, δεν έχει πρόσφατο προηγούμενο σε καμιά άλλη χώρα. Κι ούτε φυσικά μπορεί να αποδοθεί στην υστέρηση των στοιχείων με τα οποία έγινε η αξιολόγηση, όπως έσπευσε να δηλώσει το υπουργείο Οικονομικών, υποβαθμίζοντας την σημασία της εξέλιξης. Η πραγματικότητα είναι πως η ανακοίνωση των Μούντι’ς υπογραμμίζει με τον πιο επίσημο και αδιάψευστο τρόπο την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής που επέβαλε το μνημόνιο συνεργασίας της κυβέρνησης με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αρκεί να θυμηθούμε τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού ότι η υπαγωγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ θα θωρακίσει την Ελλάδα από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, δημιουργώντας κλίμα σταθερότητας και αισιοδοξίας στις διεθνείς αγορές. Με τέτοιες αερολογίες δεν χρύσωναν το χάπι του ΔΝΤ;

Η ανακοίνωση των Μούντι’ς συμπυκνώνει τις ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, με επίκεντρο τη διαφαινόμενη ύφεση, όπως αυτές προωθούνται από το σύνολο των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Η έκρηξη του πληθωρισμού, η υστέρηση των δημοσίων εσόδων, η συρρίκνωση του ΑΕΠ και της βιομηχανικής παραγωγής, η αύξηση της ανεργίας και η κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, όσο κι αν αποτελούν προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα μιας θεραπείας – σοκ, δεν παύουν να προμηνύουν τα χειρότερα  για μια οικονομία. Αυτές ακριβώς τις προοπτικές αντανακλά η υποβάθμιση κατά τέσσερις μονάδες. Επίσης, η υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας συμπυκνώνει πολύ πιθανά τις ανησυχίες τραπεζικών κύκλων για τα σενάρια αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως έσπευσε να αποκαλύψει μια μέρα μετά η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα, που έφερε στη δημοσιότητα επαφές του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, με την εταιρεία Λαζάρ που εξειδικεύεται σε αυτό το αντικείμενο.

Οι ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σχετίζονται και με την ευρύτερη ανησυχία που υπάρχει για τις τράπεζες. Σε όλη την ΕΕ τις προηγούμενες εβδομάδες υπήρχε μια βαθιά διχογνωμία σε πολιτικό επίπεδο για το κατά πόσο θα δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα των ελέγχων στους οποίους υποβλήθηκαν οι 25 μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ. Ο λόγος είναι απλός: ακόμη και γι’ αυτούς τους κολοσσούς οι πληροφορίες που υπήρχαν ήταν ότι στηρίζονται σε πήλινα πόδια, μη διαθέτοντας την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια που θα τις καταστήσει ικανές να αντεπεξέλθουν σε μια μακρόχρονη περίοδο ύφεσης όπως αυτή που διακρίνεται με σαφήνεια στον ορίζοντα. Αυτή η προοπτική δεν είναι αποτέλεσμα κινδυνολογίας. Η απόφαση του Βερολίνου να ανακοινώσει ένα τεράστιο σε έκταση πρόγραμμα περικοπών της τάξης των 80 δισ. ευρώ, ταυτόχρονα με την επίσημη εγκατάλειψη κατά την προηγούμενη εβδομάδα από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία δειλών έστω επεκτατικών πολιτικών στήριξης της ζήτησης μέσω κρατικών ενισχύσεων και την προώθηση αντίστοιχων προγραμμάτων λιτότητας στην Γαλλία και την Ισπανία, για την οποία πληθαίνουν οι φήμες που την θέλουν να υπάγεται επίσημα στο κρεματόριο του ΔΝΤ, υπογραμμίζουν ότι είμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής αλλαγής. Ότι αυτή τη στιγμή σε όλη τη γη υιοθετούνται χωρίς καμία επιφύλαξη ή αναστολή στο ακέραιο εκείνες οι πολιτικές που έριξαν την παγκόσμια οικονομία στην άβυσσο της κρίσης του ’30.

Οι δραματικές προοπτικές περιγράφονται με σαφήνεια από μια σειρά οικονομολόγους που κράτησαν αποστάσεις από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και βλέπουν τώρα να υιοθετείται αργά και σταθερά από την Ευρώπη και τον Ομπάμα. «Η γερμανική λιτότητα θα επιδεινώσει την κρίση στην ευρωζώνη καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο για την Ισπανία και τις άλλες προβληματικές οικονομίες να ανακάμψουν» τόνιζε ο Πολ Κρούγκμαν σε αρθρογραφία του την Πέμπτη 17 Ιούνη, υπογραμμίζοντας τον τρόπο που η γερμανική λιτότητα οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και πολύ περισσότερο της ευρωζώνης, τορπιλίζοντας τις προοπτικές ανάκαμψης. Τελείωνε δε με τα εξής (που δείχνουν πόσο επιπόλαιες και ρηχές είναι οι πρόσφατες διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου ότι βαδίζουμε σε καλό δρόμο): «Αυτό που ξέρω είναι ότι η οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο έχει πραγματοποιήσει μια μείζονος σημασίας λάθος στροφή σε όλο τον κόσμο κι οι πιθανότητες μιας παρατεταμένης κρίσης αυξάνονται μέρα με την μέρα». Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να τονιστούν τα αυξανόμενα ποσοστά αποδοκιμασίας των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και την οικονομική πολιτική φυσικά που συμπυκνώνει και προωθεί. Έρευνα έτσι που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λε Μοντ την Τρίτη 15 Ιούνη αναφέρει πως άνω του 62% των Γάλλων (οι δύο στους τρεις) πιστεύουν ότι το ευρώ επιδεινώνει τις επιπτώσεις της κρίσης.

Για να επανέλθουμε, το ερώτημα επομένως που κλήθηκαν να απαντήσουν οι έλεγχοι ήταν αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αντέξουν το επερχόμενο σοκ. Η απόφαση που έλαβαν τελικά μόλις την Παρασκευή οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ (κι αναφερόμαστε σε επίπεδο Μέρκελ και Σαρκοζύ!) ήταν να δοθούν τελικά στην δημοσιότητα τα αποτελέσματα. Ακόμη κι αυτός ο έλεγχος όμως δεν θα αφορά τις πολλές εκατοντάδες μικρές τράπεζες της Γερμανίας (κρατιδιακές) και της Ισπανίας (κάχας) που βρίσκονταν επί χρόνια εκτός καθεστώτος ρύθμισης και εποπτείας που επέβαλλαν οι σχετικά αυστηροί παλιοί και νεώτεροι κανόνες της Βασιλείας με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αυτός ο παράλληλος τραπεζικός τομέας αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του τραπεζικού συστήματος της Ευρώπης λόγω της έκθεσης τους στην καταναλωτική πίστη και τα στεγαστικά δάνεια, αντιστοίχως.

Τεράστια πολιτική σημασία ωστόσο έχει ότι κι αυτή η απόφαση λήφθηκε ταυτόχρονα με την συμφωνία των ευρωπαίων ηγετών να ξεκινήσουν μια δεύτερη επιχείρηση διάσωσης των ιδιωτικών τραπεζών, ακόμη πιο δαπανηρή από την πρώτη που στοίχισε στους έλληνες φορολογούμενους 28 δισ. ευρώ. Για τις 27 δε χώρες της ΕΕ συνολικά ο λογαριασμός από τον Σεπτέμβρη του 2008 για τη διάσωση των τραπεζών ανήλθε στο μυθικό ποσό των 4,13 τρισ. ευρώ. Σαν να μην έφθαναν αυτά τα χρήματα, τώρα ο ευρωπαίος επίτροπος, Χοακίν Αλμούνια, με συνέντευξή του την Πέμπτη 17 Ιούνη στη γερμανική εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ θεώρησε πιθανό οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας να χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν νέα σχέδια διάσωσης των ελληνικών τραπεζών! Λεφτά υπάρχουν επομένως ακόμη και τώρα αλλά είναι για τους τραπεζίτες…

Αξίζει εδώ να θαυμάσουμε την υποκρισία, τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά που χρησιμοποιούνται για τις τράπεζες και τις κοινωνίες. Στην περίπτωση της Ισπανίας μόνο τον μήνα Μάιο οι τράπεζές της (που κλυδωνίζονται λόγω της έκθεσής τους στην πύρινη μέχρι πριν λίγα χρόνια αγορά ακινήτων) άντλησαν από την ΕΚΤ 85 δισ. ευρώ, τη στιγμή που η Ελλάδα για να εξασφαλίσει την πρώτη δόση του δανείου στις 19 Μαΐου, ύψους 22 δισ. ευρώ, θυσίασε τον 13ο και 14ο μισθό δημόσιων υπαλλήλων και συνταξιούχων, συντάξεις και εργασιακές σχέσεις, επέβαλλε υπέρογκες αυξήσεις σε φόρους, κοκ. Τον ίδιο φαρμακερό λογαριασμό ωστόσο πλήρωσαν κι οι Ισπανοί για να μπορέσουν οι τράπεζές «τους» να γευτούν τις αφειδώλευτες ενέσεις ρευστού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε μια επίδειξη αυταρχισμού, που έχει εξόφθαλμες ομοιότητες με τις πρακτικές της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο Θαπατέρο επέβαλλε μέσω βασιλικών διαταγμάτων (το αντίστοιχο των προεδρικών διαταγμάτων στη χώρα του Φράνκο) την μείωση των αποζημιώσεων και τη διευκόλυνση των απολύσεων. Η ολιγαρχική οδός των βασιλικών διαταγμάτων επιλέγηκε επειδή πολύ πρόσφατη προσπάθεια της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Ισπανίας να περάσει από την Βουλή πακέτο μέτρων λιτότητας οδήγησε σε μια Πύρρεια νίκη, με το νομοσχέδιο να γίνεται νόμος με την διαφορά μόλις μιας ψήφου! Ποιος το διακινδύνευε λοιπόν τώρα; Ειρήσθω εν παρόδω δεν περνούν απαρατήρητες οι ομοιότητες που εμφανίζει η πολιτική ζωή της Ισπανίας ως προς αυτή της Γερμανίας, με την αστάθεια να αποτελεί το τίμημα που πληρώνουν κι οι δύο κυβερνήσεις για την σκληρή ταξική πολιτική που εφαρμόζουν στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στο Τέταρτο Ράιχ μάλιστα οι τριγμοί δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην αστική τάξη για το αύριο καθώς η κυβέρνηση συμμαχίας μεταξύ συντηρητικών και φιλο-επιχειρηματικών Ελεύθερων Δημοκρατών (με τους οποίους συναντήθηκε και η Ντόρα την προηγούμενη εβδομάδα) είναι μόλις οκτώ μηνών και μάλιστα αποτελούσε το βέλτιστο σενάριο για την Μέρκελ ώστε να εφαρμοστούν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα χωρίς τους ενδοιασμούς των σοσιαλδημοκρατών. Παρόλα αυτά η αμφισβήτηση κι η λαϊκή αποδοκιμασία είναι το πολιτικό κόστος αυτής της πολιτικής είτε στο μεσογειακό νότο είτε στον ευρωπαϊκό βορρά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι εξ ίσου σοβαροί και σχετίζονται στην καλύτερη περίπτωση με τους κλυδωνισμούς που θα προκύψουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων χρεοκοπιών και χρόνιας ύφεσης. Ήδη πιστωτικές επιστολές που εκδίδουν ακόμη και οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες δεν γίνονται δεκτές στην διεθνή αγορά. Τράπεζες και κρατικοί φορείς του εξωτερικού απορρίπτουν ως αναξιόπιστες τις πιστωτικές επιστολές που κομίζουν γιγαντιαίες ελληνικές πολυεθνικές επιχειρήσεις για να διεκδικήσουν τη συμμετοχή τους σε δουλειές. Επομένως ας μην απορούν ούτε να εξανίστανται κυβερνητικοί και κοινοτικοί για την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από την Μούντι’ς όταν οι μεν την προετοίμασαν με την υιοθέτηση του μνημονίου κι οι δε την ενθαρρύνουν ανακοινώνοντας μια μέρα μετά την αποτίμηση της αξίας των ελληνικών ομολόγων που ενεχυριάζονται στην ΕΚΤ στο 95% της τιμής τους. Ξέρουν άλλωστε κι οι δύο σε ποιους θα μεταβιβαστεί κι αυτός ο λογαριασμός…

Παρατεταμένη ύφεση στην Ευρώπη χάριν του ευρώ (Ουτοπία, Μάιος – Ιούνιος 2010)

Σε ένα τεράστιο βαρίδι που σέρνει την ευρωπαϊκή οικονομία προς μια χρόνια και βαθιά ύφεση μετατρέπεται το ενιαίο νόμισμα, καθώς στο όνομα της ευρωστίας του μία προς μία όλες οι ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν αντιλαϊκά προγράμματα περιορισμού των δαπανών, με άμεσο στόχο να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ο κύκλος του αίματος που άνοιξε με την Ελλάδα η οποία δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 13,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 8,6% το τρέχον έτος και 3,9% το 2011 συνεχίστηκε με την Ισπανία που δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 11,2% το 2009 σε 6% το 2011. Σε αυτό το βωμό ξεκίνησε η συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Στην Πορτογαλία η μείωση του ελλείμματος από 9,4% το 2009 σε 5,1% το 2011 θα επιτευχθεί με την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και το πάγωμα των μισθών. Στην Ιρλανδία η μείωση του ελλείμματος από 14,3% το 2009 σε 8,6% το 2011 θα επιτευχθεί κυρίως με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που ξεκινάει από 5% και φθάνει το 20%. Στη Γαλλία η μείωση του ελλείμματος από 7,5% το 2009 στο 6% το 2011 θα γίνει με την συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων και την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Στην Ιταλία η μείωση του ελλείμματος από 5,3% το 2009 σε 3,9% το επόμενο χρόνο θα επέλθει κυρίως μέσα από το πάγωμα των δημοσίων επενδύσεων – ένα μέτρο που εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη. Μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών εφαρμόζονται ακόμη και στην ατμομηχανή της γηραιάς ηπείρου, τη Γερμανία με απώτερο στόχο την μείωση του ελλείμματος από 5% το 2010 στο 4,7% το 2011. Ανάλογα μέτρα εφαρμόζονται κι εκτός ευρωζώνης, στην Αγγλία, την Ουγγαρία και την Δανία για παράδειγμα, βεβαιώνοντας πως πρόκειται για μια πέρα για πέρα καταστροφική στο περιεχόμενό της πολιτική κατεύθυνση που εφαρμόζεται σε όλη την ΕΕ κι όχι μόνο στην ευρωζώνη.

Το εναρκτήριο λάκτισμα για την αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής δόθηκε με την απαίτηση της Γερμανίας να αναθεωρηθούν οι κανόνες λειτουργίας της ευρωζώνης ενσωματώνοντας στο καταστατικό της βαριές ποινές για εκείνες τις χώρες που συνεχίζουν να διατηρούν δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος που υπερβαίνει το όριο του 3% και 60% του ΑΕΠ αντίστοιχα, όπως τέθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα αποτελέσματα ωστόσο στο επίπεδο της μεγέθυνσης του παραγόμενου προϊόντος και της απασχόλησης θα είναι διαλυτικά.

Τα λόγια του αμερικανού νομπελίστα, Τζόζεφ Στίγκλιτς, όπως διατυπώθηκαν σε ένα διεθνές συνέδριο στην ισπανική πρωτεύουσα και μεταφέρθηκαν από την εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου 2010 δεν αφήνουν καμία ελπίδα φωτός για τις συνέπειες που θα έχει αυτή η πολιτική: «Οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και το ανθρώπινο κεφάλαιο για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα συνιστούν παραλογισμό. Μπορούν να οδηγήσουν στην ύφεση. Πώς θα αυξηθεί τότε η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;» Τα διαβρωτικά αποτελέσματα που θα έχουν οι περικοπές των δημοσίων δαπανών στην απασχόληση και τις προοπτικές πραγματικής εξόδου της ευρωζώνης από την κρίση αναδεικνύονται και με μια ματιά στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα για την απασχόληση στις ΗΠΑ στις 4 Ιούνη προκάλεσαν έκπληξη όχι τόσο επειδή οι νέες θέσεις εργασίας ήταν λίγες (μόνο 431.000) τη στιγμή που από την επίσημη έναρξη της ύφεσης στις ΗΠΑ, από τον Δεκέμβρη του 2007, μέχρι το τέλος του προηγούμενου χρόνου χάθηκαν 8 εκ. θέσεις εργασίας. Η μεγαλύτερη έκπληξη προήλθε από τη διαπίστωση πως η συντριπτική πλειοψηφία ακόμη κι αυτών των λίγων θέσεων εργασίας (οι 411.000 για την ακρίβεια) δημιουργήθηκε από τον δημόσιο τομέα κι ιδιαίτερα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Εάν, επομένως, δεν οδηγούσε στα ελληνικά επίπεδα, εντελώς συνειδητά ο αμερικανός πρόεδρος το δημοσιονομικό έλλειμμα η ανεργία όχι μόνο δεν θα μειωνόταν από το 9,9% στο 9,7% αλλά θα ξεπερνούσε κατά πολύ το 10%, προκαλώντας αλυσιδωτές αρνητικές αντιδράσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, την ενεργό ζήτηση και το επίπεδο της παραγωγής, δημιουργώντας μια αυτοτροφοδούμενη αρνητική κρισιακή σπείρα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή θα συμβεί στην Ευρώπη όπου η σύγχρονη οικονομική ορθοδοξία επιβάλλει τον ουσιαστικό μηδενισμό των ελλειμμάτων, και πιο συγκεκριμένα την μείωση τους στο 0,35%, όπως ακριβώς όρισε το επίπεδο του ανεκτού ελλείμματος πέρυσι το Βερολίνο ενσωματώνοντας σχετικό άρθρο στο σύνταγμα της Γερμανίας. Οι απαισιόδοξες προβλέψεις για την ευρωπαϊκή οικονομία επιβεβαιώνονται ακόμη κι από τον βρετανικό Economist που στο τεύχος της 29ης Μαΐου τόνιζε ότι η πολιτική της ΕΚΤ κάτω από την πίεση της Γερμανίας «καταδικάζει την ευρωζώνη σε χρόνια στασιμότητα».

Το πέρα για πέρα νόμιμο και προφανές ερώτημα του αμερικανού καθηγητή Τζόζεφ Στίγκλιτς (πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;) η απάντηση του οποίου δεν μπορεί παρά να είναι γνωστή στο Βερολίνο, θέτει αυτόματα το επόμενο ερώτημα που αφορά στα ειδικότερα αστικά συμφέροντα βάση των οποίων χαράσσεται η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης και βάση των οποίων αποφασίζονται οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κι οι προαναφερθείσες κατευθύνσεις της δημοσιονομικής πολιτικής. Η πρώτη απάντηση υποδεικνύει την Γερμανία και τις άλλες ηγεμονικές χώρες της ευρωζώνης, που όπως δείχνουν τα πλεονασματικά εμπορικά τους ισοζύγια είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της νομισματικής πολιτικής που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Κι αναφέροντας την Γερμανία δεν εννοούμε τους εργαζόμενους, που κι αυτοί με τη σειρά τους υπομένουν τα δραματικά αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών, που οδηγεί σε μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ως αποτέλεσμα αυτών των δύο τάσεων (λιτότητα εντός της χώρας και στροφή της παραγωγής εκτός) οι καταναλωτικές δαπάνες το τέταρτο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου μειώθηκαν κατά 1% ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3% (Wall Street Journal 16 Μαρτίου 2010)!

Ακόμη και τούτη η απάντηση όμως, για τα οφέλη της Γερμανίας, δεν αρκεί γιατί με το πέρασμα του χρόνου πληθαίνουν οι φωνές που υποδεικνύουν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που έχει ακόμη και για την (δυνητική έστω) μεταποιητική παραγωγή της Γερμανίας η υψηλή ισοτιμία του ευρώ. Να σημειωθεί πως η ΕΚΤ θεωρεί ισοτιμία στόχο για το ευρώ τα 1,20 δολάρια, με αποτέλεσμα όταν η ισοτιμία πέφτει κάτω από αυτό το επίπεδο να σημειώνονται παρεμβάσεις, ενώ αντίστοιχη ευαισθησία να μην παρατηρείται όταν η ισοτιμία υπερβαίνει αυτό το στόχο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί η ανεκτικότητα αν όχι η προτίμησή της ακόμη και για μια «σκληρότερη» ισοτιμία.

Κι όμως μια μεγάλη υποτίμηση του ευρώ θα απόβαινε ευεργετική όχι μόνο για χώρες όπως η Ελλάδα κι όλο το κλυδωνιζόμενο Μεσογειακό Κλαμπ οι οικονομίες του οποίου εξαρτώνται από τον τουρισμό ενώ ένα σκληρό ευρώ δυσχεραίνει την ήδη δεινή θέση τους, αλλά θα βελτίωνε αισθητά ακόμη κι αυτές τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας που αποτελούν τη βασικότερη πηγή κερδών μετά την στρατηγική απόφαση του Βερολίνου να μην αυξήσει την εσωτερική ζήτηση. Οι ευεργετικές συνέπειες της Ελλάδας αλλά και της Γερμανίας από ένα φθηνότερο ευρώ υπογραμμίζονται αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι το 56% των ελληνικών εξαγωγών στρέφονται εκτός ευρωζώνης ενώ ακόμη και για τη Γερμανία το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 40% των εξαγωγών της κατευθύνεται εκτός ευρωζώνης. Παρόλα αυτά το Βερολίνο επιλέγει το ακριβό ευρώ, ξέροντας ότι οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι υφεσιακές.

Η αιτία βρίσκεται στην προτίμηση που δείχνει το Βερολίνο στα τραπεζικά συμφέροντα. Η προτίμησή του στο ακριβό ευρώ υποδηλώνει ότι έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στην γερμανική μεταποίηση και τις γερμανικές τράπεζες, επιλέγει τις τράπεζες, που μέσω της ανατίμησης του ευρώ βλέπουν τα αποθεματικά τους να ανατιμούνται και η σχετική τους αξία να αυξάνει και ταυτόχρονα να ακολουθεί ανοδική πορεία η διεθνή ζήτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος ως αποθεματικού μέσου οδηγώντας στο περιθώριο των συναλλαγών άλλα ανταγωνιστικά νομίσματα, όπως το δολάριο.

Οι τράπεζες αποδείχθηκαν κι οι μεγάλοι κερδισμένοι των κατ’ ευφημισμό «πακέτων σωτηρίας» που εγκρίθηκαν για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ύψους 110 και 750 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. «Υπάρχει ισχυρή απόδειξη ότι το πακέτο διάσωσης ύψους 110 δισ. ευρώ για την Ελλάδα επιβλήθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος για να αποφευχθεί η απώλεια εκατοντάδων δισ. δολ. για τις τράπεζες της Γαλλίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών που έχουν επενδύσει σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. “Η διάσωση της Ελλάδας ήταν πριν απ’ όλα διάσωση των τραπεζών”, υποστηρίζει ο Νικόλας Βερόν από το Ινστιτούτο Μπρεγκέλ των Βρυξελλών. Το πακέτο των 750 δισ. που ακολούθησε στις 9 Μάη για άλλες αδύναμες χώρες της ευρωζώνης σκόπευε κι αυτό να αποτραπεί μια διάλυση της διατραπεζικής αγοράς της περιοχής». Όλα αυτά δεν αναφέρονται σε κάποιο άρθρο γνώμης εναλλακτικού εντύπου, αλλά στην υπερσυντηρητική εφημερίδα Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 4-6 Ιούνη 2010.

Συμπερασματικά το Βερολίνο επιλέγει να ρίξει στην πυρά τους εργαζόμενους της ευρωζώνης, καταδικάζοντάς τους στην ανεργία, την διάλυση των κοινωνικών παροχών και τη φτώχεια, προκειμένου να ενισχύει τα πιο παρασιτικά τμήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Ο καταλυτικός και αναντικατάστατος ρόλος που διαδραματίζει το ευρώ στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής ανάγει σε κρίσιμο στόχο για τα συμφέροντα των εργαζομένων την έξοδο από την ευρωζώνη. Η εγκατάλειψη του ευρώ κι η άσκηση μιας νομισματικής πολιτικής που θα έχει ως γνώμονα τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων μέτρων (όπως η κρατικοποίηση των τραπεζών, η επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής και πάνω απ’ όλα η χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις κι η στήριξη της δημόσιας παιδείας και υγείας) μπορούν να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων.

Σε αυτή την προσπάθεια δημιούργησε αισιοδοξία η απήχηση που συνάντησε κείμενο 30 οικονομολόγων και πανεπιστημιακών με τίτλο «παύση πληρωμών – έξοδος από το ευρώ», όπου τίθεται το περίγραμμα άσκησης μιας άλλης πολιτικής. Το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.gopetition.com/online/36271.html και μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει περισσότερες από 700 υπογραφές. Κι η προσπάθεια συνεχίζεται…