Home » 2008 » Εκμετάλλευση και λιτότητα φέρνει η κρίση (Πριν, 30/11/2008)

Εκμετάλλευση και λιτότητα φέρνει η κρίση (Πριν, 30/11/2008)

Archives

Με ημερομηνία λήξης η μείωση ΦΠΑ στην Αγγλία

ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ ΜΠΑΡΟΖΟ

Ποιά είναι τα χειρότερα που θα μπορούσαν να μας συμβούν καταμεσής της κρίσης; Το πρώτο, να μη καταδεχτούν οι τραπεζίτες να πάρουν τα 28 δισ. που με τόσο κόπο εξασφάλισε γι αυτούς ο Γ. Αλογοσκούφης και να μείνουν στο ράφι, αδιάθετα. Το δεύτερο να μείνουν στα χαρτιά οι οδηγίες – κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης που εξέδωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, επί των οποίων πρόκειται να συζητήσουν οι 27 ηγέτες της ΕΕ που θα συγκεντρωθούν στις Βρυξέλλες στη Σύνοδο Κορυφής της ερχόμενης βδομάδας… Έτσι λίγο – πολύ έχουν τα πράγματα, αν πάρουμε φυσικά στα σοβαρά από τη μια τις οιμωγές του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος που γονυπετές παρακαλά τους μεγαλοτραπεζίτες να πάρουν τα λεφτά κι από την άλλη το ΠΑΣΟΚ που εγκαλεί την κυβέρνηση επειδή δεν υιοθετεί αυτούσιες τις προτάσεις του Μπαρόζο και τα μέτρα που υιοθέτησε η Αγγλία για να αντιμετωπίσει την κρίση.

Μια δεύτερη ματιά όμως στις προβλέψεις τους δείχνει ότι δεν είναι τόσο φιλολαϊκά όσο προβάλλονται ή, τέλος πάντων, διαφορετικό περιεχόμενο δίνει ο καθένας στη φιλολαϊκή πολιτική. Από τα μέτρα της κυβέρνησης Γκόρντον Μπράουν αναμφισβήτητα ξεχωρίζουν η μείωση του ΦΠΑ από το 17,5% στο 15% αρχής γενομένης από αύριο, 1η Δεκεμβρίου,  μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου και η αύξηση του συντελεστή φορολόγησης εισοδήματος από το 40% στο 45% για όσους δηλώνουν πάνω από 150.000 λίρες ετήσιο εισόδημα. Και τα δύο μέτρα είναι αναμφισβήτητα θετικά. Ωστόσο το μεν πρώτο είναι αυστηρά περιορισμένης χρονικής διάρκειας και το δε δεύτερο αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό, μια και όπως λέει και το τρέχον τεύχος του Εκόνομιστ είναι η πρώτη αύξηση φορολογικού συντελεστή που συμβαίνει εδώ και 30 χρόνια. Σταγόνα δηλαδή στον ωκεανό της θεσμοθετημένης φορολογικής απαλλαγής που απολαμβάνουν κεφάλαιο και αστοί στην Αγγλία και αλλού λόγω της συνεχούς μείωσης των συντελεστών φορολόγησής τους.

Ακόμη όμως κι αυτά τα μέτρα μείωσης του ΦΠΑ κι αύξησης των άμεσων φόρων που πληρώνουν οι πλούσιοι ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ κι η γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, αρνήθηκαν τη Δευτέρα 24 Νοέμβρη με κοινή τους δήλωση να τα ενσωματώσουν σε ένα πανευρωπαϊκό πακέτο οδηγιών, προτείνοντας αντίθετα την υιοθέτηση άμεσων «στοχευμένων» ενισχύσεων προς επιλεγμένες βιομηχανίες. Δηλαδή την ενίσχυση του κεφαλαίου. Αυτό ακριβώς ήταν και το περιεχόμενο των προτάσεων Μπαρόζο που ανακοίνωσε την Τετάρτη, χωρίς φυσικά να έχουν δεσμευτική ισχύ, για την διάθεση 200 δισ. ευρώ από τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ σε έργα υποδομής, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ της ΕΕ.

Οι αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις και οι ενέσεις ρευστού των κυβερνήσεων προς το κεφάλαιο δεν σηματοδοτούν χαλάρωση της οικονομικής πολιτικής, όπως δείχνει το γεγονός ότι παντού τα μέτρα διάσωσης συνοδεύονται από αντεργατικά μέτρα ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και απολύσεων, ενώ καμία κυβέρνηση δεν προσπαθεί να αποτρέψει τέτοιες λύσεις.

Βαρύνουσα  θα αποδειχτεί η σύσταση του Μπαρόζο για μέτρα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας

 

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν περιελάμβαναν μόνο τις  ενισχύσεις προς το κεφάλαιο που στην Ελλάδα, μόνο και μόνο επειδή τις απέρριψε ο Γ. Αλογοσκούφης, χαρακτηρίστηκαν ως προοδευτικές. Περιελάμβαναν επίσης τρεις ακόμη υποδείξεις: Για μείωση της γραφειοκρατίας ώστε να διευκολυνθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα (να μπορεί δηλαδή ο κάθε απατεώνας χωρίς πολλά χαρτιά να φτιάχνει την μια εταιρεία ενώ κλείνει την άλλη), υιοθέτηση μεγαλύτερης ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για να ενισχυθεί η απασχόληση. Χωρίς να διεκδικούν κάποια πρωτοτυπία αυτά τα μέτρα υπογραμμίζουν την προσπάθεια που γίνεται να φορτωθούν στην εργαζόμενη πλειοψηφία τα βάρη της κρίσης. Οι προτάσεις δηλαδή του Μπαρόζο δείχνουν ότι οι προσπάθειες που καταβάλλει η αστική τάξη, στο πλαίσιο των σημερινών συσχετισμών δύναμης, για να ξεπεράσει την κρίση δεν προβλέπουν κανένα διάλειμμα στη χρόνια πολιτική λιτότητας αλλά οδηγούν το κοινωνικό ζήτημα σε παροξυσμό.

Η πρόταση για παράδειγμα μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, αν υιοθετηθεί, θα σημάνει την μείωση του έμμεσου κόστους που έχει για το κεφάλαιο η απασχόληση, δηλαδή η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης – ένα αίτημα πάγιο που μάλλον κρίνουν ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη ευκαιρία για να υλοποιήσουν. Θα σημάνει επίσης τη χαριστική βολή στα ασφαλιστικά ταμεία που ήδη καρκινοβατούν τη στιγμή που στο πλαίσιο της κρίσης, λόγω της αυξημένης ανεργίας δηλαδή, θα έχουν επιπλέον δαπάνες. Από που αλλού θα βρουν έσοδα όταν την ετσιθελική άρνηση του κράτους να αναλάβει τις υποχρεώσεις του ακολουθεί κατά πόδας και το κεφάλαιο; Ως αποτέλεσμα δηλαδή των προτάσεων αντιμετώπισης της κρίσης θα ανοίξει μια ώρα αρχύτερα ο δρόμος για την άλωση του ασφαλιστικού συστήματος από τον ιδιωτικό τομέα.

Το κέντρο βάρους ωστόσο των προσπαθειών που γίνονται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες για την υπέρβαση της τρέχουσας κρίσης (που αποδεικνύεται ιστορική από πολλές τελικά απόψεις) πέφτει στις εργασιακές σχέσεις και το επίπεδο των αμοιβών. Οι εξελίξεις που καταγράφονται ήδη σε αυτό το πεδίο δείχνουν πιο είναι επακριβώς το κοινωνικό περιεχόμενο του περιβόητου new …New Deal. Δείχνουν δηλαδή ότι οι αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις προς το κεφάλαιο, οι χωρίς σταματημό ενέσεις ρευστού που γίνονται με χορηγό τους φορολογούμενους δεν εντάσσονται σε ένα περισσότερο δημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο που θα διανέμει πιο ισότιμα το προϊόν της παραγωγής όπως καθόλου τυχαία διατυμπανίζεται από δεξιά και αριστερά ώστε να απονεκρωθούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά, αλλά αντίθετα συνοδεύονται από μια νέα όξυνση της εκμετάλλευσης, από μια κανιβαλική επίθεση στα δικαιώματα της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Ιδιαίτερα ενδεικτικά είναι τα όσα συμβαίνουν στην αυτοκινητοβιομηχανία. Έναν κλάδο αιχμής του καπιταλισμού από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα που σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής του οι εργασιακές σχέσεις που επιβάλλονταν στο εσωτερικό του και τα πρότυπα κατανάλωσης που συμπύκνωναν οι αμοιβές του έδιναν τροφή για (αδόκιμες και αντιεπιστημονικές εν πολλοίς) γενικεύσεις εν είδει περιοδολόγησης του καπιταλισμού. Εδώ εντάσσονται οι συζητήσεις για το μοντέλο Τ της Φορντ, τον Τογιοτισμό κ.λπ. Ας κρατήσουμε ωστόσο απ’ όλα αυτά το γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις σε έναν τόσο πρωτοποριακό κλάδο αντανακλούν και προοικονομούν τις εξελίξεις σε όλη την καπιταλιστική οικονομία, όπως αν μη τι άλλο δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα και πολλά ακόμη: Η “Συμφωνία του Ντιτρόιτ” που περιέβαλλε με αξιοζήλευτες παροχές τους εργάτες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, η πρώτη συμφωνία για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, προ δεκαπεντεατίας, κλπ. Καθόλου άσχετο με τα πρωτεία του κλάδου αυτού είναι το γεγονός ότι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη είναι ο κλάδος που κατά κοινή ομολογία χρήζει άμεσης οικονομικής ενίσχυσης. Ο κλάδος δηλαδή που πριν απ’ όλους δοκιμάστηκε από την κρίση ήταν αυτός που βρίσκεται στο επίκεντρο της καπιταλιστικής παραγωγής, δείχνοντας έτσι ότι η κρίση είναι φυσική συνέπεια, απαραβίαστος νόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης κι όχι κάποιο τυχαίο κι ακανόνιστο υποπροϊόν της. Με άλλα λόγια ότι η καταστροφή των παραγωγικών δυνατοτήτων ενυπάρχει οργανικά κι αναπτύσσεται παράλληλα με την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δείχνοντας τα όρια της, την αξεπέραστη αντίφαση μέσα στην οποία κινείται κι η οποία προδιαγράφει το ιστορικό της όριο, δηλαδή τον απαρχαιωμένο της χαρακτήρα. Η κρίση, διαφορετικα ειπωμένο, προετοιμάζεται τα χρόνια της ταχύρυθμης μεγέθυνσης όπως ο πόλεμος προετοιμάζεται μέσα στην ειρήνη τους. Προς επιβεβαίωση οι κραυγές αγωνίας που αρθρώνονται αυτές ακριβώς τις ώρες για την επιβίωση κολοσσών που άντεξαν δεκαετίες, όπως οι 3 του Ντιτρόιτ (Τζένεραλ Μότορς, Φορντ και Κράισλερ) και οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες (Βολκσβάγκεν, Άουντι, Μερσέντες Μπενζ και BMW) και πλέον απειλούνται με άμεση χρεοκοπία. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο ο νεοκλεγείς Ομπάμα, που δεν έχει αναλάβει επίσημα τα καθήκοντά του, εξαντλεί όλες τις δυνάμεις που διαθέτει για να περάσει ένα πακέτο ενίσχυσης στον κάδο ύψους 25 δισ. δολ., ενώ στην ΕΕ το μοναδικό σχεδόν που συμφώνησαν την προηγούμενη εβδομάδα ήταν να δώσουν 5 δισ. ευρώ στην αυτοκινητοβιομηχανία, επικαλούμενοι τις αναγκαίες επενδύσεις για την παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον οχημάτων.

Η χορήγηση αυτών των δισ. όμως στην καπιταλιστική παραγωγή (που εσχάτως ανακαλύψαμε ότι η χρηματοδότησή της αποτελεί το αντίπαλο, “προοδευτικό” δέος στην αλόγιστη χρηματοδότηση των άπληστων τραπεζιτών) δεν θα επιφέρει γενική αύξηση των εργατικών εισοδημάτων ή μεγαλύτερη εργασιακή σταθερότητα, αλλά επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Στις ΗΠΑ έχουν καθήσει ήδη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι αυτοκινητοβιομηχανίες με το συνδικάτο των εργαζομένων του κλάδου (UAW) για να συζητήσουν τις «θυσίες» που θα κάνουν οι εργαζόμενοι με την εμφάνιση του ρευστού ώστε να στηρίξουν κι αυτοί μετά το κράτος, τον «δοκιμαζόμενο κλάδο». Ο εκβιασμός που γίνεται είναι δε στη συνέχεια άλλων εξ ίσου ειδεχθών. «Η Φορντ έχει κλείσει 17 εργοστάσια κι έχει περικόψει 51.000 θέσεις εργασίας τα τελευταία χρόνια», δήλωνε πρόσφατα στη Γερουσία εκπρόσωπος της βιομηχανίας για να τους πείσει να δώσουν τα λεφτά, όπως μετέφερε τα λόγια του η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ την προηγούμενη Πέμπτη 20 Νοέμβρη! Συνέχιζε δε τονίζοντας ότι «σε συνεργασία με την UAW και με άλλες κινήσεις μείωσης του κόστους η εταιρεία έχει μειώσει το δομικό της κόστος κατά 9 δισ. δολ. ή 23% από το 2005». Σε άλλη σελίδα της ίδιας εφημερίδας ο διευθυντής της Τζένεραλ Μότορς επιχειρηματολογούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ζητιανεύοντας την κρατική χρηματοδότηση: «Από το 2000 έχουμε μειώσει το προσωπικό που αμείβεται με ωρομίσθιο στις ΗΠΑ κατά 52%, από 133.000 σε 64.000. Την ίδια περίοδο έχουμε μειώσει το έμμισθο προσωπικό μας από 44.000 σε λιγότερους από 30.000», έγραφε ο …ζήτουλας θέλοντας να δείξει ότι τα λεφτά που ζητάει δεν θα πάνε χαμένα. Δεν πρόκειται δηλαδή να δοθούν για μισθούς ή μεροκάματα… Σε αυτό το πλαίσιο η πραγματικά ενθαρρυντική για τις στρατιές των απολυμένων δήλωση που έκανε ο Μπ. Ομπάμα το προηγούμενο Σάββατο ότι στοχεύει να δημιουργήσει 2,5 εκ. θέσεις εργασίας δεν πείθει καθώς άμεσα επιτρέπει τις απολύσεις.

Το ίδιο αντεργατικό ντελίριο παρατηρείται και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Σε εκτενές ρεπορτάζ του τελευταίου γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ, με τον εύγλωττο τίτλο «Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αντιμέτωπη με την άβυσσο» το αποκρουστικό κοινωνικό πρόσωπο του new New Deal περιγράφεται με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μάλιστα τονίζεται πως είναι θύμα κι αυτή της επιτυχίας της για έναν επιπλέον λόγο, δεδομένου ότι η περιλάλητη παγκοσμιοποίηση δεν επέτρεψε αυτή τη φορά να μπει σε λειτουργία ένας μηχανισμός που απέτρεπε στο παρελθόν την καθίζηση των πωλήσεων κι ο οποίος έστρεφε το κέντρο βάρους πωλήσεων και κερδών στη γεωγραφική περιοχή που τύχαινε να τη γλιτώνει από την κρίση. Ο παγκόσμιος αυτή τη φορά χαρακτήρας της κρίσης, ο διεθνής συγχρονισμός της δηλαδή, έφερε μια γενική πτώση των πωλήσεων.

Η κρίση έχει οδηγήσει ήδη στην εφαρμογή αντεργατικών μέτρων, όπως είναι η επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας ενώ είναι θέμα χρόνου η ανακοίνωση μαζικών απολύσεων – παρά μάλιστα την κρατική χρηματοδότηση. Κι εδώ χρήζει υπογράμμισης η ανοχή του κράτους προς το κεφάλαιο καθώς παραιτείται ακόμη κι από την επιβολή ως όρου για τη χορήγηση του ρευστού μιας ελάχιστης δέσμευσης για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. «Η διοίκηση διαπραγματεύεται με τους εργατικούς εκπροσώπους τη δυνατότητα η Μερσεντές να μειώσει την εργάσιμη εβδομάδα στις 30 ώρες με μια αντίστοιχη μείωση μισθών ή να επιβάλλει τη μερική απασχόληση στη βιομηχανία. Η Ντέμλερ  μπορεί να πρέπει να περικόψει αρκετές χιλιάδες θέσεις εργασίας», ανέφερε, προς επίρρωση των παραπάνω, το γερμανικό περιοδικό. Τα ίδια και στα …αυτοκίνητα του λαού: «η Βολκσβάγκεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα ότι έχει υπερβολικά πολλούς εργαζόμενους και τα στελέχη της εταιρείας υποστηρίζουν ότι η Βολκσβάγκεν θα πρέπει να καταργήσει αρκετές χιλιάδες θέσεις εργασίας», ενώ η BMW έχει ήδη καταργήσει 8.000 θέσεις εργασίας. Στελέχη δε της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που έχει την έδρα της στο Μόναχο πιστεύουν ότι «είναι αντιμέτωπη με τη  μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της», παρότι όπως τονίζει το Σπίγκελ «κατά ειρωνικό τρόπο η BMW έχει πιθανά το πιο ευέλικτο μοντέλο ωρών εργασίας σε όλη τη βιομηχανία».

 Έκρηξη της παραγωγικότητας σε ΗΠΑ – Ευρώπη

ΣΕ ΡΟΛΟ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ Η ΚΡΙΣΗ

 

Το (εργαστηριακό) παράδειγμα της αυτοκινητοβιομηχανίας δείχνει πως οι όροι για το ξέσπασμα της κρίσης προετοιμάζονται από την ίδια καπιταλιστική επέκταση και τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, όταν ο καπιταλιστής κοιτάει αφ υψηλού τους ανταγωνιστές πιστεύοντας ότι έχει βρει το ελιξήριο της αιώνιας νεότητας, αφήνοντας μετά στις τράπεζες και την κερδοσκοπία των ενυπόθηκων δανείων και των παραγώγων να παίξουν το ρόλο του σπινθήρα. Ο μηχανισμός της κρίσης έγκειται για την ακρίβεια σε όλες αυτές τις «θαυμαστές» για τα golden boys και τις κυβερνήσεις, στην πραγματικότητα όμως κοινωνικά επώδυνες επιδόσεις των αμερικανών και γερμανών αυτοκινητοβιομηχάνων που μείωναν την ποσότητα ζωντανής εργασίας την οποία κάθε φορά αξιοποιούσαν αυξάνοντας τον λόγο της νεκρής εργασίας. Έτσι όμως, επαναστατικοποιώντας δηλαδή την παραγωγή με την εκμηχάνισή της, το κεφάλαιο συρρικνώνει διαρκώς την εργατική δύναμη που είναι όμως η μοναδική πηγή που παράγει κέρδη, μπορεί δηλαδή στο υπάρχον χρηματικό απόθεμα που περιλαμβάνεται σε μια εργαλειομηχανή να προσθέσει επιπλέον αξία. Το ίδιο ακριβώς κάνουν και τώρα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού με πρόσχημα την παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον ΙΧ, προετοιμάζοντας όμως την επόμενη κρίση ακόμη κι αν αυτές οι «αντεπιδρώσες προς την κρίση αιτίες» τελεσφορήσουν εκτονώνοντας πρόσκαιρα ή μεταθέτοντας χρονικά την κρίση, όπως έγινε άλλωστε και το 2000 στις ΗΠΑ.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του κεφαλαίου ως τρόπου παραγωγής και  οργάνωσης της κοινωνίας επιβεβαιώνεται αν δούμε ότι στην καλύτερη περίπτωση όλο αυτό το διάστημα, τα «τριάντα ένδοξα χρόνια» δηλαδή, αυτό που έκαναν ήταν να προετοιμάζουν τη σημερινή παρακμή. Έτσι η παραγωγικότητα της εργασίας, ως αποτέλεσμα των επιστημονικοτεχνικών επαναστάσεων, ακολουθούσε μια σταθερά ανοδική πορεία, μετατρεπόμενη κι αυτή με τη σειρά της σε θύμα της επιτυχίας ή των εκρηκτικών δυνατοτήτων της. Ο Πολ Κρούγκμαν για παράδειγμα στο νέο του βιβλίο, Η συνείδηση ενός προοδευτικού, αναφέρει ότι «η αξία του προϊόντος το οποίο παράγεται από τον μέσο εργάτη σε μια ώρα έχει σημειώσει αύξηση σχεδόν κατά 50% από το 1973 ως σήμερα». Ενώ το Σπίγκελ αναφέρει ότι στα εργοστάσια της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας η παραγωγικότητα αυξάνεται κάθε χρόνο από 5% έως 10%!

Αυτά όμως τα τεράστια κοινωνικά άλματα, που καθιστούν εφικτή θεωρητικά τη δυνατότητα εξαφάνισης της ανεργίας αν μειώνονταν κάθε χρόνο για παράδειγμα οι ώρες εργασίας και επίσης την κάλυψη όλων των αναγκών αν αυτές οι τεράστιες κατακτήσεις του εργαζόμενου ανθρώπου στρέφονταν στην παραγωγή κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, μετατρέπονται σε νέα δεσμά, γυρίζουν μπούμερανγκ στην εργατική τάξη, τους δημιουργούς του πλούτου.

 ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Αλλεπάλληλες ενέσεις ρευστού

Η ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Το αναντίρρητο, θεωρητικό ωστόσο γεγονός ότι η εκτόπιση της ζωντανής εργασίας από τη νεκρή στρώνει το χαλί για την επόμενη κρίση καθώς οδηγεί προς τα κάτω μακροπρόθεσμα το μέσο γενικό ποσοστό κέρδους, δεν υποβαθμίζει καθόλου τη σταρτηγική σημασία που έχουν για τον καπιταλισμό σήμερα οι αντεργατικές τομές. Αυτό ακριβώς το πεδίο θα επιλέξει για να επιχειρήσει να υπερβεί την κρίση.

Άμεσα όμως ρίχνει στην αγορά πακτωλούς χρημάτων προσπαθώντας έτσι να ξαναζεστάνει την καταναλωτική ζήτηση που σε όλο τον κόσμο, από την Αθήνα μέχρι τη Νέα Υόρκη, μειώνεται κάθετα ως αποτέλεσμα των δυσοίωνων προβλέψεων, των απολύσεων που έχουν ήδη ξεκινήσει και του κλεισίματος της στρόφιγγας των δανείων για κατανάλωση και κεφάλαια κίνησης προς επιχειρήσεις από τις τράπεζες. Στις ΗΠΑ ο Ομπάμα επέλεξε το νέο του οικονομικό επιτελείο με κριτήριο τις ικανότητες του καθένα στη διάσωση χρεοκοπημένων επιχειρήσεων. Δεν ξαφνιάζει έτσι που η επιλογή του νέου υπουργού Οικονομικών, ο οποίος θεωρείται αρχιτέκτονας της διάσωσης των τραπεζών Μπέαρ Στερνς, Φρέντι Μακ, Φάνι Μάι και AIG, συνέπεσε με τη ανακοίνωση από την υπό προθεσμία κυβέρνηση Μπους ενός νέου δεύτερου πακέτου διάσωσης ύψους 800 δισ. δολ., πέραν του πρώτου πακέτου των 700 δισ. δολ. που εγκρίθηκε τον Οκτώβρη. Με τη νέα αυτή ένεση ρευστού όπως έγραψε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ την Τετάρτη “μετασχηματίζεται η κρατική κεντρική τράπεζα σε δανειστή κάθε γωνιάς της αμερικανικής ζωής”. Το ίδιο γίνεται σε όλη την Ευρώπη με την Ισπανία να έχει εγκρίνει ήδη 11 δισ. ευρώ, τη Γαλλία 20 δισ., τη Γερμανία 12 δισ., την Ιταλία 6 δισ. ευρώ και την Αγγλία 20 δισ. λίρες σε ένα νέο δεύτερο γύρο χρηματοδοτήσεων που κατευθύνεται άμεσα προς το κεφάλαιο, αλλά και στην καπιταλιστική Κίνα, που είναι αντιμέτωπη με εξεγέρσεις απελπισμένων. Γι αυτό το λόγο πέραν της πτώσης των επιτοκίων ανακοινώθηκε μια ένεση ύψους 600 δισ. δολ., γιγαντιαίων δηλαδή διαστάσεων που ισοδυναμεί με το ένα έκτο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της αχανούς χώρας! Αποτέλεσμα όλων αυτών των μέτρων θα είναι μια νέα δημοσιονομική κρίση. Αν η πρώτη δημοσιονομική κρίση που γέννησε το Μάαστριχτ και τη λιτότητα των τελευταίων τριών δεκαετιών έλκει την καταγωγή της από την κρίση του ’70, τώρα μπαίνουν τα θεμέλια για μια νέα δημοσιονομική κρίση, ως αποτέλεσμα των αθρόων χορηγήσεων προς το κεφάλαιο. Πολύ σύντομα όμως, ακόμη και πριν τελειώσει η κρίση, κράτος και κεφάλαια που τώρα συνεργάζονταν από κοινού για να λεηλατήσουν τον κρατικό κορβανά, θα μεταβιβάσουν τον λογαριασμό στους εργαζόμενους, ζητώντάς τους να πληρώσουν επιπλέον φόρους για να μειωθεί το έλειμμα που δημιούργησαν οι τραπεζίτες.

Τόσο οι εξελίξεις στην καπιταλιστική παραγωγή όσο και στα δημοσιονομικά προεξοφλούν ένα νέο βάρβαρο γύρο αντεργατικής επίθεσης. Επίσης αποκαθηλώνουν στα μάτια των εργαζομένων, ίσως για πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα, τον καπιταλισμό και όλες τις …αρετές του. Για να μπορέσουν  όμως οι σημερινές δυνατότητες να γίνουν υλική δύναμη χρειάζεται μια Αριστερά που κατ’ αρχήν να μην θαμπώνεται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της Κίνας, προβάλλοντας (με τη φόρα που έχουν πάρει) την “αρμονική ανάπτυξη” της ως εναλλακτικό μοντέλο, όπως κάνει το ΚΚΕ. Χρειάζεται επίσης μια Αριστερά που απέναντι στην έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων να μην ζητάει την “αποεμπορευματοποίηση, ανάκτηση, διεύρυνση και στήριξη της δημόσιας σφαίρας, του κοινωνικού τομέα και των δημοσίων αγαθών”, όπως κάνει ο ΣΥΝ χωρίς να διευκρινίζει υπό ποιο καθεστώς θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά και τι πρέπει να κάνει σήμερα το εργατικό κίνημα για να ανατρέψει την επίθεση. Όρος αντίθετα για να πάρουν σάρκα και οστά οι τεράστιες δυνατότητες της εποχής μας είναι να γίνουν επιτέλους βήματα στη δημιουργία του τρίτου πόλου της επαναστατικής Αριστεράς και της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και στην ανάπτυξη ενός νέου μαχητικού εργατικού κινήματος.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

%d bloggers like this: