Home » 2010 » Αποστολή στην Αργεντινή, Δεκέμβρης 2002, Η κοινωνική γενοκτονία του ΔΝΤ

Αποστολή στην Αργεντινή, Δεκέμβρης 2002, Η κοινωνική γενοκτονία του ΔΝΤ

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

Archives

Η κατάρρευση του υποδείγματος!

Αργεντινή, γη μεταναστών. Φαρ Ουέστ του Νότου όπου έρχονταν να κάνουν την τύχη τους κύματα χωρικών και προλετάριων Ισπανών και Ιταλών. Το Μπουένος Άιρες είναι ένα φάντασμα τάξεως και ισχύος του κατά φαντασία Λατίνου. Η πόλη με τους αλφαδιασμένους δρόμους της και τα μεγάλα της πάρκα ονειρεύεται ένα κομψό πολιτισμό αγγλοσαξονικής φινέτσας, όπου ο νόμος κυριαρχεί πάνω στα πάθη. Πίσω ωστόσο από αυτή τη βιτρίνα της κοσμιότητας μαίνεται η βία και το πάθος, που έχουν σημαδέψει την ιστορία της χώρας… Ένα ατελείωτο ταγκό αγάπης και μίσους… Ακόμη μια φορά η Αργεντινή εξάπτει τους πιο βαθιούς της δαίμονες…Τι θα ξεπηδήσει άραγε απ’ αυτό το νέο χάος του αίματος, της εξαθλίωσης, της λύσσας για ισχύ και του επιχειρηματικού πνεύματος;

Εντουάρντο Γκαλεάνο, Οι Ανοιχτές Φλέβες της Λατινικής Αμερικής

 

Η πιο σύγχρονη κοινωνική εξέγερση! Το μοναδικό παράδειγμα της μεταπολεμικής ιστορίας, όπου σε μία ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα τίθεται ζήτημα της εξουσίας. Το πιο εκρηκτικό μίγμα μίσους απέναντι σε ένα κοινωνικό σύστημα που σαπίζει, έχοντας κλείσει τον ιστορικό του κύκλο, και αγάπης ταυτόχρονα για μια νέα κοινωνία χωρίς οικονομική εκμετάλλευση, χωρίς πολιτική και κοινωνική καταπίεση, όπου τα παιδιά δεν θα πεθαίνουν από την ασιτία.

Κι όμως, ακόμη και πέντε χρόνια πριν, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει αυτό που ξεπήδησε στις 19 και 20 Δεκεμβρίου του 2001. Ήταν η εποχή, ακόμη και τότε, που το οικονομικό θαύμα της Αργεντινής περιφερόταν στις οικονομικές στήλες, στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και τις ομιλίες των πολιτικών, σαν το πλέον σύγχρονο παράδειγμα οικονομική ανάπτυξης και αξιοποίησης των δυνατοτήτων που προσφέρει η νέα εποχή. Οι πιο βαθιοί δαίμονες της Αργεντινής εκείνα τα χρόνια έκαναν πράξη τη νομισματική ενοποίηση, όταν στην Ευρώπη μόνο ως ευχή διατυπωνόταν η προοπτική της δημιουργίας του κοινού νομίσματος. Απελευθέρωναν τις αγορές ενέργειας, επικοινωνιών, μεταφορών και κεφαλαίου δίνοντας ένα φιλί ζωής στη κρίση υπερσυσσώρευσης που σοβούσε, χωρίς καν αναισθητικό ή ενδιάμεσες φάσεις. Διέλυαν τις εργασιακές σχέσεις και το πανίσχυρο κοινωνικό κράτος του περονισμού εν μία νυκτί. Εφάρμοζαν τα πιο σύγχρονα πολιτικά εγχειρήματα χειραγώγησης των εργαζομένων και εκτόνωσης των λαϊκών αντιδράσεων που στον υπόλοιπο κόσμο πέρασαν χρόνια για να συζητηθούν.

Αυτό το εργαστήριο υπερυψηλής τεχνολογίας είναι που κατέρρευσε πλημμυρίζοντας τους αλφαδιασμένους δρόμους του με εκατομμύρια απελπισμένους άνεργους, πεινασμένους εργάτες, νεόπτωχους μικροαστούς, εξαθλιωμένους και ζητιάνους. Αυτό το εργαστήριο νομισματικής διαχείρισης, που μέχρι πριν λίγα χρόνια καμάρωνε για την ευρωστία του, ελέω δολαρίου, βρίσκεται σήμερα κάπου μεταξύ 1810 και 1860 με την κάθε επαρχία να εκδίδει το δικό της νόμισμα – κουρελόχαρτο. Αυτό το εργαστήριο θυμίζει ερειπωμένη πόλη της Άγριας Δύσης με το ένα κλειστό εργοστάσιο να διαδέχεται το άλλο. Πολύ περισσότερο, αυτό το εργαστήριο πολιτικής αφομοίωσης που έβγαζε εκατομμύρια εργάτες στους δρόμους να ζητωκραυγάζουν για την πολιτική τους ηγεσία αποτελεί σήμερα κρεματόριο της αστικής πολιτικής με τη δημοτικότητα του Ντουάλντε να κυμαίνεται γύρω στο 8%, πιο χαμηλά δηλαδή και από του Μαρκεζίνη, και τους υποψηφίους των προεδρικών εκλογών του Απριλίου να αδυνατούν να συγκεντρώσουν ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 14%, ο καθένας τους ξεχωριστά.

Το Αργεντινάζο είναι το πιο γνήσιο προϊόν της οικονομικής κρίσης του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Οι πιο εντυπωσιακές στιγμές εργατικών και λαϊκών αγώνων που διηγούνται σήμερα οι αργεντινοί δεν αφορούν την περυσινή εξέγερση που έριχνε τον ένα πρόεδρο μετά τον άλλο. Αφορούν τους αγώνες κατά των ιδιωτικοποιήσεων και τις μάχες των πικετέρος, του νέου εργατικού κινήματος της Αργεντινής. Οι αγώνες αυτοί ξεκίνησαν για το δικαίωμα στη δουλειά και το μεροκάματο το 1997 και μέχρι σήμερα συνεχίζουν να κλιμακώνονται με μια εκπληκτική ταχύτητα. Στο Μπουένος Άιρες μόνο, οι 32 πικέτες του 1997 – 1998, έγιναν 201 το 1999 – 2000 και μέχρι τις 26 Ιουνίου του 2002 είχαν φτάσει τις 874. Στις βόρειες επαρχίες της Σάλτα και της Κόρντομπα εκεί που δημιουργήθηκε το κίνημα των πικετέρος και δόθηκαν οι πιο σκληροί και αιματηροί αγώνες κατά των ιδιωτικοποιήσεων οι 58 πικέτες του ‘99 – 2000 έγιναν 376 μέχρι τις 26 Ιουνίου. Με την ίδια σχεδόν ταχύτητα αυξήθηκαν οι εργατικές κινητοποιήσεις σε όλη την έκταση της χώρας.

Αυτή η βίαιη είσοδος των εκατομμυρίων εργατών και καταπιεσμένων στο πολιτικό προσκήνιο είναι που προκάλεσε την κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης και διαχείρισης από τη μεριά του αστικού πολιτικού κόσμου.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: ΦΤΩΧΕΙΑ, ΑΝΕΡΓΙΑ, ΥΠΟΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Σε τρίτο κόσμο μετατρέπεται το Παρίσι της Αμερικής

 

Πρόσεξε, μας λεει ο συνομιλητής μας, ένας καθόλα αξιοπρεπής ηλικιωμένος σερβιτόρος στο Μπουένος Άιρες, προσπαθώντας να μας εξηγήσει το βάθος της κρίσης. Φτώχεια υπήρχε ανέκαθεν. Άλλο αν δεν την βλέπαμε ή κάναμε ότι δεν την γνωρίζαμε εμείς οι πορτένιοι (σ. σ. έτσι αποκαλούνται οι κάτοικοι του Μπουένος Άιρες). Πόλεμο όμως η Αργεντινή δεν γνώρισε, όπως γνώρισε η Ευρώπη. Η κατάσταση που επικρατεί ειδικά τον τελευταίο χρόνο μόνο με τις σκηνές που βλέπαμε από την Ευρώπη κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να συγκριθεί…

Πράγματι, με βάση επίσημες μόνο στατιστικές υπάρχουν 3 εκατομμύρια άνεργοι (δεδομένου μάλιστα ότι όποιος απασχολείται 14 ώρες το δεκαπενθήμερο δεν θεωρείται άνεργος) και τρία εκατομμύρια υποαπασχολούμενοι σε συνολικό πληθυσμό 37 εκατομμυρίων κατοίκων. Από αυτά τα έξη εκατομμύρια οι 1.200.000 προστέθηκαν τους δώδεκα τελευταίους μήνες που μεσολάβησαν από την κατάργηση του νόμου της μετατρεψιμότητας ο οποίος κλείδωνε την ισοτιμία του πέσο στο δολάριο με σχέση ένα προς ένα, μέχρι σήμερα. Με τις ίδιες στατιστικές επίσης το 53% του αστικού πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Επισημαίνουμε ότι σε αυτό το νούμερο δεν συμπεριλαμβάνονται οι αγροτικές περιοχές των επαρχιών όπου ο λιμός έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας.

Το ίδιο και η φτώχεια που δεν πλήττει μόνο τους άνεργους, αλλά και τους εργαζόμενους. Με βάση επίσημα πάλι στοιχεία όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Κλαρίν  στις 4 Δεκεμβρίου η πτώση του πραγματικού μισθού τον τελευταίο χρόνο έφτασε το 30%, ενώ με βάση το φύλλο της 21 Νοεμβρίου της εφημερίδας Πρένσα Ομπρέρα, που εκδίδει το Παρτίδο Ομπρέρο, οι μισθοί στην ανεπίσημη, τη μαύρη αγορά εργασίας μειώθηκαν κατά 60%!

Οι μισθοί, εντελώς ενδεικτικά, για έναν εργαζόμενο σε σούπερ μάρκετ, που δουλεύει 10 ακόμη και 12 ώρες τη μέρα είναι 300 πέσος το μήνα. Για έναν εργαζόμενο που δουλεύει από τις 10.00 το βράδυ μέχρι τις 10.00 το πρωί καθημερινά (!) σε τηλεφωνικό κέντρο εξυπηρέτησης κατόχων πιστωτικών καρτών είναι 500 πέσος το μήνα. Για να γίνει κατανοητό τέλος το μέγεθος της φτώχειας αξίζει να δούμε και το επίπεδο τιμών. Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Καθώς επί μία ολόκληρη δεκαετία το δολάριο ήταν επίσημα το εθνικό νόμισμα της Αργεντινής η διείσδυση των ξένων προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ και των εμπορικών καταστημάτων δεν έχει όμοιο. Η συντριπτική πλειοψηφία των προϊόντων προέρχεται από τις ΗΠΑ. Οι τιμές τους συνεπώς μπορεί σε δολάρια να είναι όπως παλιά, αλλά σε πέσος είναι 350% ακριβότερες. Όσο ανατιμήθηκε το δολάριο έναντι του εθνικού νομίσματος. Με άλλα λόγια απλησίαστες. Το κακό όμως δεν αφορά μόνο τα εισαγόμενα, που ούτως ή άλλως δεν είναι είδη πολυτελείας. Αφορά και προϊόντα που παράγονται εξ ολοκλήρου στη χώρα, όπως είναι για παράδειγμα το κρέας (που ενώ πέρυσι στοίχιζε 2,5 πέσος φέτος στοιχίζει 3), το ψωμί (που πριν δύο μήνες στοίχιζε 0,6 και τώρα 2 πέσος) ακόμη και η ζάχαρη η οποία αποτελεί εθνική καλλιέργεια, που η τιμή της διπλασιάστηκε από 0,5 σε 1 πέσος. Πέρα για πέρα ενδεικτικές της ληστρικής πολιτικής που ακολουθείται στις τιμές, είναι οι διψήφιες ποσοστιαίες αυξήσεις που ανακοινώθηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου στο ηλεκτρικό, τα καύσιμα και το νερό.

Έτσι η φτώχεια της Αργεντινής ορίζεται από την εξής αντίφαση: Από την καθοδική πορεία από τη μια μεριά που ακολούθησαν μισθοί, μεροκάματα και συντάξεις σαν αποτέλεσμα της υποτίμησης του πέσο, και της ανεργίας που επέφερε η χρεοκοπία χιλιάδων επιχειρήσεων. Και από την άλλη μεριά, της αύξησης των τιμών όλων μα όλων των προϊόντων, εγχωρίων και εισαγόμενων, σαν αποτέλεσμα της ανατίμησης του δολαρίου…

Επακόλουθο της κρίσης και της γενικευμένης φτώχειας είναι η Αργεντινή, που κατά τη διάρκεια όλου του προηγούμενου αιώνα εξήγαγε δυναμισμό και ηγεμονία σε όλη τη Λατινική Αμερική και εισήγαγε μετανάστες, σήμερα να απειλεί με φαινόμενα ντόμινο μεταδίδοντας την κρίση της σε γειτονικά κράτη όπως η Παραγουάη και να εξάγει μετανάστες βασικά προς την Ιταλία και την Ισπανία. Μόνο που αυτό το ταξίδι που ακολουθεί την ίδια διαδρομή με το ταξίδι που έκαναν οι πατεράδες ή οι παππούδες των σημερινών μεταναστών δεν διαφέρει ως προς την κατεύθυνση, αλλά κυρίως ως προς τις ελπίδες που το συνοδεύουν…

Επίσκεψη σε δημόσιο νοσοκομείο του Μπουένος Άιρες

Ένα από τα πρώτα μέρη που επισκεφθήκαμε στο Μπουένος Άιρες ήταν το γενικό νοσοκομείο Κάρλος Ντουράν. Ένα από τα ελάχιστα δημόσια νοσοκομεία. Πρέπει να διευκρινίσουμε όμως ότι ακόμη και στην Αργεντινή που τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 δέχτηκε χωρίς αναισθητικό όλα τα πειράματα της Σχολής του Σικάγο και τις πιο άγριες ιδιωτικοποιήσεις οι ασθενείς εισέρχονται στα δημόσια νοσοκομεία για εξετάσεις και νοσηλεύονται δωρεάν. Αυτή η δυνατότητα σε συνδυασμό με την πρωτόγνωρη φτώχεια έχει προκαλέσει το αδιαχώρητο στους θαλάμους όλων των κλινικών. Η παιδίατρος Σεσίλια Τόρες μας εξηγεί: «Εδώ καταλήγουν όσοι δεν έχουν λεφτά, ασφάλιση, χαρτιά. Λόγος για να μείνουν στο νοσοκομείο οι περισσότεροι απ’ όσους είναι εδώ δεν υπάρχει. Αλλά κάθονται επειδή εδώ τα φάρμακα παραχωρούνται δωρεάν, όπως και ένα πιάτο φαί. Αν βγουν έξω δεν θα έχουν χρήματα να αγοράσουν φάρμακα και η κατάστασή τους θα επιδεινωθεί. Το πρόβλημα όμως είναι ότι καθώς περικόπτονται οι κρατικές χρηματοδοτήσεις, όλο και συχνότερα δεν έχουμε φάρμακα να τους δώσουμε με αποτέλεσμα να νοσηλεύονται μεν, αλλά να αδυνατούμε να τους προσφέρουμε ακόμη και την βασική φαρμακευτική αγωγή!» Οι περικοπές όμως, έχουν σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν και οι πιο απλές εξετάσεις από τους γιατρούς. «Πολλές φορές πρέπει να δουλεύουμε με ένα ζευγάρι γάντια όλη την ημέρα. Έχει τύχει να πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο ζευγάρι και την επόμενη ημέρα. Επειδή εισάγονται από τις ΗΠΑ η τιμή τους σε πέσος έχει τριπλασιαστεί ισχυρίζεται η διεύθυνση του νοσοκομείου κι έτσι απουσιάζει κι ο πιο βασικός εξοπλισμός. Τον περισσότερο χρόνο της ημέρας μας τον σπαταλάμε σκεπτόμενοι ευρεσιτεχνίες που θα υποκαταστήσουν την έλλειψη των υλικών».

Ταυτόχρονα τα περιστατικά όλο και πληθαίνουν. «Κάθε χρόνο, κάθε μήνα είναι και χειρότερα. Ιδιαίτερη έξαρση παρουσιάζουν οι παιδικές ασθένειες που προέρχονται από την κακή διατροφή και την ασιτία. Τα περιστατικά αναιμίας από την ασιτία και γαστρεντερίτιδας που προέρχεται από το μολυσμένο νερό καθημερινά είναι δεκάδες»…

Η ΣΤΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΤΟΝΕΡΟΣ

 

Πριν πέσει η νύχτα, την ώρα που οι υπάλληλοι των εμπορικών καταστημάτων αρχίζουν να βγάζουν τα σκουπίδια στα πεζοδρόμια, το Μπουένος Άιρες κατακλύζεται από τους καρτονέρος. Στην πρωτεύουσα μόνο, παρότι μπορείς να τους συναντήσεις σε κάθε γωνιά της Αργεντινής, υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν τους 40.000! Τα εφόδιά τους είναι συνήθως ένα καροτσάκι από σούπερ μάρκετ ή άλλα αυτοσχέδια τροχήλατα μέσα που επάνω τους είναι προσαρμοσμένο ένα τεράστιο τσουβάλι. Τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα χαρτόνια.

Η αναζήτηση, η περισυλλογή και η πώληση των καρτονιών και των χαρτόκουτων στα οποία ήταν συσκευασμένα τρόφιμα και εμπορεύματα είναι η μοναδική πηγή διαβίωσης για χιλιάδες ανέργους. Μάλιστα το μονοπωλιακό καθεστώς εμπορίας της ανακύκλωσης του χαρτιού ώθησε τους καρτονέρος στη δημιουργία άτυπων προφανώς ενώσεων ώστε να εκβιάσουν την εταιρεία που αγοράζει το πεπιεσμένο χαρτί να τους επιτρέψει την είσοδο στο κύκλωμα…

Οι περισσότεροι καρτονέρος κατοικούν στις παράγκες της εξαθλίωσης που βρίσκονται περιμετρικά της πρωτεύουσας. Ο τόπος της κατοικίας τους διακρίνεται και από την εμφάνισή τους. Πολλές φορές μεταξύ των καρτονέρος διακρίνονται και άτομα που δεν έχουν διαβεί ακόμη την γραμμή της εξαθλίωσης, που βγαίνουν να μαζέψουν τα απομεινάρια της ημέρας με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Στο βλέμμα δε του περαστικού χαμηλώνουν τη ματιά τους, από φόβο μήπως τους αναγνωρίσει κάποιος γείτονας ή παλιός συνάδελφος…

ΜΠΙΣΑΣ ΝΤΕ ΜΙΖΕΡΙΑ: ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ

ΠΑΡΑΓΚΟΥΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Μπάχο Φλόρες, Τρέιντα ι ούνο, Λα Μπόκα, Όνσε, Πλάζα Μιζερέρε, Σαν Τέλμο, Σολδότι και Λογκένο είναι ορισμένες μόνο, ελάχιστες για την ακρίβεια, από τις παραγκουπόλεις της εξαθλίωσης, τις μπίσας ντε μισέρια, που περιβάλλουν ή καλύτερα σφίγγουν σαν θηλιά την πόλη του Μπουένος Άιρες. Ο πληθυσμός τους είναι άγνωστος μια και κανείς δεν έχει ενδιαφερθεί να τον καταγράψει. Με βάση εκτιμήσεις ανθρώπων που ρωτήσαμε ο αριθμός των κατοίκων των μπίσας ντε μιζέρια κυμαίνεται από 500.000 έως ένα εκατομμύριο άτομα. Πολλοί μας είπαν ότι όλη η περιφέρεια της πρωτεύουσας, το Γκραν Μπουένος Άιρες, τον τελευταίο χρόνο έχει εξελιχθεί σε μπίσα ντε μισέρια.

Από τη δεκαετία του ΄70 ακόμη, κάθε κυβέρνηση που σεβόταν τον εαυτό της και το ρόλο της έστελνε μπουλντόζες και στρατό και τις κατεδάφιζαν. Οι προσπάθειες εγκαταλείφθηκαν σχεδόν οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Όχι γιατί υιοθετήθηκε μια πολιτική κοινωνικής επανένταξης αυτού του κόσμου αλλά γιατί πλέον οι μπίσας ντε μισέρια διευρύνθηκαν ανεξέλεγκτα. Ήταν τα χρόνια της διακυβέρνησης του Μένεμ όταν το κλείδωμα της ισοτιμίας του πέσο στο δολάριο προκαλεί μια πλημμυρίδα κεφαλαίων στην Αργεντινή. Τα κεφάλαια αυτά κατευθύνθηκαν σε ιδιωτικοποιήσεις και εξαγορές επιχειρήσεων με αποτέλεσμα οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων και η ανεργία να εκτοξευθούν σε δυσθεώρητα για την εποχή ύψη.

Το Μπάχο Φλόρες, περιμετρικά του οποίου – για λόγους ασφαλείας – περπατήσαμε είναι ίσως η πλέον ενδεικτική περίπτωση. Από το κέντρο του Μπουένος Άιρες απέχει τριάντα με σαράντα λεπτά. Αδύνατο να θυμηθείς το πλήθος και τα ονόματα των εργοστασίων που έκλεισαν, όπως η εικονιζόμενη κλωστοϋφαντουργία Βολκάνο που τη δεκαετία του ’80 απασχολούσε δύο χιλιάδες εργάτες. Κάθε πρωί γύρω στις 7.00 στην κεντρική διασταύρωση των οδών Κόμπο και Κουραπαλίγκε εκατοντάδες ίσως και περισσότεροι από χίλιοι άνεργοι εργάτες κοιτούν με αδημονία και απόγνωση τους οδηγούς των περαστικών αυτοκινήτων μήπως τους φωνάξουν για να κάνουν μεροκάματο. Το Μπάχο Φλόρες είναι το δικό μας Περιστέρι, Μενίδι, Κερατσίνι. Λίκνο μεταποιητικών δραστηριοτήτων έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργίες, βυρσοδεψεία, τυπογραφεία, κλπ) κατά το παρελθόν και ταυτόχρονα μαγνήτης για δεκάδες χιλιάδες μετανάστες που έσπευδαν από τις επαρχίες του Βορρά αλλά και από την γειτονική Βολιβία, το Περού και την Παραγουάη να εργαστούν για ένα κομμάτι ψωμί. Μέχρι και πέρυσι όμως, που αυτό το κομμάτι ψωμί πληρωνόταν σε δολάρια, μετατρεπόταν σε διόλου ευκαταφρόνητα εμβάσματα που αποστέλλονταν στον τόπο καταγωγής των μεταναστών καλύπτοντας σχετικά εύκολα τις ανάγκες των πολυμελών οικογενειών τους. Από πέρυσι που αποσυνδέθηκε το πέσο από το δολάριο και η ισοτιμία του έναντι του αμερικανικού νομίσματος μειώθηκε κατά 72% οι μπίσας ντε μισέρια βυθίστηκαν στην εξαθλίωση και το έγκλημα. Στο Μπάχο Φλόρες, στο εσωτερικό του οποίου δεν εισχωρεί ούτε καν η αστυνομία πλέον, στις αρχές του Δεκέμβρη η τοπική μαφία σκότωσε έναν πικετέρο πυροβολώντας τον σχεδόν εξ επαφής στο στήθος. Το λάθος στο οποίο υπέπεσε αφορούσε τα συσσίτια που οργάνωναν οι τοπικές εργατικές επιτροπές. Η δίκαιη διανομή τους από τις οργανώσεις των πικετέρος στερούσε τη δυνατότητα λεηλασίας και εμπορευματοποίησης ακόμη και αυτής της πενιχρής κρατικής μέριμνας από την μαφία του Μπάχο Φλόρες…

Οι κάτοικοι των μπίσας ντε μισέρια επιβιώνουν από τα κρατικά συσσίτια, περισυλλέγοντας καρτόνια ή από τις επιδοτούμενες από το κράτος θέσεις εργασίας, τα πλάνες δε τραβάχο. Πρόκειται για εργασίες καθαριότητας πολλές φορές που αμείβονται με 150 πέσος τον μήνα και αφορούν δραστηριότητες στις οποίες ήδη απασχολείται μόνιμο προσωπικό του δημοσίου ή του Δήμου! Με αυτό τον τρόπο υπονομεύεται από τη μεριά των μονίμων οποιαδήποτε διεκδίκηση, ενώ αμφισβητείται ακόμη και αυτό το δικαίωμα στην εργασία. Ταυτόχρονα δημιουργείται ένας διπλός μηχανισμός εξαχρείωσης και εξαγοράς συνειδήσεων που στοχεύει από τη μια στη διάσπαση του ενιαίου μετώπου εργαζομένων και ανέργων που αποτελεί τη σημαντικότερη κατάκτηση του κινήματος των πικετέρος και από την άλλη στην επάνδρωση της στρατιάς των πουντέρος: Των λούμπεν και εξαθλιωμένων ανέργων που για να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί μετατρέπονται σε εκλογικό μηχανισμό της κυβέρνησης και αιχμή του δόρατός της στην προσπάθεια άλωσης από τα μέσα του εργατικού κινήματος. Μία πέμπτη φάλαγγα που συγκροτείται από την πολιτική εκμετάλλευση της καθημερινής μιζέριας.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΤΑΚΤΙΚΗ: Λεηλασίες καταστημάτων

Την Πέμπτη 28 Νοέμβρη περισσότερα από τριακόσια άτομα εισέβαλλαν σε ένα σούπερ μάρκετ Καρφούρ στην συνοικία Σαν Φερνάντο στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες λεηλατώντας τρόφιμα, ηλεκτρικά είδη, καλλυντικά και ότι άλλο εμπόρευμα υπήρχε στα ράφια του. Η είδηση την επόμενη μέρα έγινε πρωτοσέλιδη και ήταν το πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου. Το ερώτημα δε στις τηλεοπτικές συζητήσεις που τροφοδότησε η λεηλασία ήταν κατά πόσο η χώρα θα βυθιστεί στο χάος και την αναρχία όπως πέρυσι…

Η αντίδραση του Πόλο Ομπρέρο και όλων των οργανώσεων που συμμετέχουν στους πικετέρος ήταν άμεση και κατηγορηματική. Ο Νέστορ Πιτρόλα, ηγέτης του Πόλο Ομπρέρο, δήλωσε ότι αυτοί που συμμετείχαν στην λεηλασία, οι σακέος, πληρώθηκαν από τον μηχανισμό του Κάρλος Μένεμ, προκειμένου να στρώσουν το χαλί στις δυνάμεις καταστολής και να δυσφημίσουν τον αγώνα των πικετέρος ενάντια στην πείνα. Την ίδια επιθετική στάση κράτησαν απέναντι τους και όλες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στους πικετέρος. Με δηλώσεις που έκαναν στα μέσα ενημέρωσης ο Ραούλ Καστέλς από το Ανεξάρτητο Κίνημα Συνταξιούχων και Ανέργων (MIJD), ο Λουίς Ντ΄ Ελία από την Ομοσπονδία για τη Γη και την Κατοικία (FTV) και ο Φρέντι Μαρίνιο του Ταξικού Μαχητικού Ρεύματος (CCC) κατήγγειλαν τις λεηλασίες λέγοντας ότι εν όψει των διαδηλώσεων στις 19 και 20 Δεκεμβρίου ανάλογες επιθέσεις θα πληθύνουν, ώστε να νομιμοποιηθεί η καταστολή και πολύ περισσότερο να στραφούν ενάντια στους εργάτες και τους ανέργους τα μεσαία στρώματα και οι μικροϊδιοκτήτες* ένας διακαής και χρόνιος πόθος της κυβέρνησης. Δεν έλειψαν μάλιστα και καταγγελίες στον τύπο που υποδείκνυαν επώνυμους πολιτικούς παράγοντες του μενεμισμού, οι οποίοι στρατολογούσαν σακέος, δίνοντας τους 300 ή ακόμη και 400 πέσος, ώστε μέχρι τις 19 και 20 Δεκέμβρη να λεηλατούν συστηματικά εμπορικά μαγαζιά.

Κατειλημμένα εργοστάσια

Κυριακή 24 Νοεμβρίου, 5.45 τα ξημερώματα. Έξω από την κατειλημμένη επιχείρηση παραγωγής ετοίμων ενδυμάτων Μπρούκμαν  στο Μπουένος Άιρες σταματάνε απότομα πολιτικά οχήματα της Αστυνομίας. Από πίσω ακολουθούν ασθενοφόρα και πυροσβεστικά. Οι αστυνομικοί φορώντας μαύρες κουκούλες και με τα όπλα στα χέρια τους σπάνε την πόρτα της επιχείρησης και μπαίνουν μέσα. Όσοι εργάτες ήταν περιφρούρηση, ελάχιστοι όπως ήταν αναμενόμενο λόγω της ημέρας, συλλαμβάνονται. Δύο άντρες και τέσσερις γυναίκες και μαζί τους το παιδί μίας εργάτριας ηλικίας εννέα ετών οδηγούνται στο κρατητήριο. Τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά. Σε δύο ώρες έξω από το εργοστάσιο έχουν συγκεντρωθεί εξήντα άτομα και στις 11.00 περισσότεροι από χίλιοι. Με την παράσταση δικηγόρων καταφέρνουν λίγο μετά το μεσημέρι να αποφυλακιστούν οι εργάτες. Σε συνέντευξη τύπου που δίνεται μερικές ώρες αργότερα καταγγέλλεται η φασιστική συμπεριφορά των αστυνομικών, όπως και η λεηλασία που έκαναν στο εργοστάσιο τη λίγη ώρα που έμειναν οι αστυνομικοί μαζί με τον πρώην ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Έκλεψαν τον υπολογιστή που είχαν αρχείο της παραγωγής, τις παραγγελίες και τα λογιστικά, μηχανές ραφής μέχρι και μία ακριβή πόρτα… Ούτε όμως και αυτή τη φορά κατάφεραν να σπάσουν την κατάληψη στο εργοστάσιο Μπρούκμαν. Όπως συνέβη και τον Μάρτιο η προσέλευση χιλιάδων εργατών και πικετέρος από όλο το Μπουένος Άιρες έκανε την αστυνομία να υποχωρήσει και την επιχείρηση ανακατάληψης να χαρακτηριστεί αποτυχημένη.

Το συγκεκριμένο εργοστάσιο πέρασε στα χέρια των εργατών στις 18 Δεκεμβρίου του 2001. Μία μέρα πριν την λαϊκή και εργατική εξέγερση. Τα 56 άτομα που δούλευαν αποφάσισαν να το καταλάβουν επειδή ο ιδιοκτήτης δεν τους πλήρωνε. Αρχικά ο μισθός ήταν 100 πέσος την εβδομάδα. Μετά έγινε 50 έως 70, αναλόγως της πορείας των πωλήσεων. Την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου το βδομαδιάτικο που τους περίμενε ήταν …δύο πέσος. Τότε ξεχείλισε το ποτήρι και οι πιο πρωτοπόροι εργάτες προετοίμασαν την απόφαση για κατάληψη. Σήμερα που το εργοστάσιο παράγει υπό εργατικό έλεγχο το βδομαδιάτικο όλων των εργατών είναι 150 πέσος.

Το Μπρούκμαν είναι μία μόνο από τις 1.800 καταλήψεις μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Αργεντινής, σε ένα σύνολο 200.000 ανάλογου μεγέθους επιχειρήσεων. Οι μαζικές καταλήψεις εργοστασίων έδωσαν πρόσφατα την αφορμή στον Εκόνομιστ να παρομοιάσει την Αργεντινή με την Πετρούπολη των μπολσεβίκων του 1917. Ανάλογοι χαρακτηρισμοί αφθονούν και στα μέσα ενημέρωσης της Αργεντινής.

Αγωνία για το μεροκάματο

 

Το εργοστάσιο που επισκεφθήκαμε λέγεται Γκρισινόπολι και παράγει κριτσίνια. Είναι στο κέντρο της πρωτεύουσας σε μία γειτονιά από αυτές που οι Αργεντινοί χαρακτηρίζουν συνοικίες τη μεσαίας τάξης. Έξω από το εργοστάσιο ήταν κρεμασμένο ένα μεγάλο πανό που έγραφε: «Ενάντια στην έξωση, Χτυπώντας έναν, μάς χτυπάτε όλους». Υπογραφή: Εργάτες και Εργάτριες της Γκρισινόπολι. Στο εργοστάσιο μας υποδέχεται ο εργάτης Σεφερίνο Γκόμεζ που όλο αυτό το διάστημα έχει αναλάβει την εκπροσώπηση του εργοστασίου προς τα έξω. Με το που μπαίνουμε μέσα θεωρεί υποχρέωσή του να μας δείξει τις γραμμές παραγωγής που εξακολουθούν να λειτουργούν και την καθαριότητα που υπάρχει στο χώρο και τα μηχανήματα. Και μόνο η αίσθηση που δίνουν τα πρώτα λεπτά της επίσκεψης πείθουν ότι πρόκειται για μία πράξη που εκπορεύεται από το ένστικτο αυτοσυντήρησης της εργατικής τάξης. Για ένα ολόκληρο κίνημα που έρχεται να ικανοποιήσει τις πιο υλικές, άμεσες, καθημερινές και χειροπιαστές ανάγκες της τάξης.

«Επί εννέα ολόκληρους μήνες ο ιδιοκτήτης δεν μας πλήρωνε. Όταν τον πιέζαμε ασφυκτικά μόνο, μας έδινε έναντι πάντα πατακόνες (σ. σ. νόμισμα που εκδίδεται αποκλειστικά στο Μπουένος Άιρες και δεν γίνεται δεκτό για αγορές απ’ όλα τα μαγαζιά). Άλλες φορές πάλι μας έδινε κουτιά με κριτσίνια, τα οποία μας τα χρέωνε για να τα πουλήσουμε και να πάρουμε τα χρήματα. Στις 3 Ιουνίου του 2002 αποφασίσαμε να σταματήσουμε την δουλειά αν δεν μας πληρώσει. Συναντιόμαστε μαζί του και ζητάμε βδομαδιάτικο 120 πέσος. Μας αντιπροτείνει 20. Αρνούμαστε να δουλέψουμε και τότε ο ιδιοκτήτης εγκαταλείπει την επιχείρηση και φεύγει». Η απροθυμία του ήταν αποτέλεσμα της γενικότερης οικονομικής κρίσης; ρωτάμε τον Σεφερίνο. Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: «Όχι. Τα χρήματα που κέρδιζε από δω, τα οποία δεν ήταν και λίγα, τα επένδυε σε άλλες δουλειές, στην κερδοσκοπία, όπου έβγαζε περισσότερα». Η λειτουργία της επιχείρησης όμως δεν ξεκινάει αμέσως. «Τις δύο πρώτες εβδομάδες είχαμε κλειστεί μέσα στην επιχείρηση για να μην έρθουν να κάνουν κατασχέσεις οι αρχές και κοιταζόμασταν. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Απευθυνθήκαμε στο συνδικάτο και σχεδόν μας έδιωξαν. Μας είπαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Όλα ξεκίνησαν όταν κρεμάσαμε έξω από το εργοστάσιο ένα πανό. Τότε ήρθαν εδώ και ενδιαφέρθηκαν οι άνθρωποι από τη Λαϊκή Συνέλευση της γειτονιάς. Δεν σας κρύβω μάλιστα ότι στην αρχή τους κοιτάγαμε καχύποπτα».

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έπρεπε να ξεπεράσουμε ήταν το νομικό, όπως και η στάση που έπρεπε να κρατήσουμε απέναντι στον παλιό ιδιοκτήτη, ο οποίος μόλις έγινε γνωστή η πρόθεσή μας να λειτουργήσουμε το εργοστάσιο το διεκδίκησε. Τελικά διεκδικήσαμε από το κράτος να μας παραχωρήσει το εργοστάσιο χωρίς να πληρώσουμε τίποτε και απαιτήσαμε επιπλέον από την κυβέρνηση 15.000 πέσος. Τέθηκε στη Βουλή, όπου παρά την αρχική οργισμένη αντίδραση των άλλων κομμάτων τελικά το αίτημα της οικονομικής μας ενίσχυσης έγινε δεκτό και ψηφίστηκε. Για να γίνει αυτό φυσικά κινητοποιούμασταν καθημερινά. Έτσι ξεκίνησε η παραγωγή». Ο νόμος όμως διασφάλισε και στο ακέραιο τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του πρώην εργοδότη. «Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και συμβιβασμούς δεχτήκαμε ένα νόμο που μας δίνει τη δυνατότητα να λειτουργούμε το εργοστάσιο επί δύο χρόνια και υπό τον όρο φυσικά ότι κάθε μήνα θα πληρώνουμε σε κάτι κερδοσκόπους που αγόρασαν εν τω μεταξύ το εργοστάσιο 2.000 πέσος τον μήνα! Είναι πολύ μεγάλο ποσό. Όσο καταφέρνουμε και το συγκεντρώνουμε από τις πωλήσεις, τόσο θα έχουμε δουλειά. Διαφορετικά θα μας πετάξουν έξω». Μέχρι στιγμής τα βγάζουν αυτά τα λεφτά; ρωτήσαμε τον Σεφερίνο Γκόμεζ. «Όχι» ήταν η απάντησή του! «Τον προηγούμενο μήνα δανειστήκαμε 1.700 πέσος από την Λαϊκή Συνέλευση. Τώρα πηγαίνουμε στο Πανεπιστήμιο και πουλάμε τα κριτσίνια. Σε λίγες εβδομάδες όμως οι σχολές θα κλείσουν για καλοκαιρινές διακοπές. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Το πρόβλημα μας είναι ότι δεν έχουμε πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση, όπως έχουν όλες οι άλλες επιχειρήσεις, ενώ τις πρώτες ύλες, αλεύρι ειδικά και νάιλον συσκευασίας, μάς τις πουλάνε πανάκριβες και χωρίς πίστωση. Δεν μπορεί να λειτουργήσει επιχείρηση έτσι. Με ότι λεφτά μας μείνουν αγοράζουμε πρώτες ύλες, παίρνουμε τους μισθούς μας, παράγουμε, πουλάμε και πάλι από την αρχή…».

Η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν αναπάντεχη και σκληρή. Πιστεύετε ότι θα τα καταφέρετε; τολμάμε στο τέλος και τον ρωτάμε… «Δεν ξέρω. Αν θα μπορέσουμε με τη σκληρή δουλειά μας να βάλουμε το εργοστάσιο σε ένα καλό δρόμο, ναι. Είναι όμως πολύ δύσκολο, όσο και να προσπαθήσουμε. Αν κάπου ελπίζουμε είναι στους πικετέρος και τους αγώνες τους»…

Η απάντησή του ήταν τόσο φυσιολογική που ακόμη και τώρα μας έχει μείνει η απορία: Είχε επίγνωση του άλματος που έκανε, εναποθέτοντας στους πικετέρος το μέλλον του κατειλημμένου εργοστασίου στο οποίο εργαζόταν;

Η επόμενη μέρα των καταλήψεων

Η κρατική βία, όπως με τόσο βάρβαρο τρόπο εκδηλώθηκε στο Μπρούκμαν και η οικονομική βία που απειλεί κάθε στιγμή τη Γκρισινόπολι στοχεύει πολύ περισσότερο στις τάσεις αναβάθμισης του αγώνα και πολιτικοποίησής του, όπως αυτές γεννιούνται στους πιο πρωτοπόρους εργάτες που από τώρα διακρίνουν ότι το άλμα στο ουρανό που έχουν πραγματοποιήσει αν δεν ολοκληρωθεί, αν η οικονομική πάλη τους για το μεροκάματο δεν μετασχηματιστεί και δεν αναβαθμιστεί σε πολιτική πάλη, αν δεν τεθεί δηλαδή ζήτημα εξουσίας, άμεσα, κινδυνεύει να γίνει άλμα στο κενό.

Ο ηρωικός καθημερινός αγώνας δεκάδων χιλιάδων εργατών που κρατάνε τα εργοστάσια, τις κλινικές και τα λεωφορεία με νύχια και με δόντια, κοιτώντας με αγωνία έξω από τις γρίλιες κάθε φορά που σταματάει αυτοκίνητο, δεν αποδεικνύει μόνο την δυνατότητα της εργατικής τάξης να ελέγξει την παραγωγή και την ικανότητά της να διαχειριστεί τον κοινωνικό πλούτο. Δείχνει εξ ίσου έντονα ότι ο αγώνας για τον εργατικό έλεγχο στο κάθε εργοστάσιο είναι αναπόσπαστος από τον αγώνα για την ανατροπή της αστικής πολιτικής εξουσίας και την εργατική εξουσία. Δείχνει ότι όσα εργοστάσια κι αν περάσουν στα χέρια των εργατών η κατάκτησή αυτή θα είναι ηρωική, μα πρόσκαιρη. Οι σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της μισθωτής σκλαβιάς θα ξαναμπαίνουν στο εργοστάσιο κάθε φορά που θα ανοίγει η πύλη με τον έξω κόσμο. Η απαλλοτρίωση του κάθε απαλλοτριωτή θα είναι μισό μόνο βήμα για την ανατροπή των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αναγκαία μεν, αλλά όχι ικανή συνθήκη για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, όσο ο κρατικός μηχανισμός θα είναι στα χέρια της αστικής τάξης.

Τουκουμάν: κρίση των περιφερειών

Το Τουκουμάν είναι η μικρότερη από τις 23 επαρχίες της Αργεντινής. Βρίσκεται στα βορειοανατολικά της χώρας και η πρωτεύουσα του, το Σαν Μιγκέλ, απέχει 1.30 περίπου χιλιόμετρα από το Μπουένος Άιρες ή σχεδόν δύο ώρες με το αεροπλάνο. Μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστό για τον δυσανάλογο υψηλό – σε σχέση με το ειδικό του βάρος στη χώρα – φόρος αίματος που είχε πληρώσει στους λαϊκούς αγώνες. Μόνο κατά τη διάρκεια της χούντας του Χόρχε Βιντέλα, από τους 40.000 εξαφανισμένους αριστερούς οι 4.000 προέρχονταν από το Τουκουμάν, ή τον «Κήπο της Δημοκρατίας» κατά την προσφιλή έκφραση των Αργεντινών που έτσι αποδίδουν τη δέουσα τιμή στον τόπο όπου ανακηρύχτηκε η ανεξαρτησία της χώρας τον προηγούμενο αιώνα.

Το Τουκουμάν ήρθε ξανά στην επικαιρότητα μόλις πριν λίγες εβδομάδες με έναν εξ ίσου τραγικό τρόπο. Ήταν στα μέσα Νοεμβρίου συγκεκριμένα, όταν η ισπανική εφημερίδα Ελ Παΐς αποκάλυψε πως δεκάδες παιδιά πεθαίνουν από την πείνα. Οι φωτογραφίες που δημοσίευσε με το απλανές βλέμμα των σκελετωμένων παιδιών έκαναν μονομιάς τον γύρο του κόσμου.

Η επίσκεψη μας στο Τουκουμάν δεν θα είχε πραγματοποιηθεί αν δεν ήταν σαφές ότι στο Τουκουμάν, πέρα από την γενική οικονομική κρίση εκφράζεται και μία επιπλέον, δευτερεύουσας σημασίας, κρίση που έχει οδηγήσει στον θάνατο δεκάδες ανθρώπους: Η κρίση των επαρχιών όπως αυτή προσδιορίζεται από την υπερχρέωση τους απέναντι στο κράτος και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και την χρεοκοπία των τοπικών κυβερνήσεων που σε τελική ανάλυση δημιουργεί θέμα συνοχής της ίδιας της χώρας. Η παρέμβαση αυτής ακριβώς της επιπρόσθετης αντίθεσης είναι που οδηγεί σε έκρηξη το κοινωνικό ζήτημα στο Τουκουμάν, όπως σε μικρότερο βαθμό το οδηγεί στην έκρηξη στις επαρχίες Τσάκο, Χουχούι, Σάλτα και Τσουμπούτ, όπου κι εκεί καθημερινά σημειώνονται θάνατοι παιδιών από την ασιτία.

Στο δρόμο από το αεροδρόμιο μέχρι την πόλη του Τουκουμάν συναντάς δεκάδες κάρα, ενώ δεξιά και αριστερά του δρόμου βρίσκονται εκατοντάδες παράγκες κατασκευασμένες από ξύλο, τσίγκο και νάιλον. Στο κυβερνητικό μέγαρο του Σαν Μιγκέλ, μπροστά στην πανύψηλη καγκελωτή πύλη της εισόδου, αψηφώντας τον καυτό ήλιο την τρομερή ζέστη και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η υγρασία, βρίσκονται εκατοντάδες άνθρωποι συνωστισμένοι επάνω στο πεζοδρόμιο και με την πλάτη στο δρόμο. Στο προτεταμένο χέρι τους κρατάνε κάποια χαρτιά που αγωνίζονται να τα παραδώσουν στον άνθρωπο που βρίσκεται εντός του κτιρίου. Είναι οι αιτήσεις τους για να ενταχθούν σε κάποιο πρόγραμμα προσωρινής, εβδομαδιαίας για την ακρίβεια, επιδοτούμενης εργασίας (πλαν δε τραβάχο). Η σκηνή αυτή προκαλεί απορία μόνο στους ξένους. Στην πόλη επαναλαμβάνεται καθημερινά.

Δημοσιονομική κρίση

Η δημοσιονομική κρίση γίνεται εμφανής στον επισκέπτη του Τουκουμάν από τη στιγμή που θα πιάσει στα χέρια του τα χαρτονομίσματα της επαρχίας. Σε όλη την Αργεντινή κάθε επαρχία εκδίδει το δικό της χαρτονόμισμα που πολλές φορές δεν γίνεται δεκτό σε άλλες επαρχίες. Στο Τουκουμάν όμως υπάρχει ένας καταιγισμός χαρτονομισμάτων, όπως είναι τα Μποκάντε, τα Τίκετ Κανάστρα, τα Προμς, τα Τσέκες Ντιφερίδας και πολλά άλλα που παρότι γράφουν μεν επάνω ότι αντιστοιχούν σε πέσος αν τα πάρεις στα χέρια σου μάλλον έχασες. Στα ανταλλακτήρια συναλλάγματος μετατρέπονται σε κανονικά πέσος όχι με ισοτιμία ένα προς ένα αλλά ένα από δαύτα προς 0,8 ή ακόμη και 0,7 πέσος. Με ορισμένα δεν μπορείς να αγοράσεις τσιγάρα ή να βάλεις βενζίνη κ.λπ, κ.λπ. Η κυβέρνηση τα εκδίδει όποτε δεν έχει να πληρώσει τους δημοσίους υπαλλήλους, με αποτέλεσμα ακόμη και αυτός ο εικονικός μισθός που παίρνουν να καταβάλλεται με οιονεί χρήμα.

Πεθαίνοντας στο Τουκουμάν

Τουλάχιστον το 40% των 1.300.000 κατοίκων του Τουκουμάν είναι άνεργοι. Η πλειοψηφία τους, έχει να δουλέψει δύο ακόμη και τρία χρόνια. Επιπλέον τουλάχιστον ένα 20% του πληθυσμού υποαπασχολείται. Πρακτικά μόνο ο ένας στους τρεις δουλεύει. Ενώ με επίσημα στοιχεία οι 900.000 είναι βυθισμένοι στην απόλυτη φτώχεια. Προσοχή: όχι κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας αλλά στην εξαθλίωση!

Κι αυτοί όμως που δουλεύουν αμείβονται με 300 έως 400 πέσος το μήνα. Δηλαδή εκατό ευρώ! Και υπάρχουν και χειρότερα, όπως είναι οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ του Τουκουμάν που δουλεύουν για ένα πέσο την ώρα (100 δραχμές) ή οι εργάτες στα εργοστάσια και τα χωράφια που για δύο πέσος την ώρα δουλεύουν δέκα και ένδεκα ώρες τη μέρα. Στο Τουκουμάν επίσης συναντάει κανείς τους μοτοκέρος. Παιδιά με μηχανάκια που για ένα πέσος κάνουν διάφορα θελήματα: Ψωνίζουν, πληρώνουν λογαριασμούς, μεταφέρουν επιστολές ή δέματα κλπ.

Πρώτος σταθμός μας στο Τουκουμάν ήταν το νοσοκομείο παίδων της πόλης. Ούτε μία γωνία δεν υπήρχε πάνω από το ισόγειο που το βλέμμα να μην συναντηθεί με τη φρίκη και την απερίγραπτη δυστυχία. Η τετράχρονη Φλορένσια είναι ενός έτους και ζυγίζει 4,5 κιλά. Το φυσιολογικό για την ηλικία της βάρος είναι 9,5 κιλά. Λόγω της αδυναμίας πάσχει από υδροκεφαλία. Η Λουσία που εικονίζεται στην επόμενη φωτογραφία είναι πέντε μηνών και το βάρος της είναι 3,5 κιλά, όταν το μέσο φυσιολογικό βάρος για την ηλικία της είναι τουλάχιστον 6,5 κιλά. Η ατροφία τής έχει προκαλέσει πρόβλημα στο νευρικό σύστημα. Ξεπερνιούνται τα προβλήματα με τον ερχομό τους στο νοσοκομείο; ρωτήσαμε την εικονιζόμενη γιατρό Μέρι Καραμπαγκάλ που εφημέρευε εκείνη την ημέρα. «Άλλες φορές ναι άλλες φορές όχι. Τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες έχουν πεθάνει δεκαεννέα παιδιά. Οτιδήποτε άλλο περιστατικό πλέον το διώχνουμε και κρατάμε μόνο τα περιστατικά ασιτίας. Όλο το νοσοκομείο εξυπηρετεί τέτοια προβλήματα», μας τόνισε. Και συνέχισε: «Πρέπει όμως να καταλάβετε δύο πράγματα. Πρώτον ότι ο θάνατος από την πείνα στο Τουκουμάν δεν είναι κάτι καινούργιο. Ανέκαθεν είχαμε ανάλογα περιστατικά. Απλά τώρα λόγω της κρίσης υπάρχει μία έκρηξη. Δεύτερον, ότι όσο τραγικές κι αν είναι αυτές οι σκηνές, η ασιτία δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Αφορά και εμάς τους ίδιους. Μας αφορά όλους. Για παράδειγμα, εδώ το νοσοκομείο, λόγω περικοπών, έχει πάψει να δίνει λεφτά για να πίνουμε γάλα εμείς οι εργαζόμενοι, όπως συνέβαινε παλιότερα»…

Πολλοί γιατροί υποστήριζαν πως στο νοσοκομείο συναντάς μόνο την κορυφή του παγόβουνου καθώς πολλά περιστατικά δεν περνούν καν την πύλη του. Με βάση επίσημα στοιχεία ένα στα δέκα παιδιά του Τουκουμάν κάτω των έξη ετών αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με τη διατροφή του, ενώ 3.700 γυναίκες είναι γνωστό ότι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.

Ανάλογη τριτοκοσμική κατάσταση επικρατούσε και στο γενικό νοσοκομείο της πόλης που επισκεφθήκαμε. Ήταν μάλιστα μέρα εφημερίας. Παρόντες τρεις γιατροί και δώδεκα ειδικευόμενοι, που στην Αργεντινή δεν πληρώνονται όταν απασχολούνται στα νοσοκομεία. Δεκαπέντε άτομα εναντίον 250 έως 300 περιστατικών που είχαν κατακλύσει το νοσοκομείο, το οποίο δεν διέθετε περισσότερα από 24 δωμάτια με τρεις τέσσερις κλίνες έκαστο! Σε «καυτά κρεβάτια» έπρεπε να μετονομαστεί το νοσοκομείο υποστηρίζει ένας γιατρός λέγοντας μας ότι τα κρεβάτια δεν προλαβαίνουν να αδειάσουν ούτε για ένα λεπτό και αμέσως έρχεται άλλος ασθενής. Οι άνθρωποι πεθαίνουν από έλλειψη φαρμάκων. Έχουν πάψει να μας χορηγούν και τα πλέον στοιχειώδη». Το πιο απίστευτο απ΄ όσα είδαμε στο νοσοκομείο ήταν στη γυναικολογική κλινική στο τμήμα λοχείας, όπου ένα κρεβάτι το μοιράζονταν δύο γυναίκες…

Επόμενο σταθμός μας στο Τουκουμάν ήταν το χωριό Λος Ράλος, 25 χιλιόμετρα δυτικά του Σαν Μιγκέλ. Η διαδρομή με το αυτοκίνητο διήρκεσε σαράντα λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας στη θέα των αχανών εκτάσεων καλλιέργειας ζάχαρης που απλώνονταν δεξιά και αριστερά του δρόμου στον οποιονδήποτε θα γεννιόταν η εξής απορία: Δεδομένης ακόμη και της ταξικής διαίρεσης της γης και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της αγροτικής παραγωγής, πως είναι δυνατό να πεθαίνουν μαζικά οι άνθρωποι από την πείνα στο χωριό όταν υπάρχουν τόσα εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα εύφορης γης; Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα οι φτωχοί αγρότες που στερούνται γης, διαθέτουν λίγα τετραγωνικά μέτρα γης, ώστε να καλλιεργούν λαχανικά και κηπευτικά για τις προσωπικές τους ανάγκες. Για να μη πεθάνουν από την πείνα. Στην Αργεντινή γιατί όχι; «Παλιά, μας λεει ο συνομιλητής μας, όλοι σχεδόν οι αγρότες διέθεταν 10 ακόμη 20 ακρς (σ. σ. μέτρο επιφάνειας ίσο περίπου με τέσσερα τετραγωνικά στρέμματα). Στη συνέχεια όμως όλη, μα όλη τη γη την αγόρασαν οι ξένες επιχειρήσεις που εξαγόρασαν αρχικά τα εργοστάσια. Σε αυτή την περιοχή πριν δεκαπέντε χρόνια υπήρχαν περίπου 25 βιομηχανίες ζάχαρης. Τώρα έχουν μείνει έξη ή επτά». Οι συνομιλητές μάς δείχνουν τις βιομηχανίες που έχουν απομείνει ξεχωρίζοντας την κάθε μία με βάση την εθνικότητα της εταιρίας: Η γαλλική, η ισπανική κ.λπ, κ.λπ. Στις επιχειρήσεις επεξεργασίας ζάχαρης και συσκευασίας λεμονιών δουλεύουν 90.000 περίπου άτομα. Είναι οι λεγόμενοι κατσετέρος. Η αμοιβή τους είναι 15 πέσος την ημέρα ή 4 ευρώ. Η αμοιβή αυτή δεν διαρκεί όλο τον χρόνο καθώς απασχολούνται για λιγότερο από έξη μήνες τον χρόνο. Το Νοέμβριο όλοι κάθονται. Με αυτά τα χρήματα λοιπόν θα πρέπει να περάσουν και τους δώδεκα μήνες.

Μπλόκα και συσσίτια ενάντια στην πείνα

Φτάνοντας στο ύψος του χωριού Λος Ράλος ο δρόμος είναι κομμένος από μπλόκο των πικετέρος. Γύρω στα δεκαπέντε ρακένδυτα παιδιά και άλλοι τόσοι ενήλικες, σταματάνε κάθε διερχόμενο όχημα ζητώντας λεφτά ώστε να συγκεντρώσουν το ποσό που χρειάζεται για να καταφέρουν να πάνε στη μεγάλη διαδήλωση που θα γίνει στις 19 και 20 Δεκέμβρη με αφορμή την επέτειο του ενός χρόνου από το Αργεντινάζο. Όλοι σχεδόν οι οδηγοί κάτι δίνουν.

Μαζί με τους πικετέρος κατευθυνόμαστε στο συσσίτιο του χωριού, το κομεδόρες. Πρόκειται για συσσίτια που οργανώνει το Πόλο Ομπρέρο και οι πικετέρος. Τα χρήματα τα διεκδικούν με αγώνες και τα παίρνουν από το κράτος. Χάρη σε αυτή την πρωτοβουλία που είναι πλέον θεσμός σε όλη την έκταση της αργεντίνικης γης, από τα μπάριος του Μπουένος Άιρες μέχρι τις επαρχίες, η Αργεντινή δεν έχει μετατραπεί σε Μπιάφρα. Οι σκηνές των παιδιών που περιμένουν με το πλαστικό ή το σιδερένιο πιάτο να έρθει το φαγητό ήταν συγκλονιστικές. Τα παιδιά αυτά τρωνε πέντε ημέρες την εβδομάδα, μια φορά την ημέρα. Τόσα λεφτά δίνει το κράτος. Το φαγητό είναι μια πίτα με ένα κομμάτι κρέας ή τυρί. Το αποτέλεσμα είναι μόνιμα να υποεκτιμάς την ηλικία τους. Κανένα παιδί δεν έχει θραφεί σωστά. Πολλά έπασχαν από ραχίτιδα. Ενώ πολλοί άλλοι, όχι μόνο παιδιά, δεν είχαν δόντια. Ο λόγος απλός: Για να διασκεδάσουν την πείνα τους μικροί και μεγάλοι, μέχρι να έρθει η ώρα του συσσιτίου ή όταν το στομάχι άδειαζε, έτρωγαν ζάχαρη. Το μοναδικό φαγώσιμο είδος…

Το Λος Ράλος, που από τους 9.000 κατοίκους του οι 2.000 είναι άνεργοι και τα 3.000 παιδιά, είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες πριν γίνει τόπος δυστυχίας. Η παρακμή του ξεκίνησε ακριβώς πριν δεκατρία χρόνια όταν έκλεισαν τα εργοστάσια ζάχαρης. Εκείνη τη χρονιά μέσα σε λίγους μήνες το 75% των κατοίκων του μετανάστευσε στο Μπουένος Άιρες!

Ο ξεριζωμός τους όμως δεν γλίτωσε από την πείνα κανέναν. Ούτε αυτούς που μετακόμισαν στα άθλια περίχωρα του Μπουένος Άιρες, ούτε αυτούς τους λίγους που απέμειναν προσδοκώντας πως με την αποχώρηση της πλειοψηφίας του κόσμου θα μειωθεί η ανεργία. Στο Λος Ράλος, αν η ζωή συνεχίζεται κανονικά αυτό οφείλεται στα συσσίτια. Σε όλο το χωριό δίνονται τρία συσσίτια. Χάρη στα κομεδόρες μας είπε ένας κάτοικος του χωριού η ζωή μας έχει ηρεμήσει. Σ’ ένα από αυτά η πρόεδρος Ντολόρες Ντίαλ κι ο οικονομικός υπεύθυνος Αμέρικο Κάσερες μας εξηγούν τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλουν για να ταίσουν 136 παιδιά για είκοσι ημέρες με 1.439 πέσος. Δηλαδή με 0,53 πέσος την ημέρα ανά παιδί ή 53 δραχμές! Με ανεξήγητη επιμονή επιδεικνύουν το βιβλίο εσόδων και εξόδων, που χαρακτηρίζεται από μία τάξη εντελώς ασύμβατη με τις αργεντίνικες συνήθειες. Ο λόγος της επιμονής τους ερμηνευόταν αν κάποιος κοίταγε τα πρωτοσέλιδα του επαρχιακού τύπου εκείνης της ημέρας, Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου, που όλα αναφέρονταν στον υπεύθυνο συσσιτίων της τοπικής κυβέρνησης που πήρε τα λεφτά και εξαφανίστηκε! Στο πρώτο άκουσμα απίστευτο, στην Αργεντινή όμως της γενικευμένης διαφθοράς πέρα για πέρα συνηθισμένο. Η έκταση της διαφθοράς στην Αργεντινή ξεπερνάει οποιαδήποτε εμπειρία αν σκεφτούμε επιπλέον ότι στο Τουκουμάν τις τελευταίες εβδομάδες έχει εγκατασταθεί και η γυναίκα του προέδρου της χώρας, η Τσίτσε Ντουάλντε, προσπαθώντας να συντονίσει την ανθρωπιστική βοήθεια που καταφθάνει. Στην πραγματικότητα για να κερδίσει τις πολιτικές εντυπώσεις. Και παρόλα αυτά η βοήθεια μπαίνει στις τσέπες κυβερνητικών αξιωματούχων με κάθε επισημότητα…

Πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι τα συσσίτια των πικετέρος δεν βρίσκονται σε παράλληλη πορεία ακόμη και με αυτές τις κυβερνητικές διακηρύξεις για την αντιμετώπιση της πείνας. Όχι μόνο στο Τουκουμάν, αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα η κυβέρνηση και ο κομματικός μηχανισμός των περονιστών αρνείται να προσφέρει οικονομικά βοηθήματα σε όσους γονείς στέλνουν τα παιδιά τους σε συσσίτια του Πόλο Ομπρέρο, δηλώνοντας ότι όποιος πάει εκεί μπαίνει σε μαύρη λίστα…

Απλήρωτοι καθηγητές

Σε αγωνιστικό αναβρασμό βρισκόταν τις ημέρες της επίσκεψης μας στο Τουκουμάν και το πανεπιστήμιο της πόλης. Αφορμή ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει δύο τμήματα της σχολής Καλών Τεχνών, με το δικαιολογητικό ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Αιτία η βαθιά οικονομική κρίση που έχει οδηγήσει εκατοντάδες φοιτητές να εγκαταλείψουν τις σχολές επειδή δεν έχουν λεφτά να φάνε και πολύ περισσότερο να πληρώσουν τα μεταφορικά τους για να φτάσουν μέχρι το Πανεπιστήμιο και να επιστρέψουν σπίτι τους. Έτσι το τμήμα Καλών Τεχνών τελούσε υπό κατάληψη και δεκάδες φοιτητές με αντίσκηνα έμεναν στο προαύλιο επί τρεις μήνες.

Σε κατάσταση κρίσης βρίσκεται και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Από τις 160 διδακτικές ημέρες που είχε η σχολική χρονιά είναι ζήτημα αν έγιναν οι 60. Αιτία ήταν η απεργία διαρκείας των καθηγητών που αρνιόνταν να πάνε στο μάθημα επειδή η τοπική κυβέρνηση δεν τους πλήρωνε!

Οι κάτοικοι του Λος Ράλος ξέρουν βέβαια ότι υπάρχουν και χειρότερα. Στο χωριό τους η τοπική κυβέρνηση πούλησε το Γυμνάσιο και το Λύκειο σε ιδιώτη! Έτσι τα παιδιά του Λος Ρόλος δεν πάνε καν σχολείο γιατί πρέπει να πληρώσουν δίδακτρα, τη στιγμή που γενικά η δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι δημόσια, υποχρεωτική και δωρεάν…

Άνθρωποι και λύματα

Προτελευταίος σταθμός μας στο Τουκουμάν η περιοχή Όχο ντε Άγκουα (Μάτι του Νερού), που βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης. Είναι η παραγκούπολη του Τουκουμάν. Φτώχεια και εξαθλίωση ακόμη πιο μεγάλη από το Σαν Μιγκέλ και το Λος Ράλος. Διαφορετικά ποτέ μη λες, ποτέ μη νομίσεις ότι δεν υπάρχουν και χειρότερα. Η συνοικία αυτή περιβάλλεται από δύο ποτάμια. Στο ένα μαζί με τα νερά από τα χιόνια των βουνών καταλήγουν και τα απόβλητα των βιομηχανιών επεξεργασίας λεμονιού. Τα παιδιά που παίζουν εκεί μέσα εμφανίζουν τις πιο ανεξήγητες δερματικές παθήσεις. Από αυτό το ποτάμι οι κάτοικοι παίρνουν νερό για να μαγειρεύουν με αποτέλεσμα οι διάρροιες των παιδιών να είναι καθημερινό φαινόμενο Στο άλλο ποτάμι όσοι κάτοικοι θέλουν πετάνε τα σκουπίδια τους. Απορριμματοφόρο του δήμου προφανώς δεν περνάει για να τα μαζέψει και μόνο όσοι θέλουν, ελάχιστοι δηλαδή τα πετάνε εκεί δημιουργώντας ένα βουνό απορριμμάτων, σε μια απόσταση δύο ή τριών μέτρων από τις παράγκες.

Στο Όχο ντε Άγκουα, όμως ακόμη και για να περπατήσεις θέλει τρόπο. Η δυσωδία που αναδύεται είναι ανεξήγητη μέχρι να σου υποδείξουν να μην πατάς στις λιμνούλες που είναι σχηματισμένες στους χωματόδρομους. Σε αυτές τις λιμνούλες καταλήγουν τα λύματα από τις παράγκες. Και δίπλα παίζουν τα παιδιά. Ο αριθμός αυτών των παιδιών είναι άγνωστος. Ακόμη και η ταυτότητά τους. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να τα δηλώσει όταν γεννήθηκαν και κανείς δεν τους παραχωρεί σήμερα δικαιώματα. Ούτε καν για να πάνε σχολείο. Την ώρα που ο ήλιος έδυε μπορούσε να διακρίνεις τα σπίτια όπου κατοικούσαν οι πιο καταφερτζήδες. Ήταν αυτά που είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Η σύνδεση που έδινε το ρεύμα στις λάμπες που έκαιγαν ήταν φυσικά παράνομη διανύοντας τις περισσότερες φορές εκατοντάδες μέτρα μέχρι να καταλήξει στην παράγκα όπου κατοικούσαν ακόμη και δέκα άτομα. Όπως στην παράγκα που μας δέχτηκαν. Η μέρα εκείνη ήταν ξεχωριστή γιατί μετά από πολλές ημέρες είχαν καταφέρει να πάρουν γάλα για τα παιδιά. Έτσι πέφτοντας να κοιμηθούν και τα τέσσερα παιδιά στο κρεβάτι που καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη τη μία από τις δύο κάμαρες, δεν θα ήταν πεινασμένα…

Παντού υπάρχει ένα Μπέβερλι Χιλς. Ακόμη και στο Τουκουμάν

Απομακρυνόμενος από το Όχο ντε Άγκουα προς τη βόρεια μεριά του, διασχίζεις ένα πανέμορφο και πεντακάθαρο αλσύλλιο. Πριν καν περάσουν διακόσια μέτρα από την παραγκούπολη αρχίζεις να συναντάς λευκούς αργεντινούς με υγιέστατα σώματα, που φορώντας την τελευταία λέξη της αθλητικής μόδας κάνουν τζόκινγκ! Πρόκειται για τους πιο θαρραλέους, που πέρασαν τη διαχωριστική γραμμή. Ίσως από περιέργεια. Αμέσως μετά σε υποδέχονται θαλαμίσκοι σεκιουριτάδων. Κι αφού του διαβείς φτάνεις στο Μπέβερλι Χιλς του Τουκουμάν, όπως χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη περιοχή! Είναι δίπατα συνήθως σπίτια πανομοιότυπα των βορειοαμερικανικών. Μεγάλο πεζοδρόμιο, εσωτερικό γκαράζ με συρόμενη πόρτα προς τα πάνω, άφθονο γκαζόν και πανύψηλα τείχη ή στην καλύτερη περίπτωση χοντρές και πυκνές σιδεριές, που θυμίζουν φυλακή. Μόνο που εδώ η φυλακή είναι έξω στον περιβάλλοντα χώρο.

Στο Μπέβερλι Χιλς του Τουκουμάν κατοικούν τριών λογιών αστοί, όπως μας εξήγησε ο συνοδός μας. Πρώτα και κύρια η αμερικανοσπουδαγμένη κρατική γραφειοκρατία. Μετά οι κρατικοί εργολάβοι που ζουν από τα έργα του δημοσίου και τέλος η πανίσχυρη αστική τάξη του Τουκουμάν. Επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων που κατά βάση ασχολιούνται με την αγροτική παραγωγή, τις πιο πολλές φορές σαν υπεργολάβοι ή μεσάζοντες. Είναι όλοι αυτοί που νέμονται τη διαφορά από τα 4 ευρώ που παίρνει την ημέρα ο εργάτης στα εργοστάσια και τα 30 ευρώ που πουλάνε στην αγορά το τελάρο τα λεμόνια. Το Τουκουμάν άλλωστε είναι η περιοχή που έχει τις μεγαλύτερες εξαγωγές λεμονιών στον κόσμο. Η υποτίμηση ή καλύτερα η κατακρήμνιση πέρυσι του πέσος έναντι του δολαρίου απογείωσε τα κέρδη όλης της αγροτικής βιομηχανίας, περισσότερο δε της εξαγωγικής όπως είναι αυτή του Τουκουμάν. Ενδεικτικά μόνο οι εξαγωγές της ζάχαρης από 111.000 τόνοι που ήταν πέρυσι, φέτος έχουν ήδη ξεπεράσει τους 218.000 και αναμένεται να υπερβούν με το τέλος της σεζόν τους 260.000 τόνους. Κι οι εξαγωγές όλων των άλλων προϊόντων αυξήθηκαν κι αυτές με διψήφια νούμερα. Αυτές οι επιδόσεις είναι που έκαναν την τοπική εφημερίδα του Τουκουμάν Λα Γκαζέτα την ίδια μέρα που πέθαινε ένα ακόμη παιδί από την πείνα, να έχει τίτλο Ένας Γλυκός Χρόνος…


Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: