Home » 2009 » Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

Archives

 Σε κλίμα αδιαφορίας και απαξίωσης βαδίζει η ΕΕ προς τις ευρωεκλογές (που σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιούνη) όπως έδειξε έρευνα του ευρωβαρόμετρου που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απριλίου. Βάση των ευρημάτων της μόνο ο 1 στους 3 ψηφοφόρους της ΕΕ αναμένεται να προσέλθει στις κάλπες, με αποτέλεσμα με ασφάλεια να προδικάζεται ένα νέο ρεκόρ αποχής. Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η αποχή δεν είναι αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης υποτίμησης της πολιτικής, αλλά είναι το τίμημα που πληρώνει η ΕΕ για την ανταπόκρισή της στην κρίση. Το γεγονός, με άλλα λόγια, πως η μεγαλύτερη αποχή παρατηρείται σε εκείνες ακριβώς τις χώρες που επλήγησαν με τον πιο άγριο τρόπο από την κρίση δείχνει ότι η αποχή είναι η ενστικτώδη τιμωρία που επιβάλλουν οι λαοί στην ΕΕ, τιμωρώντας την για τα μέτρα που έλαβε ή δεν έλαβε ρίχνοντας σε κάθε περίπτωση λάδι στη φωτιά. Αρκεί να θυμηθούμε την αδιαφορία που επέδειξε η Γερμανία απέναντι στο αίτημα των ανατολικών για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις ώστε να γίνει με ομαλό τρόπο η αναχρηματοδότηση των δανείων των εμπορικών τους τραπεζών, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους παραπέμψει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ή – κάτι πιο κοντινό σε εμάς – τα μέτρα λιτότητας που απαιτεί. Η απροθυμία του Βερολίνου να στηρίξει οικονομικά τις απειλούμενες χώρες συνδέεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει η ΕΕ να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Μια διακαή και χρόνια επιθυμία, ουσιώδες κίνητρο για τη δημιουργία της ίδιας της ολοκλήρωσης, που στο έδαφος της κρίσης και του κοντέματος της αμερικανικής κυριαρχίας, κερδίζει πόντους. Θα θυσιαστούν τέτοιες βλέψεις για μια χούφτα χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Η παραπάνω τάση – ο καθείς μόνος του – που οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ προς όφελος των περισσότερο ισχυρών κρατών, δεν μπορεί κανείς να μη δει ότι συμβαδίζει με μια άνοδο του κύρους της και των κεντρομόλων δυνάμεων, εκτός των ορίων της. Αυτό μαρτυρεί η εσπευσμένη αίτηση ένταξης στο ευρώ που θέλει να υποβάλει η Ισλανδία, η αλλαγή στάσης παραγόντων της ιρλανδικής ζωής που ζητούν νέο δημοψήφισμα για να υιοθετήσουν την αναθεωρημένη συνταγματική συνθήκη, ακόμη και η άρον – άρον ψήφιση της από τη Γερουσία της Τσεχίας την προηγούμενη εβδομάδα παρακάμπτοντας τις (υποκινούμενες από τον έντονο φιλοαμερικανισμό τους) ενστάσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ΕΕ και ειδικότερα το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα για την αποφυγή ή τον μετριασμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. «Η ισχύς εν τη ενώσει» λοιπόν;

Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η νομισματική ενοποίηση που επήλθε με την υιοθέτηση του ευρώ λειτούργησε προς όφελος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών καθώς διευκόλυνε την δράση του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο. Επίσης όξυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων και την πίεση στο μικρό και μεγάλο κεφάλαιο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν την έσωσε από τους τοκογλύφους

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε πως σε όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο που κορυφώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 υπήρξαν καπιταλιστικοί σχηματισμοί που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη και άντεξαν στις νομισματικές και οικονομικές αναταράξεις πολύ καλύτερα από τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, που έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία αν και συμμετέχουν στην ΕΕ των 27 (όχι όμως στην ευρωζώνη των 16) έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή. Μεταφέροντας τις συγκρίσεις στο χρόνο μπορούμε επίσης να δούμε ότι το καθόλου «απελευθερωμένο» αλλά πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος ελληνικό τραπεζικό σύστημα της δεκαετίας του ’90 και του ’80 δεν ένιωσε καμία συνέπεια από τις τραπεζικές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Το σημερινό αντίθετα, πλήρως ενσωματωμένο στη διεθνή αγορά και «απελευθερωμένο» εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στην κρατική επιδότηση των 28 δισ. ευρώ. Ενώ, η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν τη διευκόλυνε να αντιμετωπίσει με ευνοϊκούς όρους τις δυσκολίες εξεύρεσης δανειακών κεφαλαίων, ενώ κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Η δυνατότητα όμως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει με θετικούς όρους τα κράτη μέλη αν κάποια πρακτική συνέπεια είχε ήταν να κερδοσκοπήσουν οι εμπορικές τράπεζες οι οποίες σε ρόλο μεσάζοντα δανείζονταν από την ΕΚΤ με τα χαμηλά επιτόκια δίνοντας ως εχέγγυο τα κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια πούλαγαν το χρήμα στο δημόσιο με τοκογλυφικούς όρους. Αυτή η ήταν η θωράκιση που προσέφερε η ΕΚΤ στο απόγειο της κρίσης. Για να επιστρέψουμε, το πρόβλημα επομένως για την Ισλανδία και τις Βαλτικές χώρες δεν εντοπίζεται στην απουσία νομισματικής θωράκισης αλλά στην παρουσία μιας φούσκας ιστορικών διαστάσεων η οποία ανέδειξε τις αντιφάσεις, έφερε στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντινομίες του τρόπου παραγωγής μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης και παρέσυρε την οικονομία στην ύφεση. Από την άλλη οι εγκωμιαστικές αναφορές στο ευρώ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είναι μόνο παραπλανητικές όπως δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα αλλά επίσης στερούμενες ιστορικού βάθους. Σαν κάποιος να θέλει να ξεχάσουμε τι προηγήθηκε της εισαγωγής στο ευρώ. Ευρώ δεν θα υπήρχε χωρίς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την βάρβαρη λιτότητα που εισήγαγε, χωρίς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την αυτονόμηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την πρωτοφανή ακρίβεια και τις διψήφιες ανατιμήσεις που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη δραχμή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ευρώ δεν μπορεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα χωρίς τα αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά, στο βαθμό που αναγορεύουν ως απόλυτη προτεραιότητα την δημοσιονομική πειθαρχία, Προγράμματα Σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, πολύ πιο έντονα στις μέρες μας απ’ ότι στο παρελθόν που ήταν διαθέσιμη μια μεγαλύτερη γκάμα πολιτικών, έχει ταξικό πρόσημο και συμπυκνώνει πολιτικές ιεραρχήσεις. Ανάγεται δηλαδή σε εργαλείο ρύθμισης των ταξικών συσχετισμών και αναδιανομής. Υπό αυτή την έννοια το ευρώ δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνο του. Το ευρώ πάνω απ’ όλα αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας διαδικασίας κατ’ όνομα ενοποίησης που επιτάχυνε την κυκλοφορία το κεφαλαίου και τη δράση των νόμων κίνησής του και όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο τη δεκαετία του ’90, όταν η μια οδηγία για το άνοιγμα της αγοράς υποδεχόταν την άλλη – από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις τράπεζες και από την αγορά ενέργειας μέχρι τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες για να φθάσουμε στο σημερινό αρχιπέλαγος της μίζας – αλλά ακόμη και σήμερα οι μεγαλύτερες, οι πιο στρατηγικού χαρακτήρα ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν τη σφραγίδα της ΕΕ. Τα κέρδη που έδρεψε το ελληνικό κεφάλαιο και οι ωφέλειες που είχε δεν είναι καθόλου αμελητέες, από μόνο του ωστόσο είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε καταφέρει να τις επιβάλλει, ειδικά σε προγενέστερες πολιτικές συγκυρίες. Το βασικότερο ωστόσο κίνητρο και εσωτερικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και κάθε ανάλογου εγχειρήματος (από κρατικές συνενώσεις που συντελούνται με την καταφυγή στη βία μέχρι τις νομισματικές που είναι λιγότερο καταναγκαστικές αν και εξ ίσου βίαιες) είναι η διευκόλυνση της δράσης του νόμου της αξίας. Αν ο σημερινό τρόπος παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μεγάλη παραγωγή (τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση και την επακόλουθη καταστροφή του μικρού κεφαλαίου) είναι γιατί η επέκτασή της αποτελεί την πιο «γραμμική», τη λιγότερο κοπιώδη και συγκρουσιακή μορφή ανάταξης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τα οφέλη επομένως από το διεθνές εμπόριο είναι αναντικατάστατα. Το βεβαιώνει το γεγονός ότι η Ιαπωνία και η Γερμανία σήμερα, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς, βουλιάζουν στην κρίση πληρώνοντας ένα υπόδειγμα σχηματισμού κεφαλαίου «προσανατολισμένου στις εξαγωγές», σχεδόν μόνο στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα μόλις μετριάστηκε η ζήτησή τους να καταγράφουν ρεκόρ πτώσης βιομηχανικής παραγωγής και ΑΕΠ. Τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου προέρχονται από τη δυνατότητα που έχουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να παράγουν χρησιμοποιώντας μικρότερες ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, σε σχέση πάντα με την παραγωγή άλλων καπιταλιστικών κρατών που είναι αναγκασμένες να παράγουν το ίδιο ή συγγενές προϊόν χρησιμοποιώντας περισσότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους να αποβαίνει υπέρ του προϊόντος της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά χώρας στον βαθμό που έχει χαμηλότερη τιμή ή ανώτερη ποιότητα – πιο συχνά δε και τα δύο – σε σχέση με το όμοιο ή παρεμφερές προϊόν της λιγότερο ανεπτυγμένης. Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι σε αντίθεση με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία που πίσω από το διεθνές εμπόριο βρίσκει τη διεθνή εξειδίκευση και καταστάσεις διπλού οφέλους και αμοιβαίου κέρδους, η πραγματικότητα είναι πως το διεθνές εμπόριο οξύνει τις διεθνείς αντιθέσεις και γεννάει νέες, μετατρέποντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει στο εσωτερικό μιας χώρας ένα σχετικά ανώτερης παραγωγικότητας κεφάλαιο σε απόλυτο πλεονέκτημα όταν εισέρχεται στη διεθνή αγορά. Γι αυτό και η διευκόλυνση της λειτουργίας τους έχει αναχθεί σε άρθρο πίστης παλιού και νέου φιλελευθερισμού, όπως δείχνει η αναβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και οι ουρές που σχηματίζονται στις πύλες εισόδου του. Εμπόδιο απέναντι σε αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου στέκονται τα εθνικά σύνορα και ειδικότερα, οι τελωνειακοί δασμοί που τα συνοδεύουν υπηρετώντας δύο σκοπούς: να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποτρέψουν τις εισαγωγές προϊόντων που απειλούν με την παρουσία τους τα εγχώρια. Και ποια άλλα είναι αυτά αν όχι τα προϊόντα εκείνα που παράγονται από χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας; Επομένως ο ενιαίος οικονομικός χώρος στην Ευρώπη όπως έγινε πραγματικότητα με την κοινή αγορά του 1992 σήμανε την κατάθεση των όπλων άμυνας κάθε εθνικού κεφαλαίου από τον ανταγωνισμό του με τα άλλα. Η παράδοση των όπλων, η Βάρκιζα του μικρού κεφαλαίου, συντελέστηκε με την νομισματική ενοποίηση όταν τα εθνικά κράτη παραιτούνται κι από το πιο καταστροφικό μέσο που διαθέτουν, την υποτίμηση δηλαδή του εθνικού νομίσματος, η οποία χρησιμοποιεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ως παραμορφωτικό φακό για να νοθεύσει τα επιβλαβή αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών. Έτσι όμως διαθλάται και παραβιάζεται κι ο νόμος της αξίας καθώς παύει να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει η νομισματική ενοποίηση: την απρόσκοπτη δράση του νόμου της αξίας, επιταχύνοντας έτσι την λειτουργία των νόμων της κεφαλαιακής αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Η ενοποίηση της αγοράς και η δράση του νόμου της αξίας, με τις μικρότερες δυνατές τριβές, ήταν το τελικό ζητούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που αποτέλεσε τον προάγγελο της ΕΟΚ, παραμένει και σήμερα ζητούμενο της ευρωζώνης. Για να επιτευχθεί αυτή η δράση οι ιμπεριαλιστικές χώρες που ηγεμονεύουν τη διαδικασία ενοποίησης προχώρησαν (και υπό το κράτος της πίεσης που δημιουργούσε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός την εποχή της ένταξης) στην εκχώρηση αντισταθμιστικών ωφελειών. Τέτοιας φύσης μέτρα είναι οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς τις μεσογειακές χώρες και ειδικά προς την Ελλάδα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε επίπεδο ταμειακών ροών είναι ωφελημένος από την ΕΕ, όσο ελάχιστοι. Στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρεται ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (απολήψεις μείον αποδόσεις) υπερβαίνουν σταθερά τα 4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2006: 4,56 δισ., 2007: 4,01 δισ., 2008: 4,83 δισ. και 2009: 4,1 δισ. ευρώ).

Οικονομική ζημιά από τις σχέσεις με την ΕΕ

ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ, ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΙΜΗΜΑ

Οι ταμειακές εισροές ωστόσο, ακόμη κι όταν είναι τόσο παχυλές, παραπλανούν γιατί αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στο βάθος υπάρχουν δοσοληψίες και οικονομικές αλλαγές που συντείνουν σε μια καθαρά ανισοβαρή σχέση, εις βάρος φυσικά των εργαζομένων της Ελλάδας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρώτον, σε σημασία, είναι το γεγονός ότι οι αυστηρά οριοθετημένες χρονικά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις αποτέλεσαν το υπνωτικό για τον μόνιμο και μη αντιστρεπτό ακρωτηριασμό των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, όπως αυτός εκφράζεται από το συνεχώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί εντός ΕΕ και η Γερμανία για να ενσωματώσουν την ελληνική αγορά, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 52% των συνολικών εισαγωγών (που η αξία τους είναι σχεδόν τριπλάσια από την αξία των ελληνικών εξαγωγών) προέρχεται από την ΕΕ. Δεύτερο, οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε κοινώς λεχθέντα «δημόσια έργα» κατ’ ουσία όμως αφορούν έργα υποδομής που πρωτευόντως διευκολύνουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι έργα τα οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει με χρήματα των φορολογουμένων το αστικό κράτος απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο έτσι κοινωνικοποιείται. Τρίτο, στον βαθμό που οι εθνικές χρηματοδοτήσεις είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τις κοινοτικές δεσμεύουν δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να είχαν δοθεί για έργα ή πληρωμές που θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται σε πολύ πιο επισφαλή θέση. Στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται ενδεικτικά ότι «το συνολικό ποσό των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2009 καθορίσθηκε στο ύψος των 8,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 5,15 δισ. για έργα που συγχρηματοδούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε 3,65 δισ. για έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους». Μεθερμηνευόμενο το τελευταίο σημαίνει πως το 58% των πόρων που κατευθύνθηκαν για δημόσιες επενδύσεις χρηματοδότησε εκείνες που είχαν επιλεγεί με τα κριτήρια της ΕΕ. Το τέταρτο στοιχείο που δείχνει τη σημασία που έχει το ταξικό πρόσημο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ αφορά την πηγή προέλευσης των αποδιδόμενων πόρων καθώς σημαντικό μέρος τους προέρχεται από το ΦΠΑ. Πληρώνεται δηλαδή εξ ίσου απ’ όλους τους κατοίκους και φορολογουμένους (όταν δίκαιος φόρος θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε όσο το δυνατόν πιο ευθεία συνάρτηση με το εισόδημα ή την περιουσία) αποτελώντας στην πράξη μια αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση προς όφελος της ΕΕ. Πέμπτο και καθόλου τελευταίο σε σημασία στοιχείο που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων με την ΕΕ, αφορά το γεγονός ότι αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν πηγή πρωτοφανούς διαφθοράς και εξαχρείωσης. Το κακό έτσι δεν είναι απλώς ότι τα χρήματα αυτά πήγαν στην ολιγαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας υπερτροφικής γραφειοκρατίας και μιας βιομηχανίας διαφθοράς και εξαγοράς συνειδήσεων, με την σιωπηρή ανοχή των ίδιων των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ πολλές φορές, που μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία επιχείρησαν να ευνουχίσουν τις λαϊκές αντιστάσεις που υπήρχαν για παράδειγμα στον αγροτικό κόσμο, αλλά όχι μόνο. Το ίδιο συνέβη και με τμήματα της μισθωτής διανόησης. 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κοσμοπολίτικος αντικομμουνισμός

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε σαν πολιορκητικός κριός όχι μόνο για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη χρόνια λιτότητα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τώρα που επιμένει στην προτεραιότητα της μείωσης των ελλειμμάτων ζητώντας νέα φορολογικά μέτρα για την επομένη των ευρωεκλογών, αλλά επίσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Από τη δεκαετία του ’90 ακόμη με την Λευκή Βίβλο του Ζακ Ντελόρ, μέχρι την οδηγία Μπολκεστάιν και το νεολογισμό της ελαστασφάλειας η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάργηση των σταθερών σχέσεων εργασίας. Ο ρόλος της έγινε εμφανής ακόμη και τώρα μεσούσης της κρίσης με αφορμή τις προτροπές του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, την προηγούμενη εβδομάδα από την Πράγα για μείωση των ημερών εργασίας και αντίστοιχα των αμοιβών των εργαζομένων. Τη σφραγίδα της ΕΕ φέρουν οι αντιασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, με πιο κραυγαλέα την ενεργοποίηση ακόμη και του ευρωδικαστηρίου για την κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ελληνίδων γυναίκων, όπως και οι αντιεκπαιδευτικές μεταρυθμίσεις. Από την Ελλάδα μέχρι την Ισπανία τα πανό των φοιτητών κατήγγειλλαν τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας στη Μπολόνια και τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδεσυης υποτάσσοντας την ανλώτατη παιδεία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου. Καταλυτικός υπήρξε επίσης ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Οι Βρυξέλλες συμπύκνωσαν τις φιλοδοξίες για κοινωνική αναβάθμιση ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εκθράφηκαν στο έδαφος των κοινωνικών ανακατατάξεων. Έτσι στο πρώτο στάδιο ενσωματώθηκαν σε μια κοσμοπολίτικη άκρως επιλεκτική ευρωπαϊκή κουλτούρα που ταύτιζε το εθνικό με το παρωχημένο και το ευρωπαϊκό με το πρωτοπόρο και το ποιοτικό. Στη μετεξέλιξή της η αφέλεια έδειξε τα δόντια της όταν ακρογωνιαίος λίθος του “ευρωπαϊκού πνεύματος” έγινε η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό, η αποθέωση των αθεράπευτων οπαδών του Χίτλερ στις Βαλτικές χώρες σαν ηρώων της δημοκρατίας. Μια ιδεολογική στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 που αλληλοσυμπληρώνεται με το κλίμα ανελευθερίας που έχει εδραιωθεί και στην ίδια την Ευρώπη από την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καύσιμα και το ιπάμενο προσωπικό μπορεί να τα έβαζε όλα η Air CIA για τις απαγωγές υπόπτων αλλά και η ΕΕ, “λίκνο του Διαφωτισμού” κατά τα λεγόμενά τους (κι όχι φυσικά της Ιεράς Εξέτασης, του φασισμού, της αποικοκρατίας και του ιμπεριαλισμού) έβαζε την επίγεια εξυπηρέτηση. Από τα τέλη του 2001 μέχρι τα τέλη του 2005 καταγράφηκαν 1.245 τέτοιες πτήσεις σε αεροδρόμια κρατών μελών της ΕΕ. Τα καταστροφικά αποτελέσματα από την συμπόρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως προς αυτή τη Ουάσινγκτον φάνηκαν και εντός του Δεκέμβρη του 2008, όταν το πράσινο φως για την επέμβαση στη Γάζα και τη σφαγή που ακολούθησε το έδωσε η ίδια η ΕΕ που δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Τζίπι Λίβνι, αφού πρώτα αναγνώρισε στο Ισραήλ το καθεστώς του πιο ευνοούμενου κράτους. Για τους μετανάστες από την άλλη καραδοκεί η Ευρώπη φρούριο. Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η ΕΕ διαδραματίζει στρατηγικό και οργανικό, όχι απλώς πρωτοπόρο ρόλο στην αντεργατική επίθεση που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά συνέπεια καμιά αλλαγή της σύνθεσης του (διακοσμητικού εν πολλοίς) Κοινοβουλίου ή ακόμη και των κυβερνήσεων των 27 δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει αντίστοιχη στροφή στο πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η ΕΕ, όπως ακριβώς και το αστικό κράτος είναι αδιαχώριστα από την ταξική πολιτική που υπηρετούν. Στη βάση των παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ερχόμενες ευρωεκλογές δεν παλεύει για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και την αλλαγή των συσχετισμών, αλλά για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κυβερνήσεων που υπηρετούν τις πολιτικές της.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

%d bloggers like this: