Home » 2009 » Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

Archives

Σταθεροποίηση των δεξιών κυβερνήσεων, ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και ήττα των σοσιαλιστικών κομμάτων και της κεντροαριστεράς σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας των ευρωπαίων πολιτών για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών της προηγούμενης Κυριακής.

Ιδανικότερες συνθήκες για τα σοσιαλιστικά κόμματα και την πάσης φύσης Αριστερά στην Ευρώπη δεν μπορούσαν να υπάρχουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών: παταγώδης και ομολογημένη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δοξασιών και αναγνώριση της σημασίας που έχει το κράτος και ο δημόσιος τομέας στην ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που εκθέτουν στη δημόσια χλεύη όσους επικαλούνται το αόρατο χέρι των αγορών, νομιμοποιούν την κριτική από τα αριστερά και δίνουν το απαραίτητο επίχρισμα ρεαλισμού στα αιτήματα για κοινωνική προστασία, άνοδο των λαϊκών εισοδημάτων και μείωση των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτό ακριβώς όμως το περιβάλλον, όπως θεμελιωδώς διαμορφώθηκε από την βαθύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία από τη δεκαετία του ’30, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σήμανε μια βαθιά στροφή του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Επίσης, την απονομιμοποίηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα του νέου ρεκόρ αποχής.

Ας δούμε όμως πως διαμορφώθηκαν τα αποτελέσματα. Την πρώτη εντύπωση δημιουργεί αναμφισβήτητα η ήττα που κατέγραψαν τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Πρώτ’ απ’ όλα στην Αγγλία όπου το Εργατικό Κόμμα εκλέχτηκε στην τρίτη θέση, παίρνοντας 16% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην μεταπολεμική ιστορία του. Οι κάλπες άνοιξαν στην Αγγλία με τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, που συμπλήρωσε δύο χρόνια στη Ντάουνιγκ Στριτ, να έχει μόλις ολοκληρώσει έναν μίνι ανασχηματισμό μετά την αποχώρηση 6 υπουργών του που επέλεξαν την παραίτησή ως μέσο πίεσης για να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί. Έκλεισαν δε με ένα αποτέλεσμα που φέρνει πιο κοντά τις πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Εξ’ ίσου αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα και για το κυβερνών ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα που βρέθηκε στη δεύτερη θέση κερδίζοντας το 39% των ψήφων έναντι 42% που κέρδισε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του οποίου ηγείται ο Μαριάνο Ραχόι. Ήττα και μάλιστα ταπεινωτική κατέγραψαν οι κάλπες για τους σοσιαλδημοκράτες και στην Πορτογαλία όπου το κόμμα του πρωθυπουργού Ζοζέ Σόκρατες έχασε 18% της δύναμης του κερδίζοντας το 27% των ψήφων. Το δεξιό – παρά την ονομασία του – Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κέρδισε το 32% των ψήφων εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου.

Παρά ωστόσο την ήττα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην Αγγλία, τη Γαλλία, και την Πορτογαλία το μήνυμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου δεν ήταν «μαύρισμα» των κυβερνητικών κομμάτων. Σαφής απάντηση δηλαδή στο ερώτημα αν οι εκλογείς αποδοκίμασαν τα κυβερνητικά κόμματα ψηφίζοντας μαζικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει. Αυτό φαίνεται στις χώρες εκείνες που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Δεξιά, όπου ναι μεν μειώθηκαν τα ποσοστά τους όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν στη δεύτερη θέση. Στη Γαλλία για παράδειγμα το κεντροδεξιό κόμμα του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ, UMP, κέρδισε το 28% των ψήφων, ένα ποσοστό χαμηλότερο από το 31% που είχε πάρει στον πρώτο γύρο των προεδρικών του 2007, σχεδόν διπλάσιο όμως από το 16% που είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Νικολά Σαρκοζύ επομένως, που είχε δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην μάχη των ευρωεκλογών και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος το κόμμα του οποίου κερδίζει ευρωεκλογές από το 1979, βγαίνει ενισχυμένος από την δοκιμασία της προηγούμενης Κυριακής. Πολύ περισσότερο αν δούμε την ήττα του κεντροδεξιού αντιπάλου του, Φρανσουά Μπαϊρού, που κέρδισε 8,5% των ψήφων, και πολύ περισσότερο την συντριβή των σοσιαλιστών που κέρδισαν 16% (από 29% που είχαν πάρει στις προηγούμενες ευρωεκλογές) καταφέρνοντας μόλις και μετά βία να παραμείνουν στη δεύτερη θέση, η οποία διεκδικήθηκε και χάθηκε για κάποια εκατοστά της μονάδας από το νέο κόμμα Ευρώπη – Οικολογία που συγκρότησε ο απόμαχος του Μάη του ’68 Ντανιέλ Κον Μπετίτ με τον πολέμιο της παγκοσμιοποίησης, Ζοζέ Μποβέ.

Εξ ίσου δραματικές ήταν και οι επιδόσεις των γερμανών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι κερδίζοντας το 21% πήραν το χαμηλότερο ποσοστό τους σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Τα δύο κόμματα της γερμανικής Δεξιάς (CSU – CSU) είδαν τον ποσοστό τους να μειώνεται από 44% που είχαν πάρει στις εκλογές του 2004 σε 38%. Ωστόσο οι προοπτικές τους για τον Σεπτέμβρη οπότε θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές διαγράφονται ελπιδοφόρες επειδή το νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, που συχνά χαρακτηρίζεται κι ως φιλο-επιχειρηματικό λόμπι, κατάφερε να διπλασιάσει τις δυνάμεις του, φθάνοντας στο 12%. Είναι πολύ πιθανό επομένως η γερμανική Δεξιά να πετάξει στο περιθώριο τους σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους συγκυβερνά την τελευταία πενταετία και να σχηματίσει μια «καθαρόαιμη» δεξιά κυβέρνηση με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Ανάλογη τάση εδραίωσης παρατηρήθηκε και στην Ιταλία, όπου το κόμμα του μεγιστάνα πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι (παρότι ο ίδιος κολυμπάει στα κάθε είδους σκάνδαλα – ερωτικά, οικονομικά) αναδείχθηκε πρώτο κερδίζοντας το 35% των ψήφων. Η δε κεντροαριστερή αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε το 28% και μια νέα αφορμή εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Πιο ισχυρή από την μάχη των ευρωεκλογών βγήκε κι η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ ο οποίος κερδίζοντας το 45% των ψήφων το χαρακτήρισε ως νέα ψήφο εμπιστοσύνης.

Το περίγραμμα του νέου πολιτικού χάρτη του Ευρωκοινοβουλίου συμπληρώνεται από την άνοδο των ακροδεξιών, αντιμεταναστευτικών και ξενοφοβικών κομμάτων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται: Η ιταλική Λίγκα του Βορρά που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι κι είδε το ποσοστό της να αυξάνει στο 11% από 8,3% που είχε στις περυσινές βουλευτικές εκλογές. Το ακροδεξιό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα που για πρώτη φορά κέρδισε στις Βρυξέλλες δύο έδρες και μαζί με το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) το οποίο ήρθε δεύτερο κερδίζοντας το 17% των ψήφων συγκροτούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης ενάντια στην ΕΕ. Σε ένα ακροδεξιό κι ένα «ευρωσκεπτικιστικό» κόμμα πήγαν 5 επίσης από τις 17 έδρες της Αυστρίας. Στη Ρουμανία ποσοστό 9% κέρδισε το υπερεθνικιστικό Κόμμα Μεγαλύτερης Ρουμανίας που επιτίθεται συνεχώς στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας. Στη γειτονική Ουγγαρία το ακροδεξιό κόμμα Jobbik («Για μια καλύτερη Ουγγαρία») που κατηγορεί συνεχώς τους Ρόμα κέρδισε το 15% των ψήφων περνώντας στη δεύτερη θέση! Στη δεύτερη θέση βρέθηκε και το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα για τις Ελευθερίες συγκεντρώνοντας το 17% των ψήφων. Στη Δανία το Δανικό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε το 15% και στην Φινλανδία το κόμμα «Γνήσιοι Φιλανδοί» το 10%. 

Η μουντή εικόνα ολοκληρώνεται από την μεγάλη αποχή, καθώς τον «κόπο» να πάει μέχρι τις κάλπες έκανε μόνο το 43% των ψηφοφόρων, παρά την εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία. Το γεγονός μάλιστα ότι από το 1979, οπότε ξεκίνησαν οι ευρωβουλευτές να εκλέγονται απ’ ευθείας, η συμμετοχή μειώνεται σταθερά βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ή συγκυριακό γεγονός. Οι αιτίες του μειωμένου ενδιαφέροντος των ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν μπορούν να αναζητούνται στο διηνεκές στην ελλιπή πληροφόρηση ή την άγνοια του γεγονότος ότι 3 στις 4 νόμους του εθνικού κοινοβουλίου αποτελούν ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο αποφάσεων της ΕΕ – επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες. Η βαθύτερη αιτία – κατά τη γνώμη μας – πρέπει να αναζητηθεί στο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, το οποίο πρόσφατα είχε επισημάνει κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλιας. Η αιτία επομένως έγκειται στο ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ξέρουν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σε εκείνα τα κέντρα αποφάσεων όπου πράγματι κρίνονται οι τύχες όλων μας. Η ταύτιση άλλωστε των Βρυξελλών με ότι πιο κακόφημο κυκλοφορεί στο χώρο της πολιτικής – φορομπηχτικά μέτρα, περιορισμός ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οδηγία Μπολκεστάιν, παραχώρηση στο Ισραήλ ειδικής σχέσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενάντια μάλιστα στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – δεν μπορεί να μην έχει κι ένα αντίτιμο. Το ίδιο ισχύει και για την σοσιαλδημοκρατία που καλείται να καταβάλλει το κόστος των συντηρητικών πολιτικών επιλογών της, όπως φάνηκαν περίτρανα από την πρόταση για υπερψήφιση του Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής. Όταν Μπράουν, Θαπατέρο και Σόκρατες στηρίζουν τον δηλωμένο φιλοαμερικανό και υπέρμαχο της λιτότητας Μπαρόζο, όταν στις χώρες τους η ανεργία φθάνει το 18% και τα πολιτικά – οικονομικά σκάνδαλα μονοπωλούν το ενδιαφέρον δικαιούνται να παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς;

Συμμετοχή στις ευρωεκλογές: 1979:   62%, 1984 : 59%, 1989 : 58%, 1994:   57%, 1999:   50%, 2004:  45%, 2009:  43%


Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: