Home » 2010 » Φορολογική αντι-μεταρρύθμιση (Πριν, 14/2/2010)

Φορολογική αντι-μεταρρύθμιση (Πριν, 14/2/2010)

Archives

 

Μητσοτάκης σε συσκευασία ΠΑΣΟΚ

ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από την εποχή του Μητσοτάκη είχε να εξαγγελθεί τόσο αντιλαϊκή εισοδηματική πολιτική: Μηδενικές αυξήσεις σε όλη την έκταση του δημόσιου τομέα, μείωση επιδομάτων και πρόσθετων αποζημιώσεων δημοσίων υπαλλήλων κατά 10%, αυξήσεις της τάξης του 1,5% μόνο για εκείνες τις συντάξεις που δεν υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ μικτά (και όχι καθαρά) και αναστολή όλων των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα με μερική εξαίρεση τους τομείς υγείας, παιδείας και ασφάλειας.

Η εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπακωνσταντίνου, υπό τις οδηγίες του ίδιου του πρωθυπουργού, Γ. Παπανδρέου, που με το διάγγελμα του πήρε επάνω του την πολιτική λιτότητας, θα επιδεινώσει απότομα και δραματικά το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων δημόσιων υπάλληλων και συνταξιούχων. Το επίμονο αίτημα των βιομηχάνων, για πτώση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ώστε να πάψει ο δημόσιος τομέας να αποτελεί αντίπαλο δέος για τους μισθωτούς απέναντι στην μισθολογική αθλιότητα του ιδιωτικού τομέα, επιτέλους υλοποιείται. Μάλιστα, υλοποιείται από μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που εκλέχτηκε με διαφορά δέκα ποσοστιαίων μονάδων μόνο και μόνο για να εφαρμόσει μια περισσότερο χαλαρή οικονομική πολιτική…Υπό αυτό το πρίσμα (των αυξημένων προσδοκιών) και το παραδοσιακό μούδιασμα των εργαζομένων απέναντι σε κάθε νεοεκλεγμένη κυβέρνηση, το γεγονός ότι στις πρώτες 120 μέρες του στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ έχει αντιμετωπίσει έναν αγροτικό ξεσηκωμό, δύο γενικές απεργίες της ΑΔΕΔΥ και μία της ΓΣΕΕ, γεννάει ελπίδες. Παρότι είναι οφθαλμοφανές πως οι αντιδράσεις είναι αναντίστοιχες της επίθεσης που σηματοδοτεί η οικονομική κατοχή της χώρας κι η έλευση του ΔΝΤ.  

Στην υποβάθμιση της ζωής των δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων που θα επέλθει κατ’ αρχήν λόγω του παγώματος των αποδοχών τους θα συμβάλλουν επιπλέον δύο παράγοντες: Πρώτο, οι αντιδραστικές αλλαγές που ανακοινώθηκαν με το φορολογικό νομοσχέδιο και συντείνουν στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για όσους υπαλλήλους δεν βρίσκονται στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Δεύτερο, η αύξηση του κόστους ζωής που θα επέλθει λόγω των ανατιμήσεων που θα πυροδοτήσει η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα. Ήδη, με την αύξηση της τάξης των 14,3 λεπτών στο λίτρο η τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 1,25 ευρώ και σε ορισμένες κι όχι τόσο ακραίες περιπτώσεις έφτασε τα 1,30 ευρώ!

Η πρώτη πράξη της φορολογικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ λοιπόν ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό την προηγούμενη εβδομάδα και κάνει ακόμη πιο ειδεχθή για τους εργαζόμενους τη σχέση έμμεσων και άμεσων φόρων.

  • Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ μειώνει τη φορολόγηση των επιχειρήσεων από το 25% στο 20% για τα μη διανεμόμενα κέρδη, την ώρα που θέτει υπό την αίρεση των αποδείξεων το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ με αποτέλεσμα μόνο κατ’ εξαίρεση στο εξής να αναγνωρίζεται.
  • Η αύξηση των αντικειμενικών αξιών θα πυροδοτήσει νέες αυξήσεις και στις εμπορικές

Οι δηλώσεις του Γ. Παπακωνσταντίνου κατά την παρουσίαση του φορολογικού νομοσχεδίου πως «είναι αναδιανεμητικού χαρακτήρα, μειώνει τα βάρη στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και τα μετατοπίζει στα υψηλότερα εισοδήματα και στη μεγάλη περιουσία, κάνει το ελληνικό φορολογικό σύστημα πιο δίκαιο, καταπολεμά τη φοροδιαφυγή και δημιουργεί την αίσθηση δικαίου», συνιστούν πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας. Η αλήθεια είναι πως η κυβέρνηση για να συγκαλύψει τη διαιώνιση της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής της αστικής τάξης προχωρά σε μια αναδιανομή προς όφελος των πολύ χαμηλών εισοδημάτων και εις βάρος των απλώς χαμηλών ή μεσαίων εισοδημάτων. Παράλληλα τα αναγκαία μέτρα που παίρνει για να πληρώσουν οι μονίμως φοροδιαφεύγοντες αφορούν τη μικροαστική τάξη όταν το μεγάλο κεφάλαιο θα δει τη φορολόγησή του να μειώνεται!

Δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε υπερβολή. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, συνεχίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης κυβέρνησης μειώνει ακόμη περισσότερο τη φορολογία των επιχειρήσεων. Επικαλούμενη την ενθάρρυνση των επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης εξήγγειλε τη μείωση της φορολογίας των μη διανεμομένων κερδών από το 25% (όπου πήγε τον συντελεστή ο Καραμανλής από το 35% που ήταν επί Σημίτη) στο 20%. Οι επιχειρήσεις έτσι, ακόμη κι εν μέσω της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης που έχει γνωρίσει ο τόπος και παρότι τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της μείωσης των συντελεστών από τη ΝΔ είναι πλέον εμφανή, θα πληρώνουν από του χρόνου ακόμη λιγότερους φόρους! Η εμφανέστερη λοιπόν αναδιανομή αφορά την ελάφρυνση των επιχειρήσεων.

Το δεύτερο σκανδαλώδες μέτρο που περιλαμβάνεται στο φορολογικό νομοσχέδιο (ιεραρχώντάς τα με βάση την οικονομική τους σπουδαιότητα) αφορά την κατάργηση μέρους του αφορολόγητου, που ελάφρυνε ως τώρα τα φορολογικά βάρη. Πλέον μειώνεται σημαντικά. Με τις αλλαγές του ΠΑΣΟΚ το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ για την πλειοψηφία των φορολογουμένων θα καταστεί άπιαστο όνειρο. Στο εξής για να αναγνωρισθεί το αφορολόγητο θα πρέπει το 10% για εισοδήματα μεταξύ 6.000 και 12.000 ευρώ και το 30% του συνολικού εισοδήματος για εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ να καλυφθεί με αποδείξεις. Εάν όμως οι αποδείξεις που θα υποβληθούν δεν καλύπτουν το αφορολόγητο όριο, η διαφορά μέχρι τα 12.000 ευρώ θα φορολογείται με συντελεστή 10%. Κάτι που θα συμβαίνει όλο και συχνότερα καθώς στις αποδείξεις δεν περιλαμβάνονται λογαριασμοί ρεύματος, ύδρευσης και σταθερής/κινητής τηλεφωνίας που απορροφούν ένα σεβαστό μέρος του εισοδήματος, ούτε δόσεις στεγαστικών δανείων σε τράπεζες ή ενοίκια που απορροφούν ένα ακόμη πιο σεβαστό μέρος του εναπομείναντος εισοδήματος. Εξαιρούνται επίσης εισιτήρια σε μέσα μαζικής μεταφοράς. Στις τρεις αυτές κατηγορίες εξόδων συνήθως σπαταλάται ο ένας από τους δύο μισθούς των ζευγαριών. Πως είναι δυνατό από τα υπόλοιπα έξοδα (εκ των οποίων αφαιρείται κι ένα μέρος που εκπίπτει από το εισόδημα, όπως ιατρικές δαπάνες) να συγκεντρωθούν αποδείξεις αξίας 6.300 ευρώ όπως απαιτείται για έναν μισθωτό των 1.500 ευρώ (1.500 * 14 = 21.000 * 0,3 = 6.300); Υπό αίρεση λοιπόν το αφορολόγητο.

Κατ’ ευφημισμό αναδιανομή συνιστά και η αναθεώρηση της φορολογικής κλίμακας. Με το νέο νόμο ετήσια εισοδήματα από 12.001 έως 16.000 θα φορολογούνται με 18% (όταν παλιότερα φορολογούνταν με 25% – προκύπτει δηλαδή μείωση). Εισοδήματα από 16.001 – 22.000 με 24% (παλιότερα με 25% – μείωση). Εισοδήματα από 22.001 έως 26.000: 26% (παλιότερα με 25% – αύξηση). Από 26.001 – 30.000: 32% (παλιότερα με 25% – αύξηση). Από 30.001 – 32.000: 32% (παλιότερα 35% – μείωση). Από 32.001 – 40.000: 36% (παλιότερα 35% – αύξηση). Από 40.001 – 60.000: 38% (35% – αύξηση). Και εισοδήματα άνω των 60.000 θα φορολογούνται με συντελεστή 40% (όταν παλιότερα μέχρι τα 75.000 φορολογούταν με 35% κι από κει και πάνω με 40%). Η αναδιανομή είναι ψευδεπίγραφη γιατί τα επιπλέον οφέλη των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών (αν δεν ακυρωθούν από την αδυναμία τους να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ύψος αποδείξεων για να επωφεληθούν του αφορολόγητου – που είναι και το πιθανότερο ή από τους επιπλέον φόρους στη βενζίνη – που είναι σίγουρο) προέρχονται από τις επιπλέον επιβαρύνσεις των μισθωτών των 2.900 ευρώ (40.000 / 14 = 2.857). Ταυτόχρονα η επιπλέον επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων είναι ανάξια λόγου. Πολύ μικρή για τα εισοδήματα τους. Το χειρότερο δε απ’ όλα είναι πως ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής μένει αμετάβλητος. Θα μπορούσε για παράδειγμα σε εισοδήματα άνω των 70.000 να οριζόταν συντελεστής 50%, άνω των 80.000, συντελεστής 60%, κοκ. Χάριν συγκρίσεως να αναφέρουμε ότι ο Όσκαρ Λαφοντέν στο πρόγραμμα της Αριστεράς στη Γερμανία είχε επιβάλλει στόχο για θέσπιση συντελεστή φορολογικού ύψους 80%. Ενώ ο Πολ Κρούγκμαν στο βιβλίο του Η συνείδηση ενός προοδευτικού αναφέρει ότι επί Νιου Ντιλ, με την πρώτη κυβέρνηση Ρούζβελτ ο ανώτερος συντελεστής φόρου εισοδήματος ήταν στο 63%, και στη δεύτερη κυβέρνηση Ρούζβελτ πήγε στο 79%, για να φτάσει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στο 91%! Για τους πλούσιους επομένως στην Ελλάδα (και όχι μόνο) έχει καθιερωθεί μια ελάχιστη φορολογική εισφορά και από κει και πάνω ασυλία. Και το ΠΑΣΟΚ διατηρεί και θωρακίζει αυτό το καθεστώς ασυλίας. Επομένως οι δηλώσεις του Γ. Παπακωνσταντίνου για μετατόπιση των φορολογικών βαρών στα υψηλότερα εισοδήματα είναι κενές περιεχομένου, κούφιοι βερμπαλισμοί που έρχονται να συγκαλύψουν μια βαθιά φιλοεπιχειρηματική, αντεργατική οικονομική πολιτική.

Μέτρο φορομπηξίας που θα λειτουργήσει περιοριστικά για τα εισοδήματα των νοικοκυριών συνιστά επίσης και η υπόσχεση του αρμόδιου υπουργού ότι θα αυξάνονται κάθε χρόνο στο εξής κι οι αντικειμενικές αξίες (ενώ η φορολογική κλίμακα θα τιμαριθμοποιείται κάθε δύο χρόνια). Στόχος της κυβέρνησης είναι οι τελευταίες να προσεγγίζουν τις πραγματικές εμπορικές αξίες. Στην πράξη αυτό που θα συμβεί θα είναι η κατοχύρωση των κερδοσκοπικά υψηλών εμπορικών αξιών, αυτών δηλαδή που κατοχυρώνει στην πιάτσα το κύκλωμα των κατασκευαστών και η υποκίνηση περαιτέρω ανόδου τους. Το κράτος έτσι εποφθαλμιώντας τα επιπλέον φορολογικά έσοδα που αντιστοιχούν στις εμπορικές αξίες ενθαρρύνει την κερδοσκοπία εις βάρος των νοικοκυριών, συμβάλλοντας μ’ αυτό τον τρόπο στη δημιουργία της φούσκας των ακινήτων.

Αρνητική επίδραση τέλος θα έχει στη φορολόγηση των μισθωτών και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων η κατάργηση των φοροαπαλλαγών, δεδομένου πως δεν υπάρχει καμία πρόθεση τερματισμού για παράδειγμα του προκλητικά ευνοϊκού καθεστώτος φορολόγησης των ναυτιλιακών εταιρειών. Παρότι δεν περιγράφονται λεπτομερώς ποιες φοροαπαλλαγές οδεύουν για κατάργηση, η θέσπιση εισοδηματικού κριτηρίου ακόμη και για τις απαλλαγές που απολαμβάνουν ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (άτομα με βαριά κινητική αναπηρία, πολύτεκνες μητέρες κοκ), όπως με σαφήνεια αναφέρεται προϊδεάζει για… καρμανιόλα.

Στις προτάσεις του υπουργού Οικονομίας που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Τρίτη υπάρχουν επίσης μια σειρά θετικές προτάσεις που μένει να δούμε φυσικά την ακριβή μορφή που θα πάρουν στο φορολογικό νομοσχέδιο για να αποτιμηθεί και το πραγματικό αντίκρισμά τους. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται η κατάργηση του Ενιαίου Τέλους Ακίνητης Περιουσίας και η επαναφορά του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας που κατήργησε ο Γ. Αλογοσκούφης, η φορολόγηση της εκκλησίας (μένει ωστόσο να δούμε τι φόρο θα πληρώσει για την τεράστια ακίνητη περιουσία της), η φορολόγηση εξωχώριων εταιρειών ακινήτων (offshore), η φορολόγηση των παροχών σε είδος προς τα επιχειρηματικά στελέχη, η φορολόγηση του 90% του μπόνους στις τράπεζες, κ.α.

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται στην επαναφορά των τεκμηρίων όπως εισάγονται με δύο τρόπους: Πρώτο, τον λογιστικό προσδιορισμό βάσει βιβλίων εσόδων – εξόδων και αποδείξεων για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες (ταξί, φορτηγά, μηχανικοί – αρχιτέκτονες, βενζινάδικα, περίπτερα, κ.λπ). Επίσης, την καθιέρωση ενός αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού των δαπανών λόγω της κατοχής και χρήσης ορισμένων επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων (κατοικίες, αυτοκίνητα, σκάφη, πισίνες, οικιακοί βοηθοί, κ.λπ). Είναι αδιαμφισβήτητο πως με αυτό το μέτρο θα εντοπιστεί μεγάλο μέρος της φοροδιαφυγής που παρατηρείται στα μεσαία μη μισθωτά εισοδήματα. Η εμπειρία του παρελθόντος όμως διδάσκει, ειδικότερα για το πρώτο μέτρο – τον λογιστικό προσδιορισμό βάσει βιβλίων, πως τα τεκμήρια στην πράξη αποτέλεσαν δαμόκλεια σπάθη για τα χαμηλότερα εισοδήματα που προσέγγιζαν από άποψη επιπέδου τα μισθωτά. Ταυτόχρονα άφηναν ελεύθερα να φοροδιαφεύγουν τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα. Το πιθανότερο είναι και τώρα να επαναληφθεί το ίδιο και τα τεκμήρια να αποδειχθούν μοχλός προλεταριοποίησης και φορολογική μέγγενη για τα εισοδήματα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων των ελεύθερων επαγγελματιών.

  •  Τι συμβαίνει με τις τράπεζες;
  • ΟΙ «ΠΑΣΕΣ» ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Κάτι επικίνδυνα σάπιο υπάρχει, τεκμηριωμένα πια, στο βασίλειο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ας δούμε με λίγο μεγαλύτερη υποψία τέσσερα συγκεκριμένα μέτρα που περιλαμβάνονται στη φορολογική μεταρρύθμιση. Πρώτο, τη δυνατότητα νομιμοποίησης και επαναπατρισμού κεφαλαίων από το εξωτερικό υπό δύο όρους: τη φορολόγηση τους με 5% επί της αξίας του κεφαλαίου (με αποτέλεσμα ο έμπορος ναρκωτικών να φορολογείται πιο ευνοϊκά, μόλις με 5%, από έναν μισθωτό των 900 ευρώ που περνάει στον συντελεστή φορολόγησης του 18%) κι επίσης την μεταφορά τους σε ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό στην Ελλάδα! Ο δεύτερος όρος αποτελεί προκλητική πάσα στους τραπεζίτες. Ποια ανάγκη όμως τον επέβαλε; Δεύτερο, η απαγόρευση από 1/1/2011 κάθε συναλλαγής με μετρητά μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων, αξίας μεγαλύτερης των 1.500 ευρώ. Μοναδικός ευνοημένος θα είναι οι τράπεζες αφού θα μειωθούν οι εκταμιεύσεις και το ρευστό θα μένει στα συρτάρια τους για περισσότερες ημέρες. Στην ίδια κατεύθυνση θα λειτουργήσει κι η υποχρεωτική από 1/1/2011 πραγματοποίηση όλων των συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων μέσω τραπεζικών επαγγελματικών λογαριασμών. Τέλος, στο περιουσιολόγιο όλων των φυσικών προσώπων κατόχων ΑΦΜ που θα καταρτίσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων εντός έξι μηνών, όπως εξήγγειλε ο Γ. Παπακωνσταντίνου κι όπου θα περιλαμβάνονται ακίνητα, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροπλάνα, μετοχές, αμοιβαία και μερίδια θα λείπουν δύο στοιχεία: ομόλογα (για να υποστηριχθεί η χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών της κυβέρνησης) και καταθέσεις! Είναι εμφανές ότι το δεύτερο και τρίτο μέτρο καταχρηστικά εντάσσονται στο φορολογικό νομοσχέδιο.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις περιλήφθηκαν στο φορολογικό γιατί οι ελληνικές τράπεζες είναι αντιμέτωπες με μια ασυνήθιστη έλλειψη ρευστού. Η πιστωτική ασφυξία, ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των τραπεζών να δανείσουν ρευστό λόγω έλλειψης πίστης, που δοκίμασε τις αντοχές του παγκόσμιου καπιταλισμού τον Αύγουστο του 2008, το τελευταίο διάστημα πλήττει τις ελληνικές τράπεζες. Δύο είναι οι αιτίες του απαγορευτικού που συναντούν οι εγχώριες τράπεζες στη διατραπεζική αγορά. Η πρώτη είναι συγκυριακή και σχετίζεται με την κρίση εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί απέναντι στην ελληνική οικονομία και τα σενάρια κατάρρευσης. Ποιος δανείζει μια τράπεζα αν ποντάρει στη χρεοκοπία του κράτους που είναι η έδρα της; Η δεύτερη αιτία, περισσότερο θεμελιώδης, αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι το τίμημα που θα πληρώσει για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους θα είναι μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση, με ανεργία, απολύσεις και φτώχεια. Η εκτίναξη της ανεργίας στο 10% το Νοέμβριο του 2009, η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 9,4% το 2009, της οικοδομικής δραστηριότητας κατά 15% το πρώτο ενδεκάμηνο του 2009 κι η μείωση του ΑΕΠ κατά 2,6% το τελευταίο τρίμηνο του ίδιου έτους, πολύ πιθανά είναι τα πρώτα επεισόδια ενός δράματος που θα παίζεται για καιρό. Πως θα εξυπηρετηθούν τότε τα καταναλωτικά χρέη, τα επιχειρηματικά και τα στεγαστικά δάνεια; Οι πρώτοι που κινδυνεύουν να βυθιστούν στον υφεσιακό βάλτο προς τον οποίο οδεύει τάχιστα ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας, λόγω της υπερεπέκτασής του. Και δεν μιλάμε για μία ή δύο τράπεζες. Αλλά για ντόμινο καταρρεύσεων, απ’ το οποίο μόνο η Εθνική είναι πιθανό να επιβιώσει. Η φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες ύψους 10 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο αντανακλά κι αυτές τις ανησυχίες.

Γι’ αυτό η κυβέρνηση σπεύδει να τις στηρίξει την ίδια ώρα που συνθλίβει τους εργαζόμενους.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

%d bloggers like this: