Home » 2009 » Τα 3 Α της τριπλής αποτυχίας (Διπλωματία, 12/2009)

Τα 3 Α της τριπλής αποτυχίας (Διπλωματία, 12/2009)

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

Archives

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

MOODY’S, STANDARD & POOR’S ΚΑΙ FITCH ΔΕ… ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΟΜΙΛΟΥΝ

Μπορεί στην Ελλάδα και σε μια σειρά άλλες χώρες, τα δημόσια οικονομικά των οποίων είναι στην κόψη του ξυραφιού, να κρεμόμαστε από τα χείλη των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, στις ΗΠΑ όμως δέχονται σφοδρότατη κριτική λόγω των τεράστιων ευθυνών τους στο ξέσπασμα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Πρόσφατα, το αμερικανικό περιοδικό TIME δημοσίευσε μια λίστα με τους 25 βασικότερους υπαίτιους της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ αυτών ήταν οι δύο τελευταίοι πρόεδροι των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Γουέν Γιαμπάο, ο πρώην διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, γνωστός κι ως «μάγος» την εποχή της παντοδυναμίας του, ο πρωθυπουργός και κεντρικός τραπεζίτης της Ισλανδίας, Ντέιβιντ Όντσον, ο υπουργός Οικονομικών του Μπους και διευθυντής της Goldman Sachs πριν εγκαταλείψει τις δάφνες του ιδιωτικού τομέα για να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, Χανκ Πόλσον, και μία γυναίκα, η Κάθλιν Κόρμπετ, επικεφαλής της εταιρείας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, Standard & Poor’s ή S&P στη ζαργκόν δημοσιογράφων, επιχειρηματικού κόσμου και οικονομολόγων.

Η S&P, θυγατρική της McGraw Hill, μαζί με την Fitch Ratings, θυγατρική της Fimalac και την Moody’s Investors Service, οι «3 μεγάλες» όπως συχνά αποκαλούνται ελέγχουν τουλάχιστον το 85% της αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Από τον αυστηρότατο έλεγχό τους περνούν ή θα έπρεπε τουλάχιστον να περνούν όλα τα ομόλογα που εκδίδει ο ιδιωτικός και δημόσιος τομέας, συμπεριλαμβανομένης της πιο μικρής επιχείρησης και του πιο ισχυρού κράτους από την μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, με σκοπό να βαθμολογήσουν το αξιόχρεό τους και να καθοδηγήσουν τους επενδυτές. Η τρομακτική δύναμή τους έγινε αντιληπτή πρόσφατα στην Ελλάδα, στις 7 Δεκέμβρη συγκεκριμένα, όταν μια απλή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από «Α–» (που είχε δοθεί πάλι κατόπιν υποβάθμισης στις 22 Οκτώβρη) σε «ΒΒΒ+» από τον οίκο Fitch στάθηκε αρκετή για να προκαλέσει ένα τσουνάμι διεθνών αντιδράσεων και, κυρίως,  κινδυνολογίας σε σημείο που να συζητιέται ακόμη κι από σοβαρά κατά τ’ άλλα έντυπα το ενδεχόμενο κήρυξης χρεοστασίου, όπως πριν μια δεκαετία είχε πράξει, για παράδειγμα, η Αργεντινή.

Αρχικά, πρέπει να τονιστεί, ότι κάθε τέτοια αξιολόγηση συνοδεύεται από… δάκρυα και αίμα. Μένοντας στα κρατικά ομόλογα, αποφάσεις υποβάθμισης των διεθνών οίκων αξιολόγησης συνεπάγονται αυτόματα μια άνοδο του επιτοκίου που πρέπει να πληρώνει το κάθε κράτος για να συγκεντρώσει τα ποσά που χρειάζεται και να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα δημόσια έσοδα να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, στην περίπτωση εκείνη που οι αξιολογήσεις είναι αρνητικές, αντί για συντάξεις. Ειδικότερα για την χώρα μας, με κάθε 1 μονάδα που αυξάνεται η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των γερμανικών και των ελληνικών ομολόγων (το spread, όπως λέγεται στα… ελληνικά) τα δημόσια ταμεία επιβαρύνονται με το μυθικό ποσό των 900 εκ. ευρώ!

Το ερώτημα επομένως που αβίαστα προκύπτει αφορά την αξιοπιστία που διαθέτουν οι «3 μεγάλες» για να επιτελούν αυτό το τεράστιας οικονομικής και πολιτικής (αν σκεφτούμε τις παρενέργειες) σημασίας έργο. Κι η απάντηση είναι πως η ανώτερη και πιο σίγουρη βαθμολογία τους, το «ΑΑΑ» αφορά πριν απ’ όλα την παταγώδη αποτυχία και των τριών εταιρειών να επιτελέσουν με αξιοπιστία και αντικειμενικότητα το έργο που έχουν αναλάβει!

Η διεθνής οργή για το ρόλο των «3 μεγάλων» βγήκε στην επιφάνεια με αφορμή τις ευθύνες που επωμίστηκαν για το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, που ως σημείο αφετηρίας είχε τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια στην αμερικανική κτηματική αγορά. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρωτοφανή κερδοσκοπία που προηγήθηκε του σκασίματος της φούσκας γιατί αυτές οι εταιρείες βάφτιζαν τα σκουπίδια… χρυσάφι. Συγκεκριμένα εν χορώ και οι τρεις εταιρείες έδωσαν πολλές φορές την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία στα τιτλοποιημένα δάνεια που κυκλοφορούσαν από τράπεζα σε τράπεζα ως ενέχυρο, τα οποία στη συνέχεια, όταν αποδείχθηκαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ευρύτερου πιστωτικού συστήματος, αποκαλέστηκαν «τοξικά». Πριν ο θησαυρός όμως αποδειχθεί άνθρακας, τιτλοποιημένα δάνεια υπό την μορφή δομημένων ομολόγων, με την ανώτερη δυνατή αξιολόγηση των εταιρειών αυτών είχαν αποκτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία για να εισέλθουν στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, που μη έχοντας δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου του αξιόχρεου για κάθε ένα από τα χιλιάδες ομόλογα που κυκλοφορούν στην αγορά, εμπιστεύονταν τυφλά την Moody’s, την S&P και την Fitch, που τώρα με ύφος αδέκαστου κριτή ρίχνουν στα Τάρταρα την ελληνική οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα στην αμερικανική αγορά να υπάρχει κατακλυσμός μηνύσεων από συνταξιοδοτικά ταμεία που όταν εμπιστεύτηκαν την κρίση τους ζημιώθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ο γενικός εισαγγελέας του Οχάιο, λόγω του ότι το συνταξιοδοτικό ταμείο της αμερικανικής Πολιτείας έχασε 500 εκ. δολ. ακολουθώντας τις οδηγίες των «3 μεγάλων» τους άσκησε δίωξη κατηγορώντας τις πως «προκάλεσαν καταστροφή στις αμερικανικές αγορές παρέχοντας αδικαιολόγητες και υψηλές αξιολογήσεις για τα ομόλογα που καλύπτονταν από στεγαστικά δάνεια με αντάλλαγμα επικερδέστατες χρεώσεις στους εκδότες των ομολόγων»! Το κατηγορητήριο καταπέλτης συνεχίζει με τα ακόλουθα: «Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη χειρότερη οικονομική κρίση που προκλήθηκε στο Οχάιο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1930. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας διαβεβαίωσαν τα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων μας ότι πολλά απ’ αυτά τα ομόλογα διέθεταν την υψηλότερη αξιολόγηση και τον χαμηλότερο κίνδυνο. Ωστόσο πούλησαν την επαγγελματική τους αντικειμενικότητα και ακεραιότητα στον μεγαλύτερο πλειοδότη»!

Το δεύτερο παράδειγμα δικαστικής προσφυγής εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προέρχεται από το Calpers, το συνταξιοδοτικό ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων της Καλιφόρνιας, που καλύπτει 1,6 εργαζόμενους. Ένα ταμείο με ενεργητικό (που θα ζήλευαν πολλά κράτη) ύψους 180 δισ. δολ. το οποίο λόγω των συμβουλών της Moody’s το 2006 να επενδύσει σε 3 συγκεκριμένα δομημένα ομόλογα που κατέρρευσαν τη διετία 2007 – 2008 ζημιώθηκε στο τέλος του 2008 πάνω από 1 δισ. δολ. Στο κατηγορητήριο υπάρχουν πραγματικά διαμάντια. Επισυνάπτεται για παράδειγμα εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία υπαλλήλων της αξιολογικής εταιρείας στο οποίο αναφέρεται ότι «από τους βαθμούς που δίνουν δεν αξίζουν ούτε οι μισοί»! Σε άλλο μήνυμα υπάλληλος της εταιρείας κάνοντας πλάκα με αυτά που είχαν δει τα μάτια του εύχεται απευθυνόμενος σε άλλον: «ας ελπίσουμε όλοι να είμαστε πλούσιοι και συνταξιοδοτημένοι όταν θα καταρρεύσει αυτός ο πύργος από τραπουλόχαρτα»! Τα δύο παραπάνω παραδείγματα δεν είναι και τα μοναδικά. Δικαστικές προσφυγές εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης είναι σε εξέλιξη επίσης από το συνταξιοδοτικό ταμείο των εργαζομένων στην Ινδιάνα, από τον γενικό εισαγγελέα του Κονέκτικατ, κ.α.

Παρόλα αυτά το φαινόμενο δεν είναι και τόσο καινούργιο. Η πρώτη φορά που οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα ήταν με την κατάρρευση του αμερικανικού ενεργειακού γίγαντα της Enron, το 2002. Τότε μαζί με τις «3 μεγάλες» σήμανε το τέλος της αθωότητας και των λοστικοελεγκτικων εταιρειών που επί χρόνια έβρισκαν τα λογιστικά βιβλία και τον ισολογισμό της Enron αψεγάδιαστο. Όπως και τώρα έτσι και τότε πολλοί πιστωτές κατέφυγαν στη δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακό δικαστήριο όμως έριξε στα μαλακά τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δεχόμενο την υπερασπιστική τους γραμμή ότι κι αυτές εξαπατήθηκαν από την Enron. Επίσης τους αναγνώρισε ένα ελαφρυντικό: ότι όπως κι ο Τύπος λειτουργούν συμβουλευτικά και τίποτε παραπάνω!

Επιστρέφοντας στις πρόσφατες αποκαλύψεις, πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση παραπλάνησης των επενδυτών φάνηκε ότι υπήρχαν δύο αιτίες που συνιστούσαν θεμελιακή σύγκρουση συμφέροντος. Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες πληρώνονταν από αυτούς που εξέδιδαν τα ομόλογα. Κι ως γνωστό ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την υπέρβαση των εργασιών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους ακόμη και σε επαγγελματικές δραστηριότητες δημιουργίας επενδυτικών προϊόντων. Κι όπως ο καθένας μπορεί να φανταστεί αυτά ακριβώς τα προϊόντα τα βαθμολογούσαν στη συνέχεια με την καλύτερη δυνατή βαθμολογία. Αυτές ακριβώς οι αιτίες είναι που οδήγησαν τις «3 μεγάλες» ακόμη και μια μέρα πριν την κατάρρευση της Lehman Brothers, στις 13 Σεπτέμβρη 2008, να την βαθμολογούν με «Α», «Α2» και «Α+». Εξ ίσου γενναιόδωρες ήταν οι Standard & Poor’s, η Fitch κι η Moody’s απέναντι σε όλους τους κολοσσιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους που βρέθηκαν πέρυσι στο μάτι του κυκλώνα κι οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία: AIG, Bear Sterns, Merrill Lynch. Η μια είχε καλύτερη βαθμολογία από την άλλη, που θα τη ζήλευαν το ομόλογα του ελληνικού ή του ισπανικού δημοσίου που δέχονται συνεχείς υποβαθμίσεις… Το πόσο διαβλητή κι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης τελικά ήταν η διαδικασία αξιολόγησης είχε φανεί κι από τα παζάρια που γίνονταν πέρυσι το φθινόπωρο στο απόγειο της κρίσης μεταξύ του αμερικανικού δημοσίου, των «3 μεγάλων» και των υπό πτώχευση εταιρειών για τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η υποβάθμιση των ομολόγων των υπό πτώχευση εταιρειών ώστε να μην πάρουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα και ρυθμούς χιονοστιβάδας οι αρνητικές συνέπειες από τα συνεχή «κανόνια».

Το τι διακυβευόταν από κάθε συμφωνία αναφέρθηκε καθαρά στους New York Times στις 15 Ιουλίου 2009 σε ρεπορτάζ σχετικά με τα δομημένα ομόλογα που έσκασαν στα χέρια των συνταξιούχων της Καλιφόρνιας: «Το αντίτιμο που λάβαιναν οι εταιρείες αξιολόγησης για να συμβάλουν στην δημιουργία αυτών των επενδυτικών προϊόντων κυμαίνονταν από 300.000 μέχρι 500.000 κι έφθαναν μέχρι το 1 εκ. για κάθε συμφωνία». Πως η Moody’s ακόμη και μετά την υποβάθμιση πολλών δομημένων ομολόγων της να μην εκδίδει έκθεση με τον ακόλουθο τίτλο, που πέρασε στην ιστορία: «Δομημένα επενδυτικά οχήματα: Μια όαση ηρεμίας στη δίνη των υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων»!

Η σύγκρουση συμφέροντος των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας περιγράφηκε με πολύ παραστατικό τρόπο από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 5 Ιούνη: «Οι “3 μεγάλες” μπορούν να παρομοιαστούν με γεροντοφρικιά μέσα σε μια ομάδα δασκάλων που παίρνουν το τσιγαρλίκι τους από τους μαθητές τους κι όταν φθάνει η κατάσταση ευφορίας τούς ανταμείβουν με την καλύτερη βαθμολογία»! Οι New York Times το έθεταν πιο ευγενικά στις 9 Δεκέμβρη: «είναι σαν ένα εστιατόριο να πληρώνει τον κριτικό για να αξιολογήσει τα πιάτα του μόνο αν η ετυμηγορία του αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή».

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να λάβει αυστηρά μέτρα που θα συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο των προτάσεων ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, για να μην επαναληφθούν τα λάθη που οδήγησαν σ’ αυτή την κρίση. Σ’ αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα συζητιέται η εκ βάθρων αναθεώρηση του τρόπου πληρωμής τους ώστε στο εξής η αμοιβή να μην προέρχεται από τους εκδότες, αλλά από τους επενδυτές. Οι υπόλογοι (Standard & Poor’s, Fitch και Moody’s) συναινούν στην ανάγκη αλλαγής του ρυθμιστικού πλαισίου, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε από τον Μάιο μια σειρά αποφάσεων που εισάγει αυστηρότερα κριτήρια για την λειτουργία των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας στο έδαφος των 27 κρατών μελών της ΕΕ.

Ακόμη κι έτσι όμως παραμένει το ερώτημα για την σκοπιμότητα αξιολόγησης των κρατών με κριτήρια και μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρήσεις. Γεννάται επίσης το ερώτημα για το πόσο ανεξάρτητη και πραγματικά αδιάβλητη μπορεί να είναι μια διαδικασία τόσο ευαίσθητη όταν βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα όπου μέτρο των πάντων είναι η κερδοφορία. Δεν φανταζόμαστε για παράδειγμα για ποιον άλλο λόγο πέρα από το να αποκομίσει νέα κέρδη μπορεί να απέκτησε το 19% των μετοχών της Moody’s η εταιρεία Berkshire Hethaway του Ουόρεν Μπάφετ, γνωστού κι ως Μίδα; Μήπως επομένως το σημαντικότερο συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από την πρόσφατη κρίση είναι πως ορισμένες νευραλγικού χαρακτήρα για το οικονομικό σύστημα δραστηριότητες αξιολόγησης (όπως επίσης κι ο έλεγχος των ανωνύμων εταιρειών που μέχρι πριν 20 χρόνια στην Ελλάδα ασκούταν αποκλειστικά και μόνο από το κράτος) πρέπει να ασκούνται στο εξής από τον δημόσιο τομέα;

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: