Home » 2008 » Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Archives

Πτώση των τιμών των μετοχών

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΡΙΣΗΣ

Έτριξε η γη κάτω από τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου την περασμένη Δευτέρα. Από την Ευρώπη μέχρι την Ασία, εξαιρουμένων των Ηνωμένων Πολιτειών που για καλή τους τύχη είχαν αργία εκείνη την ημέρα για να τιμήσουν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, η βουτιά που κατέγραψαν ήταν πρωτοφανή στο συγχρονισμό αλλά και το βάθος της για ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Έτσι οι αντιπροσωπευτικότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ινδίας έπεσαν κατά 7%, της Σιγκαπούρης και του Λονδίνου κατά 6%, του Χονγκ Κονγκ κατά 5%, του Τόκιο κατά 4%, κοκ.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά μόνο τις τιμές των μετοχών και τις τεράστιες απώλειες που καταγράφουν ακόμη κι όταν συνυπολογίσουμε τις απρόβλεπτες ανόδους που ενίοτε ακολουθούν, αγοράζοντας στη φθήνια ότι με πάταγο κατέρρευσε την προηγούμενη μέρα. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι η κρίση έχει περάσει και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, ειδικότερα αυτής των ΗΠΑ που δίνει τον παγκόσμιο ρυθμό. Έτσι, πολυεθνικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα των οποίων ο ισολογισμός στο παρελθόν ξεπερνούσε το ΑΕΠ δεκάδων χωρών βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Η Μπανκ οφ Αμέρικα, για παράδειγμα, είδε τα κέρδη της το τελευταίο τρίμηνο του 2007 να μειώνονται κατά 95%, φθάνοντας τα 268 εκ. δολ. από 5,26 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Η Μέριλ Λιντς, ακόμη χειρότερα, είδε σχεδόν ακέραια τα κέρδη του 2006 να μετατρέπονται σε ζημιές: Από 7,5 δισ. δολάρια κέρδη το 2006, το χρόνο που μας πέρασε κατέγραψε ζημιές ύψους 7,8 δισ. Ανάλογη κατάσταση, αν και όχι τόσο δραματική, ισχύει για τις περισσότερες αμερικανικές τράπεζες, καθώς όλες σχεδόν περιέλαβαν στο χαρτοφυλάκιό τους στεγαστικά δάνεια. Την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει η πτώση των κερδών των αμερικάνικων εισηγμένων επιχειρήσεων το τελευταίο τετράμηνο του 2007 κατά περίπου 10%, η μείωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα των χρεοκοπιών και των απολύσεων, η συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, η πτώση της αξίας των κατοικιών που διαλύει βίαια την αυταπάτη πλουτισμού που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος της τιμής τους ως αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων και πιο εμφατικά οι πανικόβλητες πολιτικές παρεμβάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, όπως το πακέτο κινήτρων – μαμούθ που ανακοίνωσε ο Μπους την προηγούμενη Παρασκευή και η εσπευσμένη και απροσδόκητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων την προηγούμενη Δευτέρα.

Από τις πιο βίαιες των μεταπολεμικών χρόνων θα είναι η κρίση που ξέσπασε στον αμερικανικό καπιταλισμό, σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά τις περισσότερες χώρες του κόσμου που εξάγουν στις ΗΠΑ

Ημίμετρα η μείωση των επιτοκίων και το πακέτο κινήτρων ύψους 150 δισ. δολαρίων

 

Ένα από τα πιο πρωτότυπα γεγονότα του περυσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός ήταν μία συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μια …σκοτεινή αίθουσα, όπου οι συνομιλητές έπρεπε να ανταλλάξουν απόψεις κυριολεκτικά στα τυφλά. Η σκέψη αυτή αποδείχτηκε αν μη τι άλλο προφητική, γιατί και τώρα ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες μηδενικής ορατότητας (που αποδεικνύει πόσος άχρηστος είναι ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος στοιχείων που μαζεύουν τα λογιστήρια και οι στατιστικές υπηρεσίες) καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η τρέχουσα κρίση να αγγίζουν όλο σχεδόν το φάσμα των δυνατών αποκρίσεων. Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας αναπαρήγαγαν οι γερμανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη Δευτέρα όταν σχολιάζοντας το πακέτο κινήτρων του Μπους έγραφαν: «Αλλά το πρόβλημα είναι πως κανένας δεν ξέρει αν ακόμη κι αυτό θα είναι αρκετό. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος παντού ότι η οικονομική κρίση έχει μόλις ξεκινήσει και κάθε τι θα εξελιχθεί πολύ χειρότερα».

Αναφερόμενοι λοιπόν στα σημαντικότερα ερωτήματα ξεχωρίζουμε πρώτο, τη χρονική διάρκεια και το βάθος της κρίσης* δεύτερο, το γεωγραφικό βεληνεκές της* και τρίτο τα μέτρα που κρίνονται αποτελεσματικότερα, απ’ όσα είναι διαθέσιμα, για την αντιμετώπισή της.

Η αμερικάνικη οικονομία με βάση τις επίσημες στατιστικές από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται μια ύφεση κάθε έξι χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι τώρα 10 τέτοιες διαταραχές της ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου οι οποίες διαρκούν από 8 έως 16 μήνες. Σημαντικότερη δε εξ αυτών ήταν ομολογουμένως η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβριο του 1973 για να λήξει τυπικά τον Μάρτιο του 1975 αλλά στην πραγματικότητα ποτέ, μια και το αραβικό εμπάργκο στο πετρέλαιο μπορεί να τερματίστηκε κανένα όμως από τα κρισιμότερα στοιχεία που δείχνουν την ευρωστία της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν άγγιξε ξανά τις επιδόσεις των λεγόμενων χρυσών χρόνων της δεκαετίας του ’60. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η τρέχουσα διαταραχή να ξεπεράσει σε βάθος τις συνηθισμένες κυκλικές διακυμάνσεις και να αποδειχτεί εξ ίσου βαθιά με αυτήν του 1973. Δε λείπουν αναλυτές (όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον Ποστ της Δευτέρας) που προμηνύουν κρίση ανάλογη της Μεγάλης Κρίσης του 1930, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη ύφεση ανάλογης εκείνης που έπληξε την Ιαπωνία ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του ’90 και την Ευρώπη την ίδια περίοδο σε μικρότερο όμως βαθμό και ακόμη μικρότερη χρονική διάρκεια.

Η διχογνωμία για το βάθος της κρίσης επιτείνεται από την πλήρη άγνοια που επικρατεί σε ότι αφορά τις πραγματικές ζημιές από τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς το κλείσιμο της χρονιάς ναι μεν έφερε στην επιφάνεια πολύ μεγαλύτερες μαύρες τρύπες απ’ ότι αρχικά διατείνονταν οι τραπεζίτες, ομολογείται όμως τώρα ότι δεν αποκλείεται οι ζημιές να είναι ακόμη πιο μεγάλες. Δηλαδή, υπό το φόβο της κατάρρευσης να παρέπεμψαν στο μέλλον οι τράπεζες την διαγραφή χρεών που δεν πρόκειται να εισπραχθούν, υπονομεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ευρωστία και των επόμενων λογιστικών καταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι συνολικές διαγραφές χρεών ύψους 100 δισ. δολ. που ανακοινώθηκαν από τη Γουόλ Στριτ ενδέχεται να αποδειχθούν η κορυφή του παγόβουνου!

Η ξεχωριστή σημασία της τρέχουσας κρίσης υπογραμμίστηκε και από τον ξεπεσμένο κερδοσκόπο και νυν ανιδιοτελή φιλάνθρωπο και προστάτη πασών των στρατηγικών μειονοτήτων της ταραγμένης Βαλκανικής, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος μιλώντας στο Νταβός την προηγούμενη εβδομάδα τόνισε: «η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί το τέλος μια εποχής πιστωτικής επέκτασης που στηριζόταν στο δολάριο ως διεθνές νόμισμα αποθεματοποίησης. Οι περιοδικές κρίσεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας ανόδου και πτώσης. Η τρέχουσα κρίση είναι η αποκορύφωση μιας πληθωρικής ανόδου που έχει διαρκέσει για περισσότερα από 60 χρόνια».

Δεν είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια συνηθισμένη, κυκλική διαταραχή!

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξάγεται και για τη χωρική έκταση που θα προσλάβει η κρίση, υπό το φως της σχετικά πιο υγιούς κατάστασης που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία αλλά κυρίως της ραγδαίας ανόδου του ειδικού βάρους της Κίνας, της Ινδίας και άλλων περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών που αδιαμφισβήτητα έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση το ειδικό βάρος του αμερικανικού ΑΕΠ στο παγκόσμιο. «Ο κόσμος έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την ευημερία των ΗΠΑ» δήλωσε προ ημερών αναπαράγοντας αυτό το κλίμα ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το ελβετικό θέρετρο. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετούν όλες οι αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες στηρίζονται στην προώθηση των εξαγωγών. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου τους δηλαδή προέρχεται από τις εξαγωγές. Ενδεικτικά, οι εξαγωγές ολόκληρης της Ασίας, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, αντιπροσώπευαν το 2007 το 55% του ΑΕΠ τους, όταν το 2001 μόλις το 40%. Η εξάρτησή των περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών από τις εξαγωγές (και η τρωτότητά τους επομένως από μια ενδεχόμενη ύφεση στα ιμπεριαλιστικά κέντρα) βεβαιώνεται και από δυο ακόμη παραδείγματα: Η Σλοβακία, υπόδειγμα οργανικής ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό (και άσχετα από το γεγονός ότι η μαζική εγκατάσταση πολυεθνικών αυτοκινητοβιομηχανιών στο έδαφος της την έχει καταδικάσει σε μια βιομηχανική «μονοκαλλιέργεια» πολύ πιο ετεροβαρή κι από αυτές που ήκμασαν επί αποικιοκρατίας) οφείλει το 70% του ΑΕΠ της στις εξαγωγές! Το Μεξικό το 23%, κοκ. Από την άλλη μεριά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ βεβαιώνει τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αμερικάνοι καταναλωτές (δαπανώντας 9,5 τρισ. δολ. ετησίως, έξη δηλαδή φορές περισσότερα απ’ ότι οι πολλαπλάσιοι κινέζοι και ινδοί καταναλωτές μαζί) στην απορρόφηση της παγκόσμιας παραγωγής. Στον αντίποδα των ογκούμενων στο πέρασμα του χρόνου αμερικανικών καταναλωτικών δαπανών, που τώρα ανέρχονται στο 70% της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκονται οι συρρικνούμενες ως ποσοστό (και όχι ως απόλυτη αξία) καταναλωτικές δαπάνες στον υπόλοιπο κόσμο – μια συρρίκνωση που αποτελεί την άλλη όψη της υπερτροφικής ανάπτυξης των εξαγωγών. Στην Κίνα για παράδειγμα οι καταναλωτικές δαπάνες ανέρχονται στο 35% της οικονομικής δραστηριότητας όταν το 1990 ανέρχονταν στο 46%!

Φαίνεται από τα παραπάνω πως αν και το ΑΕΠ των ΗΠΑ παύει να έχει την εξέχουσα θέση που είχε στο παρελθόν, η σημασία της οικονομίας τους δεν έχει περιθωριοποιηθεί αλλά διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι στο παρελθόν λόγω των ανισομετριών πάνω στις οποίες επανασχεδιάστηκε την τελευταία εικοσαετία το παγκόσμιο σύστημα. Απομακρυνόμενοι μάλιστα από την οικονομία, η στρατιωτικοπολιτική τους ισχύ επιτείνει το συγκριτικό πλεονέκτημα που χαρίζει αυτή τη στιγμή στη Ουάσινγκτον η εμβέλεια του δολαρίου, η τεράστια εσωτερική αγορά και ο έλεγχος που ασκεί στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Απέχουμε πολύ κατά συνέπεια από εκείνη την κατάσταση όπου μια ύφεση στην αμερικανική αγορά θα αποτελεί εσωτερική της υπόθεση.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι αμερικανικές αρχές ήταν δύο. Το πρώτο ήταν ένα πακέτο κινήτρων κολοσσιαίου ύψους 150 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Οι εκταμιεύσεις αυτές που εγκρίθηκαν και από τα δύο κόμματα θα πάρουν τη μορφή φορολογικών επιστροφών (ύψους 800 δολαρίων για τα μονομελή νοικοκυριά και 1.600 για τους παντρεμένους) και κινήτρων σε επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού. Το δεύτερο ήταν η γενναία και απροειδοποίητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 0,75% που τα οδήγησε στο 3,5%. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη φορά που σημειώθηκαν τα επιτόκια τόσο απότομα (και όχι κατά 0,25% ή 0,50% όπως συνηθίζεται) ήταν τον Οκτώβριο του 1984 ενώ εκτός προαναγγελθείσας συνεδρίασης την προηγούμενη φορά που είχαν μειωθεί ήταν την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Κι αυτές όμως οι αντιδράσεις παρότι ξάφνιασαν τους πάντες με την αποφασιστικότητά τους, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά παρομοιάστηκαν από τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την επομένη, κι έδειξαν να αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το πρόβλημα όπως φάνηκε με την ανάκαμψη των μετοχών τις επόμενες μέρες δεν έτυχαν κοινής αποδοχής! Ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς από την κατάλευκη και πένθιμη μ’ όλα αυτά Ελβετία χρησιμοποίησε μια ρήση του Κέινς και παρομοίασε την αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων με την αποτελεσματικότητα που έχει η ώθηση ενός αντικειμένου με ένα κομμάτι σκοινιού… Κορυφαίο στέλεχος της Μόργκαν Στάνλευ είπε ότι η απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί έναν «επικίνδυνο, απερίσκεπτο και ανεύθυνο τρόπο διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας». Ο Σόρος την έκρινε καθυστερημένη και από τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωναν ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική, υψηλών επιτοκίων για το ευρώ, κρίνοντας ότι προτεραιότητα για την Ευρώπη αποτελεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της παροχής φθηνού χρήματος.

Οι τράπεζες μοναδικοί ωφελημένοι 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΦΟΥΣΚΕΣ!

 

Οι άμεσα ωφελημένοι από την μείωση των επιτοκίων που ανακοίνωσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα την προηγούμενη Δευτέρα και από τη νέα μείωση που θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα είναι οι τράπεζες και κανένας άλλος. Οι τράπεζες ήταν επίσης και οι μοναδικοί ωφελημένοι από όλα τα μέτρα παροχής ρευστού που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε να μην ξανασυμβεί χρεοκοπία ανάλογη της βρετανικής Νόρθερν Ροκ.

Με αυτό τον τρόπο όμως, παρότι αποτρέπεται ένα έμφραγμα στην πιο κεντρική αρτηρία που ρυθμίζει την κυκλοφορία ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται αλλά παρατείνεται δημιουργώντας από τώρα τους όρους για μια νέα φούσκα, όπως ακριβώς η πολιτική φθηνού χρήματος που ακολούθησε ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Γκρίνσπαν, όταν έσκαγε η φούσκα της νέας οικονομίας προετοίμασε τους όρους για τη φούσκα των ακινήτων.

Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία πιστώσεων (πολύ περισσότερο στο έδαφος μείωσης των πραγματικών μισθών όπως συμβαίνει όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες) μπορεί να δώσει μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να διευκολύνει την υπέρβαση πρόσκαιρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαμολύνοντας τις απότομες εναλλαγές των κύκλων. Δεν μπορεί όμως να συμβάλλει στην υπέρβαση της χρόνιας κρίσης που διέρχεται. Κι εδώ εναποτίθεται επί χρόνια τώρα στην ανεξέλεγκτη παροχέτευση πιστώσεων προς τα νοικοκυριά κυρίως, αλλά επίσης το κράτος και τις επιχειρήσεις, το καθήκον υπέρβασης των ασφυκτικών, καταστροφικών ορίων που θέτει το κεφάλαιο στην πασιφανή και ασύλληπτη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, η «πιστωτική ασφυξία» που έκανε την εμφάνισή της τον περασμένο καλοκαίρι, απειλώντας την ευστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν η στιγμή της κρίσης αλλά μάλλον η στιγμή της αλήθειας  για ένα βαθιά στρεβλό μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα την πίστη. Αυτό φαίνεται αν δούμε το ύψος των πιστώσεων που παράγονται για κάθε δολάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Παρότι από το 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 παρέμεναν σταθερές γύρω στο 1,5 δολάρια, οι επιθετικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης που υιοθετούνται στο πλαίσιο της κρίσης του ’70 και παράλληλα με την ανάδυση του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οδηγούν τη δεκαετία του ’90 τις πιστώσεις που παράγονται ανά 1 δολάριο ΑΕΠ, στα 3 δολάρια και τη χρονιά που μας πέρασε, το 2007, στα 4,5!

Μια πολιτική συνεχούς μείωσης των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα (που θα δείχνει ότι έλαβε τα δέοντα μαθήματα από την καταστροφική ιαπωνική εμπειρία που επέμενε  να κρατά υψηλά τα επιτόκια ενώ η οικονομία βούλιαζε) μπορεί να καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση, μεταθέτοντας την επίλυσή της για το μέλλον, όπως έγινε και το 2001, δεν πρόκειται όμως να την αντιμετωπίσει.

ΒΙΑΙΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 

Θυσία τα εργατικά δικαιώματα

ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ

 

Το πακέτο κινήτρων του Μπους θύμισε σε πολλούς το αναφωνητό του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη θέση, «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί». Εν μέρει δίκαια καθώς μια τόσο γενναία πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης παραπέμπει στις καλύτερες παραδόσεις του κεϋνσιανισμού. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός πως ομάδα στόχος δεν είναι το πιο φτωχό τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού που θα κατανάλωνε την ίδια μέρα την επιταγή, μια και αυτοί δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Το περιβόητο πακέτο κινήτρων επομένως αποτελεί μια πιο διευρυμένη εκδοχή του μοντέλου «Κεϋνσιανισμού για πλουσίους» που εφαρμόζεται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες χορηγώντας αφειδώς κρατικές ενισχύσεις στο κεφάλαιο και την αστική τάξη. Δεδομένου όμως ότι καμιά κρίση δεν είχε ως αιτία την ανεπαρκή κατανάλωση της εργατικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων (μια και τα κέρδη ή η υπεραξία καλύπτει κάλλιστα το κενό στη ζήτηση που αφήνει πίσω του ο συρρικνούμενος μισθός) ακόμη και αυτό το μέσο γρήγορα θα αποδειχθεί ανεπαρκές!

Τότε για μια ακόμη φορά τα βέλη θα στραφούν στους εργαζόμενους. Το επίπεδο των αμοιβών, το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή η κοινωνική ασφάλιση και επίσης οι ώρες εργασίας και η έντασή της θα γίνουν αντικείμενο νέας οξύτερης επίθεσης. Όταν καταρρέουν ή κλυδωνίζονται επιχειρήσεις σύμβολα του καπιταλισμού που άντεξαν στο πέρασμα αιώνων είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι θα βάλουν ένα όριο στην επιθετικότητά τους.

Μαζί με τη βαθύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα μεγεθύνει την αποσπώμενη υπεραξία ωριμάζει στην αστική τάξη και μια πολιτική πιο βίαιης εκκαθάρισης της αγοράς από προβληματικά τμήματα του κεφαλαίου που θα δώσει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν τα υγιή τμήματά του. Αν απορρίπτεται στις ΗΠΑ είναι γιατί κανείς δεν ξέρει μήπως η ελεγχόμενη καύση των ξερόχορτων πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς. Όσο όμως οι άλλες λύσεις δείχνουν τα όρια τους τόσο τέτοιου τύπου επιλογές θα εμφανίζονται όλο και πιο φυσιολογικές ή αναπότρεπτες.

Οι Ευρωπαίοι, εν παρόδω, από ακριβώς αυτή την άγρια νεφιλελεύθερη θέση αρνούνται να πάρουν αντικυκλικά μέτρα και να συντονιστούν με τους Αμερικάνους. Κρατώντας τα επιτόκια του ευρώ υψηλά δεν δίνουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού όπως διατείνονται αλλά στην αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς και στην επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο νέο πλαίσιο, που δημιούργησε η ενοποίησή της. Η πολιτική του ακριβού χρήματος και της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι η κατ’ εξοχήν αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική επιβίωσης των δυνατότερων, όσο κι αν η πρόσφατη πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν συνοδεύτηκε από μια χαλαρή πολιτική διαχείρισης που θα διευκόλυνε την επέκταση των επιχειρήσεων.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι δείχνουν ότι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης είναι ο βίαιος ακρωτηριασμός των απεριόριστων δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος-παραγωγός του κοινωνικού πλούτου. Η συρρίκνωση ωστόσο των δικαιωμάτων του και το «κάψιμο των ξερόχορτων» δεν αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα αλλά επιβάλλονται από έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και σε αυτή τη διαδικασία η παραγωγή αξιών χρήσης και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών είναι ένα αθέλητο παραπροϊόν αν όχι αναγκαίο κακό. Αυτή ακριβώς η βαθιά και αξεπέραστη αντίφαση, ανάμεσα στις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής μας και τον οπισθοδρομικό πλέον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως αποκαλύπτεται σε περιόδους κρίσης είναι που καθιστά αναγκαία την επαναστατική ανατροπή του και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας και διοίκησης της κοινωνίας.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

Κείμενο συμβολής

Για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς

%d bloggers like this: