Leonidas Vatikiotis

Λεωνίδας Βατικιώτης

Αρχείο για Φεβρουαρίου 10th, 2012

Το ποινικό μητρώο του ΔΝΤ (Επίκαιρα, 9 Φεβρουαρίου 2012)

Αναρτήθηκε από τον/την leonidasvatikiotis στο 10/02/2012

Οικονομική αποτυχία και κοινωνική καταστροφή σε 5 ηπείρους

Συντριβή δεκάδων εθνικών οικονομιών μέσω της βύθισής τους στην δίνη της ύφεσης, θάνατοι από πείνα 6 τουλάχιστον εκατομμυρίων ανθρώπων, έκρηξη της ανεργίας και της πορνείας, στατιστικές αλχημείες μπροστά στις οποίες ωχριούν τα «γκρικ στατίστικς», βίαιες κοινωνικές εκρήξεις που συνοδεύονται από επιχειρήσεις αιματηρής καταστολής με εκατοντάδες νεκρούς και ωμές πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο των κυβερνήσεων συνθέτουν τα έργα και τις ημέρες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ενός οργανισμού που με την ίδρυσή του, το 1945, κλήθηκε να εγγυηθεί την μεταπολεμική οικονομική ισορροπία και τρεις σχεδόν δεκαετίες μετά τα πρώτα του βήματα μετατράπηκε στο πιο φονικό εργαλείο του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού και της αμερικανικής ηγεμονίας.

Οικονομικός κίνδυνος

Τα πιο φαρμακερά βέλη κατά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τα έχει εξαπολύσει ο βραβευμένος με Νομπέλ, αμερικανός καθηγητής Οικονομικών, Τζόζεφ Στίγλιτς. «Το ΔΝΤ δεν έχει κάνει απλώς ελάχιστα για να αποτρέψει την κρίση, αλά είχε προωθήσει και την πολιτική της απορρύθμισης, η οποία περιελάμβανε την απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών και χρηματοπιστωτικών αγορών η οποία συνέβαλε στη δημιουργία της κρίσης και την ραγδαία εξάπλωσή της σε ολόκληρο τον κόσμο», γράφει ο αμερικανός καθηγητής στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, με τίτλο Freefall. Συνεχίζει δε με τα εξής: «Ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας μιας αναπτυσσόμενης χώρας μού εκμυστηρεύθηκε μια άποψη κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη: η χώρα του έπρεπε να βρεθεί στο έσχατο σημείο για να στραφεί στο ΔΝΤ. Έχοντας παρακολουθήσει από κοντά το ΔΝΤ κατανοούσα την απροθυμία κάποιων χωρών να του απευθυνθούν για χρήματα. Στο παρελθόν το ΔΝΤ παρείχε χρήματα αλλά μόνο υπό αυστηρούς όρους που στην πραγματικότητα επιδείνωναν ακόμη περισσότερο τις υφέσεις στις χώρες που πλήττονταν. Οι όροι αυτοί είχαν στόχο να βοηθήσουν τους δυτικούς πιστωτές να ανακτήσουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους απ’ ότι θα ήταν δυνατό, και όχι να βοηθήσουν την πληττόμενη χώρα να διατηρήσει την οικονομική της ευρωστία». Μακρύ χέρι των πιστωτών, ασπίδα προστασίας των τραπεζών είναι με άλλα λόγια το ΔΝΤ σύμφωνα με τον Τζόζεφ Στίγκλιτς!

Οι δεσμοί αίματος που διατηρεί το ΔΝΤ με τις μεγάλες τράπεζες, υπηρετώντας τα συμφέροντα τους, αποκαλύφθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο το 2006 στην Αργεντινή. Πέντε σχεδόν χρόνια αφότου η Αργεντινή, ο πάλαι ποτέ καλός μαθητής, έγινε παράδειγμα προς αποφυγή κηρύσσοντας στάση πληρωμών στους δανειστές του, όπως αποκαλύπτει η Νάομι Κλάιν στο βιβλίο της «Το δόγμα του Σοκ – η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής» (εκ. Α.Α. Λιβάνη) ο διακεκριμένος ιστορικός Αλεχάντρο Όλμος Γκαόνα απέδειξε πως «ολόκληρο το πρόγραμμα της θεραπείας – σοκ που επιβλήθηκε στην Αργεντινή στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε εκπονηθεί κρυφά από την JP Morgan και την Citibank, τους δύο μεγαλύτερους ιδιώτες πιστωτές της Αργεντινής» και περιλαμβανόταν σε ένα κείμενο 1.400 σελίδων!

Ως «τράπεζα των τραπεζών» χαρακτηρίζει το ΔΝΤ κι ένας ακόμη μελετητής, ο Ρίτσαρντ Πιτ, στο βιβλίο του «Ανόσια Τριάδα, ΔΝΤ – Παγκόσμια Τράπεζα – ΠΟΕ» (εκδ. Α.Α. Λιβάνης). Στο ιδιαίτερα διαφωτιστικό βιβλίο του μάλιστα εντοπίζει χρονικά τον μετασχηματισμό του οργανισμού στην σημερινή του μορφή και την ανάληψη εκτεταμένης δράσης υπό την μορφή της «διάσωσης χωρών» την επαύριο της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης όταν για πρώτη φορά άρχισε να αμφισβητείται η ικανότητα πολλών χωρών να αποπληρώσουν τα δάνεια που είχαν λάβει λίγα χρόνια πριν όταν «με πρωτοπόρο τη Citicorp, μια αμερικανική εμπορική τράπεζα με έδρα τη Νέα Υόρκη, οι τράπεζες προχώρησαν σε ευρύτατο δανεισμό του Τρίτου Κόσμου, στα τέλη της δεκαετίας του ‘60»!

Κοινωνική γενοκτονία

Για χάρη λοιπόν των τραπεζών επιβλήθηκαν τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ. Η πρώτη χώρα η οποία έκανε χρήση των ρευστών διαθεσίμων του ΔΝΤ ήταν η Αγγλία που την περίοδο 1947 – 1971 άντλησε 7,25 δις. δολ. καταβάλλοντας το απαραίτητο κοινωνικό κόστος. Παρότι μάλιστα οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούσαν με …χάδια, σε σύγκριση με τα δρακόντεια μέτρα που απαιτούνταν από τις χώρες του νότιου ημισφαιρίου στη συνέχεια, γρήγορα οι χώρες του βορρά βλέποντας το τίμημα που κατέβαλε η Αγγλία εξοβέλισαν το ΔΝΤ από τις διαθέσιμες πηγές κάλυψης των χρηματοδοτικών τους αναγκών. Έτσι για παράδειγμα η Γαλλία απέρριψε το ενδεχόμενο προσφυγής στο ΔΝΤ το 1983, σταθμίζοντας τις επιπτώσεις που θα είχε στο εσωτερικό της. Η «χαρά» επομένως των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής έμεινε εξ ολοκλήρου για τον Τρίτο Κόσμο, μετατρέποντας το ΔΝΤ σε όργανο οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του Πρώτου Κόσμου επί του Τρίτου. Μια διαδικασία που χαρακτήρισε την δράση του ΔΝΤ από τη δεκαετία του 1970 μέχρι και του 2000, προκαλώντας αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις. Ο λόγος έγκειται στα μέτρα τα οποία ζητούσε το ΔΝΤ προκειμένου να εγκρίνει τις χρηματοδοτήσεις: περικοπή κοινωνικών δαπανών και επιδοτήσεων προς τους φτωχούς, μαζικές απολύσεις, αθρόες ιδιωτικοποιήσεις, κλείσιμο εθνικών βιομηχανιών και τραπεζών ή ξεπούλημά τους στο διεθνές κεφάλαιο, κοκ.

Στην ιστορία για παράδειγμα έχουν περάσει οι ακόλουθες κοινωνικές εκρήξεις, γνήσιο δημιούργημα του ΔΝΤ: στην Αργεντινή, πολύ πριν το Αργεντινάσο που έγινε τον Δεκέμβριο του 2011, τον Μάρτιο του 1976 πραγματοποιήθηκε μαζική απεργία ενάντια στην απόφαση που έλαβε η κυβέρνηση κατ’ εντολή του ΔΝΤ να παγώσει τους μισθούς. Τον Ιανουάριο του 1977 η Αίγυπτος συγκλονίστηκε από μαζικές ταραχές μετά την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να καταργήσει τις επιδοτήσεις σε βασικά τρόφιμα ώστε να μειωθούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Μετά τη δολοφονία από την αστυνομία 24 ατόμων η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε. Τον Ιούλιο του 1981 μια ανάλογη απόφαση της μαροκινής κυβέρνησης για κατάργηση των επιδοτήσεων στα τρόφιμα οδήγησε σε ακόμη πιο βίαιες ταραχές με τους νεκρούς να ξεπερνούν τους 600. Πενήντα σχεδόν άτομα έχασαν τη ζωή τους και στη Δομινικανική Δημοκρατία όταν ξέσπασαν διαμαρτυρίες ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει τις επιδοτήσεις ακόμη και στα φάρμακα. Πολλά χρόνια διήρκεσαν οι διαμαρτυρίες και στην Νιγηρία, που ξεκίνησαν το 1988, όταν στο πλαίσιο των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής καταργήθηκαν οι επιδοτήσεις σε καύσιμα και τρόφιμα. Καμιά χώρα όμως δεν πλήρωσε τόσο βαρύ φόρο αίματος όσο η Βενεζουέλα το 1989, όταν σκοτώθηκαν από την αστυνομία εκατοντάδες διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης και του ΔΝΤ να καταργήσουν τις επιδοτήσεις στα καύσιμα που οδήγησε σε απότομη άνοδο της τιμής τους. Εξαίρεση αποτέλεσε η Ινδονησία, δέκα σχεδόν χρόνια αργότερα, όταν η πρωτοφανούς βιαιότητας κρίση που προκάλεσαν οι πολιτικές του ΔΝΤ οδήγησε σε εθνοτικές συγκρούσεις επιφέροντας τον θάνατο 12.000 ατόμων.

Επιχειρώντας να κάνει έναν απολογισμό του κοινωνικού κόστους της ασιατικής κρίσης η Νάομι Κλάιν επικαλείται την «Διεθνή Οργάνωση Εργασίας που υπολογίζει ότι 24 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους την εν λόγω περίοδο και ότι το ποσοστό της ανεργίας στην Ινδονησία αυξήθηκε από 4% σε 12%. Στην Ταϋλάνδη χάνονταν 2.000 θέσεις εργασίας καθημερινά στο αποκορύφωμα των “μεταρρυθμίσεων” (60.000 μηνιαία). Στη Νότια Κορέα απολύονταν 300.000 εργαζόμενοι κάθε μήνα, κυρίως εξ αιτίας της εντελώς περιττής απαίτησης του ΔΝΤ για δημοσιονομικές περικοπές και αύξηση των επιτοκίων. Μέχρι το 1999 τα ποσοστά ανεργίας στη Νότια Κορέα και στην Ινδονησία είχαν σχεδόν τριπλασιαστεί μέσα σε διάστημα δύο μόνο ετών. Όπως συνέβη και στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1970, αυτό που αφανίστηκε στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας ήταν ο πιο αξιοσημείωτος παράγοντας του “θαύματος” που είχε σημειωθεί στην περιοχή: η μεγάλη και αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη. Πίσω από τα στατιστικά στοιχεία κρύβονται ιστορίες σκληρών θυσιών και απεγνωσμένων αποφάσεων» συνεχίζει η καναδή συγγραφέας. «Όπως συμβαίνει πάντα, οι γυναίκες και τα παιδιά ήταν τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης. Πολλές οικογένειες που ζούσαν στην ύπαιθρο τόσο στις Φιλιππίνες όσο και στη Νότια Κορέα πουλούσαν τις κόρες τους σε δουλέμπορους, οι οποίοι τις διοχέτευαν σε κυκλώματα πορνείας στην Αυστραλία, στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Ταϋλάνδη οι υπεύθυνοι για τη δημόσια υγεία ανέφεραν μια αύξηση της τάξης του 20% στην παιδική πορνεία μέσα σε ένα μόλις έτος – το επόμενο έτος μετά τις μεταρρυθμίσεις που επέβαλε το ΔΝΤ».

Ένας πρόχειρος απολογισμός των νεκρών που έχουν αφήσει πίσω τους συνολικά οι πολιτικές διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ όλες αυτές τις δεκαετίες τους υπολογίζει σε 6 εκατομμύρια άτομα! Ο αριθμός αυτός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από έναν «αποστάτη» του ΔΝΤ, τον Ντάβισον Μπαντού, (τεχνοκράτη του διεθνούς οργανισμού που όταν είδε τα αποτελέσματά των υποδείξεών του παραιτήθηκε) στην επιστολή παραίτησής του προς τον τότε γενικό διευθυντή του οργανισμού, Μισέλ Καμντεσύ.

Ελλάδα όπως Τρινιδάδ και Μπενίν

Ο Ντάβισον Μπαντού αποκαλύπτει κι άλλα ενδιαφέροντα στην συγκλονιστική επιστολή του (με τίτλο «Αρκετά» όπου μεταξύ άλλων λέει πως «δεν υπάρχει αρκετό σαπούνι σε ολόκληρο τον κόσμο για να καθαριστώ απ’ όλα όσα έκανα εν ονόματί σας») όπως για παράδειγμα τις στατιστικές αλχημείες που χρησιμοποιούσε το ΔΝΤ για να φουσκώσει διάφορα μεγέθη, προκαλώντας τεχνητές κρίσεις που εμφάνιζαν την προσφυγή στους μηχανισμούς του ως μονόδρομο. Ειδικότερα αποκάλυψε το «μαγείρεμα» που έκανε το ΔΝΤ στα δημοσιονομικά μεγέθη του πλούσιου σε πετρέλαιο Τρινιδάδ και Τομπάκο ώστε η θέση του να εμφανίζεται ασταθής και η παραγωγικότητά του χαμηλή. Οποιαδήποτε ομοιότητα φυσικά με την περίπτωση της Ελλάδας (όπου η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου έσπευσε να τοποθετήσει στην ηγεσία της στατιστικής υπηρεσίας τον Α. Γεωργίου που υπηρετούσε στις τάξεις του ΔΝΤ επί χρόνια) είναι καθαρά συμπτωματική…

Αποτέλεσμα …σύμπτωσης είναι και οι ομοιότητες που εμφανίζει ο διορισμός του Λουκά Παπαδήμου στην Ελλάδα με την ανάδειξη μιας «νέας γενιάς ηγετών που δεν είναι καλύτεροι από τους προηγούμενους και είναι εξ ίσου αφοσιωμένοι στον παγκόσμιο και στον τοπικό καπιταλισμό που έχει αρχίσει ν’ αναρριχάται στην εξουσία. Πρόκειται για φλύαρους τεχνοκράτες που είναι δημιουργήματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας». Η χώρα αναφοράς εδώ είναι το …Μπενίν της Αφρικής και το απόσπασμα προέρχεται από το συλλογικό έργο Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού (εκδ. Α.Α. Λιβάνη).

Το ΔΝΤ δεν είναι υπόλογο μόνο για τις ολέθριες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές παρεμβάσεις του αλλά επίσης και για τη στήριξη που πρόσφερε στους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς της Ουάσινγκτον. Ο Τζον Πέρκινς για παράδειγμα, στην Εξομολόγηση ενός οικονομικού δολοφόνου (εκδ. Αιώρα) σχολιάζει την μεταπολεμική οικοδόμηση του Ιράκ με την βοήθεια ενός άρθρου των New York Times (με ημερομηνία 18 Απριλίου 2003) όπου αναφέρεται: «οι Ιρακινοί θα συνεργαστούν στη συνέχεια με την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οργανισμούς πάνω στους οποίους οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν σημαντική επιρροή, με σκοπό την ανοικοδόμηση της χώρας»! Η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ στο ρόλο του ιεραπόστολου και του εμπόρου που συνόδευαν τους μισθοφόρους…

Έχοντας να υπηρετήσει τόσο ιδιοτελείς σκοπούς το ΔΝΤ δεν είναι τυχαία η παταγώδης και επαναλαμβανόμενη πλέον αποτυχία του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κρίσεις, που είναι ο επίσημος στόχος των παρεμβάσεών του. «Οι πολιτικές του ΔΝΤ όχι μόνο επέτειναν τις οικονομικές υφέσεις, αλλά ήταν εν μέρει υπεύθυνες και για την εκδήλωσή τους», τονίζει ο Τζόζεφ Στίγκλιτς στο βιβλίο Μεγάλη αυταπάτη (εκδ. Α.Α. Λιβάνη). Σε άλλο δε σημείο αναφέρει: «η άποψη που επικρατεί σε μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου και την οποία συμμερίζομαι είναι ότι το ίδιο το ΔΝΤ έχει γίνει περισσότερο μέρος του προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι χώρες παρά της λύσης του. Πράγματι, σε πολλές από τις χώρες που έπληξε η κρίση, τόσο οι απλοί άνθρωποι όσο και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης και ο επιχειρηματικός κόσμος συνεχίζουν να αναφέρονται στην οικονομική και κοινωνική θύελλα που έπληξε τα έθνη τους ως “το ΔΝΤ” – με τον ίδιο τρόπο που θα έλεγε κανείς “η πανούκλα” ή η “Μεγάλη ύφεση”. Η ιστορία χωρίζεται σε “προ ΔΝΤ” και “μετά ΔΝΤ” περίοδο, όπως ακριβώς οι χώρες που ερημώνονται από ένα σεισμό ή κάποια άλλη φυσική καταστροφή χρονολογούν τα γεγονότα “πριν” και “μετά” το σεισμό».

Ευστοχία 15 στα 134!

Τέλος, κορυφαίο παράδειγμα που δείχνει τον βαθμό επικινδυνότητας των συνταγών του ΔΝΤ αποτελούν οι επίσημες ομολογίες αποτυχίας του. Χαρακτηριστικότερη όλων είναι μια μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1999 κι εκπονήθηκε για λογαριασμό του συντηρητικού αμερικανικού ιδρύματος Χέριτατζ η οποία καταλήγει στο εξής απίστευτο από πρώτη ματιά συμπέρασμα: «Οι 48 από τις 89 λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες που έλαβαν χρήματα από το ΔΝΤ μεταξύ του 1965 και του 1995 δε βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση απ’ ότι πριν. 32 απ’ αυτές τις 48 χώρες είναι φτωχότερες απ’ ότι πριν και 14 απ’ αυτές τις 32 χώρες έχουν οικονομίες οι οποίες συρρικνώθηκαν κατά τουλάχιστον 15% από την εποχή που προηγήθηκε του πρώτου δανείου ή της προσφυγής στο ΔΝΤ». Σοβαρή κριτική ασκεί ακόμη και το αμερικανικό Γενικό Λογιστήριο στο ΔΝΤ και ειδικότερα στην ετήσια έκθεση του διεθνούς οργανισμού για την παγκόσμια οικονομία η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίζεται ως παραπλανητική καθώς «έχει άσχημο ιστορικό ως προς την πρόβλεψη υφέσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι άμεσα συνδεδεμένες με μια χρηματοπιστωτική κρίση. Το διάστημα μεταξύ 1991-2001, από τις 134 υφέσεις που καταγράφηκαν σε αναπτυσσόμενες χώρες, πρόβλεψε σωστά μόλις τις 15, για τις υπόλοιπες 119 υφέσεις είχε προβλέψει αύξηση του ΑΕΠ και σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν μεγάλες υφέσεις που οδήγησαν στην μεξικάνικη και την ασιατική κρίση»!

Κατά συνέπεια η αστοχία που παρατηρείται στην Ελλάδα με τα αλλεπάλληλα Μνημόνια δεν είναι εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Παντού το ΔΝΤ απέτυχε να διασφαλίσει την βιωσιμότητα των οικονομιών, πέτυχε όμως να εγγυηθεί την βιωσιμότητα των τραπεζών και την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου. Αυτός είναι τελικά ο λόγος ύπαρξής του…

Δημοσιεύθηκε στο Διεθνή Οικονομία | Με ετικέτα: , , , , | 1 σχόλιο »

Η οικονομική δικτατορία των Βρυξελλών και η απείθαρχη Ουγγαρία (Nexus, 2.2012)

Αναρτήθηκε από τον/την leonidasvatikiotis στο 10/02/2012

Η αμφιλεγόμενη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών 

Μία μάχη με πολύ ευρύτερες προεκτάσεις που αφορούν όλες τις χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα την Ελλάδα εξελίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες στην Ουγγαρία. Αποκορύφωμα της καθόλου ασυνήθιστης αυτής αντιπαράθεσης αποτέλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την Τρίτη 18 Ιανουαρίου να οδηγήσει την Ουγγαρία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και αφορμή στάθηκε συνταγματική τροποποίηση της ουγγρικής κυβέρνησης στην κατεύθυνση άσκησης πολιτικού ελέγχου στις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Μόνο που η κυβέρνηση του κεντροδεξιού Βίκτορ Όρμπαν λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο …την Ευρωπαϊκή Επιτροπή! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή επιχειρώντας να ξετυλίξουμε το κουβάρι που οδήγησε σε αυτή την άνευ προηγουμένου παρέμβαση των Βρυξελλών στα εσωτερικά μιας – κατά τ’ άλλα – ανεξάρτητης χώρας.

Η ένταση στις σχέσεις των Βρυξελλών με την Βουδαπέστη άρχισε να εμφανίζεται στο τέλος του προηγούμενου χρόνου. Ήταν για την ακρίβεια τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη όταν η ουγγρική κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δύο τρίτων, ψήφισε μια σειρά συνταγματικών τροποποιήσεων. Να αναφερθεί πως η ασυνήθιστα μεγάλη κοινοβουλευτική της ισχύ είναι άμεσο αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής κατάρρευσης του σοσιαλιστικού κόμματος του Φέρεντς Γκιουρτσάνι στις εκλογές του 2010, που με αυτό τον τρόπο πλήρωσε την απόφαση του να οδηγήσει τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Το εκλογικό σώμα γύρισε μαζικά την πλάτη του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στράφηκε προς το κεντροδεξιό Φίντεζ, που αποδοκίμαζε έντονα την υπαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ και την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.

Μεταξύ πολλών άλλων, στις τροποποιήσεις του συντάγματος περιλαμβανόταν και η άσκηση πολιτικού ελέγχου στην κεντρική τράπεζα, που έθετε σε αμφισβήτηση την περίφημη «ανεξαρτησία» της. Οι προθέσεις της κυβέρνησης σε συνδυασμό και με παράλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις στόχευαν στην αύξηση του αριθμού των μελών της διοίκησης από 7 σε 9, την αύξηση του αριθμού των αντιπροέδρων από 2 σε 3 και τη συγχώνευση του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος με την αρχή εποπτείας της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών. Η κυβέρνηση δεν έκρυψε πως στόχος της ήταν να επανακτήσει τον έλεγχο επί της νομισματικής πολιτικής, ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής πολιτικής μαζί με την δημοσιονομική και την εισοδηματική. Ειδικότερα, στόχος της ήταν να κρατηθούν χαμηλά τα επιτόκια του εθνικού τους νομίσματος, του φιορινού, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η αύξηση των πιστώσεων κι έτσι να στηριχθεί η παραγωγή και η απασχόληση. Η κεντρική τράπεζα όμως έπραξε ακριβώς το αντίθετο: αύξησε το επιτόκιο από 6,5% στο 7%, επιτείνοντας τις συνθήκες ασφυξίας που αντιμετώπιζε η ήδη παγωμένη αγορά. Ως δικαιολογία η διοίκηση του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο πληθωρισμός «έτρεχε» με 4,25%, πάνω δηλαδή από τον επίσημο στόχο του 3%.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση είναι πράγματι εντυπωσιακή. Διορισμένοι τεχνοκράτες που δεν έχουν καμία νομιμοποίηση από την κοινωνία, όπως τα στελέχη της κεντρικής τράπεζας, έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους, τις απόλυτα θεμιτές αποφάσεις της εκλεγμένης κυβέρνησης, προτάσσοντας την «ανεξαρτησία» της κεντρικής τράπεζας. Πρόκειται για κορυφαία πράξη υποτίμησης της λαϊκής εντολής και της βούλησης της κοινωνίας στον βαθμό που καθοριστικοί τομείς αποφάσεων, όπως το ύψος των επιτοκίων που μπορεί να σημάνει την δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας με καθοριστικές συνέπειες στο βιοτικό επίπεδο ενός λαού, αναγορεύονται σε απαγορευμένη ζώνη για την κυβέρνηση από την οποία αφαιρείται το δικαίωμα να έχει άποψη. Ορίστε πως η πολιτική αποστεώνεται και καταλήγει να γίνεται διαχείριση ανούσιων υποθέσεων ήσσονος σημασίας ή της καθημερινής και εντεινόμενης μιζέριας που επιβάλουν αυθαίρετα οικονομικά κέντρα εκτός δημοκρατικού ελέγχου.

Εξισορροπιστικός ρόλος;

Ιστορικά, η μόδα της «ανεξαρτησίας» των κεντρικών τραπεζών εμφανίζεται μετά την κατάρρευση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς το 1971. Η διάλυση του συστήματος των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών (της μεταπολεμικής περιόδου) που συνδέονταν με το δολάριο, το οποίο με τη σειρά του συνδεόταν με τον χρυσό, ανέδειξε την ανάγκη να βρεθεί ένα νέο σημείο σταθερότητας που θα επανέφερε την ισορροπία στο σύστημα κι αυτό ήταν ο πληθωρισμός που έπρεπε να τιθασευτεί. Έργο που αναδείχθηκε σε ύψιστη αποστολή κάθε κυβέρνησης όπως κατ’ αναλογία συμβαίνει σήμερα με την μείωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ανατέθηκε στις κεντρικές τράπεζες. Μάλιστα, στο πλαίσιο της ανόδου μιας βαθιά συντηρητικής οικονομικής ιδεολογίας που κέρδιζε συνεχώς έδαφος, οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στην λειτουργία της κεντρικής τράπεζας θεωρήθηκε εξ ορισμού επιζήμια κι απευκταία.

Εύκολα ωστόσο διακρίνει κανείς τα «αδύναμα σημεία» αυτής της ιδεολογίας: Από τη στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν με κρατική εντολή, ακόμη κι όταν μετατρέπονται σε Ανώνυμες Εταιρείες όπως έχει συμβεί σήμερα στην ευρωζώνη, πως είναι δυνατό να αποφευχθεί η πολιτική παρέμβαση; Διορισμένοι από το κράτος και της κυβερνήσεις είναι όλοι οι κεντρικοί τραπεζίτες! Σε τελική ανάλυση αν οι πολέμιοι της κρατικής παρέμβασης δεν ήθελαν καμιά μορφή ανάμιξης του κράτους ας πρόκριναν την δημιουργία ιδιωτικού χρήματος από τις ιδιωτικές τράπεζες, τις διοικήσεις των οποίων να εξέλεγαν οι γενικές συνελεύσεις των μετόχων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν… Από τη στιγμή που ακόμη και οι πιο διαπρύσιοι υπέρμαχοι της ελεύθερη αγοράς επιλέγουν το χρήμα να είναι κρατικό εκχωρώντας το σχετικό μονοπώλιο στην κεντρική τράπεζα, ή, μιλώντας για την ευρωζώνη να εκδίδεται από υπερεθνικά όργανα όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οποιαδήποτε συζήτηση περί ανεξαρτησίας είναι υποκρισία ή κρύβει σκοπιμότητες. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κορυφαίο τρόπο σήμερα στην Ουγγαρία όπου η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας επί της ουσίας σημαίνει την «καταστατική» δέσμευσή της σε μια περιοριστική πολιτική η οποία κρατάει κλειστές τις στρόφιγγες του χρήματος, αφήνοντας έτσι να ρέουν εν αφθονία μόνο η φτώχεια και η ανεργία. Αυτό είναι το διακύβευμα στην περίπτωση της Ουγγαρίας.

Το συμφέρον των πολιτών ασύμφορο για την ΕΕ

Ωστόσο, η επίθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν θα ήταν τόσο σφοδρή αν ο Βίκτορ Όρμπαν δεν είχε κι άλλες φορές με τις αποφάσεις του αμφισβητήσει τα ιερά και τα όσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αγορών, όπως η ανεμπόδιστη εφαρμογή πολιτικών λιτότητας. Πολύ σύντομα σταχυολογούμε τα εξής μέτρα που αποδεδειγμένα έχουν προκαλέσει την οργή των Βρυξελλών και του ΔΝΤ την τελευταία διετία: Εν …αρχή ήταν η απόφασή του να επιβάλει έναν επιπλέον φόρο στις τράπεζες της τάξης κάποιων δεκαδικών ψηφίων. Οι τράπεζες που δρουν στην Ουγγαρία, και ως επί το πλείστον είναι αυστριακές, πλήρωσαν ξανά τη …νύφη πριν λίγους μήνες όταν ο Όρμπαν προστάτευσε του Ούγγρους δανειολήπτες που είχαν δανειστεί σε ξένο και δη ελβετικό νόμισμα την εποχή της ευωχίας. Η απόφασή του περιόρισε την άνοδο του κόστους που πλήρωναν οι Ούγγροι, προκάλεσε όμως ζημιά στους τραπεζίτες. Εξέλιξη που στη συνέχεια πυροδότησε σειρά αμφισβητήσεων και επιθέσεων κατά του Ούγγρου πρωθυπουργού οι οποίες κορυφώθηκαν με την είσοδο του νέου έτους. Αφορμή γι’ αυτές ήταν νέες νομοθετικές παρεμβάσεις του που αφορούσαν: Πρώτο, την μετάθεση για μετά το 2016 της εφαρμογής συνταγματικού νόμου, τον οποίο είχε ψηφίσει μάλιστα η δική του κυβέρνηση πέρυσι, και πρόβλεπε σταθερές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες μέχρι το χρέος να φτάσει το 50% του ΑΕΠ. Να σημειωθεί πως το δημόσιο χρέος της Ουγγαρίας βρίσκεται κάτω από το 80% του ΑΕΠ, είναι δηλαδή χαμηλότερο από το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, που ζητά απ’ όλες τις χώρες της ΕΕ να ενσωματώσουν στο σύνταγμά τους το λεγόμενο «φρένο χρέους». Δηλαδή, άρθρο που να απαγορεύει την δημιουργία ελλειμμάτων και το ενδεχόμενο το δημόσιο χρέος να υπερβεί ένα αυστηρό όριο. Μπορούμε να φανταστούμε επομένως την οργή του Βερολίνου όταν μια από τις πρώτες χώρες που επέβαλαν αυτό το μέτρο, το ανακάλεσε στην πορεία, αντιλαμβανόμενη προφανώς τον αντιπαραγωγικό και αντικοινωνικό του χαρακτήρα. Ποια είναι όμως η κυβέρνηση της Ουγγαρίας που αποφασίζει μόνη της, πιθανά να σκέφτηκε η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ… Το δεύτερο μέτρο που ανακοίνωσε η Βουδαπέστη πριν λίγες εβδομάδες, προκαλώντας δυσφορία στην ΕΕ αφορούσε την εθνικοποίηση του ενεργητικού ύψους 13 δισ. ευρώ των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων. Επρόκειτο για μια απόφαση που επιβλήθηκε από την ανάγκη εύρεσης δημόσιων πόρων ώστε η Ουγγαρία να μην αναγκαστεί να προσφύγει στη βοήθεια του ΔΝΤ και της ΕΕ, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις που θα αποδειχθούν εξευτελιστικές για την εθνική της κυριαρχία και εξοντωτικές για την κοινωνική της συνοχή η οποία ήδη δοκιμάζεται λόγω του κύματος κατασχέσεων σπιτιών από τις τράπεζες. Ακόμη κι έτσι όμως σε μια εποχή που οι ιδιωτικοποιήσεις σαρώνουν όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ, τέτοιες παραφωνίες  και μάλιστα σε τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση δεν γίνονται ανεκτές. Το τρίτο πρόσφατο μέτρο το οποίο σήμανε μια σημαντική διαφοροποίηση της Ουγγαρίας από τον γενικό κανόνα που θέλει τους φόρους που πληρώνουν οι επιχειρήσεις (και όχι οι ιδιώτες) να μειώνονται, με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τα δημόσια έσοδα και την δημοσιονομική ισορροπία, αφορούσε την επιβολή ενός νέου φόρου στην βιομηχανία!

Το μεγάλο τίμημα

Οι πρώτοι που ανέλαβαν να τιμωρήσουν την Ουγγαρία ήταν οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η ορατή αιχμή του δόρατος των αγορών. Η Moody’s συγκεκριμένα το Νοέμβριο υποβάθμισε την Ουγγαρία επικαλούμενη το υψηλό της χρέος και την ανυπαρξία προοπτικών οικονομικής μεγέθυνσης. Ένα μήνα μετά (κι αφού μεσολάβησε η δηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη, μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού) άλλος οίκος αξιολόγησης, η Standard & Poor’s προχωράει σε νέα υποβάθμιση με την επίκληση του εξής αιτιολογικού: ότι «το πλαίσιο άσκησης πολιτικής γίνεται λιγότερο προβλέψιμο πλήττοντας τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές μεγέθυνσης»! Όταν, με άλλα λόγια, η οικονομία καταρρέει τότε τιμωρείται επειδή καταρρέει. Κι όταν η κυβέρνηση παίρνει συγκεκριμένα μέτρα για να αποφύγει την κατάρρευση, αξιοποιώντας μέσα που ανέκαθεν υπήρχαν στην εργαλειοθήκη των κυρίαρχων κρατών, τότε τιμωρείται ξανά επειδή παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού κι οι οποίοι μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, μετά βεβαιότητας όμως, μεσοπρόθεσμα, θα έχουν αρνητικές συνέπειες. Ισχυρισμός ο οποίος φυσικά δεν συνοδεύεται από καμιά απόδειξη, υπογραμμίζοντας ότι οι αξιολογήσεις των τριών αυτών οίκων είναι ένα πολιτικό όπλο που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, τιμωρώντας τις απείθαρχες κυβερνήσεις. Ειρήσθω εν παρόδω, η συμπληρωματική σχέση που υπάρχει μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και οίκων αξιολόγησης φάνηκε πεντακάθαρα στις 15 Νοεμβρίου όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ειδική συνεδρίασή της καταψήφισε μέτρα που θα έθεταν ένα όριο στην δράση των τριών αυτών επιχειρήσεων, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ο διασυρμός της Ουγγαρίας συνεχίσθηκε με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου (με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των New York Times για παράδειγμα στις 17 Ιανουαρίου) που εμφανίζεται σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Την ίδια ώρα ούτε λέξη για την μαζική αποτυχία των συνταγών λιτότητας που συνόδευσαν τα πακέτα βοήθειας στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Με την πλάτη στον τοίχο

Ακριβώς μια μέρα μετά, την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου (τυχαία;) ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας πέρασε μια από τις δυσκολότερες μέρες του πολιτικού του βίου αναγκαζόμενος να υποστηρίξει τις πολιτικές του αποφάσεις ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Κι εκεί συνέβη πραγματικά το αδιανόητο: Ευρωβουλευτές και υπεύθυνοι πολιτικών ομάδων που δεν άρθρωσαν ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας για την απόφαση των «Μερκοζύ» να πάψουν εκλεγμένους πρωθυπουργούς, όπως τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, έστησαν τον Ούγγρο πρωθυπουργό στα έξι μέτρα! Ο ηγέτης των Πράσινων, Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, για παράδειγμα τον παρομοίασε με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ούγκο Τσάβες, κατηγορώντας τον για ολοκληρωτισμό. Ενώ, ο Γκι Φέρχοβσταντ, πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου και επικεφαλής της ομάδας των Φιλελεύθερων ζήτησε να ψηφιστεί από το Ευρωκοινοβούλιο η αναστολή του δικαιώματος ψήφου της Ουγγαρίας στο συμβούλιο των υπουργών. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός αναγκάστηκε εν μέσω σφοδρών και διασταυρούμενων πυρών να υποσχεθεί πως η κυβέρνησή του θα επανεξετάσει τους τελευταίους νόμους, δηλώνοντας ωστόσο ανυποχώρητος στην προεκλογική του εξαγγελία ότι τα μέλη της διοίκησης της κεντρικής τράπεζας πριν απ’ οπουδήποτε αλλού θα ορκίζονται πίστη στα συμφέροντα της χώρας τους! Η υποχώρηση που αναγκάστηκε να κάνει πολύ πιθανά εξηγείται λόγω του ωμού εκβιασμού τον οποίο άσκησαν ΕΕ και ΔΝΤ δηλώνοντας στη Βουδαπέστη πως για να λάβει δάνειο ύψους 15-20 δις. ευρώ που έχει ζητήσει προϋπόθεση είναι η ακύρωση των επίμαχων νόμων.

Αξίζει τέλος, να παραθέσουμε μια αποστροφή της ομιλίας του που αναφέρεται στην Ελλάδα, αποκαλύπτοντας τον οίκτο και την αποστροφή που προκαλεί στο εξωτερικό το καθεστώς οικονομικής κατοχής που έχει επιβάλλει το Βερολίνο στη χώρα μας. Αφού λοιπόν μίλησε για τις χριστιανικές αξίες που συμμερίζεται, απαντώντας με αυτό τον τρόπο στις επιθέσεις που δέχθηκε, κι αφού είπε πως θα συζητήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επαναδιατύπωση ορισμένων συνταγματικών άρθρων έβαλε ένα όριο στις υποχωρήσεις του, λέγοντας: «Δεν θέλω όμως να δώσω την εικόνα ότι θα καταλήξω σαν την Ελλάδα, στην οποία οι Γερμανοί λένε πως δεν θα δώσουμε δάνεια εκτός κι αν οι Έλληνες κάνουν ότι ζητήσουμε». Τα σχόλια είναι περιττά για το σημείο στο οποίο έχουμε οδηγηθεί με ευθύνη φυσικά του Λ. Παπαδήμου, των πιστωτών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποδεικνύεται σε πολιορκητικό κριό απέναντι στα κυριαρχικά δικαιώματα ανεξάρτητων κρατών και την βούληση δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων. Υπ’ αυτή την έννοια οι απειλές που δέχεται η Ελλάδα δεν διαφέρουν και τόσο πολύ απ’ αυτές που δέχεται η Ουγγαρία. Διαφέρει η αντίδραση σε αυτές τις απειλές…

Δημοσιεύθηκε στο Διεθνή Οικονομία | Με ετικέτα: , , | Αφήστε Σχόλιο »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 43 other followers